Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2024

ΣΚΗΤΗ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΙΒΗΡΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

 

ΣΚΗΤΗ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΙΒΗΡΩΝ

 

Στὴν κατάφυτη πλαγιὰ δυτικά τῆς Μονῆς Ἰβήρων, βρίσκεται ἡ Σκήτη τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Κατοικεῖται ἀπὸ Ἕλληνες μοναχούς. Οἱ περισσότερες καλύβες τῆς σήμερα δὲν κατοικοῦνται καὶ ὁρισμένες εἶναι σὲ ἐρειπιώδη κατάσταση. Οἱ καλύβες εἶναι διάσπαρτες στὶς πλαγιὲς μίας μικρῆς ῥεματιᾶς· τὸ Κυριακό, βρίσκεται στὴν βόρεια πλαγιά. Ἡ σπουδαιότερη Καλύβη εἶναι ἐκείνη τοῦ Ἁγίου Νικολάου, γνωστὴ καὶ ὡς Καλύβη τῶν Νεομαρτύρων. Ἐκεῖ, κοντὰ στὸν ἁλείπτη πατέρα Νικηφόρο, ποὺ ὑπῆρξε πνευματικὸς τοῦ πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄, ἐγκαταβίωσαν οἱ Ἅγιοι Νεομάρτυρες· Εὐθύμιος ὁ Πελοποννήσιος ἀπὸ τὴν Δημητσάνα, Ἰγνάτιος ἀπὸ τὴν Στάρα Ζαγορὰ τῆς Βουλγαρίας, καὶ Ἀκάκιος ἀπὸ τὸ Νεοχώρι Θεσσαλονίκης, ποὺ μαρτύρησαν στὴν Κωνσταντινούπολη. Τὰ τίμια λείψανά τους ἐνταφιάστηκαν στὸν ναὸ ποὺ χτίστηκε στὴν Καλύβη, κάτω ἀπὸ τὸν ναὸ τοῦ Ἁγίου Νικολάου καὶ ἐγκαινιάστηκε ἀπὸ τὸν συντοπίτη τοῦ Εὐθυμίου, Γρηγόριο Ε΄. Στὴν Σκήτη, ἀσκήθηκαν γιὰ κάποιο διάστημα πολλοὶ ἄλλοι Νεομάρτυρες, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος ὁ Ὑδραῖος ποὺ μαρτύρησε στὴν Ῥόδο τὸ 1800 καὶ ἐνδιαφέρουσα φορητὴ εἰκόνα του σώζεται στὴν Σκήτη. Ἡ Σκήτη χρονολογεῖται ἀπὸ τὸ 1730, ὡστόσο προϋπῆρχε μὲ κάποια χαλαρότερη μορφή, ἀφοῦ ἐγκαταβίωσε ἐκεῖ μὲ τοὺς μαθητές του διάκονο Ἰάκωβο καὶ μοναχό Διονύσιο ὁ Νέος Ὁσιομάρτυς Ἰάκωβος ποὺ μαρτύρησε τὸ 1520 στὴν Ἀδριανούπολη καὶ εἰκονίζεται στὸ τέμπλο τοῦ Κυριακοῦ. Σὲ Καλύβη κοντὰ στὸ Κυριακὸ ἐγκαταβίωσε γιὰ κάποιο διάστημα ὁ Ἅγιος Μακάριος ὁ Νοταρᾶς. Στὴν δεκαετία τοῦ 1960, ἀσκήτευσε ὁ γέροντας Παΐσιος.

Τὸ Κυριακὸ τοῦ 1779, εἶναι μεγάλο καὶ λιθόκτιστο. Οἱ ἀξιόλογες λαϊκότροπες τοιχογραφίες τοῦ 1799 τῆς λιτῆς καὶ τοῦ ναοῦ εἶναι ἔργο τοῦ μοναχοῦ Νικηφόρου ἀπὸ τὸ Καρπενήσι καὶ ἔγιναν μὲ δαπάνη τοῦ ἱερομονάχου Παϊσίου ἀπὸ τὴν Ζάκυνθο, γνωστοῦ χορηγοῦ θρησκευτικῶν χαλκογραφιῶν. Ὁ τροῦλλος στηρίζεται σὲ τέσσερις κίονες ποὺ φέρουν ζωγραφισμένα ἀγγελάκια στὰ κιονόκρανα. Τὸ τέμπλο εἶναι ἰδιαίτερα ψηλὸ καὶ ξυλόγλυπτο. Στὴν δυτικὴ πλευρὰ τῆς λιτῆς εἶναι ενσωματωμένη ἡ Τράπεζα.

Δίπλα στὸ Κυριακό, εἶναι ὁ κοιμητηριακὸς ναὸς τῶν Ἁγίων Πάντων τοῦ 1783.

***

ΜΟΝΗ ΙΒΗΡΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

 

ΜΟΝΗ ΙΒΗΡΩΝ

 

Ἀπὸ τὶς Καρυές, εἴτε μέσω τοῦ τσιμεντένιου δρόμου εἴτε μέσω τοῦ μονοπατιοῦ, φτάνεις στὴν Μονὴ Ἰβήρων.

Ἡ Μονὴ Ἰβήρων, δεσπόζει στὴν πλατιὰ παραλία ποὺ σχηματίζει ὁ χείμαῤῥος τοῦ Ἰβηρίτικου Λάκκου. Στὸ βάθος, διακρίνονται οἱ στέγες ἀπὸ τὰ σπίτια τῶν Καρυῶν, οἱ τροῦλλοι ἀπὸ τὸ Σεράϊ καὶ ἡ Μονὴ Κουτλουμουσίου. Στὶς κατάφυτες πλαγιὲς ἀριστερὰ τῆς Μονῆς, διακρίνεται ὁ τροῦλλος ἀπὸ τὸ Κυριακό τῆς Ἰβηρίτικης Σκήτης τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Ψηλά, στὸν ὀρεινὸ ὄγκο τῆς Τσοῦκας, διακρίνεται μία ἄσπρη κουκκίδα, εἶναι ἕνα Κελλὶ δίπλα στὸ σπήλαιο ὅπου ἀσκήτευσε ὁ Ὅσιος Γαβριὴλ ὁ Ἴβηρ, ὁ ὁποῖος εἶδε σὲ ὅραμα τὴν ἄφιξη τῆς εἰκόνας τῆς Παναγίας τῆς Πορταΐτισσας, τῆς ἐφέστιας εἰκόνας τῆς Μονῆς, καὶ περπάτησε πάνω στὴν θάλασσα γιὰ νὰ τὴν πάρει καὶ νὰ τὴν φέρει στὴν στεριά. Στὸ σημεῖο ὅπου ὁ Ὅσιος Γαβριὴλ ἀπόθεσε τὴν εἰκόνα στὴν ξηρά, ἀνέβλυσε ἀμέσως πηγὴ γλυκοῦ νεροῦ, τὸ ἁγίασμα τῆς Παναγίας τῆς Πορταΐτισσας. Βρίσκεται σφηνωμένο σὲ ἕναν βράχο, κοντά στὸ διώροφο ψαρόσπιτο, στὴν νότια πλευρά. Τὸ ψαρόσπιτο τοῦ 19ου αἰῶνος, ἔχει ἕξι θολωτὰ λεμβοστάσια στὸ ἰσόγειο καὶ χώρους διαβίωσης στὸν πάνω ὅροφο. Ἀπὸ ἀρχιτεκτονικῆς ἄποψης εἶναι ἰδιαίτερα ἀξιόλογο καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ χρησιμοποιεῖται ἀπὸ τοὺς ψαράδες τῆς Μονῆς. Ἐκεῖ ἔμεινε ὁ Φώτης Κόντογλου ὅταν περιηγήθηκε τὸ Ἅγιον Ὄρος τὸ 1923.

Μέσα στὸν τετράπλευρο περίβολο στὴν παραλία, δίπλα στὴν ἐκβολὴ τοῦ Ἰβηρίτικου Λάκκου, βρίσκεται τὸ Κάθισμα τῆς Παναγίας τῆς Πορταΐτισσας. Ἔχει ναὸ καὶ κελλί. Ἐκεῖ, καὶ στὸ ἁγίασμα, καταλήγει ἡ λιτάνευση τῆς ἐφέστιας εἰκόνας τὴν Τρίτη τῆς Διακαινησίμου καὶ τελεῖται ἡ Θεία Λειτουργία. Ἐκεῖ τελεῖται καὶ ὁ ἁγιασμὸς τῶν υδάτων κατὰ τὴν ἑορτὴ τῶν Θεοφανείων. Στὸ σημεῖο τῆς ἐκβολῆς εἰκάζεται ὅτι πρέπει νὰ ἦταν ὁ λιμὴν τοῦ Κλήμεντος, ὅπου σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, ἀποβιβάστηκε ἡ Θεοτόκος καὶ ζήτησε ἀπὸ τὸν Χριστὸ τὴν χερσόνησο τοῦ Ἄθω ὡς ἐπίγειό της κλῆρο.

Ἀπέναντι ἀπὸ τὴν Μονή, πάνω στὸν δασωμένο λόφο, εἶναι τὸ Κελλὶ τοῦ Προφήτη Ἠλία, ὅπου μόνασε ὁ Ἅγιος πατριάρχης Γρηγόριος ὁ Ε΄.

Τὸ μεγάλο αὐτοτελὲς κτίσμα ἀνάμεσα στὴν Μονὴ καὶ στὸν λόφο, εἶναι ὁ κοιμητηριακὸς ναός τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, τοῦ 1672. Διατηρεῖ ἀναλλοίωτο τὴν ἀρχική του μορφή. Ἡ κάτοψή του εἶναι ὀρθογώνια -17,8Χ8,3 μέτρα- καὶ ἡ κόγχη τοῦ ἱεροῦ στὴν ἀνατολικὴ πλευρά, ἔχει συῤῥικνωθεῖ σὲ μία στενή, τραπεζοειδὴ προεξοχή. Ἀξιοπρόσεχτο εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι, ἡ ἀνατολικὴ ὄψη τοῦ ναοῦ, ἔφερε ξύλινη σανιδωτὴ ἐπένδυση. Ὁ ναός, δὲν εἶναι τοιχογραφημένος. Ἡ ὁροφή του καλύπτεται ἀπὸ διακοσμητικά καφασωτὰ πλαίσια, σύμφωνα μὲ τὶς ἐπιταγὲς τοῦ μπαρὸκ ῥυθμοῦ, ποὺ ἦταν πολὺ δημοφιλής στὸ Ἅγιον Ὄρος τὴν ἐποχὴ ἐκείνη. Ἐντυπωσιακὸ εἶναι τὸ ξυλόγλυπτο ἐπίχρυσο τέμπλο. Στὶς ποδιὲς τῶν δεσποτικών εἰκόνων, εἰκονίζονται φυτὰ καὶ ἄνθη σὲ ἀνθοδοχεῖο, ποὺ ἀντιγράφουν τὴν ἀνάγλυφη πλάκα τῆς κρήνης στὴν αὐλὴ τῆς Μονῆς· ἄλλη μία ὑπόμνηση τοῦ μπαρόκ. Οἱ εἰκόνες τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, τοῦ Χριστοῦ Φιλανθρώπου καὶ τῆς Θεοτόκου, χρονολογοῦνται ἀπὸ τὸ 1680. Κάτω ἀπὸ τὸν ναό, βρίσκεται τὸ ὀστεοφυλάκιο.

Ἡ κάτοψη τῆς Μονῆς, σχηματίζει τετράπλευρο. Οἱ πτέρυγες, ἀνάγονται σὲ διάφορες χρονικὲς περιόδους. Ὁ ἔντονος ὀχυρωματικὸς χαρακτῆρας τοῦ οἰκοδομικοῦ συγκροτήματος διασκεδάζεται ἀπὸ τοὺς ἐξώστες καὶ τὰ σαχνισιὰ τῆς ἀνατολικῆς ὄψης πρὸς τὴν θάλασσα. Ἀντίθετα, στὴν δυτικὴ ὄψη τοῦ 1804, καὶ στὰ δυτικὰ τμήματα τῆς βόρειας καὶ τῆς νότιας ὄψης, ποὺ δὲν ἔχουν ἐξώστες, ἡ συμμετρικὴ ὁμοιομορφία τῶν παραθύρων μὲ τὰ ἀετώματά τους, παραπέμπει στὸν νεοκλασικισμό.

***

Στὴν πεδινὴ ἔκταση τῆς ἐκβολῆς τοῦ Ἰβηρίτικου Λάκκου, στὰ νοτιοδυτικά τοῦ σημερινοῦ μοναστηριακοῦ συγκροτήματος, βρισκόταν τὸ ἀρχαῖο πόλισμα Κλεωναί. Στὴν θέση τῆς Μονῆς Ἰβήρων, βρισκόταν τὸ ἀρχαῖο μονύδριο τοῦ Κλήμεντος· ἡ ἵδρυσή του τὸν 8ο αἰῶνα συνδέεται μὲ τὸν αὐτοκράτορος Κωνσταντῖνο Δ΄ Πωγωνάτο καὶ ἡ ὀνομασία διασώζει τὴν παράδοση ὅτι τὸν 3ο αἰῶνα ἔφτασε ἐκεῖ ὁ πατριάρχης Ἱεροσολύμων Κλήμης καὶ ἐκχριστιάνισε τοὺς ειδωλολάτρες. Τὸ μονύδριο, χτίστηκε γύρω ἀπὸ τὸν ναὸ τοῦ Τιμίου Προδρόμου –σημερινὸ παρεκκλήσιο-, ὁ ὁποῖος, κατὰ τὴν παράδοση, εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀρχαιότερους ναοὺς τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ χτίστηκε ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο τὸν Μέγα πάνω σὲ ἱερὸ τοῦ Ποσειδῶνα. Ἀρχαιολογικὲς ἀνασκαφὲς σὲ βάθος ὀκτὼ μέτρων ἀπὸ τὸ δάπεδο τοῦ ναοῦ δὲν ἔχουν φέρει μέχρι σήμερα στὸ φῶς στοιχεῖα ποὺ νὰ τεκμηριώνουν τὴν ὕπαρξη ἀρχαῖου ναοῦ. Ἡ ἵδρυση τῆς Μονῆς, ἀνάγεται στὴν περίοδο 980-985 καὶ συνδέεται μὲ δύο μοναχοὺς ἀπὸ τὴν Ἰβηρία, τὸν Εὐθύμιο καὶ τὸν κατὰ σάρκα πατέρα τοῦ Ἰωάννη Βαρασβάτζε, ὁ ὁποῖος εἶχε διατελέσει σύμβουλος τοῦ βασιλιὰ τῆς Γεωργίας Δαβὶδ Κουροπαλάτη. Οἱ μοναχοὶ αὐτοί, μόναζαν στὴν Μεγίστη Λαύρα μαζὶ μὲ ἄλλους ὁμοεθνεῖς τους, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὁ στρατηγός Ἰωάννης Τορνίκιος. Ὅταν, ἐπὶ βασιλείας Βασιλείου Β΄ Βουλγαροκτόνου (976-1025) ξέσπασε ἡ ἀνταρσία τοῦ Βάρδα Σκληροῦ, ὁ αὐτοκράτορας Βασίλειος, κάλεσε τὸν Τορνίκιο καὶ τοῦ ἀνέθεσε τὴν καταστολὴ τῆς ἀνταρσίας. Ὁ Τορνίκιος, ἔβγαλε τὸ ῥάσο, φόρεσε πανοπλία καὶ ἐπὶ κεφαλῆς δώδεκα χιλιάδων στρατιωτῶν, συνέτριψε τὸν Βάρδα κοντὰ στὸν Ἄλυ ποταμό, στὴν Μικρὰ Ἀσία. Καθὼς οἱ Γεωργιανοὶ μοναχοί στὴν Μεγίστη Λαύρα πιέζονταν ἀπὸ ἔλλειψη χώρου, ὁ πνευματικός του Ἰωάννης ὁ Ἴβηρ καὶ ὁ Τορνίκιος, ζήτησαν ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα νὰ τοὺς ἐπιτραπεῖ νὰ συστήσουν δική τους Μονὴ. Μὲ τὴν συγκατάθεση τοῦ Βασιλείου Β΄, οἱ Γεωργιανοὶ ἀπέκτησαν τὸ μονύδριο τοῦ Ἰωάννου τοῦ Κολοβού στὴν Ἱερισσό, τοῦ Λεοντίου στὴν Θεσσαλονίκη, τὸ μονύδριο τοῦ Σισίκου ποὺ βρισκόταν κοντὰ στὸ σπήλαιο τοῦ Ὁσίου Γαβριήλ, καὶ τοῦ Κλήμεντος, σὲ αντάλλαγμα δύο γεωργιανῶν Μοναστηριῶν στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ στὴν Τραπεζοῦντα. Τὸ 985, χάρη στὰ λάφυρα τοῦ Τορνικίου καὶ γενναιόδωρες αὐτοκρατορικὲς χορηγίες, ἡ Λαύρα τῶν Ἰβήρων εἶχε ὁλοκληρωθεῖ, καὶ εἶχε ἀποκτήσει μὲ χρυσόβουλλο τὸ προνόμιο νὰ κατέχει μεγάλο ἰδιόκτητο πλοῖο.

Τὸν Ἰωάννη, διαδέχτηκε στὴν ἡγουμενία ὁ γιός του Εὐθύμιος. Τὸ 1034, βοήθησε τὴν Μονὴ μὲ δωρεὲς κτηματικῶν ἐκτάσεων ὁ αὐτοκράτορας Μιχαήλ ὁ Δ΄ ὁ Παφλαγών (1034-41). Στὸ Τυπικὸ τοῦ Κωνσταντίνου Μονομάχου τοῦ 1046, ἡ Μονὴ κατέχει τὴν 4η θέση στὴν ἱεραρχία. Ἡ Μονή, γνώρισε τὴν μεγαλύτερη ἀκμή της, τὴν περίοδο 1051-72, ἐπὶ ἡγουμενίας Γεωργίου Β΄ Μτατσμιντέλι καὶ Γεωργίου Γ΄ Ὀλτισέλι, ποὺ μετέφρασαν τὴν Ἁγία Γραφή, καὶ πολλὰ ἐκκλησιαστικὰ βιβλία στὰ γεωργιανά, καὶ ἵδρυσαν σχολή, ὅπου φοίτησαν ἐπιφανεῖς Γεωργιανοί, καὶ κατὰ πάσα πιθανότητα ταυτίζεται μὲ τὸ Κελλὶ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου. Ἡ Μονή, ὑπέστη καταστροφὲς στὰ χρόνια τοῦ Μιχαὴλ τοῦ Ἡ΄ τοῦ Παλαιολόγου καὶ τοῦ λατινόφρονα πατριάρχη Βέκκου· οἱ μοναχοί, ἀντιστάθηκαν στὴν ἕνωση μὲ τὴν ἐκκλησία τῆς Ρώμης καὶ πολλοὶ θανατώθηκαν μαρτυρικά, πολιορκήθηκε ἐπίσης καὶ λεηλατήθηκε ἀπὸ Καταλανοὺς καὶ Ἄραβες πειρατές, στὰ τέλη τοῦ 13ου καὶ ἀρχὲς τοῦ 14ου αἰῶνος.

Στὴν ἀνοικοδόμησή της μετὰ τὴν καταστροφή, συνέβαλε ὁ κράλης τῆς Σερβίας Στέφανος Δουσάν, καθὼς καὶ ὁ ἡγεμόνας τῆς Γεωργίας Γοργοράνης. Βαθμιαία, οἱ Ἕλληνες μοναχοὶ ὑπερτέρησαν ἀριθμητικὰ ἔναντι τῶν Γεωργιανῶν, καὶ τὸ 1357, μὲ σιγίλλιο τοῦ πατριάρχη Καλλίστου τοῦ Α΄, ἡ Μονὴ πέρασε στοὺς Ἕλληνες καὶ ὁρίστηκε νὰ γίνονται οἱ ἀκολουθίες στὰ ἑλληνικά. Οἱ δεσμοὶ μὲ τὴν Γεωργία, ὡστόσο, δὲν ἀτόνησαν· Γεωργιανοὶ ἡγεμόνες συνέβαλαν στὴν οἰκοδόμηση τῶν πύργων, τῶν τρούλλων τοῦ Καθολικοῦ καὶ τοῦ ἐξωνάρθηκα καὶ ἀφιέρωσαν στὴν Μονὴ πολλὰ μετόχια. Ἄλλωστε, ὁ τελευταῖος Γεωργιανὸς μοναχός τῆς Μονῆς, ἀπεβίωσε τὸ 1955. Τὴν ἀνοικοδόμηση τοῦ 14ου αἰῶνος, ἀκολούθησε περίοδος ἀκμῆς μέχρι τὸ τέλος τοῦ 16ου αἰῶνος, ὁπότε ἡ Μονὴ ἀντιμετώπισε σοβαρότατες οἰκονομικὲς δυσχέρειες. Χάρη στὴν γενναιόδωρη συνδρομὴ τοῦ ἡγεμόνα τῆς Γεωργίας Ἀλεξάνδρου Στ΄, κατόρθωσε νὰ ξεπεράσει τὶς δυσχέρειες, νὰ ἐπεκταθεῖ κτηριακά, καὶ νὰ αὐξήσει τὸν ἀριθμὸ τῶν μοναχῶν της. Στὰ μέσα τοῦ 17ου αἰῶνος, μετὰ ἀπὸ παράκληση τοῦ Τσάρου Ἀλεξίου (1645-77), Ἰβηρίτες μοναχοὶ πῆγαν στὴν Μόσχα ἕνα αντίγραφο τῆς εἰκόνας τῆς Παναγίας Πορταΐτισσας, χάρη στὴν ὁποία θεραπεύτηκε θαυματουργικὰ ἡ κόρη τοῦ τσάρου. Ἀπὸ εὐγνωμοσύνη, ὁ τσάρος, παραχώρησε στὴν Μονὴ Ἰβήρων τὴν Μονὴ Ἁγίου Νικολάου, κοντά στὸ Κρεμλίνο τῆς Μόσχας. Σημαντικὴ ὑπῆρξε, ἐπίσης, ἡ συνδρομὴ ἡγεμόνων τῆς Μολδοβλαχίας, ὅπως ὁ Σερμπὰν Κατακουζηνός, καθὼς καὶ πολλῶν πατριαρχών. Τὸ 1804, τὸ κτηριακό συγκρότημα ἐπεκτάθηκε πρὸς τὰ δυτικά,. Τὸ 1863 ἡ Μονὴ ὑπέστη σοβαρὲς καταστροφὲς ἀπὸ πυρκαγιά.

Ἡ Μονή, γιὰ πολλοὺς αἰῶνες, ἦταν ἰδιόῤῥυθμη. Ἐπανέκαμψε στὸ κοινοβιακὸ σύστημα τὸ 1990, ὅταν ἐπανδρώθηκε ἀπὸ μία συνοδεῖα Σταυρονικητιανῶν μοναχῶν ὑπὸ τὸν ἀρχιμανδρίτη Βασίλειο Γοντικάκη.

Στὴν Μονὴ Ἰβήρων, ἐγκαταβίωσαν γιὰ κάποιο διάστημα οἱ Νεομάρτυρες Κοσμᾶς καὶ Πέτρος, ποὺ μαρτύρησαν λίγο μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως τὸ 1453· ὁ κώδικας 512, περιέχει τὸν βίο τους καὶ ᾀσματικὴ ἀκολουθία. Μόνασαν ἐπίσης· ὁ Ἅγιος Νεομάρτυρας Κωνσταντῖνος ὁ Ὑδραῖος, ποὺ μαρτύρησε τὸ 1800 στὴν Ἑόδο καὶ ὁ ὁποῖος ὑπηρετοῦσε στὸ ἀρχονταρίκι, καὶ οἱ Ὁσιομάρτυρες· Λουκᾶς ὁ Μτιληναῖος ποὺ μαρτύρησε στὴν Μυτιλήνη τὸ 1802, Ἱλαρίων Μικραγιαννανίτης ποὺ μαρτύρησε τὸ 1804 στὴν Κωνσταντινούπολη, Εὐθύμιος ἐκ Δημητσάνης ὁ Ἰβηροσκητιώτης ποὺ μαρτύρησε τὸ 1814 στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ Κωνσταντῖνος Καυσοκαλυβίτης ὁ ἐξ Ἀγαρηνῶν ποὺ μαρτύρησε τὸ 1819 στὴν Κωνσταντινούπολη. Μόνασαν ἐπίσης οἱ λόγιοι μοναχοί· Ὅσιος Ἱερόθεος (1686-1745) καὶ Συμεὼν Καβάσιλας (αρχή 17ου αἰῶνος) καὶ ὁ πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ (+1821), πρὶν τὴν τελευταία του θητεῖα στὸν Οἰκουμενικὸ θρόνο.

Στὴν Μονή, φυλάσσεται τμῆμα τοῦ Τιμίου Ξύλου, τμῆμα τῆς ἱερᾶς Χλαμύδας, τοῦ Σπόγγου καὶ τοῦ Καλάμου τῆς Σταύρωσης. Φυλάσσονται ἐπίσης μεταξὺ ἄλλων, λείψανα τῶν Ἁγίων· Θεοδώρου τοῦ Στρατηλάτου, Βασιλείου ἐπισκόπου Ἀμασείας, Μιχαὴλ Συνάδων, Παντελεήμονος, Φωτεινῆς τῆς Σαμαρείτιδος, Εὐπραξίας, Παρασκευῆς, Κοσμᾶ καὶ Δαμιανοῦ τῶν Ἀναργύρων, Γεωργίου, Ἰακώβου τοῦ Πέρσου, Νέστορος, Εὐσταθίου, τῶν Ἁγίων Πέντε Μαρτύρων· οἱ κάρες τῶν Ἁγίων· Φωτίου Μάρτυρος, Ἱεροθέου τοῦ Ἰβηρίτου, Νικήτα· τμήματα ἀπὸ τὶς κάρες τῶν Ἁγίων· Γρηγορίου Νύσσης καὶ Ἐλευθερίου, καθὼς καὶ μύρο τοῦ Ἁγίου Δημητρίου.

***

Ἡ εἴσοδος τῆς Μονῆς, εἶναι στὴν βόρεια πτέρυγα. Ἀπέναντι, εἶναι τὸ κιόσκι μὲ θέα πρὸς τὸν πύργο τοῦ ἀρσανά –φαίνεται ὁ κεραμοπλαστικὸς διάκοσμος στὶς καταχύστρες- καὶ τὸν Ἰβηρίτικο Λάκκο. Ἀντίκρυ στὴν εἴσοδο βρίσκεται μεγάλη κρήνη μὲ φαρδιὰ λεκάνη, ποὺ ἐξυπηρετοῦσε τὸ πότισμα τῶν ὑποζυγίων· εἶναι ἡ κρήνη Σερμαράν, ποὺ ὀφείλει τὸ ὄνομά της στὸν Γεωργιανὸ κτήτορά της τὸ 1619, ἡ παροῦσα δὲ μορφή της προκύπτει ἀπὸ ἀνακαίνιση τοῦ 1845. Ἡ εἴσοδος ἔχει εὐρὺ πρόστυλο τοῦ 1867 μὲ τέσσερις κίονες. Ἀριστερὰ ἀπὸ τὴν εἴσοδο, ὑπάρχει μικρὴ πύλη, ἡ Πύλη τῆς Πορταΐτισσας, ποὺ μένει πάντα κλειστή. Πάνω ἀπὸ τὴν πύλη, ὑπάρχει παράσταση τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Στὸ διαβατικό, δύο νεότερες ζωγραφικὲς παραστάσεις, εἰκονίζουν τὴν ἕλευση τῆς Θεοτόκου στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ τὸ θαῦμα τῆς Παναγίας Πορταΐτισσας ποὺ δίνει στὸ φτωχὸ ἕνα φλουρί –σχετίζεται μὲ τὸν μικρὸ ναό, τὸ Φλουρί, ποὺ βρίσκεται στὸ μονοπάτι Καρυες-Ἰβήρων. Ἡ αὐλή, εἶναι εὐρύχωρη. Τὴν διχοτομεῖ ὁ νοητὸς ἄξονας ποὺ ἑνώνει τὴν πύλη τοῦ διαβατικοῦ μὲ τὴν πύλη τῆς νότιας πτέρυγας δίπλα στὸν ἀμυντικὸ πύργο. Τὸ ἀνατολικὸ τμῆμα τῆς αὐλῆς μὲ τὸ Καθολικό, εἶναι τὸ παλαιότερο. Τὸ δυτικὸ τμῆμα, εἶναι ἡ προσθήκη τοῦ 1804. Δεξιὰ ἀπὸ τὴν πύλη τοῦ διαβατικοῦ, βρίσκεται ἐνσωματωμένη στὸν τοῖχο τῆς πτέρυγας μιὰ ἀξιοπρόσεκτη κρήνη μὲ ἰδιαίτερα μπαρὸκ διάκοσμο τοῦ 1734. Λιγότερο πολυσύνθετος εἶναι ὁ μπαρὸκ διάκοσμος τῆς ἀνάγλυφης πλάκας στὴν κρήνη ποὺ βρίσκεται μπροστὰ στὴν τράπεζα.

Ἀριστερὰ ἀπὸ τὴν πύλη τοῦ διαβατικοῦ, βρίσκεται τὸ παρεκκλήσιο μὲ τὴν ἐφέστια εἰκόνα τῆς Παναγίας Πορταΐτισσας. Ἡ προσωνυμία ὀφείλεται στὸ γεγονὸς ὅτι, ἡ εἰκόνα εἶχε τοποθετηθεῖ μὲ κάθε ἐπισημότητα στὸ Καθολικὸ τῆς Μονῆς, μὲ τρόπο θαυματουργικὸ ἔφευγε καὶ βρισκόταν δίπλα στὴν πόρτα τῆς Μονῆς. Τὸ παρεκκλήσιο χτίστηκε ἐκ βάθρων τὸ 1680, μὲ δαπάνη τοῦ Γεωργιανοῦ ἡγεμόνα Ἀσοτάν. Οἱ τοιχογραφίες τοῦ 1683 ἔγιναν μὲ δαπάνη τοῦ ὀσπαδάρου Οὐγγροβλαχίας Σερμπὰν Κατακουζηνοῦ. Στὸν νάρθηκα εἰκονίζονται ὁ ἡγεμόνας Ασοτάν καὶ ὁ γιός του Ἰεσσαί, καθὼς καὶ οἱ πρὸ Χριστοῦ σοφοί· Θοῦλις φαραὼ τῆς Αιγύπτου, Σόλων, Χίλων, Πλάτων, Ἀριστοτέλης, Σοφοκλῆς, Θουκυδίδης καὶ Πλούταρχος. Καθένας, κρατάει ἀνοιχτὸ εἰλητάριο μὲ φράσεις σχετικὲς μὲ τὴν ἐμφάνιση τοῦ Σωτήρος Χριστοῦ. Εἰκονίζεται ἐπίσης ὁ λῃστὴς Ῥαχάϊ, ὁ ὁποῖος σὲ μία ἐπιδρομή, χτύπησε μὲ μαχαίρι τὴν εἰκόνα στὴν δεξιὰ μεριὰ τοῦ λαιμού τῆς Παναγίας, καὶ ὅταν εἶδε νὰ ἀναβλύζει αἷμα, μετανόησε, ἐκάρη μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Βάρβαρος, καὶ τιμᾶται ὡς Ἅγιος. Σὲ προσκυνητάρι μπροστὰ στὸ τέμπλο τοῦ 1785 βρίσκεται ἡ θαυματουργὸς ἐφέστια εἰκόνα. Εἶναι μαυρισμένη ἀπὸ τὴν πολυκαιρία, φέρει χρυσὸ ἀσημένιο πουκάμισο μὲ πολύτιμους λίθους καὶ ἐπιγραφὴ στὰ γεωργιανά. Μπροστά της κρέμονται πολλὰ ἀφιερώματα πιστῶν, φλουριὰ καὶ τιμαλφή.

Πίσω ἀπὸ τὸ παρεκκλήσιο τῆς Πορταΐτισσας, βρίσκεται ὁ ναὸς τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Τὸ κτίσμα, ὁ τροῦλλος, τὸ τέμπλο καὶ οἱ εἰκόνες, ἔγιναν τὸ 1710, ἐπὶ προηγουμένου Ἀγαπίου τοῦ ἐκ Βεῤῥοίας. Οἱ τοιχογραφίες τοῦ 1815 εἶναι ἔργο τῶν Γαλατσιανῶν ζωγράφων Βενιαμὸν μοναχοῦ καὶ Ζαχαρία ἱερομονάχου. Ἀνασκαφὲς στὰ θεμέλια τοῦ ναοῦ ἔφεραν στὸ φῶς ἐρείπια τοῦ ἀρχαῖου ἀρσανἀ, τοξοστοιχία παλαιότερου, καὶ ἱερὸ μὲ πρωἱμότατες τοιχογραφίες τοῦ 10ου αἰῶνος.

Στὸ κέντρο τοῦ ἀνατολικοῦ τμήματος τῆς αὐλῆς, βρίσκεται τὸ Καθολικό. Εἶναι ἀφιερωμένο στὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου καὶ ἀποτελεῖ τὸ ἀρχαιότερο κτίσμα τῆς Μονῆς. Ἔχει ὑαλόφρακτο ἐξωνάρθηκα καὶ στὴν νότια πλευρά του ὑψώνεται πύργος μὲ ῥολόϊ τοῦ 1725. Σὲ ἀντίθεση πρὸς τὶς ἄλλες Μονές, τὸ ῥολόϊ ῥυθμίζεται σύμφωνα μὲ τὴν χαλδαϊκὴ συνήθεια· ἡ ἀνατολὴ τοῦ ηλίου θεωρεῖται ὡς 12η. Δίπλα στὸ ῥολόϊ εἶναι ὁ Ἀράπης, ἀνδρείκελο νέγρου ποὺ κρατάει σφυρί, καὶ κτυπάει τὶς ὧρες. Ψηλὰ στὴν πρόσοψή τοῦυ ὑπάρχει ἐπιγραφὴ ποὺ πληροφορεῖ ὅτι: Ἔτος ζκβ΄ (7022-5508=1513), μηνὶ Σεπτεμβρίῳ, ἡγουμενεύοντος Διονυσίου ἱεροδιακόνου, ἐτελειώθη πύργος, ἐκκλησία, μπαρμπακάς (ὀχυρωματικὸς περίβολος.)

Ὁ ὑαλόφρακτος ἐξωνάρθηκας, εἶναι ὄψιμη προσθήκη. Οἱ τοιχογραφίες του ἔγιναν τὸ 1795 ἀπὸ τὸν αγιογράφο Νικηφόρο ἐξ Ἀγράφων καὶ ἐπιζωγραφίστηκαν τὸ 1888 ἀπὸ τὸν Μιχαὴλ Προδρομίτη. Εἰκονίζονται σκηνὲς ἀπὸ τὴν Ἀποκάλυψη, ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος, Ἁγιορεῖτες Ἅγιοι (μεταξὺ τῶν ὁποίων· Κοσμᾶς Ζωγραφίτης καὶ Συμεὼν Χιλανδαρινός), καθὼς καὶ οἱ κτήτορες, Βυζαντινοὶ αὐτοκράτορες καὶ Γεωργιανοὶ ἡγεμόνες.

Λιτή, εἶναι διπλή, καὶ ἔγινε τὸ 1622. Ἡ εἴσοδος τοῦ πρώτου νάρθηκα πλαισιώνεται ἀπὸ μεγάλες εἰκόνες τῶν Ἁγίων Πέτρου καὶ Παύλου· στοὺς τοίχους εἰκονίζονται μαρτύρια Ἁγίων. Στὴν νότια πλευρὰ τῆς λιτῆς, βρίσκεται τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Νικολάου μὲ τοιχογραφίες καὶ περίτεχνο τέμπλο τοῦ 1846. Στὴν βόρεια πλευρὰ τῆς λιτῆς βρίσκεται τὸ ἐπίσης ἁγιογραφημένο παρεκκλήσιο τῶν Ἀρχαγγέλων τοῦ 1812, ὅπου φυλάσσονται τὰ ἱερὰ λείψανα. Στὴν μᾶλλον σπάνια ἀπεικόνιση τοῦ Ἁγίου Σεβαστιανοῦ, τὰ βέλη μοιάζουν περισσότερο μὲ πούπουλα. Σὲ τοξωτὲς κόγχες στὸν δυτικὸ τοῖχο τῆς λιτῆς, βρίσκονται τὰ κενοτάφια τῶν κτητόρων στὰ νότια, καὶ τῶν Ἁγίων Πέτρου καὶ Ὀνουφρίου στὰ βόρεια, τῶν ὁποίων τὰ λείψανα, σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, ἀφαιρέθηκαν ἀπὸ τοὺς λατινόφρονες ὁπαδοὺς τοῦ πατριάρχη Βέκκου.

 Τὰ θυρόφυλλα τῆς εἰσόδου στὸν ναό, χρονολογοῦνται ἀπὸ τὸ 1597. Σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς σκοτεινοὺς νάρθηκες, ὁ κυρίως ναὸς εἶναι φωτεινότερος, τὸ φῶς ποὺ μπαίνει ἀπὸ τὰ παράθυρα τοῦ τρούλλου ἔχει μία χροιὰ γαλαζωπή. Ἀπὸ τὸ ἀρχικὸ κτητορικὸ Καθολικό, σώζεται στὸ κέντρο τοῦ δαπέδου ἐξαιρετικῆς τέχνης μαρμαροθέτημα τοῦ 10ου ἢ 11ου αἰῶνος. Σώζεται ἐπίσης πλάκα ἀπὸ πορφυρίτη, λίθο μὲ ὀρειχάλκινο στεφάνι, ποὺ φέρει τὴν ἐπιγραφη: Ἐγὼ ἐστερέωσα τοὺς στύλους αὐτῆς καὶ εἰς τὸν αἰῶνα οὐ σαλευθήσονται. Γεώργιος μοναχὸς ὁ Ἴβηρ καὶ κτήτωρ. Ἀπὸ τὴν ἴδια ἐποχὴ φαίνεται νὰ εἶναι ἡ ὀρθομαρμάρωση τῶν τοίχων, καθὼς καὶ οἱ τέσσερις κίονες στὶς γωνίες τῶν χορῶν. Οἱ κίονες φέρουν κιονόκρανα σὲ δεύτερη χρήση, μὲ παραστάσεις ζώων καὶ φύλλα ἀκάνθου. Δύο ἀπὸ τὰ κιονόκρανα εἶναι ἐπενδυμένα μὲ καφασωτὸ πλέγμα. Στὸ δεξιὸ προσκυνητάρι, βρίσκεται ἡ εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, στὸ ἀριστερὸ προσκυνητάρι ἡ εἰκόνα τῶν τριῶν Ἁγίων κτητόρων Ἰωάννου, Εὐθυμίου καὶ Γεωργίου. Οἱ τοιχογραφίες τοῦ κυρίως ναοῦ χρονολογοῦνται ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 16ου αἰῶνος καὶ ἀνῆκουν στὸ ἐργαστήριο τοῦ Θεοφάνη τοῦ Κρητός, φέρουν πολλές ἐπιζωγραφήσεις, ἡ ὀψιμότερη, τοῦ τέλους τοῦ 19ου αἰῶνος. Πρόσφατα καθαρίστηκαν. Στὴν νοτιοδυτικὴ γωνία, εἰκονίζεται σὲ τοιχογραφία, ὁ μοναχὸς καὶ ζωγράφος Μᾶρκος ὁ Ἰβηρίτης, δίπλα στὸν ἡγούμενο Γαβριήλ. Ὁλόγυρα στοὺς τοίχους κρέμονται φορητὲς εἰκόνες. Στοὺς χορούς, εἶναι ἐντοιχισμένα πλακάκια Ἰζνίκ, δῶρο κάποιου σουλτάνου, σύμφωνα μὲ τὰ λεγόμενα τῶν μοναχῶν. Ἐξαιρετικῆς τέχνης εἶναι τὸ τέμπλο, ποὺ πρόσφατα καθαρίστηκε, ὅπως καὶ πολλές ἀπὸ τὶς τοιχογραφίες.

Ἐντὸς Μονῆς, βρίσκονται ἄλλα δώδεκα παρεκκλήσια, μὲ φορητὲς εἰκόνες μόνο, δίχως τοιχογραφίες.

Ἀπέναντι ἀπὸ τὸ Καθολικό, βρίσκεται ἡ Τράπεζα, ποὺ χτίστηκε τὸ 1848. Ἡ κάτοψή της σχηματίζει ὀρθογώνιο καὶ ἀπολήγει σὲ κόγχη στὸ δυτικό ἄκρο. Στὴν κόγχη, βρίσκονται πέντε μεγάλου σχήματος φορητὲς εἰκόνες τῆς Δέησης. Ὁ ἄμβωνας στὴν νότια πλευρά, εἶναι μικρὸς καὶ προσβάσιμος ἀπὸ τὸ ἐξωτερικό.

Τὴν ἴδια χρονιὰ μὲ τὴν τράπεζα, χτίστηκε καὶ τὸ Καμπαναριό.

Ἀνάμεσα στὸ Καθολικό, καὶ στὴν Τράπεζα, βρίσκεται ἡ Φιάλη. Χρονολογεῖται ἀπὸ τὸ 1865. Ἡ παλαιότερη φιάλη τοῦ 1614 καταστράφηκε στὴν πυρκαγιά. Στὴν σημερινὴ φιάλη ἔχουν ἐνσωματωθεῖ θωράκια ἀπὸ τὸ παλαιὸ καθολικό. Οἱ δυτικότροπες τοιχογραφίες εἶναι ἔργο τοῦ ζωγράφου Φιλίππου τὸ 1878.

Ὁ πενταώροφος ἀμυντικὸς πύργος τῆς νότιας πτέρυγας τοῦ 1513, ἀποτελοῦσε παλαιὰ τὴν νοτιοδυτικὴ γωνία τοῦ μοναστηριακοῦ συγκροτήματος, τὸ ὁποῖο ἐπεκτάθηκε δυτικὰ τοῦ πύργου τὸ 1804-1806. Φαίνεται ὅμως ὅτι ὑπῆρχε προγενέστερος πύργος, στὸν ὁποῖοι κατέφυγαν οἱ μοναχοί γιὰ νὰ γλιτώσουν ὅταν ἡ Μονὴ λεηλατήθηκε ἀπὸ Καταλανοὺς καὶ Ἀγαρηνοὺς πειρατές. Ὁ πύργος ὑπέστη σοβαρὲς ζημιές ἀπὸ τὸν σεισμὸ τοῦ 1905 καὶ εἶναι πιθανόν νὰ κατεδαφίστηκε ἐν μέρει ἀπὸ τοὺς μοναχούς, γιὰ νὰ ἀποφευχθεῖ ὁ κίνδυνος κατάῤῥευσης. Τὸ κεντρικὸ τμῆμα τῆς νότιας πτέρυγας ἀνακαινίστηκε καὶ στεγάζει βιβλιοθήκη, σκευοφυλάκιο καὶ συνοδικό. Ὁρισμένα ἀπὸ τὰ κελλιὰ τῆς πτέρυγας αὐτῆς χρονολογοῦνται ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ποὺ ἡ Μονὴ ἦταν ἰδιόῤῥυθμη, καὶ διασώζουν τὸ πατάρι ὅπου κοιμόταν ὁ υποτακτικὸς τοῦ γέροντα.

Τὸ σκευοφυλάκιο βρίσκεται πάνω ἀπὸ τὴν Λιτή. Τὸ σκευοφυλάκιο εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ σπουδαία τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Φυλάσσονται χρυσοκέντητα ἄμφια, ἐκκλησιαστικὰ σκεύη, ἡ ἀρχιερατικὴ στολὴ τοῦ πατριάρχη Διονυσίου Δ΄, ὁ μανδύας τοῦ πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄, μία θαυμάσια χρυσοκέντητη πύλη μὲ παράσταση τῆς Κοιμήσεως τοῦ Θεοτόκου ἔργο τῆς κεντήτριας Κοκκόνας Ὡρολογᾶ ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη. Φυλάσσεται ἐπίσης ὁ αὐτοκρατορικὸς σάκκος τοῦ Ἰωάννου Τσιμισκῆ, ποὺ πιθανόν νὰ πρόκειται γιὰ ἀρχιερατικὸ ἔνδυμα τοῦ 15ου αἰῶνος, καὶ τμῆμα τῆς πανοπλίας τοῦ στρατηγοῦ Τορνικίου. Φυλάσσεται ἐπίσης ἐπίχρυσο δισκοπότηρο (1587-88) μὲ μικρογραφίες τοῦ Δωδεκάορτου, σπάνιο δεῖγμα μικροτεχνίας. Παραστάσεις τοῦ Δωδεκάορτου συναντᾶμε ἐπίσης στὸ ἐπίχρυσο κάλυμμα Εὐαγγελίου (1578-1605) δῶρο τοῦ πατριάρχη Ἀμπχαζίας Εὐθυμίου. Ἀξιόλογη εἶναι μία φορητὴ εἰκόνα τῆς Γεννήσεως τοῦ 18ου αἰῶνος, ἔργο ἁγιορείτικου ἐργαστηρίου, ἡ θεματογραφία καὶ ἡ τεχνοτροπία τῆς παραπέμπουν στὴν τέχνη τοῦ 14ου αἰῶνος, ἀλλὰ ταυτόχρονα ὑπάρχουν στοιχεῖα προσωπικοῦ ὕφους. Ἀξιοπρόσεχτο ἐπίσης εἶναι τὸ ὠμοφόριο τοῦ Ἰωαννικίου τοῦ 18ου αἰῶνος, ποὺ φέρει παραστάσεις σχετικές μὲ τὶς δύο φύσεις τοῦ Χριστοῦ. Περίφημο καύχημα τῆς Μονῆς εἶναι ἡ ἑπτάφωτη λυχνία σὲ σχῆμα λεμονιάς, ὕψους περίπου ἑνάμιση μέτρου μὲ τριάντα ἐπάργυρα λεμόνια καὶ ἑπτὰ κηροπήγια. Ἡ ἐπιγραφή της στὰ ἑλληνικὰ καὶ ῥωσσικά, δηλώνει ὅτι δωρήθηκε στὴν Μονὴ ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῆς Μόσχας τὸ 1818. Ὅταν ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Πορταΐτισσας μεταφέρεται ἀπὸ τὸ παρεκκλήσιο στὸ καθολικό, κατὰ τὶς ἑορτὲς τῶν Χριστουγέννων, τοῦ Πάσχα καὶ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, ἡ λυχνία τοποθετεῖται μπροστὰ στὴν εἰκόνα καὶ ἀγλαΐζει τὸν ναό.

Ἡ καλὰ ὀργανωμένη Βιβλιοθήκη, στεγάζεται σὲ ἰσόγειο αὐτοτελὲς κτίσμα, δίπλα στὴν Τράπεζα. Φυλάσσονται περίπου δύο χιλιάδες χειρόγραφα καὶ δεκαπέντε λειτουργικὰ εἰλητάρια· ἑκατὸν εἴκοσι τρεῖς κώδικες εἶναι περγαμηνοί, καὶ οἱ υπόλοιποι βομβύκινοι ἢ χαρτῶοι. Περίπου ἑκατὸ κώδικες εἶναι γεωργιανοί, ἐνῶ ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς περιέχει τὸ ἀρχαιότερο χειρόγραφο τοῦ Λειμωναρίου τοῦ Ἰωάννου Μόσχου.

Ἐκτὸς Μονῆς, πρὸς τὰ δυτικά, βρίσκεται λιθόχτιστο γεφύρι μὲ τρεῖς καμάρες, καθὼς καὶ τὸ ὑδραγωγεῖο, ποὺ κτίστηκε κατὰ τὰ ἔτη 1617-1619, ἐπὶ ἡγουμενίας Γαβριήλ, μὲ διπλή σειρὰ τόξων. Ἐκεῖ κοντὰ εἶναι τὸ λεπροκομεῖο τῆς Μονῆς καὶ πιὸ πέρα ἐργατόσπιτα καὶ ξενῶνες.

Τὰ ἐξαρτήματα τῆς Μονῆς, περιλαμβάνουν τὴν ἰδιόῤῥυθμη Σκήτη τοῦ Τιμίου Προδρόμου, Καθίσματα καὶ Κελλιὰ στὶς πλαγιές τοῦ Ἰβηρίτικου Λάκκου πρὸς τὶς Καρυές, πρὸς τὴν κατεύθυνση τῆς Μονῆς Φιλοθέου καὶ Κελλιά μέσα καὶ γύρω ἀπὸ τὶς Καρυές. Τὸ Κελλί τοῦ Ἁγίου Δημητρίου χρησιμοποιείται ὡς ἀντιπροσωπεῖο. Κάποια ἀπὸ τὰ κελλιά, ἦταν ἀρχαῖα μονύδρια, ὅπως τοῦ Σαραβάρη καὶ τῶν Τεσσαράκοντα Μαρτύρων. Τὸ Κελλὶ τῆς Ἁγίας Ζώνης στὴν θέση Μαγουλᾶ, κοντά στὴν Μονὴ Φιλοθέου, ἦταν τὸ ἡσυχαστήριο τοῦ Χάλδου, ποὺ ἤκμασε κατὰ τὸν 10ο αἰῶνα. Ἐκεῖ κοντὰ ἦταν καὶ τὰ μονύδρια τοῦ Κάσπακα καὶ τοῦ Ἀτζιπάνου. Παλαιότερα ὑπῆρξε καὶ Σκήτη Μαγουλᾶ, τῆς ὁποίας τὸ Κυριακὸ ἦταν ἐκεῖ ποὺ βρίσκεται σήμερα τὸ Κελλί τῶν Ἁγίων Πέτρου καὶ Ὀνουφρίου.

Μετόχια τῆς Μονῆς, ἀναφέρονται στὴν Μόσχα, στὴν Τιφλίδα τῆς Γεωργίας, στὴν Ἱερισσό, στὴν Καλάνδρα τῆς Κασσάνδρας, στὸ Ζαγκλιβέρι τῆς Χαλκιδικῆς, στὸ Μελένικο τῆς Βουλγαρίας, στὴν Ἀδριανούπολη καὶ στὴν Ῥουμανία. Ἰδιαίτερα σημαντικὸ εἶναι τὸ γυναικεῖο μετόχι τῆς Παναγίας τῆς Κορνοφωλιάς στὸ Σουφλί τοῦ Ἔβρου.

Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2024

ΣΚΗΤΗ ΑΓΙΟΥ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

 

ΣΚΗΤΗ ΑΓΙΟΥ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ

 

Ἡ Σκήτη τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, βρίσκεται στὴν βόρεια πλαγιὰ τοῦ Ἰβηρίτικου Λάκκου καὶ ἔχει ὑπέροχη θέα πρὸς τὶς Καρυές, καὶ πρὸς τὴν θάλασσα. Ἡ πληθώρα τῶν Κελλιῶν τῆς περιοχῆς, καθιστᾶ δυσδιάκριτα τὰ ὅριά της, ἀλλὰ εὔκολα ἐντοπίζεται ἀπὸ τὰ δύο πελώρια δίδυμα κυπαρίσσια ποὺ ὑψώνονται μπροστὰ στὸ Κυριακό. Σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, εἶναι ηλικίας 770 καὶ 220 χρονῶν.

Φτάνεις κανεὶς στὴν Σκήτη, εἴτε ἀκολουθῶντας τὸν κατηφορικὸ δρόμο ἀπὸ τὴν εἴσοδο τῆς Μονῆς Κουτλουμουσίου, ἀφήνοντας στὰ δεξιὰ τὸ μονοπάτι πρὸς Μονὴ Ἰβήρων, εἴτε στρίβοντας δεξιά, ἀπὸ τὸν ἁμαξιτὸ δρόμο Καρυἐς-Ἰβήρων. Τὸ σύνορο τῆς περιοχῆς τῆς Σκήτης ὁρίζει τὸ προσκυνητάρι τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος· μέχρι ἐκεῖ φτάνει ἡ λιτάνευση τῆς εἰκόνας τοῦ Ἄξιόν Ἐστί, καὶ κατόπιν ἀνηφορίζει γιὰ νὰ ἐπιστρέψει στὸ Πρωτάτο.

Ἀρχικά, ἡ Σκήτη ἦταν Κελλὶ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, τὸ ὁποῖο βρισκόταν στὴν θέση τοῦ σημερινοῦ Κυριακοῦ καὶ γύρω του ὑπῆρχαν καλύβες ἀσκητῶν. Τὸ 1780, ὁ ἱερομόναχος Χαράλαμπος, ζήτησε ἀπὸ τὴν Μονὴ τὸ Κελλί, γιὰ νὰ συγκροτήσει Σκήτη. Τὸ ἀγόρασε γιὰ ἑκατὸν δέκα γρόσια. Σύντομα, ἡ Σκήτη ἀριθμοῦσε τριάντα μὲ σαράντα μοναχούς.

Τὸ Κυριακό, θεμελιώθηκε τὸ 1782, καὶ ἐγκαινιάστηκε τὸ 1790. Μεγάλο μέρος τῆς δαπάνης, ἀνέλαβαν χριστιανοὶ ἀπὸ τὴν Ἀντίγονο τῶν Πριγκηποννησίων. Ἡ ἔλλειψη σαφοὺς καταστατικοῦ, ὁδήγησε σὲ προστριβὲς μὲ τὴν Μονή. Τὸ 1779 μὲ σιγίλλιο τοῦ πατριάρχη Νεοφύτου, ἀναγνωρίστηκε ἐπισήμως ὡς Σκήτη.

Τὸ 1799, ἐγκαταβίωσε στὴν Σκήτη ὁ ὀνομαστὸς πνευματικὸς Κύριλλος Καστανοφύλλης, ποὺ διετέλεσε γραμματέας τοῦ Ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου. Τὸ 1808, ἦρθε καὶ μόνασε κοντά του ἐπὶ τέσσερα χρόνια, ὁ Ὁσιομάρτυς Γεράσιμος ὁ Νέος, ἀπὸ τὸ Μεγάλο Χωριὸ Εὐρυτανίας, ποὺ μαρτύρησε τὸ 1812 στὴν Κωνσταντινούπολη· τμῆμα τοῦ λειψάνου του δωρήθηκε τὸ 1903 στὴν Σκήτη ἀπὸ τὴν Μονὴ Προυσοῦ. Τὸ 1895, μόνασε στὴν Καλύβη τῆς Ὑπαπαντῆς, ὁ πρώην μητροπολίτης Κάσου καὶ Καρπάθου Νεῖλος.

Τὸ Κυριακὸ τῆς Σκήτης, τοῦ 1790, εἶναι ἀφιερωμένο στὸν Ἅγιο Παντελεήμονα, ὁ ὁποῖος ἐπιτέλεσε καὶ ἐπιτελεῖ πολλὰ θαύματα. Χάρη σὲ θαῦμά του, μετὰ ἀπὸ ὁλονύκτια παράκληση ἀνέβλυσε νερὸ στὸ φρεσκοσκαμμένο πηγάδι τῆς Σκήτης, ἡ ὁποία μαστιζόταν ἀπὸ λειψυδρία, τὸ νερό μάλιστα εἶχε χρῶμα γάλακτος, ὅπως τὸ γάλα ποὺ ἔρευσε ἀντὶ γιὰ αἷμα ὅταν ἀποκεφαλίστηκε ὁ Ἅγιος. Μία ἀπὸ τὶς ἀσημένιες καντῆλες στὸν ναό, φέρει τὴν ἐπιγραφή: Λόγῳ εὐλαβείας τῷ Ἁγίῳ Παντελεήμονι, ἀφιερώθη παρὰ τοῦ γέροντος Ματθαίου Κομβολογά, κελλίον διονυσιάτικον Γέννησις τῆς Θεοτόκου, 1921. Ἡ αφιέρωση ἀναφέρεται στὴν θαυματουργικὴ ἴαση τοῦ γέροντος, ὁ ὁποῖος τιμωρήθηκε μὲ βαριὰ ἀῤῥώστια καὶ φρικτοὺς πόνους, ὅταν δὲν έδωσε στοὺς σκητιῶτες πατέρες τὸ σωστὸ ἀντίτιμο γιὰ τὶς τέσσερις ὀκάδες τούρκικα ἀσημένια νομίσματα ποὺ βρῆκε, πέφτοντας ἀπὸ μία συκιά, ἕνας μοναχὸς τῆς Καλύβης τῶν Ἁγίων Πάντων.

Γιὰ νὰ ἐπισκεφθεῖτε τὸ Κυριακό, πρέπει νὰ βρεῖτε τὸν Δικαίο, σὲ κάποια ἀπὸ τὶς τριγύρω καλύβες. Στὸ ὑπέρθυρο τῆς νότιας εἰσόδου, κάτω ἀπὸ τὸ κιονωτὸ πρόστεγο, σώζεται ἐπιζωγραφισμένο λιθανάγλυφο τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος. Τὸ συγκρότημα τοῦ Κυριακοῦ συμπεριλαμβάνει τράπεζα καὶ ἀρχονταρίκι. Στὸ ὑπέρθυρο τοῦ ἐξωτερικοῦ δυτικοῦ τοίχου εἰκονίζεται ὁ Ἅγιος Παντελεήμονας, ἔργο τοῦ Ἁγιαννανίτη μοναχοῦ Σωφρονίου, τὸ 1852, ἐπὶ Δικαίου Δαμιανοῦ. Ὁ ναός εἶναι σκοτεινός, καὶ τοιχογραφημένος. Ὁ τροῦλλος καὶ ὁ δεξιὸς χορός, ἱστορήθηκαν τὸ 1868. Οἱ εἰκόνες τοῦ τέμπλου χρονολογοῦνται ἀπὸ τὸ 1791. Ἡ μεγάλη θαυματουργὴ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, τοῦ 18ου αἰῶνος, φέρει ἀσημένιο πουκάμισο. Ὑπάρχει ἐπίσης εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, τοῦ 13ου ἢ 14ου αἰῶνος, μὲ ἀσημένιο πουκάμισο στὸ ἱερὸ βῆμα, καθὼς καὶ εἰκόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου τοῦ 11ου ἢ 12ου αἰῶνος, παλαιοσλαβονικῆς τέχνης. Ἐξαιτίας τῆς μεγάλης ὑγρασίας, μεγάλο τμῆμα τοῦ εἰκονογραφικοῦ διακόσμου εἶναι πάνω σὲ φύλλα λαμαρίνας, προσαρμοσμένα στὸν τοῖχο. Νοτιοδυτικὰ τοῦ Κυριακοῦ, βρίσκεται τὸ τριώροφο καμπαναριό. Εἶναι αὐτοτελὲς κτίσμα τοῦ 1792 ποὺ οἰκοδομήθηκε πάνω στὴν στέρνα. Ἡ μεγάλη καμπάνα ἀγοράστηκε τὸ 1883 μὲ συνδρομὴ τῶν σκητιωτῶν μοναχῶν. Ἡ βιβλιοθήκη τῆς Σκήτης, τοῦ 1848, περιλαμβάνει σαράντα χαρτῶα χειρόγραφα, ἐκκλησιαστικοῦ περιεχομένου.

Νοτιοανατολικὰ τοῦ Κυριακοῦ, βρίσκεται ὁ κοιμητηριακὸς ναὸς τῆς Σκήτης, τοῦ 1799, ἀφιερωμένος στὸ Γενέσιο τοῦ Τιμίου Προδρόμου, ποὺ χτίστηκε ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Σεῤῥῶν Κωνσταντῖνο καὶ τὸν ἱερομόναχο Σωφρόνιο. Ἡ ἐπιγραφὴ στὸ ὑπέρθυρο λέει: «Βλέπων τὰ ὀστὰ ἐν τῷ κοιμητηρίῳ τούτῳ πατερών, θρηνῷ τε καὶ δακρύῳ, οἴμοι! Θάνατε, πῶς φόβον σου ἐνέγκω, πῶς ἄλλως; ἢ σοῦ πάντοτε μνημονεύω. Λοιπὸν ἀδελφοὶ μνήμην ἀεὶ θανάτου ἔχοντες, τὸν φόβον ἐκβάλετε θανάτου.

***

ΜΟΝΗ ΚΟΥΤΛΟΥΜΟΥΣΙΟΥ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

 

ΜΟΝΗ ΚΟΥΤΛΟΥΜΟΥΣΙΟΥ

 

Ὰπὸ τὴν πλατεῖα τοῦ Πρωτάτου, ἀκολουθοῦμε τὸ λιθόστρωτο δρόμο ποὺ ξεκινάει στὸ μέσον τῆς νότιας πλευρᾶς τῆς πλατείας, περνάμε μπροστὰ ἀπὸ τὸν Ἀστυνομικὸ Σταθμό, τὸν φοῦρνο, πάνω ἀπὸ ἕνα πέτρινο γεφυράκι, καὶ σὲ πέντε λεπτὰ φτάνουμε στὴν Μονὴ Κουτλουμουσίου. Τὸ σπίτι ἀριστερὰ ἀπὸ τὴν εἴσοδο τοῦ φράχτη εἶναι τὸ Κάθισμα τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ποὺ ταυτίζεται μὲ τὸ ἀρχαῖο μονύδριο τοῦ Μακρή, καὶ σήμερα χρησιμοποιεῖται ὡς κοιμητηριακὸς ναός.

Ἡ Μονή, φαίνεται ὅτι ὑπῆρχε ἤδη ἀπὸ τὸ 988. Ἡ παράδοση ἀναφέρει ὡς κτήτορά της τὸν αὐτοκράτορα Ἀλέξιο τὸν Α΄ τὸν Κομνηνό (1081-1117), ὁ ὁποῖος πράγματι ἔκανε μεγάλες δωρεές. Τὸ 1316, ἡ Μονὴ κατείχε τὴν δέκατη ἕβδομη θέση στὴν ἱεραρχία τῶν ἁγιορείτικων Μονῶν. Ἄλλη παράδοση, συνδέει τὸ ὄνομά της μὲ τὴν οἰκογένεια Kutlumus, ποὺ συνδεόταν μὲ τοὺς Σελτζούκους σουλτάνους τοῦ Ἰκονίου, καὶ πιστεύει ὅτι κτήτορας τῆς Μονῆς εἶναι ὁ Κωνσταντῖνος, ἐκχριστιανισθείς γιὸς τοῦ Ζεντὶν Β΄. Ἡ Μονή, ὑπέστη σοβαρὲς ζημιὲς ἀπὸ τοὺς Καταλανοὺς πειρατές, καθὼς καὶ ἀπὸ τοὺς λατινόφρονες ὁπαδοὺς τοῦ Μιχαήλ Η΄ τοῦ Παλαιολόγου (1261-82). Τότε, σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, θανατώθηκαν μὲ ἀπαγχονισμὸ πολλοὶ πατέρες τῆς Μονῆς καὶ ἐνταφιάστηκαν πίσω ἀπὸ τὸ Καθολικό. Τὸ 1263, ὁ Πρῶτος τοῦ Ἁγίου Ὄρους, παραχώρησε στὴν Μονὴ τὸ μονύδριο τοῦ Προφήτη Ἠλία καὶ τὸ 1287 τὴν ἐγκαταλειμμένη Μονὴ Σταυρονικήτα. Τὸ 1369, ὁ Σέρβος ἡγεμόνας Ἰωάννης Οὔγγλεσης, ἀγόρασε ἀπὸ τὴν Μονὴ Παντοκράτορος κτήματα στὴν περιοχή τῶν Σεῤῥῶν καὶ τὰ χάρισε στὴν Μονὴ Κουτλουμουσίου. Μεταξύ τῶν δύο Μονῶν ἀναπτύχθηκαν στενὲς πνευματικὲς σχέσεις. Τὸ 1334, μὲ ἀπόφαση τῶν Ἁγιορειτῶν ἡγουμένων, προσαρτήθηκαν στὴν Μονὴ τὰ ἀρχαῖα μονύδρια τοῦ Φιλαδέλφου καὶ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Ἀναπαυσιᾶς. Τὸ 1428, προσαρτήθηκε τὸ μονύδριο τοῦ Ἀλυπίου. Στὴν Μονή, ἀνῆκει ἐπίσης τὸ μονύδριο τοῦ Γομάτου, εἰκοστὸ τέταρτο στὴν ἱεραρχία τὸ 1316, ποὺ ἀντιστοιχεῖ στὸ σημερινὸ Κελλί τῆς Μεγάλης Παναγίας. Μεγάλη ἀκμὴ γνώρισε ἡ Μονὴ ἐπὶ ἡγουμενίας τοῦ Χαρίτωνος ἀπὸ τὴν Ἴμβρο, σὲ βαθμὸ ποὺ ἦταν γνωστὴ καὶ ὡς Μονὴ τοῦ Χαρίτωνος. Ὁ Χαρίτων στράφηκε πρὸς τοὺς ἡγεμόνες τῆς Οὐγγροβλαχίας, Ἀλέξανδρο Μπασαράμπ καὶ Ἰωάννη Βλαδισλάβο, ποὺ ἐνίσχυσαν οἰκονομικὰ τὴν Μονή, καὶ θεωροῦνται νέοι κτήτορες. Ὁ Βλαδισλάβος, ἄσκησε πιέσεις νὰ μετατραπεῖ ἡ Μονὴ σὲ ἰδιόῤῥυθμη ὥστε νὰ διευκολυνθεῖ ἡ ἐγκατάσταση Βλαχορουμάνων μοναχῶν. Ὁ Χαρίτων, ἀναγκάστηκε νὰ δεχτεῖ, ἐξασφαλίζοντας ὅμως ὅτι ἡ Μονὴ θὰ παρέμενε ἑλληνική. Τὸ 1372, ὁ Χαρίτων, χειροτονήθηκε μητροπολίτης Οὐγγροβλαχίας ἀπὸ τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη Ἅγιο Φιλόθεο Κόκκινο ποὺ ἑορτάζει στὶς 11 Ὀκτωβρίου, ἀλλὰ ἐξακολούθησε νὰ ἀσκεῖ τὰ καθήκοντα τοῦ ἡγουμένου. Διάδοχός του ἦταν ὁ Βλάχος ἡγούμενος Μελχισεδέκ, ποὺ αἰχμαλωτίστηκε ἀπὸ τοὺς Τοῦρκους. Τὸ 1393, ἡ Μονὴ ἀνακηρύχθηκε πατριαρχικὴ καὶ σταυροπηγιακή. Τὴν πορεῖα τῆς ἀκμῆς της, ἀνέκοψε ἡ πυρκαγιὰ τοῦ 1497, ἀλλὰ δωρεὲς ἡγεμόνων τῶν παραδουνάβιων χωρῶν βοήθησαν στὴν ἀνάκαμψή της. Ἀπὸ τὸ 1574, ἡ Μονὴ κατέχει τὴν ἕκτη θέση στὴν ἱεραρχία τῶν ἁγιορείτικων Μονῶν. Καταστροφικὴ ὑπῆρξε ἡ πυρκαγιὰ τοῦ 1767. Τὴν ἀνοικοδόμηση καὶ ἀνακαίνιση τῆς Μονῆς ἀνέλαβε τότε ὁ πρώην πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Ματθαῖος ὁ Γ΄, ὁ ὁποῖος ἐγκαταστάθηκε ἐκεῖ μετὰ τὴν παραίτησή του ἀπὸ τὸν πατριαρχικὸ θρόνο. Τὸ 1856, ὁ ῥωσσικὸς παράγοντας, ἐπιχείρησε ἀνεπιτυχῶς νὰ ἐφαρμόσει σχέδιο γιὰ τὸν ἐκρωσσισμὸ τῆς Μονῆς. Τὴν ἴδια χρονιά, μὲ ὁμόφωνη αἴτηση τῶν πατέρων πρὸς τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ἡ Μονὴ ἐπανέκαμψε στὸ κοινοβιακὸ σύστημα. Στὴν δεκαετία τοῦ 1970, ἐπανδρώθηκε ἀπὸ νέα συνοδεῖα, μὲ ἡγούμενο τὸν ἀρχιμανδρίτη Χριστόδουλο.

Ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἡγούμενο Χαρίτωνα καὶ τὸν πατριάρχη Ματθαῖο Γ΄, στὴν Μονὴ ἐγκαταβίωσε ὁ λόγιος μοναχός Βαρθολομαῖος ἀπὸ τὴν Ἴμβρο στὰ τέλη τοῦ 18ου αἰῶνος, διδάσκαλος καὶ διορθωτῆς λειτουργικῶν κειμένων. Στὸ Κελλὶ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, μόνασε ὁ Ἅγιος Νέος Ὁσιομάρτυς Κυπριανός ποὺ μαρτύρησε στὴν Κωνσταντινούπολη στὶς 5/7/1679. Ἐκεῖ ἐπίσης ἐγκαταβίωσαν οἱ Ἅγιοι Νέοι Ὁσιομάρτυρες· Λουκᾶς ὁ Μυτιληναίος ποὺ μαρτύρησε στὴν Μυτιλήνη τὸ 1802 καὶ  Εὐθύμιος Ἰβηροσκητιώτης, ποὺ μαρτύρησε τὸ 1815 στὴν Κωνσταντινούπολη. Σὲ καλύβη τῆς κουτλουμουσιανῆς Σκήτης τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, μόνασε ὁ Ἅγιος Νέος Ὁσιομάρτυς Γεράσιμος ποὺ μαρτύρησε στὶς 3/7/1812 στὴν Κωνσταντινούπολη. Στὸ Κελλὶ Παναγούδα τῆς Μονῆς, ἐγκαταβίωσε τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του, ὁ Ὅσιος Παΐσιος ποὺ ἐκοιμήθη στὶς 12/7/1994.

Στὴν Μονή, φυλάσσεται τεμάχιο τοῦ Τιμίου Ξύλου, τὸ ἄφθορο πόδι τῆς Ἁγίας Θεοπρομήτορος Ἄννης, τὸ χέρι τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καὶ ἡ κάρα τοῦ Ὁσίου Ἀλυπίου τοῦ Κιονίτου. Φυλάσσονται ἐπίσης μεταξὺ ἄλλων, τμήματα τῶν τιμίων λειψάνων τῶν Ἁγίων· Τιμοθέου, Παντελεήμονος, Παναγιώτου Νεομάρτυρος τοῦ Καισαρέως, Νείλου τοῦ Ἀθωνίτου, Κηρύκου, Τρύφωνος, Ἰακώβου τοῦ Πέρσου, Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Χαραλάμπους, Παρασκευῆς καὶ Ματρώνης.

***

Ἀπέναντι ἀπὸ τὴν εἴσοδο τῆς Μονῆς, ὑπάρχει ὡραία ναόσχημη κρήνη τοῦ 19ου αἰῶνος μὲ θολωτὸ ἐπιστέγασμα, ποὺ στηρίζεται σὲ κίονες. Ἡ ἀνάγλυφη πλάκα εἶναι ἀπὸ τὶς πιὸ περίτεχνες στὸ Ἅγιον Ὄρος· ὁ θόλος ἔχει ζωγραφισμένη μπαρὸκ διακόσμηση. Διακρίνονται τὰ ἄνθη στὰ σφαιρικὰ τρίγωνα. Ἡ βόρεια καὶ ἡ δυτικὴ πλευρὰ τῆς Μονῆς, διατηροῦν τὸν αὐστηρό ὀχυρωματικό χαρακτήρα τους. Ἡ ἀνατολικὴ πλευρά, ποὺ βλέπει στὴν θάλασσα, ἔχει σαχνισιὰ καὶ ἐξώστες. Ἡ κύρια εἴσοδος βρίσκεται στὴν βόρεια πτέρυγα, στὴν στέγη τῆς ὁποίας προβάλλουν οἱ ῥοδόχρωμοι τροῦλλοι τῶν παρεκκλησίων τῶν Ἁγίων Πάντων καὶ τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Ἔχει προστύλιο τοῦ 1891 μὲ ἰσόδομη τοιχοποιΐα καὶ κίονες, ἀνάλογο μὲ ἐκεῖνο τῆς Μονῆς Ἰβήρων, ἀλλὰ σὲ μικρότερη κλίμακα. Περνάμε τὸ θολωτὸ διαβατικό, βρισκόμαστε στὴν αὐλή καὶ βλέπουμε τὴν πρόσοψη τοῦ Καθολικοῦ. Ἡ αὐλὴ εἶναι πλακοστρωμένη καὶ ὄχι πολύ εὐρύχωρη, ἡ κάτοψή της σχηματίζει τραπέζιο. Ἡ νότια πτέρυγα εἶναι τετραώροφη μὲ τοξωτὰ ἀνοίγματα καὶ κεραμοπλαστικὸ διάκοσμο, ἀναστηλώθηκε τὴν περίοδο 1980-2000. Ἐκεῖ βρίσκεται τὸ ἀρχονταρίκι. Ἡ βόρεια πτέρυγα τοῦ 1890, ἀναστηλώθηκε πρόσφατα γιὰ νὰ ἀντιμετωπιστοῦν προβλήματα καθίζησης τοῦ ἐδάφους. Ἡ τετραώροφη ἀνατολικὴ πτέρυγα ἐπίσης ἔχει τοξωτὰ ἀνοίγματα. Οἰκοδομήθηκε τὸ 1767 ἀπὸ τὸν πρώην πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Ματθαῖο τὸν Γ΄, καταστράφηκε ἀπὸ πυρκαγιὰ τὸ 1980, ἀνακαινίστηκε καὶ ἐγκαινιάστηκε ἀπὸ τὸν πατριάρχη Βαρθολομαῖο τὸν Α΄ τὸ 1992. Πάνω ἀπὸ τὴν πύλη τοῦ διαβατικοῦ, ὑπάρχει ἕνα λουλακὶ σαχνισί, καὶ δίπλα στὴν πύλη βρίσκεται ἐντοιχισμένη ἐπιτύμβια στήλη τοῦ 2ου αἰῶνος. Στὴν δυτικὴ πτέρυγα βρίσκεται ἡ τράπεζα καὶ τὸ μαγειρεῖο, ἡ πτέρυγα αὐτήμ ἀναστηλώθηκε μετὰ τὴν πυρκαγιά τοῦ 1856. Στὴν νοτιοδυτικὴ γωνία ὑψώνεται ὁ πύργος. Χτίστηκε τὸ 1508, στὴν θέση παλαιότερου πύργου τοῦ 14ου αἰῶνος ποὺ ἴσως καταστράφηκε στὴν πυρκαγιά τοῦ 1497. Τὸ ἰσόγειο καὶ ὁ 1ος ὅροφος ἔχουν θολωτή ὁροφή, οἱ ὑπόλοιποι ἔχουν ξύλινη ὁροφὴ καὶ δάπεδο. Ἡ στέγη καλύπτεται μὲ σχιστολιθικὲς πλάκες. Στὴν δυτικὴ ὄψη ὑπάρχει μικρή καταχύστρα. Στὴν βόρεια ὄψη ὑπάρχει μεγαλύτερη καταχύστρα, μὲ κεραμοπλαστικὸ διάκοσμο, ἀκριβῶς ἀπὸ πάνω εἶναι ἕνας ξύλινος ἐξώστης. Στὸν πάνω ὅροφο τοῦ πύργου βρίσκεται τὸ παρεκκλήσιο τῶν Ἀρχαγγέλων, οἱ εἰκόνες τοῦ τέμπλου χρονολογοῦνται ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 18ου αἰῶνος. Δίπλα στὸν ἀμυντικό πύργο, στὴν νότια πλευρά, βρίσκεται τὸ καμπαναριὸ τοῦ 1808. Ἡ φιάλη τοῦ 1813 εἶναι φτιαγμένη ἀπὸ τηνιακὸ μάρμαρο, βρισκόταν αρχικά νοτιοδυτικὰ τοῦ Καθολικοῦ, ἐκεῖ ὅπου σήμερα βρίσκεται τὸ στρογγυλό κτίσμα μὲ τὴν ἀσυνήθιστη μαστοειδὴ στέγη. Γιὰ νὰ ἀντιμετωπιστοῦν ζημιὲς ποὺ ὑπέστη λόγω καθίζησης τοῦ ἐδάφους, ἀποσυναρμολογήθηκε καὶ ἐπανατοποθετήθηκε στὴν σημερινή της θέση, ὅπου παλαιότερα ὑπῆρχε πελώρια κληματαριὰ μὲ κρεβατίνα ποὺ ἁπλωνόταν σὲ ὅλο τὸ μῆκος τῆς βόρειας πτέρυγας. Ἡ θολωτὴ μολυβδοσκέπαστη ὁροφή, στηρίζεται σὲ δέκα κιονίσκους. Δὲν ἔχει τοιχογραφίες, ἀλλὰ τὰ θωράκιά της φέρουν ἐνδιαφέροντα μπαρὸκ διάκοσμο. Τὸ στρογγυλὸ κτίσμα εἶναι παρεκκλήσιο τιμῶντας τὸ ἁγίασμα ποὺ ἀναβλύζει στὸ σημεῖο αὐτό. Δίπλα στὴν φιάλη, ἀπέναντι ἀπὸ τὴν εἴσοδο τοῦ Καθολικοῦ, βρίσκεται ἡ τράπεζα, ποὺ ἐφάπτεται στὸν ὀχυρωματικὸ περίβολο. Ἡ κάτοψή της ἔχει σχῆμα Γ  καὶ ἀπολήγει σὲ κόγχη στὸ δυτικὸ ἄκρο. Τὸ δάπεδο εἶναι μαρμάρινο, τὰ τραπέζια ξύλινα. Οἰκοδομήθηκε τὸ 1767 ἀπὸ τὸν πρώην πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Ματθαῖο Γ΄. Ὁ ἀρχικός της διάκοσμος δὲν διασώθηκε. Πρόσφατα ἀνακαινίστηκε, καὶ αγιογραφήθηκε ἀπὸ ἀδελφοὺς τῆς Μονῆς.

Τὸ Καθολικό, βρίσκεται στὸ κέντρο τῆς αὐλῆς. Χτίστηκε τὸ 1540, ἐπὶ ἡγουμενίας Μαξίμου, στὴν θέση παλαιότερου Καθολικοῦ τοῦ 1369 καὶ εἶναι ἀφιερωμένο στὴν Μεταμόρφωση τοῦ Σωτήρος. Ἡ αφιέρωσή τοῦ ἀπηχεῖ τὴν κεντρικὴ θέση ποὺ κατεῖχε ἡ δεσποτική αὐτὴ ἑορτή, μεταξὺ τῶν ἡσυχαστῶν τῆς ἐποχῆς. Ἔχει πέντε τρούλλους καὶ εἶναι μολυβδοσκέπαστο. Στὶς ἐξωτερικὲς ὄψεις εἶναι ἐντοιχισμένα κεραμικὰ Ἰζνίκ, καὶ κάποια τμήματα ὅπου ὁ σοβὰς ἔχει ἀποξεστεῖ, ἀποκαλύπτουν ἐνδιαφέρουσα κεραμοπλαστικὴ τοιχοποιΐα.

ἐξωνάρθηκας εἶναι ὑαλόφρακτος, ἐκτείνεται στὴν δυτικὴ πλευρά, καὶ σὲ τμήματα τῆς βόρειας. Οἱ τοιχογραφίες ἔγιναν μὲ δαπάνη τοῦ ἱερομονάχου Ἡσαΐα, τὸ 1744. Ἀντίθετα ἀπὸ ὅ,τι συμβαῖνει σὲ ἄλλους ἐξωνάρθηκες, οἱ τοιχογραφίες δὲν εἰκονίζουν σκηνὲς ἀπὸ τὴν Ἀποκάλυψη. Στὸ δεξί τμῆμα τοῦ δυτικοῦ τοίχου εἰκονίζεται τὸ θαῦμα τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἄρτων. Στὸν βόρειο τοῖχο, δίπλα στὴν εἴσοδο τοῦ παρεκκλησίου τῆς Φοβερᾶς Προστασίας, εἰκονίζονται οἱ κτήτορες. Στοὺς τρεῖς θόλους τῆς δυτικῆς πλευρᾶς εἰκονίζονται· στὰ ἀριστερὰ ἡ Δευτέρα Παρουσία, στὸ κέντρο ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Σωτῆρος καὶ στὰ δεξιὰ ἡ Βάπτιση καὶ ἡ Ζωοδόχος Πηγή, πάνω ἀπὸ μία μαρμάρινη λεκάνη ἁγιασμοῦ. Στοὺς δύο θόλους τῆς βόρειας πλευρᾶς, εἰκονίζονται ἡ Θεοτόκος μὲ τὸν Χριστό, ὁ ὁποῖος κουβαλάει στοὺς ὤμους ἕνα ξύλινο τάλαντο, καὶ ὁ Χριστὸς ἔνθρονος καὶ περιβαλλόμενος ἀπὸ Χερουβεὶμ καὶ Σεραφείμ. Γύρω στὸν θόλο μὲ τὸν ἔνθρονο Χριστό, εἰκονίζεται ὁ ζωδιακὸς κύκλος καὶ στὰ σφαιρικὰ τρίγωνα τῆς βάσης του εἰκονίζεται ἡ παράσταση τοῦ· «Αἰνεῖτε τὸν Κύριον ἐν χορδαῖς καὶ κυμβάλοις». Ὅπως καὶ στὴν ἀντίστοιχη παράσταση τοῦ παρεκκλησίου τῆς Παναγίας τῆς Κουκουζέλισσας στὴν Μεγίστη Λαύρα, οἱ χορευτὲς καὶ οἱ χορεύτριες φοροῦν τοπικὲς ἐνδυμασίες τῆς ἐποχῆς. Ἐνδιαφέρον ἔχει ἡ ἀπεικόνιση τῶν μουσικῶν ὀργάνων –κρουστά, ταμπουρᾶς, εἶδος ἀκορντεόν. Ἰδιαίτερα ἀξιοπρόσεχτες εἶναι οἱ μορφὲς τοῦ νεαροῦ ποὺ παίζει ἅρπα καὶ τῆς γυναίκας μὲ τὸ ντέφι.

 Ἡ λιτὴ καὶ ὁ κυρίως ναός, εἶναι κατάγραπτοι μὲ τοιχογραφίες, σύγχρονες τοῦ Καθολικοῦ, οἱ ὁποίες ἀκολουθοῦν τὴν τεχνοτροπία τῆς Κρητικῆς Σχολῆς. Οἱ περισσότερες ἔχουν ἐπιζωγραφιστεῖ στὶς ἀρχὲς τοῦ 19ου αἰῶνος. Στὸν δυτικό τοῖχο τῆς λιτῆς πάνω ἀπὸ τὴν εἴσοδο, εἰκονίζεται τὸ μαρτύριο τῶν Ἁγίων Πέντε Μαρτύρων καὶ ὑψηλότερα, ἂν καὶ δυσδιάκριτη, ἡ κοίμηση τοῦ Ἁγίου Νικολάου. Μαρτύρια ἄλλων Ἁγίων –Πρόβου καὶ Ταράχου, Δόμνας, Ἀναστασίας τῆς Ῥωμαίας-, εἰκονίζονται στοὺς ἄλλους τοίχους· στοὺς κίονες τῆς λιτῆς βρίσκονται φορητές εἰκόνες τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου στὰ ἀριστερὰ, καὶ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου μὲ τὸν Νεομάρτυρα Κυπριανὸ στὰ δεξιὰ. Στὸν βόρειο τροῦλλο εἰκονίζεται ὁ Τίμιος Πρόδρομος, στὸ νότιο τροῦλλο ἡ Θεοτόκος. Στὸν ἀριστερὸ κίονα τοῦ κυρίως ναοῦ, μπροστὰ στὸ τέμπλο, βρίσκεται σὲ προσκυνητάρι ἡ φορητὴ εἰκόνα τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτήρος, μὲ περίτεχνο ἀσημένιο πουκάμισο· στὴν ἀντίστοιχη θέση στὰ ἀριστερὰ ἡ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου μὲ τὴν Σύναξη τῶν Ἀρχαγγέλων. Στοὺς δυτικοὺς κίονες βρίσκονται· στὰ δεξιὰ ἡ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Νικολάου καὶ ἀριστερὰ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν καὶ τῆς Γέννησης τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἰκονίζει τὸν Ἰωςὴφ καθισμένο πάνω σὲ σαμάρι καὶ ἀφιερώνει μεγάλο τμῆμά της στὸ λουτρὸ τοῦ Θείου Βρέφους. Κάτω ἀπὸ τὴν εἰκόνα, ὑπάρχει γραφεῖο παλαιοῦ τύπου μὲ στόρι. Μεταξὺ τῶν στρατιωτικῶν Ἁγίων στὸν νότιο χορό, εἰκονίζεται ὁ Ἅγιος Γοβδελᾶς, καὶ πιὸ ψηλά ἡ Ἀναστήλωση τῶν Ἁγίων Εἰκόνων καὶ ὁ Χριστός δωδεκαετὴς διδάσκων ἐν τῷ Ναῷ. Τὴν ἀντίστοιχη θέση στὸ βόρειο χορό καταλαμβάνει ἡ παράσταση τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Ἀποστόλων ποὺ ψαρεύουν μὲ τὰ δίχτυα, καὶ ὁ Πέτρος εἰκονίζεται σχεδὸν γυμνὸς νὰ κολυμπάει πρὸς τὸν Χριστό. Ἐντυπωσιάζει ἡ τόλμη τῆς σύνθεσης, καθὼς μεγάλο τμῆμα τῆς ἐπιφάνειάς της καλύπτει τὸ ὁμοιόμορφο μπλὲ χρῶμα τῶν νερῶν. Ἰδιαίτερα ἐντυπωσιακὸ εἶναι τὸ ὑψηλὸ ξυλόγλυπτο ἐπίχρυσο τέμπλο τῶν ἀρχῶν τοῦ 19ου αἰῶνος. Ἡ ἐπιφάνειά τοῦ δημιουργεῖ κάθετους κυματισμούς, ποὺ διασκεδάζουν τὸν ὄγκο ποὺ φέρει πλούσιο φυτικὸ διάκοσμο σὲ ἀλλεπάλληλες ζῶνες καὶ σκαλιστὲς παραστάσεις στὶς ποδιὲς κάτω ἀπὸ τὶς δεσποτικὲς εἰκόνες.

Ἐνσωματωμένο στὴν βόρεια πλευρὰ τοῦ Καθολικοῦ, βρίσκεται τὸ παρεκκλήσιο τῆς Φοβερᾶς Προστασίας τοῦ 1733, ὅπου φυλάσσεται ἡ ὁμώνυμη θαυματουργὴ εἰκόνα τοῦ 13ου αἰῶνος. Ἡ Θεοτόκος εἰκονίζεται νὰ κρατάεο στὸ ἀριστερὸ χέρι τὸ θεῖο Βρέφος, ποὺ εἶναι στραμμένο καὶ κοιτάζει τὸν Ἄγγελο, ὁ ὁποῖος κρατά τὰ ὄργανα τοῦ Πάθους. Γύρω ἀπὸ τὴν Θεοτόκο καὶ τὸν Χριστό, εἰκονίζονται Προφήτες. Ἀπὸ θαῦμα τῆς εἰκόνας σώθηκε ἡ Μονὴ ἀπὸ ἐπιδρομὴ πειρατῶν, καθὼς ἡ Παναγία τὴν κατέστησε ἀόρατη γιὰ τοὺς ἐπιδρομεῖς. Στὸ τέμπλο τοῦ παρεκκλησίου βρίσκεται ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας Ἐλεούσας, δῶρο τῆς Θεοδώρας, κόρης τοῦ αὐτοκράτορος Ἰωάννου Στ΄ Καντακουζηνού (1341-45), ἡ ὁποία ὑποχρεώθηκε σὲ νεαρὰ ἡλικία νὰ παντρευτεῖ τὸν σουλτάνο τοῦ Ἰκονίου Ὀρχάν.

Ὑπάρχουν ἐπίσης μέσα στὴν Μονή, τὰ παρεκκλήσια· τῆς Ἁγίας Ναταλίας στὸ ἡγουμενεῖο, ἔχει τοιχογραφίες καὶ ἀνακαινίστηκε τὸ 1873 ἀπὸ τὸν Γενικό Πρόξενο τῆς Ἑλλάδος Ἀλέξανδρο Μάνο, εἰς μνήμη τῆς συζύγου τοῦ Ναταλίας· τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων στὸ ἀρχονταρίκι καὶ τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος.

Ὁ παλαιὸς κοιμητηριακὸς ναός τῶν Ἁγίων Ἀρχαγγέλων, βρίσκεται στὴν κορυφὴ ἑνὸς δασωμένου λόφου δυτικὰ τῆς Μονῆς. Σήμερα, λειτουργεῖ ὡς ἐξωκκλήσιο. Τὸ κτίσμα ἔχει τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς λαϊκής ἀρχιτεκτονικῆς πρὶν ἀπὸ τὸν 18ο αἰῶνα. Εἶναι καμαροσκεπῆς καὶ ἔχει νάρθηκα καὶ κυρίως ναό. Στὸ ἱερό, βρίσκονται τοιχογραφίες τῆς Ἄκρας Ταπείνωσης καὶ τῆς Ἀποκαθήλωσης τοῦ 17ου αἰῶνος. Ὁ σημερινὸς κοιμητηριακὸς ναός-Κάθισμα τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ἔχει ἐνσωματωμένο κελλί, καὶ χτίστηκε τὸ 1799. Δὲν εἶναι ἁγιογραφημένος. Τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ ὀστεοφυλάκιο βρίσκεται σὲ μικρὸ πρόσκτισμα στὴν βόρεια πλευρά, ἴσως σημαίνει ὅτι τὸ κελλὶ χτίστηκε ἀνεξάρτητα καὶ μόνο ἀργότερα χρησιμοποιήθηκε ὡς κοιμητηριακὸς ναός.

Στὴν βιβλιοθήκη τῆς Μονῆς, φυλάσσονται περί τὰ ἑπτακόσια χειρόγραφα, ἀπὸ τὰ ὁποία τὰ ἑκατὸ εἶναι περγαμηνὰ καὶ εἰκονογραφημένα. ἀξιόλογο εἶναι τὸ χειρόγραφο τοῦ Βίου Ἰωσήφ, τοῦ 16ου αἰῶνος, μὲ λαϊκότροπες μινιατοῦρες, καὶ ὁ κώδικας 1677, ποὺ περιέχει τὶς τρεῖς λειτουργίες καὶ ἔχει διακοσμητικὰ κεφαλογράμματα. Μοναδικὸς εἶναι ὁ κώδικας 64, ποὺ περιέχει ποιήματα τοῦ Σουλτὰν Βαλίντι, γιοῦ τοῦ σούφι μυστικοῦ Τζελαλαντὶν Ῥοῦμι σὲ ἑλληνικὴ δημοτικὴ γλῶσσα τῆς ἐποχῆς ἀλλὰ γραμμένα μὲ ἀραβικὴ γραφή –τὸ ἀντίστοιχο τῶν καραμανλίδικων. Ἡ ὕπαρξή του στὴν Μονὴ Χαρίτωνος εἶναι εὐτυχῆς σύμπτωση, μιὰ καὶ ὁ Ῥοῦμι ἦταν ἀδελφικὸς φίλος μὲ τὸν ἡγούμενο Χαρίτωνα τῆς Μονῆς τῆς Σίλης, ἔξω ἀπὸ τὸ Ἰκόνιο καὶ λέγεται μάλιστα ὅτι ἡ μία ἀπὸ τὶς δύο σοροὺς στὸν τῦμβο τοῦ Ῥοῦμι εἶναι ἀκριβῶς τοῦ Χαρίτωνος, γιατὶ οἱ δύο φίλοι ἐπιθυμοῦσαν νὰ εἶναι κοντά καὶ μετὰ θάνατο.

***

Τὸ Κελλὶ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Ἀναπαυσιᾶς, στὴν δυτικὴ πλαγιὰ τοῦ ὀρεινοῦ ὄγκου τῆς χερσονήσου, χρησιμοποιεῖται ὡς δασόσπιτο ἀπὸ τοὺς ὑλοτόμους τῆς Μονῆς. Ἡ Μονὴ ἔχει κελλιὰ στὶς Καρυές, καὶ τέσσερα ἡσυχαστήρια στὴν περιοχὴ τῆς Καψάλας.

***

Ἀρσανὰς τῆς Μονῆς βρίσκεται στὴν ἀνατολικὴ ακτή, στὴν Καλιάγρα, ἀνάμεσα στὶς Μονές Ἰβήρων καὶ Σταυρονικήτα.

Πιὸ πέρα ἀπὸ τὸν ἀρσανὰ τῆς Μονῆς Ἰβήρων, πρὸς τὰ βόρεια, βρίσκεται τὸ παλαιό τελωνεῖο, ποὺ πρόσφατα ἀνακαινίστηκε.

Ἀκολουθῶντας τὸ παράκτιο μονοπάτι μὲ κατεύθυνση τὴν Μονὴ Σταυρονικήτα, φτάνει κανείς στὸν πύργο τῆς Καλιάγρας, ἀρσανὰ τῆς Μονῆς Κουτλουμουσίου. Στὴν περιοχή ἴσως ὑπῆρχε ἀρχαῖο πόλισμα καὶ ἱερὸ τῆς Αρτέμιδας –Καλιάγρα=καλή ἄγρα=κυνήγι. Ἐντυπωσιάζουν οἱ κλιμακωτὲς στέγες τῶν τμημάτων τοῦ κτίσματος. Πρὸς βοῤῥὰ εἶναι ὁ πύργος. Δίπλα του τὸ Κάθισμα τῶν μοναχῶν μὲ τοὺς ἐξώστες. Δίπλα στὸ Κάθισμα εἶναι ὁ ναὸς τῶν Ἁγίων Ἀρχαγγέλων, καὶ δίπλα στὸν ναὸ τὸ μικρὸ κτῆριο στεγάζει τὸν ἐργάτη, τὸ βίντσι γιὰ τὴν ἀνέλκυση τῶν πλοιαρίων. Τὸ ἰσόγειο εἶναι ἐνιαῖο καὶ ἐπιτρέπει τὴν φύλαξη σκαφῶν. Ὁ πύργος μὲ κάτοψη 5,7Χ8 μέτρων καὶ ὕψος δεκαέξι μέτρων, χτίστηκε ἀπὸ τὸν Ῥουμάνο ἡγεμόνα Νεαγκόε Μπασαράμπ. Στὴν ἀνατολική του ὄψη ἔχει ἄνοιγμα γιὰ κανόνι. Ὁ ὅρμος τῆς Καλιάγρας ὁρίστηκε τὸ 985 νὰ εἶναι κοινοτόπιον πάντων τῶν ἐν Ἁγίῳ Ὄρει, δηλαδὴ κοινόχρηστος λιμένας. Ἔτσι, στὴν Καλιάγρα εἶχε ἀρσανόσπιτο τὸ ἀρχαῖο μονύδριο τοῦ Πιθαρά, ποὺ βρισκόταν στὶς Καρυές. Τὸ 1422, ἡ Μονὴ Ἀλυπίου, ποὺ ἀργότερα ἐνσωματώθηκε στὴν Μονὴ Κουτλουμουσίου, παραχώρησε στοὺς μοναχούς τοῦ παλαιοῦ Ῥωσσικοῦ, ποὺ δὲν εἶχε διέξοδο στὴν θάλασσα, δικαίωμα νὰ ἔχουν ἐκεῖ ἀρσανὰ καὶ ἀποθῆκες.

***

Συνεχίζοντας τὸ μονοπάτι συναντάμε τὸ κουτλουμουσιανὸ Κελλὶ τοῦ Ἁγίου Νικολάου τοῦ Νεραντζῶνα. Αναφέρεται σὲ ἔγγραφο τοῦ 1313 ποὺ ἀφορᾶ στὴν ἐξαίρεσή του ἀπὸ τὴν Μονὴ Ἀλυπίου καὶ τὴν ὑπαγωγή του στὴν Μονὴ Κουτλουμουσίου. Στὴν θέση αυτή βρισκόταν μέχρι τὸν 10ο αἰῶνα τὸ ἀρχαῖο μονύδριο τοῦ Τιμίου Προδρόμου τῆς Γαλεάγρας ἢ Γαλαιάργας, τὸ ὁποῖο στὸ Τυπικό τοῦ Μονομάχου τοῦ 1046 κατέχει τὴν 14η θέση στὴν ἱεραρχία τῶν τότε Μονῶν. Τὸ μονοπάτι καταλήγει στὸν ἀρσανὰ τῆς Μονῆς Σταυρονικήτα.

***

Μετόχια τῆς Μονῆς ἀναφέρονται στὶς Σέῤῥες, στὴν Ἄνδρο καὶ στὴν Ἴμβρο, στὸν Μαρμαρὰ τῆς Προποντίδας, στὴν Σάμο, στὴν Λήμνο, στὴν Κρήτη, στὴν Σιθωνία καὶ στὴν Σλατίνα τῆς Ῥουμανίας.

***

Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ.

  Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ. Ὁ ἱερομόναχος Ἄνθιμος Παντοκρατορινός (κατὰ κόσμον Ἀντώνιος Κατσαλιάκης,...