Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2025

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΟΥ ΧΑΙΡΟΒΟΥ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΖΩΓΡΑΦΟΥ

 

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΟΥ ΧΑΙΡΟΒΟΥ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΖΩΓΡΑΦΟΥ


 

Ἡ θαυματουργὸς εἰκὼν τῆς Παναγίας τοῦ Ἀκαθίστου («Χαίροβο»), ποὺ βρίσκεται στὴν Μονὴ τοῦ Ζωγράφου, σχετίζεται μὲ τὰ διαδραματισθέντα στὸ Ἅγιον Ὄρος μὲ τὴν ἄφιξη σὲ αὐτῶν τῶν ἀπεσταλμένων τοῦ αὐτοκράτορος Μιχαὴλ Η΄ τοῦ Παλαιολόγου καὶ τοῦ Πάπα, γιὰ νὰ φροντίσουν τὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἀποφασισθείσης καὶ ὑπογραφείσης στὴν Σύνοδο τοῦ Λουγδούνου (Λυών, 1274) «Ἑνώσεως» τῶν δύο Ἐκκλησιῶν.

Σὲ ἐμᾶς, πατριάρχευσε ὁ δυστυχὴς Ἰωάννης Βέκκος, ὁ ὁποῖος, ἐνῶ στὴν ἀρχὴ ὀρθοδοξοῦσε ὅσο λίγοι («μάχαιρα δίστομος κατὰ λατίνων ἱστάμενος», κατὰ τὸν Γρηγορᾶ), γιὰ αὐτὸ καὶ φυλακίστηκε, ἀκολούθως μετεγνώμησε καὶ ἔγινε ὄχι ἁπλῶς ὑποστηρικτὴς τῆς «ἑνώσεως», ἀλλὰ καὶ πολέμιος τῶν ἀνθενωτικῶν, καὶ ἰδιαιτέρως σκληρὸς καὶ ἀμείλικτος κατὰ τῶν Ἁγιορειτῶν. Ἐν γνώσει τοῦ τί σήμαινε γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ τί θὰ μποροῦσε νὰ προκύψει σὲ βάρος τῶν ἀνὰ τὴν αὐτοκρατορία ἑνωτικῶν ἐὰν ὁ Ἄθωνας ἔῤῥιχνε ὅλο τὸ βάρος του πρὸς τὸ μέρος τῆς πλάστιγγος τῶν ἀνθενωτικῶν, σκέφθηκαν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιτηρήσουν ἀρκούντως τοὺς ἁγιορείτας. Ἦλθαν λοιπὸν γιὰ νὰ ἐξετάσουν τὰ πράγματα ἐπιτοπίως, νὰ διαφωτίσουν περὶ τοῦ ὀρθοῦ καὶ τοῦ ἀναγκαίου τῆς τηρήσεως τῆς συμφωνίας τῆς «ἑνώσεως», νὰ τὴν ἐπισημοποιήσουν μὲ τὸ κῦρός των, καὶ νὰ τὴν ἐπιβάλλουν ἐν ἀνάγκῃ μὲ τὴν βία.

Ἔτσι, βρέθηκαν τὰ ὄργανα τοῦ Μιχαὴλ Η΄ τοῦ Παλαιολόγου (1204-1282), καὶ τοῦ Πάπα στὸ Ὄρος μας, καὶ ἀφοῦ ἔκαναν ὅ,τι ἔκαναν στὸ Πρωτᾶτο τῶν Καρυῶν καὶ σὲ μερικὰ ἀκόμα Μοναστήρια, κατευθύνθηκαν πρὸς «ἐπίσκεψη» καὶ τῆς Μονῆς Ζωγράφου.

Σὲ μία τοποθεσία ποὺ ἀπέχει ἀρκετὴ ἀπόσταση ἀπὸ τὸ Μοναστήρι τοῦ Ζωγράφου καὶ ἐπὶ τῆς ἀτραποῦ, ποὺ ὁδηγεῖ σὲ αὐτό, ἀσκήτευε τότε ἐν ἡσυχίᾳ ἕνας πολὺ ἐνάρετος γέροντας, ὁ ὁποῖος, ἐπειδὴ αἰσθανόταν μεγάλη ψυχικὴ εὐφροσύνη ἀπὸ τὸ περιεχόμενο τῶν τροπαρίων καὶ τῶν Χαιρετισμῶν τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, ἀπέκτησε τὴν συνήθεια νὰ τὸν διαβάζει ὄρθιος ἐνώπιον τῆς περὶ ἧς πρόκειται εἰκόνος τῆς Θεοτόκου πολλὲς φορὲς στὸ εἰκοσιτετράωρο. Ἐκείνη τὴν ἡμέρα, καὶ ἐνῷ ἐντός του βίωνε ὑπέροχη κατάσταση καὶ τὰ χείλη του πρόφεραν ἐκφώνως τό: «Χαῖρε Νύμφη ἀνύμφευτε», ἄκουσε τὴν Παναγία νὰ τοῦ ἀντιφωνῇ ἀπὸ τὴν εἰκόνα της: «Χαῖρε καὶ σὺ Γέρων τοῦ Θεοῦ». Τρόμος κυρίεψε τὸν Γέροντα· τὸν καθησύχασε ὅμως ἡ φωνὴ τῆς Θεοτόκου μὲ τὰ πρόσθετα: «Μὴ φοβοῦ, ἀλλὰ ἀπελθὼν ταχέως εἰς τὴν Μονήν, ἀνάγγειλον τοῖς ἀδελφοῖς καὶ τῷ καθηγουμένῳ, ὅτι οἱ ἐχθροὶ ἐμοῦ τε καὶ τοῦ Υἱοῦ μου ἐπλησίασαν· ὅστις οὖν ὑπάρχει ἀσθενὴς τῷ πνεύματι ἐν ὑπομονῇ κρυβήτω, ἕως τοῦ παρελθεῖν τὸν πειρασμόν· οἱ δὲ στεφάνων μαρτυρικῶν ἐφιέμενοι παραμενέτωσαν ἐν τῇ Μονῇ· ἄπελθε οὖν ταχέως».

Μόλις συνῆλθε ὁ Γέροντας ἀπὸ τὸ θαυμαστὸ γεγονός, ὑπήκοος στὴν ἐντολὴ τῆς Θεοτόκου, ἄφησε τὸ ἡσυχαστήριό του καὶ ἔδραμε πρὸς τὸ Μοναστήρι, νὰ ἐξαναγγείλῃ τὰ ὁσονούπω καταφθάνοντα δεινὰ καὶ τὴν εἰσήγησή Της, ὥστε νὰ ἀποφασίσουν ἐγκαίρως περὶ τῶν πρακτέων. Ἀλλά, στὰ προπύλαια τῆς Μονῆς, γνώρισε καὶ βίωσε καὶ δεύτερη θαυμαστὴ καταξίωση. Στὴν Πύλη, στεκόταν καὶ τὸν περίμενε ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς κέλλας του, μπροστὰ στὴν ὁποία ἐδῶ καὶ χρόνια ἀπήγγελνε τοὺς ἀρχαγγελικοὺς Χαιρετισμούς, καὶ ἀπὸ τὴν ὁποία ἤκουσε τὴν ἴδια φωνὴ καὶ ἐντολή. Μὲ βαθυτάτη συγκίνηση προσέπεσε καὶ τὴν προσκύνησε, καὶ στὴν συνέχεια τὴν πῆρε στὰ χέρια του καὶ μαζί της παρουσιάσθηκε στὸν Ἡγούμενο καὶ στοὺς ἀδελφούς, ἐξιστόρησε τὸ θαῦμα καὶ γνωστοποίησε τὴν προειδοποίηση τῆς Παναγίας.

Μὲ ἔντονη ἀνησυχία ἀλλὰ καὶ μὲ βαθειὰ εὐγνωμοσύνη προσκύνησαν τὴν εἰκόνα οἱ Ζωγραφῖτες Πατέρες καὶ ἀναλογιζόμενοι ὅτι ἐπίκειται ὁ κίνδυνος, ἔπραξαν κατὰ τὴν ὑπόδειξη τῆς Θεομήτορος. Οἱ ἀσθενέστεροι πνευματικά, ἔσπευσαν νὰ κρυφθοῦν στὰ γειτονικὰ δύσβατα καὶ δασώδη μέρη, εἴκοσι ἕξι δὲ θαῤῥαλέοι, μὲ πρῶτον τὸν Ἡγούμενό τους ἀμπαρώθηκαν μέσα στὸν Πύργο τῆς Μονῆς καὶ ἑτοιμάσθηκαν γιὰ μαρτυρικὸ θάνατο κατὰ τὴν πρόῤῥηση τῆς Παναγίας.

Κατέφθασαν σὲ λίγο καὶ οἱ ἑνωτικοὶ τοῦ αὐτοκράτορος Μιχαήλ, καὶ οἱ παπικοὶ συνοδοί τους, καὶ ἄρχισε μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῶν ἐγκλείστων διάλογος. Ἄκρως κολλακευτικοὶ καὶ ὑποσχετικοὶ γιὰ πολλὰ «καλὰ καὶ ὠφέλιμα» γιὰ τὴν Μονὴ καὶ τὸ Ὄρος, ἀποδείχθησαν οἱ πρῶτοι· ἀπολύτως ἀρνητικοὶ οἱ ἔγκλειστοι καὶ αὐστηρότατα ἐπικριτικοὶ τῶν ἑνωτικῶν προσπαθειῶν, ἀπολύτως δὲ ἀποῤῥιπτικοὶ τῆς λατινικῆς κακοδοξίας. Ἡ τελευταία δήλωσή των ἦταν ὅτι προτιμοῦσαν νὰ πεθάνουν παρὰ νὰ ἀνοίξουν τὶς πύλες καὶ παραδώσουν τὴν Μονή των στὴν ὑποταγὴ τοῦ Πάπα καὶ στὴν αἱρετικὴ βεβήλωση.

Αὐτὰ ακούσαντες οἱ Λατῖνοι, ἐφρύαξαν ἀπὸ θυμὸ καὶ ὀργὴ καὶ φώναξαν: «Ἔ, τότε πεθάνετε λοιπόν». Καὶ ἀμέσως, ἀφοῦ περικύκλωσαν τὸν Πύργο, μὲ μεγάλες ποσότητες φρυγάνων καὶ ξύλων τὸν πυρπόλησαν. Οἱ πατέρες, προσευχόμενοι θερμῶς ὑπὲρ ἑαυτῶν καὶ ὑπὲρ τῶν πυρπολητῶν των, κατεκάησαν φρικτῶς.

Ὅταν, μετὰ τὴν συμφορὰ καὶ τὴν ἀπομάκρυνση τῶν κακούργων ἐπέστρεψαν οἱ κρυφθέντες πατέρες, ἄρχισαν νὰ βγάζουν καὶ νὰ ἀπομακρύνουν τἀ ἀποκαΐδια ἀπὸ τὸν Πύργο, σὲ εὐλαβῆ προσπάθεια, μήπως καὶ εὕρουν κατάλοιπα τῶν λειψάνων τῶν πατέρων. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐρεύνης, μέσα σὲ ἐκεῖνες τὶς καρβουνιασμένες ἢ στάχτινες μάζες καὶ ἀσχημίες, ἦταν νὰ βροῦν κεχωσμένη ἀλλὰ ἐντελῶς ἀκεραία καὶ ἄβλαπτη τὴν θαυματουργὴ εἰκόνα, τὴν ὁποία εἶχαν πάρει μαζί τους ὅταν κλείσθηκαν στὸν Πύργο οἱ ὅσιοι πατέρες, εἰς βοήθεια καὶ ἱκάνωσή των στὸ μαρτύριο.

Μὲ πολλὴ εὐλάβεια καὶ εὐχαριστίες πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὴν Μητέρα Του, τὴν μετέφεραν καὶ τὴν τοποθέτησαν στὸ τέμπλο τοῦ ναοῦ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, ὅπου τὴν βλέπουμε καὶ τὴν προσκυνοῦμε σήμερα. Οἱ Ζωγραφῖτες Πατέρες, θεωροῦν χρέος των καὶ φροντίζουν μεγάλως, ὥστε τὸ κανδήλι της νὰ καίει ἀκοιμήτως εἰς τοὺς αἰῶνας. Τὴν ἀποκαλοῦν «Χαίροβο», ποὺ εἶναι τὸ ἀρχαγγελικὸ «Χαῖρε», ἀλλὰ βουλγαροποιημένο. Χαίροβο ἐπίσης ἀποκαλοῦν καὶ τὴν τοποθεσία στὴν ὁποία ἡσυχάζων ἐκεῖνος ὁ ἅγιος Γέρων, κατηξιώθη τοῦ Θεομητορικοῦ χαιρετισμοῦ.

***

Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2025

ΘΑΥΜΑ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΗΣ ΣΤΟΝ ΜΟΝΑΧΟ ΠΑΝΑΡΕΤΟ ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΙΝΟ

 

ΘΑΥΜΑ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΗΣ ΣΤΟΝ ΜΟΝΑΧΟ ΠΑΝΑΡΕΤΟ ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΙΝΟ


 

Κατὰ τὰ ἔτη τῆς θητείας μου στὴν Γραμματεία τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος τοῦ Ἁγίου Ὄρους (1956-1958), ἔβλεπα νὰ καταφθάνει καθημερινῶς στὶς Καρυὲς πεζῇ ἀπὸ τὴν Μονὴ Παντοκράτορος (τὰ αὐτοκίνητα ἦσαν ἄγνωστα τότε στὸν Ἄθωνα, τὸ δὲ ἱππεύειν πολυτέλεια ἀνεπίτρεπτη γιὰ τὴν περίπτωσή του), καὶ νὰ παρουσιάζεται στὴν Ἱερὰ Ἐπιστασία, γιὰ τὴν παράδοση καὶ παραλαβὴ τῶν ἀφορώντων τὴν Μονή του ἐγγράφων, ὁ πατὴρ Πανάρετος (Βασιλειάδης Παντελεήμων, τοῦ Ἰωσὴφ καὶ τῆς Μαρίας, ἐκ Προύσσης Μικρᾶς Ἀσίας, ἔτος γεννήσεως 1901, προσέλευσις 1938, κουρὰ 1939, κοίμησις 28/10/1969)· ἕνας ψηλός, λιπόσαρκος, ῥυτιδωμένος, σκληραγωγημένος καὶ μὲ ἐμφανεῖς κάθε φορὰ τὶς συνέπειες τῆς δίωρης περίπου ἀνηφορικῆς πορείας, μοναχός, τοῦ ὁποίου ὅμως τὸ βλέμμα, ἡ ἱλαρότης τοῦ προσώπου καὶ τὰ λίγα, καὶ πάντοτε μετρημένα, λόγια του μὲ προβλημάτιζαν, ἀφοῦ καθόλου δὲν σχετιζόταν μὲ τὴν φήμη ποὺ τοῦ φόρτωσαν οἱ συμμονασταί του, καὶ τὴν ὁποία ποτὲ δὲν φρόντισε νὰ ἀποσείσῃ ἀπὸ πάνω του, καὶ ποὺ μᾶλλον σοφῶς καὶ ἐκ προγραμματισμοῦ, ἀδιαμαρτυρήτως καὶ ἀγογγύστως, τὴν κατέστησε σύμβιο καὶ συνθάφτηκε μαζί της.

Ἀπρόσεκτος, χαζούλης, ἐλαφρόμυαλος, καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι συνώνυμοι ἢ παρεμφερεῖς χαρακτηρισμοὶ ἦσαν οἱ συνήθεις ποὺ τοῦ ἀπηύθυναν καθημερινῶς φανερὰ καὶ ἀπροσχημάτιστα οἱ Παντοκρατορινοὶ Πατέρες, καὶ μὲ ἀκόμη σκληροτέρους τὸν καταστόλιζαν στὶς κατ’ ἰδίαν συζητήσεις των, ἐξ αἰτίας τῆς μεγάλης πυρκαϊᾶς, ποὺ ξέσπασε τὸ 1948, καὶ κατέστρεψε τὴν ἀνατολικὴ κόρδα (πτέρυγα), ποὺ ἦταν ἡ ὡραιότερη τῆς Μονῆς καὶ ποὺ τὴν ἀπέδωσαν στὴν ἀπροσεξία καὶ ἀμέλειά του, γιατὶ ἀπὸ τὸ δωμάτιό του εἶχε ξεκινήσει.

Ἔκτοτε, οἱ Ἐπίτροποι, γιὰ «κανόνα», πέρα ἀπὸ τὴν χλεύη καὶ τὴν κατακραυγή, τοῦ ἀνέθεταν τὰ πιὸ βαρειὰ διακονήματα καὶ τὶς πιὸ κοπιαστικὲς ἀποστολές, καὶ τελικῶς τοῦ φόρτωσαν καὶ τὸ διακόνημα τοῦ ταχυδρόμου, καθὼς καὶ τὸ τῆς ἐκτελέσεως θελημάτων καὶ παραγγελιῶν τῶν Πατέρων. Καθὼς δὲ τὸ Μοναστήρι ἦταν τότε ἰδιόῤῥυθμο, ὁ ταλαίπωρος πατὴρ Πανάρετος, κατήντησε νὰ εἶναι ὑποτακτικὸς ὅλων καὶ νὰ κάνει ἀνεξέταστη ὑπακοὴ στὸν καθένα.

Πάντοτε ἡ Μονὴ εἶχε τὰ σαμαροφόρα της καθὼς καὶ διακονητὴ βουρδουνάρη. Ποτὲ ὅμως δὲν τὸν εἴδαμε ἱππεύοντα. Νὰ τοῦ ἦταν ἆραγε ἀπαγορευμένο; ἢ ἡ πεζοπορία καὶ τὸ πάντοτε γεμᾶτο δισάκι στοὺς ὤμους του ἠθελημένη αὐτοτιμωρία καὶ ἄσκησις συνειδητή; Συνηθίσαμε καὶ ἐμεῖς ἔτσι νὰ τὸν βλέπουμε, τὴν ἴδια γνώμη νὰ ἔχουμε γιὰ αὐτόν, χωρὶς κανείς μας ποτὲ ἀπὸ περιέργεια νὰ θελήσει νὰ γίνει ἐξεταστικὸς γιὰ τὰ κατ’ αὐτόν.

Φορτωμένος, κάθιδρος, καὶ ἀσθαίμων, κατέφθανε στὶς Καρυές, καὶ μὲ διπλάσιο συνήθως βάρος ἐπέστρεφε, ἀφοῦ τώρα τὸ καλντερίμι τὸν διευκόλυνε μεταβαλλόμενο σὲ κατηφορικό. Τὸν βλέπαμε νὰ ῥοβολάει στὶς μετὰ τὸ κιόσκι τοῦ Ἀγᾶ χαραδροπλαγιές, νὰ διακρίνεται ἀμυδρὰ στὰ ξέφωτα τῆς Καψάλας καὶ νὰ χάνεται ὕστερα ὁριστικὰ πίσω ἀπὸ τὰ διάσελα καὶ τὴν τελευταία θεατὴ ἀκρολοφιά. Ὑπολογίζαμε, πὼς ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα, σὲ μία ὥρα ἀκόμα, θὰ βρισκόταν στὸ Μοναστήρι του. Δὲν θυμᾶμαι ὅμως ποτὲ νὰ τὸν μνημονεύσαμε ἢ νὰ τὸν σκεφθήκαμε συμπονετικά, γιὰ τὸ ὅτι καὶ πῶς τὸ ἴδιο τὸ καθημερινὸ δρομολόγιο τὸ πραγματοποιοῦσε καὶ στοῦ καλοκαιριοῦ τὶς κάψες καὶ στοῦ βαρυχειμωνιὰ τὶς παγωνιές.

Κάποτε, ὁ «κανόνας» του σταμάτησε. Ἦταν, γιατὶ τὸ γῆρας καὶ ἡ ἀσθένεια τὸν κρεββάτωσαν γιὰ καλά. Πολὺ καθυστερημένα πληροφορηθήκαμε ὅτι τὸν ἀνέπαυσε ὁ Κύριος ἀπὸ τοὺς κόπους καὶ ἀπὸ τὰ δεινὰ τοῦ παρόντος κόσμου, παίρνοντάς τον κοντά Του, καὶ ἀρκεσθήκαμε σὲ ἕνα τυπικό: «Θεὸς σχωρές τον», ποὺ μᾶλλον βιαστήκαμε νὰ τὸν λησμονήσουμε ὅλωσδιόλου.

***

Ἀναβίωσαν μέσα μου ἡ μορφὴ καὶ ἡ βασανιστικὴ διακονία του, δεκαετίες μετὰ ταῦτα καὶ δὴ ὡς ἑξῆς. Τὸ 1978, ὅτε καὶ ἡ χειροτονία μου, προσκλήθηκα τὸ πρῶτον ὡς ἐπίσκοπος ἀπὸ τὴν Μονή, νὰ προεξάρξω τῆς πανηγυρικῆς ἀγρυπνίας στὴν ἑορτὴ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου. Ὁ Προηγούμενος Ἀθανάσιος, λόγῳ παλαιᾶς γνωριμίας καὶ οἰκειότητος, καὶ γιὰ νὰ μὲ τιμήσει ἰδιαιτέρως, ἔκρινε πὼς στὸ εὐρύχωρο διαμέρισμά του, ἀκριβῶς στὸν ἄνω ὅροφο τῆς ἀνατολικομεσημβρινῆς γωνιᾶς τῆς Μονῆς, θὰ αἰσθανόμουν πιὸ ἥσυχα καὶ αναπαυτικὰ μετὰ τὴν κόπωση τῆς ἀγρυπνίας καὶ γιὰ αὐτὸ εὐθὺς μετὰ τὴν ἄφιξη καὶ τὴν κατὰ τὰ καθιερωμένα τελετικὴ ὑποδοχή μου στὸ Καθολικό, μὲ ὁδήγησε ἐκεῖ καὶ ὄχι στὸ συνεπείᾳ καταφθάσεως πολλῶν ἑορταστῶν πολυθόρυβο Συνοδικὸ ἢ στὸ Ἀρχονταρίκι.

Στὸ διαμέρισμά του, λοιπόν, καὶ περιεργαζόμενος τὶς βιβλιοθῆκες, τὴν ἐπίπλωση, τὸν συνετὸ διάκοσμο, καὶ τὶς παληὲς κορνιζαρισμένες φωτογραφίες σεβασμίων γεροντάδων, κατέληξα στὰ πολλά του εἰκονίσματα, γιὰ νὰ σταματήσω ὁριστικὰ σὲ μία παράξενη ἀπεικόνιση, ποὺ οὔτε στὶς ἱερὲς εἰκόνες θὰ μποροῦσα νὰ τὴν κατατάξω, μλονότι τὸ ἕνα ἀπὸ τὰ δύο ἱστορούμενα πρόσωπα ἔφερε τὸν γνωστὸ φωτοστέφανο ἁγιότητος, ἀλλὰ οὔτε, λόγῳ τούτου, καὶ στοὺς οὕτω λεγομένους ζωγραφικοὺς πίνακες.

Φόντος, ὁ συνήθης ἁγιορειτικὸς καὶ ὅλως ὑποκειμενικόχρωστος, μὲ χιονοσκεπῆ τὴν ὁροσειρὰ καὶ τὰ πλησιέστερα δένδρα· ἕνα σαφῶς διακρινόμενο καὶ ἑλικοειδῶς ἐπεκτεινόμενο μονοπάτι, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ οἱ σιλουέτες ἑνὸς κομποσχοινοκρατοῦντος μοναχοῦς καὶ μιᾶς σεμνοτάτης προπορευομένης μοναχῆς –μὲ φωτοστέφανο στὸ κεφάλι- ποὺ κρατοῦσε φανὸ θυέλλης, βαδίζουσες πρὸς τὸ Μοναστήρι, ποὺ σμικροϊχνογραφικῶς καὶ μᾶλλον συμβολικῶν κατελάμβανε τὸ δεξιὸ τερματικὸ μέρος τοῦ πολὺ σμικρῶν διαστάσεων γιὰ τέτοιο θέμα πίνακος.

Ὁ Προηγούμενος Ἀθανάσιος, καὶ ἐπειδὴ φρόντιζε τὰ τῆς πανηγύρεως, καὶ διότι θέλησε νὰ μοῦ δώσει εὐκαιρία λίγης ἀναπαύσεως ἐν ὄψει τῆς ὁλονυκτίου ἀγρυπνίας, ἐν ἐκτιμήσει καὶ τῆς κοπώσεώς μας ἕως ὅτου καταφθάσουμε στὴν Μονὴ ἔστω καβάλα στὰ μουλάρια –δὲν εἶχε κατασκευασθῆ ἀκόμη τότε ὁ πρὸς τὰ ἐκεῖ αὐτοκινητόδρομος- ἀπουυσίασε γιὰ κάμποσο ἀπὸ τὸ διαμέρισμα. Καλὴ ἦταν ἡ εὐκαιρία γιὰ χαλάρωση καὶ ψυχικὴ ἡρεμία· ἀλλὰ οἱ ἀπορίες καὶ τὰ ἐρωτηματικά μου γιὰ τὴν εἰκόνα-πίνακα δὲν μὲ βοήθησαν νὰ ἡσυχάσω.

Μὲ τὸ ποὺ ἄκουσα κάποια στιγμὴ νὰ ἀνοίγῃ τὴν πόρτα, παρουσιάστηκα ἀμέσως καὶ παρακάλεσα γιὰ συγκεκριμένες ἐξηγήσεις. Ἐντυπωσιάστηκα ποὺ εὐθὺς ἀμέσως ἡ ὄψις καὶ ἡ διάθεσίς του ἔδειξαν ἐμφανῶς ἠλλοιωμένες. Τὶς ἄρχισε πάντως μὲ προθυμία καὶ σοβαρότητα:

-Τὸν θυμᾶσαι, Δεσπότη μου, τὸν πατέρα Πανάρετο;

-Ἂν τὸν θυμᾶμαι; Σἂν νὰ τὸν βλέπω ὁλοζώντανο μπροστά μου.

-Εὐαρέστησε, φαίνεται, τὸν πανάγαθο Θεὸ καὶ τὴν Γερόντισσα Παναγιά μας μὲ τὴν ὑπομονή του στὶς δικές μας κατηγορίες, προσβολὲς καὶ κακολογίες, καὶ μὲ τὰ βασανιστικὰ καὶ ἀγόγγυστα πήγαιν-έλα του στὶς Καρυὲς γιὰ ἐξυπηρέτηση τῆς Μονῆς καὶ ὅλων μας. Ὁμολογῶ ὅτι κάθε φορὰ ποὺ τὸν θυμᾶμαι στενοχωριέμαι καὶ αἰσθάνομαι τύψεις, γιατὶ τὸν τιμωρήσαμε αὐστηρὰ γιὰ τὸ ἐξ ἀμελείας του κάψιμο τῆς Μονῆς μας. Ἐκεῖνος ὅμως, ὁ εὐλογημένος, χωρὶς νὰ διαμαρτυρηθῇ ἢ παραπονεθῇ καθόλου, δέχθηκε τὸν κανόνα, τὸν ἀσπάσθηκε μᾶλλον εὐχαρίστως καὶ τὸν μετέβαλε σὲ τρόπο ζωῆς καὶ σὲ εὐκαιρία ἀσφαλοῦς ἐξιλασμοῦ καὶ σωτηρίας. Δὲν ζήτησε ποτὲ τὴν κατάπαυσή του καί, σὲ κατάκρισή μας, οὔτε καὶ ἐμεῖς συσκεφθήκαμε ποτὲ νὰ τοῦ τὸν σταματήσουμε. Γιὰ αὐτὸ ἡ Κυρία Θεοτόκος ἔκανε τὸ θαῦμά Της, γιὰ νὰ φανερώσει τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν ἁγιότητά του καὶ γιὰ νὰ δώσει γερὸ μάθημα σὲ ἐμᾶς τοὺς ἐπιπολαίους καὶ ἀπερισκέπτους;

Ἔδειχνε καλὴ ἐκείνη ἡ ἡμέρα καὶ ἂς ἦταν Γενάρης μῆνας. (Ἄλλοι λένε γιὰ ἄλλο μῆνα καὶ ἡμέρα). Ποῦ τὸ εἶχε ὅμως κρυμμένο ἐκεῖνο τὸ τυφάνι, καὶ ἀπότομα καὶ ξέφρενα τὸ ἀμόλησε πρὸς τὸ βράδυασμα; Ἔπηξε ὁ τόπος ἀπὸ σκοτεινίλα, καὶ ἕως ποὺ νὰ καταλάβουμε τί γίνεται, κύματα-κύματα ἔφερνε ὁ τρελλοβοριὰς τὸ χιόνι καὶ κατασκέπαζε τὰ πάντα. Ὅλοι χωθήκαμε στὶς κάβιες μας, καὶ μόνη μας σκέψη καὶ προσοχὴ ἦταν νὰ καῖνε καλὰ οἱ σόμπες. Κλειδαμπάρωσε καὶ ὁ Πορτάρης νωρίτερα τοῦ Μοναστηριοῦ τὴν Πόρτα καὶ ἀποσύρθηκε καὶ αὐτὸς στὰ ἴδια. Ψυχὴ πλέον δὲν κινιόταν ἔξω, ἀφοῦ τὰ πάντα τὰ σάρωνε ἡ χιονοθύελλα.

Ποιὸς νὰ σκεφθῇ τὸν πατέρα Πανάρετο; Ἁπλῶς ξέραμε ὅτι πῆγε στὶς Καρυές.

Ξάφνου, ἄκουσα φωνὲς κάτω ἀπὸ τὰ παράθυρά μου καὶ χτυπήματα δυνατὰ στὴν Πόρτα τοῦ κάστρου. Παραξενεύτηκα γιὰ τὸ ποιὸς ξέμεινε ἔξω τέτοια ὥρα καὶ μὲ τέτοιον καιρό. Εἰδοποιήσαμε τὸν Πορτάρη καὶ ἀπὸ περιέργεια ἴσως περισσότερο, πήγαμε καὶ ἄλλοι γιὰ νὰ δοῦμε ποιὸς ἦταν αὐτὸς ὁ ἀπερίσκεπτος καὶ γιὰ νὰ τὸν περιποιηθοῦμε ἀκολούθως, ἀφοῦ ἦταν δεδομένο πὼς θὰ εῑχε δεινοπαθήσει καὶ θὰ ἦταν τρεμάμενος καὶ καταποντισμένος. Καὶ νὰ μπροστά μας ὁ πατὴρ Πανάγερος.

-Ἔ, εἶσαι πέρα γιὰ πέρα τρελλὸς Πανάρετε. Βρὲ εὐλογημένε, δὲν εἶδες τὸν καιρό, δὲν σὲ ἔκοψε νὰ μείνεις στὶς Καρυὲς καὶ νὰ διανυκτερεύσεις στὸ Κονάκι μας; Πῶς μπόρεσες καὶ βάδιζες μὲ τόσο χιόνι καὶ μὲ σκοτάδι πίσσα; τοῦ εἶπα.

-Δὲν ἦταν ἔτσι, Γέροντα, ὅταν ξεκίνησα, καὶ νόμισα πὼς θὰ ἔφτανα ἔγκαιρα στὸ Μοναστήρι. Σὰν πέρασα τὸ διάσελο, ἀπὸ τῆς βρύσης τὸ ἰσιάδι καὶ δῶθε, σκοτείνιασε ὁλότελα καὶ χάλασε ὁ κόσμος. Ὁμολογῶ πὼς κινδύνεψα καὶ φοβήθηκα πολὺ μὴ καὶ μείνω στὸν δρόμο, ἀφοῦ οὔτε πιθαμὴ δὲν διέκρινα τίποτα μπροστά μου, καὶ παρακάλεσα θερμὰ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία μας νὰ μὲ σώσου. Κόκκαλο θὰ μὲ βρίσκατε στὸν δρόμο, ἂν δὲν τύχαινε τούτη ἡ μοναχή, νὰ ἔρχεται καὶ αὐτὴ στὸ Μοναστήρι καὶ νὰ προχωράει πιὸ μπροστά. Αὐτὴ εἶχε φροντίσει προνοητικὰ καὶ εἶχε μαζί της φανάρι ποὺ φώτιζε καλὰ τὸ μονοπάτι καὶ ἀκολουθοῦσα καὶ ἐγώ.

Δεσπότη μου, πῶς νὰ παραστήσω· ἀκούγοντας τὰ λόγια ταῦτα, ἀλληλοκοιταζόμασταν μὲ συμπόνια, γιατὶ μᾶς πέρασε ἡ ἰδέα ὅτι ὁ Πανάρετος, ἀπὸ τὸν φόβο καὶ ἀπὸ τὸ κρύο, τὰ ἔχασε ὁλοσδιόλου καὶ παραμιλοῦσε· ἐνῷ ἐκεῖνος ἐν τῷ μεταξύ, κοίταζε ὁλόγυρα καὶ ῥωτοῦσε τί ἔγινε καὶ ποῦ πῆγε ἡ μοναχή, γιὰ νὰ τὴν φιλοξενήσουμε.

Τότε ἦταν ποὺ ξέσπασα, καὶ τοῦ μίλησα πολὺ σκληρα: Βρὲ Πανάρετε, σοῦ ἔστριψε καὶ τὸ λίγο ποὺ εἶχες; Ὄνειρο βλέπεις; Ἀπὸ πότε ἄρχισες νὰ πιστεύεις ὅτι ἔρχονται καὶ φιλοξενοῦνται στὸ Μοναστήρι μας καλόγριες; Πάτησε ποτὲ γυναίκα στὸ Ἁγιονόρος μας; Ἄντε μέσα καὶ σῦρε στὸ δωμάτιό σου νὰ συνέλθεις, γιατὶ μὲ τὰ λεγόμενά σου θὰ τρελλάνεις καὶ ἐμᾶς.

Ἄρχισε νὰ κλαίει καὶ νὰ διαβεβαιώνει ὅτι εἶναι πολὺ καλά, ὅτι λέει τὴν ἀλήθεια, καὶ ὅτι ὄντως χάρις στὴν σεμνοτάτη, μαυροφόρα, καὶ ἐν ἄκρᾳ σιωπῇ μὲ τὸ φανάρι προπορευομένη ἐκείνη μοναχή, μπόρεσε νὰ ἔρθει στὸ Μοναστήρι· καὶ ἡ ἀνησυχία του στὸ ἑξῆς ἦταν τί ἀπέγινε, ποῦ πῆγε καὶ δὲν τὴν βλέπει πλέον.

Ἡ Παναγία μας ἡ Γερόντισσα, Δέσποτα, ἦταν ἡ μοναχὴ ποὺ ἔσπευσε σὲ βοήθεια τοῦ ταπρινοῦ, ὑπηκόου καὶ εὐλαβεστάτου ἀδελφοῦ μας Παναρέτου· ἐνῷ ἐκεῖνος, ἁπλοῦς καὶ ἀγαθώτατος καὶ ζῶντας στὸν δικό του κόσμο, ἔμενε μὲ τὴν ἐντύπωση ὅτι κάποια μοναχὴ συμπτωματικῶς βρέθηκε προπορευομένη μὲ θυελλοφάναρο στὸ μονοπάτι καὶ τυχαίως ἔγινε ἐκεῖνος συνοδοιπόρος καὶ ἀκόλουθός της. Οὔτε τὸ ἄβατο τοῦ Ἁγίου Ὄρους μας σὲ γυναῖκες θυμήθηκε κατὰ τὴν συμπορεία οὔτε καὶ λέξη θέλησε νὰ ἀνταλλάξει μαζί της, ἀπὸ ὑπερβολικὴ αἰδημοσύνη καὶ συστολή, ὅπως μοῦ ἐξήγησε ἀργότερα σὲ διερευνητικὲς συζητήσεις μαζί του, ἐπειδὴ ἐπρόκειτο περὶ γυναικὸς καὶ μάλιστα μοναχῆς. Πιστεύω ὅμως ὅτι ἔτσι τὰ θέλησε καὶ τὰ οἰκονόμησε ἡ Παναγία. Ἀπὸ τότε καὶ μέχρι σήμερα, μένω μέσα στὶς τύψεις μου γιὰ τὶς αὐστηρὲς κρίσεις μου καὶ τὶς συμπεριφορές μου σὲ ὅσα τὸν ἀφοροῦσαν ἐξ αἰτίας τῆς πυρκαϊᾶς ἐκείνης, ποὺ ξεκίνησε ἀπὸ τὸ δωμάτιό του καὶ ἀπετέφρεωσε τὴν καλλίτερη κόρδα τοῦ Μοναστηριοῦ μας.

Μολονότι, ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὴν τὴν κατηγορία, ὅλοι ἀναγνωρίζαμε τὴν ἀγαθότητα καὶ τὴν ἀφελότητα τῆς ψυχῆς καὶ τὴν ἀνεπίληπτη ζωή του, κανείς μας ποτὲ δὲν ὑποψιάστηκε ὅτι ἕνας τόσο ἀγαπητὸς στὴν Παναγία μας ἀδελφὸς κυκλοφοροῦσε ἀνάμέσά μας. Φυσικά, μετὰ ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ θαυμαστὸ γεγονός, ἡ συμπεριφορὰ ὅλων μας ἄλλαξε ῥιζικῶς. Δὲν ἄλλαξε ὅμως καθόλου τὴν ζωή του ὁ πατὴρ Πανάρετος· ἔμεινε ἴδιος καὶ ἀναλλοίωτος ἕως τέλους τῆς ζωῆς του. Δὲν θέλησε κᾂν νὰ τὸν λυτρώσουμε ἀπὸ τὸ βαρὺ διακόνημά του. Παρακάλεσε νὰ τὸν ἀφήσουμε νὰ ἀνεβοκατεβαίνει τὸ μονοπάτι, ποὺ συνδέθηκε τόσο πολὺ μὲ τὴν ἐπίγεια καὶ τὴν πνευματικὴ ζωή του καὶ νὰ χαίρεται, ὅπως ἔλεγε, στὴν σκέψη ὅτι διακονεῖ τὸ Μοναστήρι καὶ τοὺς ἀδελφούς.

Σὲ διαρκὴ ἀνἀμνηση αὐτοῦ τοῦ θαύματος τῆς Γεροντίσσης Παναγίας μας καὶ γιὰ νὰ ἐξιλεωθῶ τόσο ἀπέναντί της ὅσο καὶ ἀπέναντι τοῦ ἀγαπητοῦ μας Παναρέτου, παρήγγειλα σὲ ἁγιογράφο τὴν εἰκόνα, ποὺ βλέπετε, καὶ τὴν ἀνήρτησα στὸ ἀρχονταρικάκι μου.

-Ἐκφράζω τὶς θερμές μου εὐχαριστίες καὶ τὴν εὐγνωμοσύνη μου, Προηγούμενε, γιὰ τὴν ἀφήγηση καὶ γνωστοποίηση καὶ σὲ ἐμένα τοῦ θαύματος, ποὺ τὸ ἀγνοοῦσα παντελῶς· ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ διατυπώσω καὶ τὴν ταπεινὴ γνώμη μου, πὼς μᾶλλον θὰ ἔπρεπε νὰ ὑποδείξετε στὸν ἁγιογράφο νὰ ἔβαζε φωτοστέφανο καὶ στοῦ πατρὸς Παναρέτου τὸ κεφάλι, εἶπα καὶ κατακλείσαμε ἐκείνη τὴν ἀλησμόνητη καὶ ψυχοτερπῆ συζήτηση.

***

Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2025

ΘΑΥΜΑ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ ΥΜΝΟΥ ΜΟΝΗΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΤΟΝ ΕΥΓΕΝΙΟ ΒΟΥΛΓΑΡΗ

 

ΘΑΥΜΑ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ ΥΜΝΟΥ ΜΟΝΗΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΤΟΝ ΕΥΓΕΝΙΟ ΒΟΥΛΓΑΡΗ

Ἡ Μονὴ Διονυσίου, εἶναι ἰδιαιτέρως εὐτυχής, διότι κατέχει καὶ τιμᾷ τὴν εἰκόνα τῶν Χαιρετισμῶν τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου.

Μεγάλο θαῦμα τῆς Εἰκόνος αὐτῆς εἶναι ἡ τελεία ἴαση τοῦ ἐκ καρκίνου σκληρῶς βασανισθέντος τότε ἀειμνήστου Σχολάρχου τῆς Ἀθωνιάδος Ἀκαδημίας καὶ μεγάλου διδασκάλου τοῦ Γένους μας Εὐγενίου Βουλγάρεως. Τὸ περιγράφει ὁ ἴδιος ὡς ἑξῆς:

«Κατὰ τὸ ἔτος 1758, κατὰ τὸ ὁποπιο ἔτυχε νὰ διατρίβω στὸ Ἅγιον Ὄρος τοῦ Ἄθωνος καὶ τὰ καθήκοντα τῆς Σχολαρχίας τῆς ἐκεῖ Ἑλληνικῆς Ἀκαδημίας, ὅσο μοῦ ἦταν δυνατὸ νὰ ἐκπληρῶ, καὶ ἀκριβῶς στὰ μέσα τῆς ἀνοίξεως, πρῶτα ἀπὸ πυρετὸ ποὺ μοῦ παρουσιάσθηκε ἐντελῶς ἀπότομα, καὶ ἀπὸ κάποια σοβαρὴ καταβολὴ δυνάμεων, ποὺ κατέληγε σὲ ταλαιπωρία μεγαλύτερη ἀπὸ αὐτὴν ποὺ ὀφείλεται σὲ πυρετό, ὅπως πίστευα, μοῦ παρουσιάσθηκε ἕνα βλάστημα βαθειὰ κάτω ἀπὸ τὴν ἀριστερὴ μασχάλη, ποὺ ἀπέβη ὀλεθριώτατο. Τὸ πρήξιμο, σὺν τῷ χρόνῳ, μεγάλωνε μὲν σὲ ὄγκο καὶ προώδευε σὲ σταθερότητα, σὲ σημεῖο ποὺ κατ’ ἀρχὰς μὲν ὅλη τὴν κοιλότητα τῆς μασχάλης, στὸ ἑξῆς δὲ καὶ ὅλο τὸ μέρος τοῦ ἀριστεροῦ μαστοῦ νὰ κατασκληρυνθῇ καὶ νὰ γίνει σχεδὸν ὅπως ἡ πέτρα· νὰ σπάσει δὲν ἐννοοῦσε, οὔτε μὲ πασπαλίσματα εἶχε σκοπὸ νὰ φθάσει σὲ κρίση καὶ νὰ ἀποβῇ ἀπόστημα πυῶδες, ὅπως ἐκεῖνα ποὺ εἴτε μὲ καταπλάσματα εἴτε μὲ χειρουργικὸ ἐργαλεῖο σπάζουν τελικῶς καὶ ἔτσι αὐτοὶ ποὺ τὰ ἔχουν ἰατρεύονται ἀπὸ τοὺς πόνους.

Ἦτο δέ, ὅπως λένε οἱ ἰατροί, ὄχι συνέπεια φλεγμονῆς τοῦ αἵματος, ποὺ κἄποτε στάση, ζέση καὶ φθορὰ μπορεῖ νᾶ πάθει, ἀλλὰ ἕνα ἀπόστημα ἀπὸ τὰ ὑγρὰ τῶν ἀδένων, ὑγρὸ κατὰ τὴν φύση του, σκληρό, ἄκαμπτο, καὶ δυσκολογιάτρευτο καὶ ἀνυποχώρητο στὶς χειρουργικὲς ἐπεμβάσεις. Αὐτὰ λέγουν ὅτι εἶναι ἀπὸ ἐκεῖνα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα προκύπτουν οἱ γάγγραινες στὶς σάρκες καὶ οἱ σήψεις στὰ ὀστᾶ, ποὺ εἶναι παθήσεις ἀνίατες.

Μὲ ἕνα τέτοιο λοιπὸν κακὸ παλεύοντας ἐγώ, καὶ ἀπὸ τὴν δριμύτητα τῶν πόνων ἀθλίως ταλαιπωρούμενος, μὴ δυνάμενος νὰ σταθῶ ὄρθιος μποροῦσα, οὔτε νὰ καθίσω, οὔτε ἀνάσκελα, οὔτε μπρούμυτα νὰ ξαπλώσω, οὔτε στὰ πλευρὰ νὰ κλίνω, οὔτε νὰ ἀγρυπνήσω, διότι ὁ διαρκὴς καὶ ὑπερβολικὸς πόνος οὔτε νὰ ἀναπνεύσω ἐλεύθερα μὲ ἐπέτρεπε, ἀπελπίσθηκα πλέον καὶ γιὰ αὐτὴν τὴν ζωή μου, καὶ εἶχα συμφωνήσει παναληθέστατα μὲ αὐτὸ ποὺ ἔχει λεχθῆ, πὼς ἦταν μικρότερο σὲ συμφορὰ τὸ νὰ πεθάνω μία φορά, παρὰ πολλὲς φορὲς κοντὰ στὸν θάνατο νὰ πηγαίνω.

Ἐνῷ δὲ βρισκόμουν σὲ τέτοια κατάσταση, μὲ ἐπισκεπτονταν κάποιοι φίλοι, καὶ ἐπειδὴ κανέναν ἰατρὸ δὲν θέλουν νὰ τρέφουν οἱ ἐρημιὲς τοῦ Ἄθω, ἀπὸ κάπου ἀλλοῦ πρότειναν νὰ ἀναζητηθῇ ἡ θεραπεία τοῦ κακοῦ. Καὶ οἱ μὲν συνιστοῦσαν νὰ πλεύσουμε γιὰ τὴν Χίο, οἱ δὲ στὴν Σμύρνη, ἄλλοι στὴν Θεσσαλονίκη, διότι ἔκριναν ὅτι σὲ νοσοκομεῖό των ἔπρεπε νὰ βιαστῶ νὰ βρεθῶ. Καὶ δὲν ἦταν αὐτὸ εὔκολο, οὔτε ἀκίνδυνο, ἀφοῦ βρισκόμουν σὲ τόσο κακὴ κατάσταση, νὰ ἐπιχειρήσω τόσο μακρυνὸ καὶν θαλασσινὸ ταξίδι, καῖ ἤ, βέβαια, μέσα στὸ πέλαγος ἢ σὲ κάποιο ἀκρωτήρι ἢ σὲ ἔρημο λιμάνι ἐλεεινῶς νὰ ξεψυχήσω, χωρὶς νὰ μοῦ εἶναι δυνατὸ νὰ τύχω τῆς βοηθείας καὶ τῆς συμπαραστάσεως τῶν ἱερέων κατ’ ἐκείνη τὴν φοβερὴ ὥρα. Ἀλλὰ καὶ αὐτὰ μικρὰ καὶ κανεὸς λόγου ἄξια ἀναγκαστικὰ τὰ καθιστοῦσε ἡ ἀνυπόφορη κόλασις. Καὶ ἤδη καταλήξαμε, σηκωτὸς πάνω σὲ φορεῖο νὰ τοποθετηθῶ μέσα σὲ πλοῖο, σὰν ἐμπόρευμα ζωῆς καὶ ὑγείας, ἐὰν βέβαια κάποιο ἀποφάσιζε τότε καὶ ἦταν ἕτοιμο νὰ πλεύσει γιὰ κάποιο ἀπὸ αὐτὲς τὶς πόλεις

Ἦταν ὅμως ὅπως φαίνεται καὶ αὐτὸ πρὸς ὄφελός μου, ποὺ δὲν πετύχαμε πλοῖο, διότι, μόλις ἀπελπισθήκαμε ἀπὸ τὸ ἐνδεχόμενο ἀποπλέυσεως, μᾶς ἦλθε ἡ πληροφορία ὅτι κάποιος γέροντας στὸ Ἅγιον Ὄρος, Νικηφόρος ὀνόματι, μοναχὸς στὸ σχῆμα, νοσοκόμος στὸ διακόνημα, καὶ κοινοβιακὸ βίο θεαρέστως πολιτευόταν στὸ Μοναστήρι τοῦ Διονύσιου. Ἔλεγαν δὲ ὅτι δὲν ἦταν ὅποιος καὶ ὅποιος παρακατιανὸς στὴν χειρουργική, καὶ μάλιστα ἱκανώτατος στὸ νὰ χειρουργῇ ἰδίως τέτοια ἀποστηματικὰ πάθη· πρὸς τὸν ὁποῖο καὶ ἔπρεπε νὰ πάω μὲ κάθε τρόπο ἀφοῦ ἐπιθυμοῦσα τὴν ὑγεία μου, καὶ ἐπειδή, κατὰ τὸν ὅρο ποὺ αὐτὸς γιὰ τὸν ἑαυτό του εἶχε θέσει, δὲν ἔβγαινε ποτὲ ἔξω ἀπὸ τὸ Μοναστήρι τῆς μετανοίας του.

Καὶ λοιπόν, μόλις τὸν περίπλου τοῦ Ἄθωνος, δὲν μπορούσαμε νὰ κάνουμε διαφορετικά, μὲ ἕνα μικρὸ καΐκι κάναμε, μὲ παρέδωσαν στὴν Μονὴ Διονυσίου καὶ στὴν φροντίδα τοῦ νοσοκόμου της, ὁ ὁποῖος, καὶ ὅ,τι σχετικὸ ζήτησε νὰ πληροφορηθῆ τοῦ τὸ πρόσφερα, καὶ τὸ ἴδιο τὸ πάθος, ὅπως ἦταν φυσικό, μὲ πολλὴ προσευχὴ καὶ περίσκεψη ἀφοῦ ἐξέτασε, μὲ ἐλπίδες ὄχι εὐκαταφρόνητες μὲ ἀνεπτέρωσε, λέγοντας ὅτι χρειάζομαι τὴν χάρη τοῦ Προδρόμου καὶ ὅτι αὐτὴν πρέπει ἐναγωνίως νὰ περιμένουμε, γνώριζε δὲ ὅτι ἐμένα θὰ μὲ θεωρῇς εἶπε, μόνο σὰν ὑπηρέτη σου, τῆς θεραπείας ποὺ τὴν κάνει ὁ Ἅγιος.

Καὶ ἀμέσως καταπιάσθηκε μὲ τὸ ἔργο τῆς ἰάσεως, ἀποπειρώμενος νὰ θέσει ἐπάνω στὸ μέρος ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ ἦταν ἱκανὰ τὴν σὰν πέτρας σκληρότητα καὶ ἀκαμψία τοῦ ἀποστήματος κάπως νὰ μαλακώσει. Ἀλλά, ὁ Νικηφόρος, στὴν ἀρχὴ μὲν μὲ μεταχειριζόταν μὲ πολὺ ἐνθουσιασμὸ καὶ ὁρμή, τὰ μαλακτικὰ συνεχῶς ἐπάνω στὸ πάσχον μέρος ἐναποθέτων, καὶ ἀπὸ τὸ ἕνα στὸ ἄλλο μεταπηδώντας, μὐρια εἴδη ἐπινοοῦσε, χόρτα, ῥίζες, φύλλα, φροῦτα, λύπη, σαλιγκάρια, λάδια διάφορα λαὶ τοῦτο δὲν παρέλειψε γιὰ νὰ μπορέσει τὴν σκληρότητα καὶ τὸ ἀνυποχώρητο νὰ κατανικήσει. Αὐτὸ ὅμως καθόλου δὲν ἐνέδιδε, οὔτε νὰ ὑποχωρήσει λίγο ἤθελε, οὔτε παῦση μικρη νὰ κάνει τῆς σκληρότητός του, ἀλλὰ ἡμέρα μὲ τὴν ἡμέρα πρὸς τὸ χειρότερο προχωρῶντας, ἔδειχνε ὅτι ἦταν ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ καμμία ὑπόσχεση δὲν ἔδιναν γιὰ τὴν διάλυση τῆς συνθέσεώς των.

Μόνη δὲ ἀπέμεινε ἀκόμη στὸν γέροντα, ἡ ἀπόπειρα μὲ τὸ χειρουργικὸ νυστέρι. Διότι, συμπέρανε ὅτι, στὸ βάθος καὶ στὸ κέντρο τοῦ βλαστήματος, σὰν κάποια ῥίζα ἴση μὲ τὸ μέγεθος ἑνὸς ῥεβυθιοῦ, ὅπως ἔλεγε, ὑπῆρχε. Ἐὰν λοιπὸν ἔσπρωχνε τὸ χειρουργικὸ ἐργαλεῖο βαθειά, ποὺ νὰ μποροῦσε νὰ φθάσει στὴν πρωταίτια ῥίζα, θὰ πετύχαινε ὅπως πίστευε νὰ ἐξαφανίσει τὸ κακὸ ἀπὸ τὴν ῥίζα του. Ἐγὼ ὅμως, τὴν σιδερένια τοῦ γέροντος καὶ χεῖρα καὶ γνώμη ἀποποιήθηκα ἐντόνως καὶ λέγοντας: «τὴν φωτιὰ μὲ τὴν φωτιὰ μὴν σκαλίζεις με σίδερο», ἀπόστημα ποὺ δὲν ἔχει ὡριμάσει ἀκόμα ἐλάχιστα νὰ χειρουργῇς, παραφράζοντας τὸ ἀπόφθεγμα τοῦ Πυθαγόρα: «πῦρ μαχαίρᾳ μὴ σκαλεύειν». Καὶ ὡς ἐκ τούτου, ἐκεῖνος μὲν ἐγκατέλειψε τὶς ἐλπίδες γιὰ θεραπεία, ἐγὼ δὲ ἐγκατέλειψα τὶς ἐλπίδες γιὰ ζωή.

Καὶ  ἦλθε ἐπὶ τέλους ἡ ἡμέρα τῆς θεραπείας μου, ποὺ ἦταν ἡ δωδεκάτη τῆς περιθάλψεώς μου στὸ νοσοκομεῖο τῆς Μονῆς καὶ ποὺ πρὸς τὸ ἑσπέρας της ἤδη εἶχε προσκλίνει. Καὶ ἐνῶ οἱ βαθεῖς πόνοι συσσωρεύονταν σὲ ὅλο τὸ πρήξιμο, σὲ βαθμὸ ποὺ νὰ πιστεύω ὅτι ὁ θάνατός μου ἦταν ἀναπόφευκτος, καὶ πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν μου, καὶ ἀφοῦ εἶχα ἤδη ἀπελπισθῆ τελείως ἀπὸ ἀνθρώπινη βοήθεια, πρὸς τὴν Παναγία στράφηκαν ὅλοι οἱ λογισμοί μου καὶ αὐτὴ μόνη νὰ μοῦ γίνει ἰατρὸς καθικέτευα, καὶ μὲ ψυχὴ πράγματι συντετριμμένη, κάποια ᾠδὴ μὲ ὀδυρμοὺς καὶ δάκρυα ἀνάλαβα θρηνώδη καὶ πένθιμη, συνεχῶς ὑποψάλλων τὸ ἱκετευτικὸ ἐκεῖνο κομμάτι τοῦ Μεγάλου Παρακλητικοῦ Κανόνος: «Βλέψον ἱλέῳ ὄμματί σου, καὶ ἐπίσκεψε τὴν κάκωσιν ἣν ἔχω», καὶ τὰ ὑπόλοιπα. Μέχρις ὅτου πλέον, ἀφοῦ στράφηκα πρὸς τοὺς παρόντας -ἦταν δὲ παρὼν καὶ κάποιος ἐκ τῶν ὑποτακτικῶν μου, διάκονος στὴν ἱερωσύνη, ὀνόματι Ταράσιος, ποὺ καὶ τώρα διάγει μαζί μου, καὶ ὁ Γέροντας Θεοκλητος, προϊστάμενος τῆς ὀρθοδόξου κοινότητος καὶ τοῦ ναοῦ τῆς νήσου Minorea- τοὺς εἶπα νὰ μὲ παραπετάξουν μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου.

Καὶ ἐυθὺς μὲ κατέβασαν σηκωτὸ στὸν ναό, ἐνῶ ἤδη εἶχε ἤδη νυχτώσει καὶ ὁ γέροντας Θεόκλητος ἔκανε γιὰ ἐμένα τὴν Μεγάλη Παράκληση. Ἐγὼ δὲ καθ’ ὅλη τὴν ἀκολουθία πενθοῦσα καὶ ἔκλαιγα καὶ στὸ τέλος, ἀφοῦ ἔπεσα μπροστὰ στὴν εἰκόνα καὶ μὲ δάκρυα κατέβρεχα τὸ δάπεδο, καὶ τὴν Παναγία μας ἐπεκαλούμην, ἱκέτευα καὶ ἐπέμενα νὰ παρακαλῶ, νὰ μὴν μὲ περιφρονήσει, ἔτσι ἐλεεινῶς ποὺ ἔλιωνα, ἀλλὰ νὰ σταματήσει τὸ κακό, ἀφοῦ μπορεῖ νὰ κάνει ὅσα θέλει ὡς Μητέρα τοῦ παντοδυνάμου Θεοῦ.

Καί, ὢ τῶν θαυμασίων Σου Δέσποινα! Κάποια ζωοποιὸ ἱκανότητα ἀμέσως καὶ κάποια πνοὴ δυνάμεως αἰσθάνθηκα νὰ παίρνω, συγχρόνως δὲ χαρούμενος βγῆκα ἀπὸ τὸν ναὸ καὶ ἀνέβηκα ἀμέσως στὸ δωμάτιο στὸ ὁποῖο φιλοξενούμουν, ἀπὸ τὴν μία μεριὰ ὑποβασταζόμενος καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη μὲ μπαστούνι βοηθούμενος. Καὶ ἀφοῦ ξάπλωσα στὸ κρεβάτι, ὕπνο ἔδωσα στὰ μάτια μου τὴν νύκτα ἐκείνη καὶ ἀνάπαυση στὰ βλέφαρά μου, μὲ ἄνεση καὶ ὁλονυκτίως ἀποκοιμηθείς, ἐγὼ ποὺ οὔτε τὰ μάτια μου δὲν μποροῦσα νὰ κλείσω καθόλου ἐπὶ τόσες νύκτες λόγῳ τῆς δριμύτητος τῶν πόνων, εἰμὴ πολὺ λίγο, διακεκομμένως καὶ ἐκ διαλειμμάτων μὲ ἔπιανε σὰν σὲ λήθαργο, ὅπως συμβαίνει μὲ αὐτοὺς ποὺ κατακαίονται ἀπὸ σφοδρὸ πυρετὸ καὶ κοντεύουν νὰ παραφρονήσουν, αἰσθάνθηκα καλλίτερα, ἀφοῦ μετριάσθηκε ὁ κλύδωνας τῆς ἀφορήτου ἐκείνης καταστάσεως, καὶ σὰν ἀπὸ καταιγίδα καὶ ζάλη δυνατὴ σὲ πλήρη ἠρεμία καὶ βαθειὰ γαλήνη πίστεψα πὼς βρισκόμουν. Καὶ στὸ ἑξῆς, ἀφοῦ τὸ ἀπόστημα ἄρχισε νὰ μουδιάζει, ἀπέκτησα καλλίτερη διάθεση. Ὕστερα, μέσα σὲ λίγες ἡμέρες, τὸ ἀπόστημα τελείως μαράθηκε καὶ ἐξαφανίσθηκε.

***

Τρίτη 21 Ιανουαρίου 2025

ΘΑΥΜΑ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΠΟΡΤΑΪΤΙΣΣΑΣ ΕΝ ΜΟΣΧᾼ ΕΝ ΕΤΕΙ 1651ῼ

 

ΘΑΥΜΑ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΠΟΡΤΑΪΤΙΣΣΑΣ ΕΝ ΜΟΣΧᾼ ΕΝ ΕΤΕΙ 1651ῼ

Τὸ 1651, ἡ κόρη τοῦ Τσάρου Ἀλεξίου Μιχαήλοβιτς, ἀσθενοῦσε βαρύτατα καὶ ἦταν κατάκοιτη. Διακρινόταν ὄμως γιὰ τὴν θεοσέβειά της καὶ τὴν εὐλάβειά της πρὸς τὴν Παναγία, ἀπὸ τὴν ὁποία ζητοῦσε συνεχῶς τὴν ἴαση καὶ δὲν ἔπαυε ἐλπίζουσα τὴν τέλεση τοῦ ποθουμένου. Ἡ Παναγία, εἰσήκουσε τὰς δεήσεις της καὶ προσεῖδε ἱλέῳ ὄμματι πρὸς τὴν πάθηση καὶ τὴν χρόνια θλῖψη, καὶ ἀφοῦ τὴν ἐπισκέφθηκε ἐν ὀνείρῳ, πρότεινε νὰ ἐνεργήσῃ ὁ πατέρας της τὰ τῆς μετακομιδῆς ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος πρὸς προσκύνηση τῆς Εἰκόνος Της Πορταϊτίσσης.

Ὁ Τσάρος Ἀλέξιος, μὲ ἔκδηλη τὴν χαρά, καὶ ἀναπτερωμένες τὶς ἐλπίδες ἀπὸ τὴν ἀφήγηση τοῦ ἐξαισίου ὀνείρου, ἀμέσως ἐνήργησε τὰ δέοντα πρὸς κάθε κατεύθυνση καὶ ἁρμόδια ἀρχή. Ὁ τότε Πατριάρχης τῆς Ῥωσσικῆς Ἐκκλησίας Νίκων, ἔγραψε σχετικῶς πρὸς τὸν Οἰκουμενικὸ δικό μας Ἰωαννίκιο Β΄, πρὸς διαμεσολάβηση μὲ τὴν Ἱερὰ Κοινότητα τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ ἰδίως μὲ τὴν Μονὴ τῶν Ἰβήρων, ἀλλὰ ἡ ὅλη ὑπόθεσις καὶ προσπάθεια προσέκρουσε στὴν κατηγορηματικὴ ἄρνηση τῶν Ἰβηριτῶν καὶ ὅλων τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων, στὸ νὰ ἐξέλθῃ τῆς Μονῆς καὶ ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τὸν Ἄθωνα ἡ Εἰκόνα αὐτή. Διότι, σύμφωνα μὲ τὴν Παράδοση, ὅπως θαυμαστῷ τῷ τρόπῳ ἦλθε ἡ Εἰκόνα στὸ Ὄρος καὶ στὴν Ἰβήρων καὶ ἔγινε ἡ προστάτριά του καὶ ἡ Πορταΐτισσά της, ἔτσι ἀκριβῶς θὰ ἐπιστῇ ἡ ὥρα καὶ ἡ στιγμὴ ποὺ θὰ ἀναχωρήσει καὶ γιὰ πάντα θὰ τὸ ἐγκαταλείψει. Τοῦτο, θὰ σημάνει καὶ τὴν ἄρση τῆς χάριτός Της καὶ ἑπομένως καὶ καταστροφὴ τοῦ Περιβολιοῦ Της μὲ καταποντισμὸ τῆς ὅλης χερσονήσου.

Τὴν λύση τοῦ προβλήματος διεῖδε ἡ Ἰβηρίτικη Γεροντικὴ Σύναξις, στὴν κατασκευὴ καὶ ἀποστολὴ στὴν Ῥωσσία, ἐπακριβοῦς κατὰ πάντα ἀντιγράφου τῆς Πορταϊτίσσης, ἐπὶ πίστει καὶ πεποιθήσει ὅτι ἡ Παναγία θὰ ἐξέτεινε καὶ σ’ αὐτὸ τὴν χάρη καὶ τὴν εὐλογία Της καὶ ὅτι δι’ αὐτοῦ θὰ μποροῦσε νὰ τελέσει τὸ ὑπεσχημένο στὴν πριγκίπισσα θαῦμα. Ἔτσι ὅλοι κατένευσαν καὶ ἀποδέχθηκαν τὴν πρόταση καὶ διατελοῦσαν ἐν ἐναγωνίῳ ἀναμονῇ τῶν περαιτέρῳ.

***

Μὲ πολλὴ ζέση ψυχῆς ἡ Γεροντία τῆς Μονῆς ἐπελήφθη τοῦ ὅλου ἐγχειρήματος. Ἀφοῦ ἐπέλεξαν τεχνῖτες εὐλαβεῖς ποὺ μόρφωσαν καὶ λείαναν τὴν πρὸς τοῦτο ἀπὸ κυπάρισσο μεγαλοσανίδα, μὲ συμμετοχὴ ὅλης τῆς ἀδελφότητος, τέλεσαν στὸ Καθολικὸ εἰδικὴ ἀγρυπνία καὶ θεία Λειτουργία, μετὰ τὸ πέρας τῆς ὁποίας καὶ ἁγιασμό, προκειμένου μὲ τὸ ἁγιασμένο ὕδωρ νὰ πλύνουν μὲ ἄκρα προσοχὴ τὴν πρωτόγραπτη Εἰκόνα τῆς Πορταϊτίσσης καὶ ἀκολούθως μὲ τὰ ἀπόλοιπά του ἀποπλύνουν τὴν εἰρημένη κυπαρισσοσανίδα. Ἀκολούθως, ἀπὸ τὶς ἀσημοθῆκες τὰ διάφορα κιβωτίδια τῶν πολλῶν λειψάνων τῆς Μονῆς, ἀφοῦ συνέλεξαν τὴν κόνη, τὰ ἀποξέσματα καί τινα θρυμματίδαι καὶ τὰ μετέτρεψαν σὲ ἑνιαία σκόνη, τὰ παρέδωσαν στὸν ἁγιογράφο πρὸς ἀνάμιξή των μὲ τὰ πρὸς χρῆση χρώματά του.

Ἡ ἀντιγραφή, ἀνατέθηκε στὸν ξακουστὸ τότε γιὰ τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν καλλογραφία του ἱερομόναχο Ἰάμβλιχο, μὲ τὴν παράκληση καὶ σύσταση, καθ’ ὅλες τὶς ἡμέρες καὶ μέχρις ἀποπερατώσεως τῆς ἁγιογραφίας θὰ ἔπρεπε, πέρα τῶν πρὸς τὴν Παναγία προσευχῶν του, νὰ νηστεύει αὐστηρῶς καὶ τὴν δήλωση ὅτι ὅλοι οἱ Πατέρες τῆς Μονῆς θὰ ἐπεδίδοντο σὲ ἀνάλογες τηρήσεις καὶ ὁλονύκτιες ἀγρυπνίες. Ἡ τοιουτότροπη ἀνάθεση τοῦ ἔργου, συνεκίνησε καὶ κατενθουσίασε τὸν παπα-Ἰάμβλιχο γιὰ τὴν ὕψιστη τιμή, εὐλογία καὶ χάρη, καὶ ἄρχισε τὸ ἔργο μὲ εὐλάβεια, ἄκρα ἀφοσίωση καὶ ἀπόλυτη συνοχὴ νοὸς καὶ καρδίας.

Ὅταν ὁ παπα-Ἰάμβλιχος τελείωσε τὴν ἁγιογράφηση, οἱ πάντες δόξασαν τὸν Θεό, καὶ ὕμνησαν τὴν Παναγία. Τοὺς ἐναπέμενε πλέον ἡ μετακομιδὴ τοῦ ἀντιγράφου στὴν Ῥωσσία, τὴν ὁποία πραγματοποίησαν οἱ Ἀρχιμανδρῖται· Παχώμιος, Κορνήλιος, Ἰγνάτιος καὶ Δαμασκηνός. Λιτανευτικῶς προέπεμψαν οἱ Πατέρες τῆς Μονῆς καὶ πλεῖστοι ἄλλοι ἐξ ἄλλων Μονῶν Κελλιῶν τὴν «νέα» Πορταΐτισσα μέχρις ἀποβιβάσεώς Της στὸ πλοῖο, παρακαλοῦντες τὴν Παναγία νὰ κάνει καὶ στὴν Ῥωσσία, ἀπολύτως αἰσθητὴ τὴν παρουσία Της, φανερώνουσα τὴν δύναμή Της στὴν τεθλιμμένη γιὰ τὸ πάσχον μέλος τῆς Τσαρικῆς οἰκογένειας καὶ ἐφαπλοῦσα τὴν χάρη Της σὲ ὅλο τὸν ἐκεῖ εὐλαβῆ Θεό.

***

Στὴν Μόσχα, τὰ πάντα διοργανώθηκαν μὲ κάθε λαμπρότητα καὶ μεγαλοπρέπεια· καὶ ὅταν προσδιορίστηκε μετ’ ἀκριβείας ἡ ἡμέρα καὶ ἡ ὥρα, παρατεταγμένη βρέθηκε καὶ ὅλως ἀπαστράπτουσα ἐν στολαῖς, ἅπασα ἡ τῶν Ἱεραρχῶν καὶ τῶν ἄλλων κληρικῶν χορεία μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὸν Πατριάρχη. Παρὸν ἀσφαλῶς τὸ αὐτοκρατορικὸ ζεῦγος, πλαισιωμένο ἀπὸ ὅλους τῆς Αὐλῆς τοὺς τιτλούχους καὶ τὴν αὐτοκρατορικὴ φρουρά.

Ἀλλ’ ὢ τῆς ταχυτάτης εὐεργετικῆς ἐνεργείας τῆς Πορταϊτίσσης Παναγίας!  Εὐθὺς ὡς οἱ θεραπαίνιδες άνήγγειλαν στὴν κατάκοιτη πριγκίπισσα τὴν ἄφιξη τῆς Εἰκόνος, ἐκείνη, καταληφθεῖσα ἀπὸ κρίση συγκινήσεως καὶ χαρᾶς ἀνεκλαλήτου, αὐθόρμητα σηκώθηκε ἀπὸ τὸ κρεββάτι, καὶ σὰν ποτὲ νὰ μὴν ἦτο παράλυτη καὶ ἀπὸ πολλοῦ κλινήρης, ὑγειέστατα ὠρθώθηκε στὰ πόδια της, ἁπασῶν άφώνως βλεπουσῶν καὶ ἐκπληττομένων. Κατανοήσασα δὲ πλήρως ἡ ἰδία τὴν θεία ἐπίσκεψη καὶ τὴν διὰ τῆς Παναγίας ταχύτατη ἴαση καὶ ῥῶση, ἐγκατέλειψε θαλάμους, αὖρες, φύλακες καὶ ἀνάκτορα, καὶ διασχίσασα ὁδούς, παρατάξεις καὶ πλήθη, ῥίφθηκε περίδακρυς στὶς ἀγκάλες τῶν ἐμβροντήτων καὶ παραληρούντων πλέον γονέων.

***

Αὐτὸ τὸ ἐξαίσιο θαῦμα ὑπῆρξε τὸ αἴτιο καὶ τὸ κίνητρο ὥστε τότε, ἡ ἐπιχώριος Ἱερὰ Σύνοδος, ὄχι μόνο νὰ συμφωνήσει ἀλλὰ καὶ νὰ ὑπερθεματίσει στὴν ἐξ ἀφάτου εὐγνωμοσύνης πρωτοβουλία καὶ θέληση τοῦ Τσάρου Ἀλεξίου καὶ τῆς οἰκογενείας του, τὴν ὁποία θερμότατα ἐπεκρότησε καὶ πανηγύρισε ὁ εὐλαβέστατος Μοσχοβίτικος λαός, τὸ παρέκει που τῆς περιωνύμου πλατείας καὶ τοῦ ἱστορικοῦ Κρεμλίνου συγκρότημα τῆς Μονῆς μετὰ τοῦ περικαλλεστάτου Καθολικοῦ, τοῦ τιμωμένου ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Ἁγίου Νικολάου, στὸ ὁποῖο τὸ πρῶτον ἐστεγάσθη καὶ ὁριστικῶς ἀκολούθως ἐνεθρονίσθη ἡ Εἰκόνα, νὰ ἐκχωρηθῇ καὶ ἀφιερωθῇ στὴν Πορταΐτισσα καὶ τὸ ἅπαν του νὰ χαρακτηρισθῇ καὶ ἐξονομασθῇ, κτῆμα καὶ Μετόχι τῆς Μονῆς Ἰβήρων εἰς τὸ διηνεκές.

Ἔκτοτε, καὶ μέχρι λίγα ἀκόμη χρόνια μετὰ τὴν ἀντίθεη κομμουνιστικὴ λαίλαπα, ποὺ σάρωσε τὰ πάντα στὴν Ῥωσσία, ἥτοι μέχρι τοῦ 1932, στὸ μετόχι αὐτό, πάντοτε ἡ Μονὴ τῶν Ἰβήρων, ἀπέστελνε καὶ διατηροῦσε ἐμφανέστατη τὴν ἐκεῖ ἐκπροσώπησή της μὲ ἀνταξίους τῆς ἱστορίας της ἱερομονάχους καὶ ἀδελφούς. Ὕστερα, τὸ οὕτω ἀποκληθὲν «Σιδηροῦν Παραπέτασμα», ἀπέφραξε καὶ τελείως ἀπέκλεισε κάθε μορφῆς σχέση καὶ ἐπικοινωνίας

***

Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ.

  Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ. Ὁ ἱερομόναχος Ἄνθιμος Παντοκρατορινός (κατὰ κόσμον Ἀντώνιος Κατσαλιάκης,...