Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2025

ΚΗΔΕΙΑ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΩΑΚΕΙΜ ΚΑΡΕΩΤΟΥ 1989

 

12. ΚΗΔΕΙΑ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΩΑΚΕΙΜ ΚΑΡΕΩΤΟΥ 1987

Ἦλθε ἐμπρός μου, τὸ σκηνικὸ τῆς θανῆς καὶ τῆς ταφῆς τοῦ πάλαι ποτὲ Κερασιώτου, τὸ πρῶτον, καὶ ἀκολούθως τῆδε κἀκεῖσε κατὰ ἔτη καὶ ἀνὰ εὐκαιρία εὐκόλως μετακινουμένου καὶ ἐγκαθισταμένου Γέροντος Ἰωακείμ (Μπαλάσης Ἰωάννης τοῦ Κωνσταντίνου, ἐκ Καλαβρύτων Ἀχαΐας, κοιμηθέντος τὸ 1987), στὴν αὐλὴ τοῦ Βατοπεδινοῦ Κελλιοῦ τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου, στὸ ὁποῖο, ἐπὶ τέλους, ἀποφάσισε νὰ καταλήξει γιὰ νὰ περάσει τὰ τέλη τῆς ζωῆς του· ἐκεῖ στὰ κάτω καὶ ἀρκετὰ χαμηλὰ τῆς πολίχνης τῶν Καρυῶν.

Παραπλεύρως μὲ τὴν ἐκκλησίτσα καὶ κάτω ἀπὸ τὸν ἐνσωματωμένο μὲ τὸν τοῖχο τουβλόχτιστο Σταυρό, ἐπεθύμησε τὸν ἐνταφιασμὸ τοῦ σώματός του καὶ ἔδωσε τὴν πρὸς τοῦτο ἐντολὴ στὸν εὐλαβέστατο ὑποτακτικό του, λίγες ἡμέρες προτοῦ ξεψυχήσει.

Μισοτελείωνε ἡ ἀκολουθία τῆς κηδείας, καὶ ὁ τάφος δὲν εἶχε ἀκόμα ἑτοιμασθῆ. Γιατί, στὸ συγκεκριμένο μέρος, μόλις δύο πιθαμὲς κάτω ἀπὸ τὸ χῶμα, κρυβόταν γρανίτινο νταμάρι, τὸ ὁποῖο, παρὰ τὶς πολύωρες καλεμιὲς καὶ τὰ βαρυοχτυπήματα ἐκείνων ποὺ φιλότιμα προσφέρθηκαν νὰ βοηθήσουν, πεισματικὰ ἀρνιόταν νὰ συγκατατεθῇ καὶ δεχθῇ ἐπάνω καὶ ἐντός του τὸν γνωστὸ καὶ φίλο μου ἀπὸ τὰ παληὰ Γέροντα –Θεὸς σχωρές’ τον- πού, ὁ εὐλογημένος, ἐκτὸς ἀπὸ σὲ προορατικὸ καὶ προνοητικό, καὶ σὲ ὑποψίες ὑστεροῦσε.

Εὐτυχῶς, ποὺ κάποιος ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἵδρωναν, διέγνωσε ὅτι τὸ νταμάρι πρὸς τὴν μία του ἄκρη παρουσίαζε σημαντικὴ κλίση πρὸς τὰ κάτω, καὶ ἔδωσε τὸ σύνθημα νὰ ἀνοίξουν ἄλλον τάφο ἐλάχιστα ἀνατολικώτερα· ἔτσι λύθηκε τὸ πρόβλημα· δὲν ἄργησαν νὰ ἀνασάνουν οἱ καταϊδρωμένοι, καὶ νὰ ἀνακουφισθοῦμε ὅλοι ἐμεῖς οἱ ἄλλοι.

Τελειώσαμε τὴν κηδεία καὶ τὴν ταφὴ τοῦ σκήνους τοῦ ἀγαπητοῦ μας Γερο-Ἰωακείμ, ἀλλὰ ὅταν ἀρχίσαμε νὰ ἀποχαιρετοῦμε τὸν ὀρφανισθέντα ὑποτακτικό του πατέρα Θεόδωρο (Βλαχιώτης Δημήτριος τοῦ Νικολάου, ἐκ Κνίδης Γρεβενῶν·  γέννησις 1932, προσέλευσις 1950, κουρὰ 1951), εὐχόμενος τὰ τῷ γεγονότι καὶ τῇ περιστάσει καθιερωμένα καὶ δέοντα, καταλάβαμε πὼς διπλοέκλαιγε, ὁ καημένος· μιά, γιατὶ τοῦ πῆρε ὁ Θεὸς τὸν πατέρα καὶ Γέροντά του, καὶ ἀκόμη μία, γιατί, ἐνῷ ἀπὸ πρώτων στιγμῶν τῆς ἀφίξεώς του στὸ Ὄρος καὶ ἐπὶ σαράντα τόσα χρόνια, τοῦ ἔκανε ἐν ἀπολύτῳ ἀφοσιώσει πλήρη καὶ τυφλὴ ὑπακοή, ἦλθε τούτη ἡ ἀπρόβλεπτη στιγμὴ ποὺ τὸν ἀπέδειξε παρήκοο τῆς ὕστατης ἐπιθυμίας καὶ ἐντολῆς του. Ἀπεῖχε ἕνα ἕως ἑνάμισυ μέτρο ὁ τάφος ἀπὸ τὸν ἐντοιχισμένο Τίμιο Σταυρό! Ὑπάρχουν, βλέπετε, καὶ λεπτότητες λογισμῶν, ὑπερευαίσθητες καρδιές, καὶ περιδεεῖς συνειδήσεις.

***

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΜΟΔΕΣΤΟΣ ΚΩΝΣΤΑΜΟΝΙΤΗΣ

 

11. ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΜΟΔΕΣΤΟΣ ΚΩΝΣΤΑΜΟΝΙΤΗΣ

Ὁ Γέροντας Μόδεστος Κωνσταμονίτης (Κατσανεβάκης Ἐμμανουὴλ τοῦ Παναγιώτου, ἐκ Χανίων Κρήτης· γέννησις 1901, προσέλευσις 1931, κουρὰ 1932, κοίμησις 1984), ὁ ὁποῖος χρημάτισε καὶ ἀντιπρόσωπος τῆς Μονῆς του στὴν Ἱερὰ Κοινότητα, ἦταν εὐλαβέστος καὶ ἐντελῶς σκελετωμένος ἀπὸ τὶς νηστεῖες· τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ εὐσυνειδησία ἦταν τὰ κριτήρια τῶν σκέψεων, τῶν λόγων καὶ τῶν ἀποφάσεών του· δὲν ἔλειπε ἀπὸ καμμία ἀκολουθία ἢ ἀγρυπνία τοῦ Πρωτάτου καὶ ποτὲ δὲν ἔλειπε τὸ κομποσχοίνι ἀπὸ τὸ χέρι του καὶ τό: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», ἀπὸ τὸ στόμα του῎

***

ΤΑΡΑΣΙΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΛΑΥΡΙΩΤΗΣ

 

10. ΤΑΡΑΣΙΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΛΑΥΡΙΩΤΗΣ

Ὁ εὐλαβέστατος καὶ λιγομίλητος μοναχὸς Ταράσιος Λαυριώτης (Εὐσταθίου Χαράλαμπος τοῦ Εὐσταθίου, ἐκ Τραπεζοῦντος· γέννησις 1892, προσέλευσις 1911, κουρὰ 1913, κοίμησις 1973), μονίμως στόλιζε τὸ τραπέζι του μὲ τὴν κάρα τοῦ Γέροντός του· γιὰ νὰ μὴν μποροῦν νὰ τὸν πλησιάζουν, -ὅπως μᾶς ἔλεγε- οἱ αἰσχροὶ λογισμοί, γιὰ νὰ περιμένει κάθε ἡμέρα καὶ τὸν δικό του θάνατο, καὶ γιὰ νὰ αἰσθάνεται, σὰν ὑπήκοος ὑποτακτικός, πρόσφατες καὶ ἀμέσως ἐφαρμόσιμες τὶς ἀπὸ τὸ στόμα του ἐξελθοῦσες ἐντολὲς καὶ συμβουλές του.

***

ΕΥΩΔΙΑ ΣΤΗΝ ΣΑΡΑ

 

9. ΕΥΩΔΙΑ ΣΤΗΝ ΣΑΡΑ

Περπατώντας κάποτε ὁ Ῥοδοστόλου, μαζὶ μὲ τὸν μοναχὸ Ἰωσὴφ Βιγλιώτη καὶ τρεῖς λαϊκοῦς, ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῆς Σάρας, ξαφνικά, ἕνας ἀπὸ τοὺς λαϊκούς, ὀνόματι Νῖκος, ῥώτησε τοὺς δύο ῥασοφοροῦντας ἐὰν μυρίζουν μία ὡραῖα εὐωδία. Καὶ οἱ δύο ἀρνήθηκαν ὅτι μύριζαν.

Τότε, ὁ Νῖκος, ἀπευθύνθηκε στὸν συγγενῆ συνοδοιπόρο του:

-Καὶ ἐσὺ δὲν μυρίζεσαι μία ὡραία μυρωδιά, Μανώλη;(Παπαμῖχος Ἐμμανουήλ, ἐκ Βελβενδοῦ Κοζάνης)

-Ἀσφαλῶς καὶ μυρίζομαι ἐδῶ καὶ κάμποση ὥρα, γιὰ αὐτὸ καὶ κοιτάζω δεξιὰ καὶ ἀριστερά, μήπως δῶ καμμία ἐκκλησία στὴν ὁποία ἴσως κάνουν λειτουργία καὶ καῖνε ἀπὸ αὐτά, πῶς τὰ λένε, τὰ θυμιάματα τὰ ὁποῖα τὰ ἀρωματίζουν οἱ καλόγεροι ἐδῶ στὸ Ἅγιον Ὄρος.

-Οὔτε ἐκκλησία ὑπάρχει ἐδῶ κοντά, οὔτε μοσχοθυμίαμα εἶναι. Ξέρω ἐγὼ ἀπὸ αὐτά. Αὐτὴ εἶναι ἄλλη μυρουδιά, πολὺ καλλίτερη· ἀναμίχθηκε ἀπροσδόκητα στὴν  συζήτηση καὶ ὁ Γιάννης, ὁ ὁποῖος σημειωθήτω ἦταν ἀβάπτιστος (καὶ εἶναι, φοβοῦμαι ἀκόμη).

Ἔγειρε τότε ὁ Ῥοδοστόλου πρὸς τὸν Ἰωσήφ, καὶ χαμηλώνοντας τὴν φωνή του τοῦ εἶπε:

-Βάλθηκαν νὰ μᾶς τρελλάνουν τοῦτοι σήμερα. Μυρίζεσαι ἐσὺ τίποτα;

-Ὄχι, Δέσποτα. Ξέρω βέβαια γιὰ τὴν χάρη τούτου τοῦ τόπου, ἀλλὰ δὲν τὴν αἰσθάνθηκα τὴν εὐωδία τῶν Ἁγίων καμμιὰ φορά, καὶ ἀκούγοντας τώρα τοῦτα τὰ πράγματα καὶ δυσπιστῶντας λίγο -ἂς μὲ συγχωρέσει ὁ Θεός- κοιτάω τὰ πλάγια μου, μήπως καὶ διακρίνω τίποτα λουλούδια.

-Σιγὰ μὴ δῇς γαρύφαλα καὶ γιούλια σὲ τούτη τὴν βραχοπλαγιά, καὶ μάλιστα τέλη Νοέμβρη, ποὺ μὲ τὸ νέο ἡμερολόγιο σημαίνει πρῶτο δεκαήμερο τοῦ Δεκέμβρη. Δηλαδή, τρεῖς λαϊκοί, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ εἷς ἀβάπτιστος, αἰσθάνονται τὴν ἄῤῥητη καὶ ὑπερκόσμια εὐωδία καὶ ἐμεῖς, τάχα μοναχοὶ καὶ ἀσκηταί, τίποτα. Εἴμαστε γιὰ μούντζωμα, Πάτερ Ἰωσήφ, ἀλλὰ ἂς ἔχει δόξα ὁ Θεὸς καὶ ἂς δοξάζει καὶ μὲ τέτοιους τρόπους τοὺς ἁγίους του, ἐπ’ ὠφελείᾳ καὶ τῶν ἀνθρώπων ποὺ μᾶς συνοδεύουν.

Κοντοστέκονταν κάθε τόσο οἱ λαϊκοί, σχολίαζαν τὸ γεγονός, καὶ ὕστερα ἔστρεφαν τὰ βλέμματά τους πρὸς ἐμᾶς καὶ ῥωτοῦσαν καὶ ξαναρωτοῦσαν ἐὰν ὄντως τοὺς λέμε ἀλήθεια, ὅτι ὄντως δὲν αἰσθανόμαστε καμμία εὐωδία.

***

Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ.

  Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ. Ὁ ἱερομόναχος Ἄνθιμος Παντοκρατορινός (κατὰ κόσμον Ἀντώνιος Κατσαλιάκης,...