Τρίτη 25 Μαρτίου 2025

Ο ΜΟΝΑΧΟΣ ΑΡΣΕΝΙΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΓΥΦΤΟΚΑΡΦΟ

 

ΑΡΣΕΝΙΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ

Ἀρσένιος Μοναχὸς · κατὰ κόσμον Ἀνδρέας Δαράκης τοῦ Εὐστρατίου, ἐξ Ἀζογυρῶν Χανίων Κρήτης. Ἐγεννήθη τὸ 1900, προσῆλθε καὶ δοκίμασε στὴν Μονὴ Κουτλουμουσίου τὸ 1929, ἐκάρη μοναχὸς τὸ 1930, καὶ παρέμεινε στὴν Μονὴ μέχρι τὸ 1944, ὁπότε λαβὼν ἀπολυτήριο, προτίμησε νὰ ἀσκητεύσει στὴν ἡμίωρο περίπου ἀπέχουσα ἀπὸ αὐτὴν μὲ τὰ πόδια Σκήτη τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος καὶ συγκεκριμένα στὴν Καλύβη τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, τὴν ὁποία ἐγκατέλειψε τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1966, γιὰ νὰ συνεχίσει τὴν ἄσκησή του στὴν Καλύβα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τῆς Σκήτης τῆς Ἁγίας Ἄννης, στὴν ὁποία καὶ ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ τὸ 1983.

Ἀπὸ τὰ γλυκοχαράματα ξεκινοῦσε ἀπὸ τὴν Καλύβα του καὶ ἐρχόταν γιὰ μεροκάματο στὸ Κελλί μας, ὁ πατὴρ Ἀρσένιος, στὴν Κουτλουμουσιανὴ Σκήτη τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος. Τὰ χέρια του, μέσα ἔξω, ἦταν σὰν τῆς χελώνας τὰ πόδια καὶ τὸ καύκαλο· τὰ ζηλεύαμε· γιατὶ ἦταν ἀδιανόητο νὰ βγάλουν ἀπὸ τὸ ζόρισμα φουσκάλες, ποὺ ἔσκαζαν, ὑγροῤῥοοῦσαν καὶ ἔτσουζαν πολύ. Ἀντάμα, λοιπόν, τὸ δικό του μὲ τὰ δικά μας κελλιὰ καὶ βατοκόπια· ἀμπέλι, λαχανόκηπος, ἐλαιώνας, κατέληγαν βαθειὰ φρεσκοσκαμμένα, ὁ λεπτοκαρεώνας κατακάθαρος ἀπὸ ζίγρες, ἀρκουδόβατα καὶ ἄλλα λαίμαργα καὶ ἀγριοπλόκαμα, καί, μὲ ἕναν λόγο, ὅλα τὰ τῆς περιοχῆς μας ἀπέβαιναν, ἐκτὸς ἀπὸ ὡραιοθέατα, καὶ πολλὰ ὑποσχόμενα.

Ἦταν πολὺ χαριτωμένο τὸ καλυβάκι του, ἐκεῖ στὰ πιὸ βορειοδυτικὰ ἀπόμακρα τῆς Σκήτης. Εἶχε ναΐσκο ἐπ’ ὀνόματι τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, δωματιάκι γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἀρχονταρικάκι μὲ καναπὲ καὶ μιντέρι, γιὰ νὰ μπορεῖ ἐν ἀνάγκῃ νὰ φιλοξενήσει τὸν παπᾶ ποὺ ἐρχόταν γιὰ λειτουργία ἢ κάποιον γνωστό του, ἕναν διαδρομίσκο στὸ μὲ τὴν ἐκκλησίτσα ἐνδιάμεσο, καὶ μία συνεχόμενη ἀποθηκούλα γιὰ τὴν προφύλαξη τῶν χρειωδῶν του.

Τὸ σύνολό του τὸ θέρμαινε κατὰ τὶς κρυάδες τοῦ χειμῶνος μιά, σὲ μεσοτοιχία καλοκτισμένη μὲ πυρότουβλα, σόμπα, ποὺ τὴν ἔθρεφε μὲ καυσόξυλα, ποὺ τὰ ἔκοβε τὸ κατακαλόκαιρο καὶ τὰ μετέφερε στὴν πλάτη ἢ στὸν ὦμο ἀπὸ τὶς πλησιέστερες δασοχαράδρες, καὶ κοντοκόβοντάς τα ἕνα ἕνα, πάλι μὲ τὸ τσεκούρι, τὰ ἔκτιζε, μὲ προσοχή, γιὰ νὰ μὴν πιάνουν πολὺ χῶρο, σὲ λίγο παρέκει πασαλοστεκούμενο καὶ λαμαρινοσκέπαστο τσαρδάκι.

Τίποτα δυστυχῶς, ἀπὸ αὐτὸ τὸ τόσο ἡσύχιο, χαριτωμένο καὶ ποθεινὸ γιὰ ἄσκηση, προσευχὴ καὶ σωτηρία, δὲν σώζεται σήμερα· γιατὶ ὁ πατὴρ Ἀρσένιος, ζηλωτὴς στὸ φρόνημα, καθὼς αἰσθάνθηκε τὸν ἑαυτό του γηράσκοντα καὶ ὁλοένα ἐγκαταλειπόμενο ἀπὸ τὶς ἀκατάβλητες κάποτε δυνάμεις του, ἀπεφάσισε τὴν μετεγκατάστασή του στὴν Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης, τῇ ὑποκινήσει καὶ ἐνθαῤῥύνσει ἁγιαννανιτῶν ἀσκητῶν φίλα πρὸς αὐτὸν προσκειμένων καὶ διατεθειμένων. Τοῦ ἐδόθη ἀπὸ τὴν Μεγίστη Λαύρα ἡ, στὰ νότια καὶ κατάντικρυ τοῦ Κυριακοῦ, Καλύβα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ὅπου μετ’ ἀρκετὰ ἔτη, ἐν Κυρίῳ ἐκοιμήθη καὶ στὸ λιγοστό της χῶμα ἐτάφη.

Τὸν Αὔγουστο τοῦ 1953, καὶ συγκεκριμένως κατὰ τὶς παραμονὲς τῆς ἑορτῆς τῆς Παναγίας, κατὰ τὶς ὁποῖες ἔκανε τὶς ἀπαιτούμενες ἑτοιμασίες ὁ πατὴρ Ἀρσένιος, γιὰ νὰ τιμήσει ὅσο μποροῦσε καλλίτερα τὴν προστάτρια τῆς Καλύβης του καὶ ὅλων ἀειπάρθενο Μητέρα τοῦ Σωτῆρός μας, ἦταν ποὺ διεδραμάτισα καὶ ἐγὼ κάποιον στὰ ἐκεῖ ῥόλο.

Μὲ λειτουργὸ στὸ Μυστήριο τὸν μακαριστὸ πνευματικό μου παπα-Εὐθύμιο Ἐσταυρωμένο, τοῦ ὁποίου τὸ Κελλὶ ἀπεῖχε μόλις ἡμίωρο –μὲ τὰ πόδια φυσικά- ἀπὸ τὴν Καλύβα, θὰ ἔκανε μικρὸ πανηγυράκι ὁ πατὴρ Ἀρσένιος, μὲ δύο τρία ἀκόμη προσφιλῆ του πρόσωπα, καὶ θὰ δεχόταν τὸν γειτονικό του ἀσκητόκοσμο· πέντε ἢ ἕξι, δηλαδή, τὸ πολύ, ἀκόμη συνασκητάς του· ποὺ κατὰ τὰ ξημερώματα θὰ διέκοπταν τὴν ἀγρυπνία τους στὸ Κυριακό, καὶ θὰ ἀνηφόριζαν γιὰ νὰ τὴν συμπληρώσουν ἐκεῖ ἐπὶ τὸ ἑορταστικώτερον.

Στὴν πολὺ λιτὴ τράπεζα ποὺ παρέθεται, ποτὲ δὲν εἶχαν παρακαθίσει περισσότεροι, γιατί, ὡς γνωστό, τὴν ἴδια ἡμέρα ἑορτάζει ἡ Πορταΐτισσα στὴν Ἰβήρων καὶ ἦταν ἑπόμενο περίπου ὅλοι νὰ ἐπιθυμοῦν, καθ’ ὃ καὶ γείτονες, νὰ μὴν λείψουν ἀπὸ τὸ προσκύνημά Της, καὶ νὰ ἀγρυπνήσουν πανηγυρικώτατα, μὲ ᾄδοντας καὶ ψάλλοντας τοὺς καλλιφωνοτέρους ψάλτας ποὺ διέθετε τὸ Ἅγιον Ὄρος μας.

Μὲ τὴν εὐλάβεια καὶ τὸν ζῆλο τοῦ ἀρχαρίου, προσφέρθηκα νὰ βοηθήσω στὴν καθαριότητα καὶ τὸν εὐτρεπισμὸ τοῦ ναΐσκου. Ξεσκόνισα στασίδια, ἑτοίμασα δρακόντια, γυάλισα πολυέλεο καὶ σαμουντάνια, καὶ ὡς τελείωσα τὰ τῆς μικρῆς ἐντοιχισμένης στὰ ἀνατολικὰ Ἁγίας Τραπέζης καὶ τῆς μόλις ἐπαρκοῦς γιὰ τὴν ἐναπόθεση τοῦ Ἁγίου Ποτηρίου καὶ τοῦ Δισκαρίου Προσκομιδῆς- ἀχιβαδούλας, καὶ θέλησα νὰ περιποιηθῶ καὶ τὸ θυμιατό, ἔπεσαν τὰ μάτια μου σὲ ἐκεῖνο τὸ γυφτόκαρφο ποὺ παραδίπλα σφιχτομπηγμένο στὸν τοῖχο, ποιὸς ἤξερε ἀπὸ τὰ πότε, χρησίμευε γιὰ τὸ κρέμασμά του.

Εἶχε φωλιάσει μέσα μου κάποια ἀπέχθεια γιὰ αὐτὰ ἀπὸ τότε ποὺ ξεδιαλύοντας κάποια σαπιοδόκαρα στὸ Κελλί, γιὰ νὰ τὰ κάψουμε στὸν φοῦρνο, ἕνα τοῦ εἴδους του μὲ εἶχε τραυματίσει, εὐτυχῶς ὄχι πολὺ σοβαρά. Τώρα, ὡς εἶδα ἐμπρός μου ὅμοιό του, ἀκαλαίσθητο, σκουριασμένο, μαυρισμένο καὶ αὐτό, καὶ θυμήθηκα πώς, σὲ ἕνα κασσονάκι στὸ ὁποῖο ἔβαζε τὰ ἀναγκαῖα γιὰ μικρομαστορέματα ἐργαλεῖά του ὁ πατὴρ Ἀρσένιος, πῆρε τὸ μάτι μου καὶ ἕνα μπρούτζινο γαντζάκι, αὐθόρμητα πῆγα καὶ τὸ βρῆκα.

Καὶ ὅπως τὸ ἔκρινα ἐμφανίσιμο καὶ πολὺ χρηστικὸ γιὰ τὴν περίπτωση, ξεκρέμασα εὐθὺς τὸ θυμιατὸ καὶ παραθέτοντάς το κάπου πλησίον, μᾶλλον δὲν ἄργησα πολύ, μὲ τὴν βοήθεια ἑνὸς σφυριοῦ, νὰ ξεπατώσω τὸ κατασκεύασμα τοῦ γύφτου καὶ στὴν θέση του νὰ καλοστεριώσω τὸ μπρούτζινο γαντζάκι, ἀφοῦ τὸ γυάλισα καὶ αὐτὸ ἐπιμελῶς. Καὶ ἀφοῦ, μὲ αὐταρέσκεια, ὁμολογῶ, ἐπανανήρτησα τὸ θυμιατὸ ἀπὸ καινούργια δεδομένα, τὸ κοίταξα ἐπ’ ἀρκετὸ περιχαρὴς καὶ ἀπόλυτα ἱκανοποιημένος.

Πέρασε κάμποσος καιρός, ὁπότε σὲ μία γιὰ ἐξομολόγηση ἐπίσκεψή μου, ὁ ἀείμνηστος σοφὸς καὶ ἅγιος πνευματικός μου, μοὺ ἔψαλλε, σὲ πλάγιο βέβαια ἦχο, τὸν ἀναβαλλόμενο καὶ μὲ ἔκανε νὰ βυθισθῶ σὲ λύπη.

Φέρνοντας μὲ τρόπο τὴν κουβέντα στὸ ἀτόπημά μου, ἄρχισε, μὲ ἀμέτρητη πατρικὴ στοργὴ στὴν καρδιά, μὲ ἐμφανέστατη τὴν σύνεση καὶ τὴν σοφία στὰ λεγόμενα καὶ μὲ ἔκδηλη τὴν ἀγάπη του στὴν φωνὴ καὶ τὸ ὕφος, νὰ μὲ ῥωτᾷ· ἀσχέτως μὲ τὸ ὅτι ἐγὼ τὶς ἐρωτήσεις του τὶς ἐξελάμβανα καὶ τὶς βίωνα, εὐθὺς ὡς ἔλαβα συνείδηση τοῦ ἁμαρτήματός μου, σὰν σφυροκοπήματα στὸν πικρὰ πλὴν πολὺ ὄψιμα μετανοιωμένο ἐσώκοσμό μου:

-Δὲν ἔπρεπε νὰ ῥωτήσεις, νὰ πάρεις εὐλογία;

-Δὲν ἔπρεπε νὰ σεβασθῇς τὴν ἀρχαιότητά του; Διακοσιόχρονες θεωροῦνται τῆς Σκήτης οἱ Καλύβες. Μπορεῖς νὰ ὑπολογίσεις πόσες θεῖες λειτουργίες εἶδε καὶ διακόνησε ἐκεῖνο τὸ καρφί, καὶ ποιοὶ καὶ πόσες φορὲς παπάδες, ξεκρεμῶντας ἀπὸ αὐτὸ τὸ θυμιατό, θυμίασαν προσκομιδή, θυσιαστήριο, τέμπλο· καὶ πόσους καὶ ποιοὺς ἆράγε κεκοιμημένους πατέρας, καὶ πόσους καὶ ποιοὺς ζῶντας, καὶ τὸ ξανακρέμασαν σὲ τοῦτο;

-Γυφτόκαρφο τόλμησες καὶ τὸ ἀποκάλεσες ἐσύ. Σμαράγδι βαρύτιμο καὶ λουλούδι ἀμάραντο καὶ δοξολογικὸ τὸ ἔβλεπα καὶ τὸ θεωροῦσα ἐγὼ κάθε φορὰ ποὺ προσκόμιζα σὲ ἐκείνη τὴν Προσκομιδή.

-Μὲ γυφτόκαρφα, καὶ ὄχι παραγωγῆς ἐργοστασίου, σταύρωσαν τὸν Χριστό μας οἱ Ἑβραῖοι· δὲν ἔπρεπε νὰ εὐλαβηθῇς τὸ χειροποίητό του, τὴν τίμια καταγωγή του καὶ τὴν ὑψηλὴ συγγένειά του;

-Ἔτσι ἀνεξέταστα καὶ πρόχειρα θὰ ἐνεργῇς καὶ στὸ ἑξῆς ὅσες φορὲς θὰ καταπιάνεσαι μὲ πράγματα καὶ ἀντικείμενα ποὺ διακονοῦν τὰ θεῖα μυστήρια καὶ τοῦ Θεοῦ μας τὴν λατρεία;

-Δὲν νομίζεις, πὼς τέτοιου εἴδους πρωτοβουλίες καὶ ἐνέργειες, ποὺ κατὰ τὸν λογισμό σου ἀποβλέπουν σὲ βελτιώσεις, καλαισθησίες καὶ εὐκολίες, κατὰ παραθεώρηση, ἂν ὄχι καὶ ἐπὶ βλάβῃ καὶ καταστροφῇ, τῶν παλαιῶν καὶ πιθανῶς ἱεροϊστορικῶν εἶναι καλλίτερα νὰ σοῦ λείπουν καὶ νὰ μᾶς λείπουν;

-Νὰ ὑποθέσω, ὅτι ἀνάλογα –Θεὸς φυλάξοι- θὰ φρονῆς καὶ θὰ ἀντιμετωπίζῃς καὶ τὰ ἄπιαστα καὶ ὅλως θεωρητικὰ περὶ τὴν πίστη, τὴν θεία διδασκαλία, καὶ τὴν ἱερὴ παράδοση;

Σφάδαζα ἀπὸ τύψεις, καὶ τὰ δάκρυα τῶν ματιῶν μου σταματημὸ δὲν εἶχαν· καὶ ἐνδόμυχα ἐπιθυμοῦσα νὰ μὴν μὲ ῥωτήσει τὶ τὸ ἔκανα τὸ γυφτόκαρφο, ποὺ τώρα στὰ τρίσβαθά μου αἰσθανόμουν τὴν ἱερότητά του, καὶ τὸ ἔνοιωθα ἀμείλικτα νὰ τρυπάει τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια καὶ τὴν ταλαίπωρη καρδιά μου.

Τὸ ἔκανε ὅμως· καὶ τότε ἦταν ποὺ μὲ λυγμούς, ποὺ μόλις ἐπέτρεπαν νὰ ἀρθρώσω λέξεις καὶ προτάσεις, ὡμολόγησα, ὅτι τὸ ἐκσφενδόνισα μὲ ὅλη μου τὴν δύναμη στὰ μακρυὰ τῆς πουρναροπλαγιᾶς. Κατάλαβε, πὼς θὰ ἦταν μάταιο νὰ μοῦ βάλει κανόνα νὰ πάω νὰ το βρῶ, νὰ τὸ ἀσπασθῶ ὅπως τοῦ ἄξιζε, καὶ νὰ τὸ ἀποκαταστήσω πλήρως.

Μᾶλλον προφασίσθηκε πὼς κάτι ἤθελε νὰ δῇ στὸ δωμάτιό του, καὶ μὲ ἄφησε μόνον μου στὸ ἐκκλησάκι, ὥστε ἐλεύθεροι καὶ ἀνεμπόδιστοι νὰ συνεχισθοῦν οἱ λυγμοὶ καὶ ἀκολούθως λήξει τὸ κλάμα. Δὲν ἄργησε πολύ. Ἦρθε καὶ μοῦ διάβασε τὴν εὐχή. Αἰσθάνθηκα λυτρωμένος. Τὴν ἀπὸ ἀμυαλοσύνη καὶ ἐπιπολαιότητα ὅμως περιπέτεια ἐκείνη τὴν θυμᾶμαι καὶ θὰ τὴν θυμᾶμαι ἐπὶ πολὺ ἀκόμα.

***

ΓΕΡΟΝΤΙΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΚΑΨΑΛΙΩΤΗΣ

 

Γερόντιος Μοναχὸς Καψαλιώτης


 

Γερόντιος Μοναχός· κατὰ κόσμον Γεώργιος Νικολάου τοῦ Παναγιώτου, ἐκ Πύργου Ἠλείας. Ἐγεννήθη τὸ ἔτος 1909, προσῆλθε στὴν Μονὴ Γρηγορίου τὸ 1932, καὶ ἐκάρη τὸ 1935. Γιὰ λόγους ὑγείας, πολὺ νωρὶς ἀπεμακρύνθη τῆς Μονῆς· ἀγαπῶν ὅμως, παρὰ ταῦτα, τὴν αὐστηρὴ ἄσκηση καὶ τὴν ἀπόλυτη ἡσυχία, τολμοῦσε ἑκάστοτε νὰ ἐπιλέγει καὶ κατόρθωνε κατὰ περιόδους ἐτῶν, νὰ διαβιῇ στὰ πλέον ἀπομακρυσμένα καὶ ἐρημικὰ μέρη τοῦ Ἄθωνος. Πλήρης ἡμέρῶν, ἐπεθύμησε νὰ διανύσει τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς του στὴν Μονὴ τῆς μετανοίας του, στὴν ὁποία τυχὼν φιλαδέλφου δοχῆς καὶ στοργικωτάτης περιθάλψεως, ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ το 2002.

Ἀσκήτευε, ἐκεῖνα τὰ χρόνια, σὲ φτωχοκαλύβα, ἐκεῖ στὰ νότια προσήνεμα τῆς ἐρήμου Καψάλας, ὑποβαλλόμενος, σὺν τοῖς ἄλλοις, καὶ στὸν τακτικώτατα ἀπαιτούμενο πεζοποριακὸ κόπο γιὰ νὰ συχνάζει λατρευτικῶς στὸ Κυριακὸ τῆς Κουτλουμουσιανῆς Σκήτης τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, ἕνας σαραντάρης περίπου μοναχός, ὀνόματι Γερόντιος, τοῦ ὁποίου ἡ στάσις, τὸ σχῆμα καὶ ἡ ἐν γένει συμπεριφορά, μᾶς ἐντυπωσίαζε ἰδιαιτέρως.

Ἔψαλλε εὐάκουστα στὶς ἀγρυπνίες, ὅταν ἐρχόταν ἡ σειρά του· ἀλλὰ ἦταν ἀδιανόητο γιὰ τὸν Τυπικάρη, νὰ μὴν τὸν ξετρυπώνει ἀπὸ τὰ ἀπόμερα στασίδια, στὰ ὁποῖα συνήθιζε νὰ κρύβεται, γιὰ νὰ τὸν βάλει νὰ διαβάσει τὸ πρῶτο Κάθισμα ἀπὸ τὰ κάτ’ ὄρθρον τεταγμένα.

Σὰν ξεχωριστὴ ἱεροτελεστία τὴν περιμέναμε ἐκείνη τὴν στιγμή· ποὺ κάνοντας ὑπακοή, τραβοῦσε ἀκόμη περισσότερο τὰ πλαϊνὰ τοῦ κουκουλιοῦ του, γιὰ νὰ κρύψει καὶ ἄλλο ἀκόμη τὸ λιπόσαρκο καὶ ξερακιανὸ πρόσωπό του· καὶ ἀκολούθως, σκυφτά, ταπεινά, βημάτιζε πρὸς τὸ ἀναλόγιο, λίγο προτοῦ τελειώσει τὸ Θεοτοκίο τῶν ἀπολυτικίων τοῦ «Θεὸς Κύριος»· μεγάλωνε τὴν φλόγα τοῦ λαδοφανοῦ, καὶ ἔπιανε σταθερὰ καὶ ἀπὸ τὶς δύο μεριές του τὸ Ψαλτήρι.

Καὶ σὰν τελείωνε τοῦτο τὸ ἐν κινήσει θέμα, ὁποῖο ἄκουσμα, Θεέ μου! Σοῦ ἐρχόταν νὰ πιστέψεις, πώς, στῆς ἁγιορείτικης νύκτας τὴν σιγαλιὰ καὶ στοῦ Κυριακοῦ τὸ γλυκοσκόταδο, ποὺ ἔτσι καὶ τέτοιο τὸ ἐπιθυμπῦσαν γεροντοπαραδότως οἱ ἀσκηταί, ὡς βοηθητικὸ στὴν πνευματικὴ περισυλλογὴ καὶ στὴν αὐτοσυγκέντρωσή τους, μόλις, δηλαδή, ἀμυδρά, σὰν τὰ ἀστράκια στοῦ οὐρανοῦ τὸ ἄπειρο κατὰ τὶς ἀσέληνες νυκτες νὰ τὸ φωτοστίζουν τῶν κανδηλιῶν οἱ μικροφλογίτσες, τοῦ προσκυνηταριοῦ τὸ μελισσοκέρι καὶ ἡ παρέκει κατανυκτικὴ λουσέρνα, κάποιος ὅσιος ἢ Παλαιοδιαθηκικὸς Προφήτης ζωντάνευε, ξεκολλοῦσε ἀπὸ τὶς τοιχογραφίες, καὶ πήγαινε στὸ ἀναλόγι, γιὰ νὰ ἐνεστωτοποιήσει τὰ τότε καὶ τὰ πάλαι, καὶ γιὰ νὰ μᾶς διδάξει τὰ πρέποντα, γιὰ τὸν Θεό μας, γιὰ τοὺς κόσμους Του, τὸν ἐπίγειο καὶ τὸν ἐπουράνιο, γιὰ τὸν νόμο καὶ τὸ θέλημά Του, γιὰ ὅλα τὰ μελλούμενα, γιὰ τὴν ἀγάπη καὶ τὸ μέγα ἔλεός Του πρὸς τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ ὅτι, ὁσονούπω καταπαύουμε, ὁπότε, ἂν καλὰ τὰ πάμε, μᾶς ἀναμένει τὸ ἀνείκαστο φῶς τοῦ προσώπου Του καὶ ἡ ἀτελεύτητη δόξα Του.

Ὢ πόσο διαφορετικὸ πρᾶγμα ἦταν, νὰ διαβάζουμε ἐμεῖς τοὺς ψαλμοὺς στὴν κέλλα ἢ στὸ ἀναλόγι, ἀπὸ το νὰ τοὺς ἀκοῦμε ἐκφερόμενους ἀπὸ τὸ ἀσκητικώτατο στόμα τοῦ πατρὸς Γεροντίου! Ἦταν, σὰν ὅλοι οἱ στίχοι νὰ ἀποκτοῦσαν πρόσθετη δυναμική, ἀξιολογώτερη σημασία, βαθύτερη ἔννοια, περισσότερη νοστιμιὰ καὶ γλυκύτητα· καὶ συναντοῦσαν τόση εὐπροσδεξία ἀπὸ τὸ ὅλο μας τὸ εἶναι· καὶ ἔμπαιναν μὲ τόση χαρὰ καὶ χάρη στὰ ἐντός μας, γιὰ νὰ κατασκηνώσουν ἀναπαυτικὰ καὶ καταγραφοῦν ἀνεξιτήλως στὴν μνήμη μας τὰ τεφτέρια, γιὰ νὰ καθηδύνουν ἀπὸ ἐκεῖ μυστηριωδῶς καὶ αὐτενεργήτως τὰ μύχια τῆς καρδιᾶς καὶ τῆς ψυχῆς μας.

Πέμπτη 20 Μαρτίου 2025

ΜΙΑ ΚΑΡΑ ΣΤΟΝ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΙΚΟ ΘΑΛΑΣΣΟΑΦΡΟ

 

ΜΙΑ ΚΑΡΑ ΣΤΟΝ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΙΚΟ ΘΑΛΑΣΣΟΑΦΡΟ



 

Διηγεῖται ὁ πατὴρ Παῦλος ὁ Καυσοκαλυβίτης στὸν Ῥοδοστόλου Χρυσόστομου:

Οἱ Γεροντᾶδές μου μοῦ εἶπαν ὅτι στὶς ἡμέρες τους συνέβη τὸ θαυμαστὸ μὲ τὴν κάρα, ποὺ ἔπλε στὸν ἀφρὸ καὶ σιγοξέσερνε τὰ ἴσαλα τῆς βραχοπλαγιᾶς τοῦ νησιοῦ τοῦ Ἁγίου Χριστοφόρου. Κάποιας τρελλο-Νοτιᾶς θεόρατο κῦμα θὰ τὴν εἶχε ἁρπάξει ἀπὸ ἐκεῖ ἐπάνω, καὶ τὴν πέταξε ἀπὸ τούτη τὴν μεριὰ τοῦ πελάγου. Ὁ μακαρίτης Γερο-Μιχαήλ, μὲ τὸν Διακο-Γεώργιο τῆς συνοδείας τῶν Ἰωασαφαίων, ἦταν αὐτοὶ ποὺ τὴν βρῆκαν, ὅταν πῆγαν γιὰ ψάρεμα πρὸς τὰ ἐκεῖ.

Μᾶς ἐξέπληξε ἡ ἀφήγησις. Λίγο πρᾶγμα εἶναι, Δέσποτα, νὰ πλέει γιὰ μερόνυχτα κάρα στὸν ἀφρὸ μὲ τόσες τρύπες; Ψαροκρατούνα μαθὲς εἶναι; Καὶ γιατὶ τὰ κύματα δὲν τὴν ἔσμπρωχναν πρὸς τὰ βράχια νὰ τὴν κάνουν τσόφλια καὶ θρύμματα ἢ νὰ τὴν πάρουν τὰ ῥέματα καὶ ὁ ἀέρας μακρυὰ καὶ νὰ χαθῇ, ἀλλὰ ἐπέμενε καὶ στὶς δύο φορὲς νὰ πλέει ἐκεῖ μπροστὰ στὸ νησάκι τοῦ Ἁγίου;

Τὰ ἄλλα εἶναι γνωστά· τὴν παραμάζεψε ὁ Γερο-Μιχαὴλ ἀπὸ τὸν ἀφρό, παραξενεμένος πολὺ γιὰ τὸ ὅτι ἔπλεε καὶ δὲν βούλιαζε· τὴν τοποθέτησε στῆς βάρκας του τὴν πλώρη καὶ εἶχε σκοπὸ νὰ τὴν ἀνεβάσει στὸ Κυριακὸ καὶ νὰ τὴν τοποθετήσει στοῦ Κοιμητηρίου τὰ ῥάφια, δίπλα μὲ τὶς ἄλλες τῶν προκατόχων μας.

Δὲν τελεσφόρησε ὅμως ἡ πρόθεσις, γιατὶ ὅταν τελείωσε τὸ ψάρεμα καὶ ἐπέστρεψαν στὸν ἀρσανᾶ, ἐπακολούθησε μεταξὺ τοῦ Γέροντος Μιχαὴλ καὶ παρατυχόντων ἀσκητῶν, ζωηρὸς διάλογος καὶ ἐπίκρισις τῆς ἐνεργείας. Οἱ περισσότεροι ἔλεγαν ὅτι στὸ Κοιμητήρι τῆς Σκήτης, φυλάσσονται ἀμιγῶς μόνο τὰ ὀστᾶ τῶν ἀποθανόντων Καυσοκλαυβιτῶν καὶ ὅτι θὰ ἦταν παράβασις τῆς καθεστηκυίας τάξεως ἡ φιλοξενία κάρας ἔξωθεν ἐλθούσης.

Τὴν ἔντονη συζήτηση καὶ διχογνωμία, τερμάτισε κάποιος τολμηρὸς μοναχός, ὁ ὁποιῖος σκεφθεὶς ὅτι τούτη, ἡ στὸν ἀρσανᾶ μεταξὺ ὀλίγων διαφωνία καὶ λογομαχία, μὲ τὴν μετακομιδὴ τῆς κάρας στὴν Σκήτη καὶ στὸ Κυριακό, θὰ μποροῦσε νὰ προκαλέσει μεῖζον πρόβλημα διασαλευτικὸ τῆς εἰρήνης, τῆς ἡσυχίας καὶ τῆς ἀγάπης ὅλων τῶν ἀσκητῶν, -κάπως ἔτσι δὲν ξεκίνησαν τὰ κολλυβάδικα ἀπὸ τοὺς Ἁγιαννανῖτες καὶ ἔτσι πολὺ παλαιότερα δὲν φούντωσαν στὸ Ὄρος καὶ στὴν Πόλη οἱ ἡσυχαστικὲς ἔριδες;- τὴν ἅρπαξε ἀπότομα καὶ (κατὰ τὴν μαρτυρία τοῦ ἀγαπητοῦ μου Καυσοκαλυβίτη Γέροντος Χαραλάμπου) μὲ ὅση δύναμη καὶ ὁρμὴ διέθετε, τὴν ἐκσφενδόνισε στὸ πέλαγος. Σιπώησαν αὐτόματα ὅλοι καὶ ἀρκέσθηκαν στὸ ἑξῆς νὰ παρατηροῦν τὰ σκαμπανεβάσματά της στὰ κύματα τοῦ μελτεμιοῦ, ποὺ ὅλο καὶ περισσότερο δυνάμωνε ἐκείνη τὴν ὥρα. Ὕστερα, βουβοὶ καὶ ἀμίλητοι, πῆραν τὰ πετροσκαλιὰ καὶ ἀνηφόριζαν τὸ μονοπάτι.

***

Πέρασε κάμποσος καιρός, καὶ τὸ γεγονὸς πήγαινε νὰ λησμονηθῆ. Ἀλλά, ὁ Γερο-Μιχαήλ, ξαναπῆγε γιὰ ψάρεμα πρὸς τὴν περιοχὴ τοῦ Ἁγίου Χριστοφόρου, καὶ νάτην πάλι μπροστά του ἡ κάρα, στὸ ἴδιο ἀκριβῶς μέρος ποὺ τὴν βρῆκε καὶ τὴν πρώτη φορά. Τὴν παραμάζεψε καὶ πάλι, ἀλλὰ τούτη τὴν φορὰ ἔκρινε πὼς ἐπιθυμία τῆς κάρας ἦταν νὰ μὴν ἀναπαυθῇ στὸ Καυσοκαλυβίτικο Κοιμητήρι, ἀλλὰ στὸ ταπεινὸ ὀστεοφυλάκιο τοῦ Ἁγίου Χριστοφόρου. Ἔδεσε τὴν βάρκα στὸν βράχο, ἀνέβηκε στὸ ἐκκλησάκι, ἐκκλησίασε τὴν κάρα καὶ προσκύνησε τοῦ τέμπλου τὶς εἰκόνες. Ἀκολούθως, τὴν ἐναπέθεσε μέσα σὲ ἐκεῖνο τὸ παμπάλαιο τραπεζοειδόσχημο κοιμητηριακὸ πετροπρόσκτισμα, ὅπου βρίσκονται ἄλλες πέντε ἀκόμα καθὼς καὶ ἀρκετὰ ὄστινα σκελετικὰ κατάλοιπα, τίς οἶδε ποίων καὶ πότε ἐκεῖ κοιμηθέντων. Αἰωνίαν των ἡ μνήμη.

***

Κυριακή 16 Μαρτίου 2025

ΤΑ ΟΣΤΑ ΤΩΝ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΩΝ ΑΝΤΕΥΧΟΝΤΑΙ ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ

 

ΜΙΑ ΑΓΙΟ-ΠΑΥΛΙΤΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ

Θὰ γίνει, λοιπόν, ἡ ἀνάστασις τῶν νεκρῶν. Τὴν ἔχουν προκαταγγείλει οἱ Προφῆται καὶ ὁ Κύριός μας· ἀποτελεῖ δόγμα τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ καθημερινή μας ὁμολογία καὶ ἀναμονή. Τὴν περιμένουμε τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, γιατὶ καὶ ὁ Χριστὸς ἀνέστη. Τὴν πιστεύουν καὶ τὴν περιμένουν καὶ οἱ νεκροὶ τῆς Λαύρας μας καὶ τῶν κοιμητήριων ὅλου τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ ὅλου τοῦ κόσμου, γιατὶ γιὰ ὅλους ὁ Χριστὸς ἀνέστη καὶ θὰ τοὺς ἀναστήσει καὶ ἐκείνους.

Μοῦ ἦλθε στὸν νοῦ -καὶ δόξα τῷ Θεῷ- καὶ ἐκεῖνο τὸ θαῦμα τῆς γενιᾶς μας, ποὺ ἔγινε εὐθὺς μετὰ τὴν ἀναστάσιμη ἀγαπητικὴ ἀκολουθία τοῦ ἔτους 1936· ὅταν ὁ ἡγούμενος τῆς Μονῆς Ἁγίου Παύλου Ἀρχιμανδρίτης Σεραφείμ, ἔστειλε τὸν ἁπλούστατο στὴν ψυχὴ καὶ εὐλαβέστατο ἀρχάριο μοναχὸ Θωμᾶ (Σιδερίδη Θεόδωρο τοῦ Γεωργίου ἐκ Τριπόλεως Τραπεζοῦντος· γέννησις τὸ ἔτος 1881, προσέλευσις τὸν Μάϊο τοῦ 1934, κουρᾶ τὸν Ἰούνιο τοῦ 1935, καὶ κοίμησις τὴν 8η Φεβρουαρίου τοῦ 1949), κατὰ τὴν συνήθεια ποὺ ἔχουμε νὰ γυρίζουμε καὶ νὰ ἐπισκεπτώμεθα μὲ ἀναμμένες τὶς λαμπάδες ὅλους τοὺς χώρους ἀναφωνοῦντες τὸ κοσμοχαρμόσυνο «Χριστὸς Ἀνέστη», στὸ Κοιμητήρι γιὰ νὰ τὸ πῇ καὶ στοὺς κεκοιμημένους· καὶ ἐκεῖνος ἔκανε ὑπακοὴ καὶ πῆγε, καὶ μὲ τὴν ἁπλότητα ποὺ τὸν διέκρινε, φώναξε στὶς κάρες καὶ τὸν σωρὸ τῶν ὀστῶν: «Χριστὸς Ἀνέστη, Πατέρες»· καὶ οἱ νεκροὶ τοῦ ἀπήντησαν: «Ἀληθῶς Ἀνέστη ὁ Κύριος!»

Χαριτωμένη ψυχή, ἐνάρετος ἄνθρωπος ὁ πατὴρ Θωμᾶς καὶ στὸν κοσμικό του ἀκόμη βίο. Ὁ ἀείμνηστος ἡγούμενος παπα-Σεραφεὶμ διαβεβαίωνε, ὅτι ὁ πατὴρ Θωμᾶς καθωδηγεῖτο ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν Μητέρα τοῦ Θεοῦ Παρθένο Μαρία ἕως ὅτου φθάσει στὴν Μονὴ τοῦ Ἁγίου Παύλου. Σὲ παράκληση τῶν πατέρων νὰ γίνει λεπτομερέστερος ἀπεκάλυψε, ὅτι διερχόμενος ὁ Θεόδωρος τὶς ἐνδιάμεσεως ἕως ἐκεῖ Ἱερὲς Μονές, καὶ γνωστοποιῶν τὴν πρόθεσή του νὰ μονάσει, δὲν εὕρισκε προθύμους τοὺς ἡγουμένους νὰ τὸν κοινοβιάσουν, λόγῳ τοῦ προχωρημένου τῆς ἡλικίας του (ἦταν τότε πενήντα τριῶν ἐτῶν), ὁπότε διανυκτερεύων σὲ κάθε μία καὶ ἐγειρόμενος στὴν ὀρθρινὴ ἀκολουθία, πήγαινε καὶ προσκυνοῦσε ἀποχαιρετιστηρίως τὴν μεγάλη τοῦ τέμπλου εἰκόνα τῆς Παναγίας, καὶ ἤκουε ἀπὸ ἐκείνην φωνὴ νὰ τοῦ λέει: «Ὄχι ἐδῶ· στὸ πάρα πέρα Μοναστήρι μου»...· καὶ ὅτι ἐκεῖνος τὸν δέχθηκε φιλοστόργως καὶ φιλοφρόνως καὶ γνωστοποίησε ἀμέσως στὴν αδελφότητα τὴν ἔνταξή του ὡς δοκίμου, ὁπότε μόλις πῆγε νὰ προσκυνήσει τὴν εἰκόνα τοῦ τέμπλου, ἤκουσε τὴν Παναγία ποὺ τοῦ εἶπε: «Ἐδῶ».

Ἔμεινε ἐκεῖ ὁ ἀγαθώτατος Θεόδωρος, δοκιμάστηκε, ἐκάρη μοναχός, καὶ προέκοψε ἀκόμη πιὸ πολὺ σὲ ἁπλότητα καὶ ἄλλες ἀρετὲς καὶ γνώρισε πολλὲς ἀπὸ Θεοῦ καὶ τῆς Θεοτόκου χαριτώσεις. Δὲν μποροῦμε δυστυχῶς νὰ καταχωρίσουμε σὲ τοῦτες τὶς σελίδες οὔτε κᾂν αὐτὲς ποὺ γνωρίζουμε. Θὰ ξεφεύγαμε γιὰ μία ἀκόμη φορά, καὶ μάλιστα κατὰ πολύ, ἀπὸ τὸ τεθὲν μέτρο μας.

***

Θὰ ἔμενε ἴσως ἄγνωστο καὶ τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος θαῦμα ἂν ὁ ἀείμνηστος Ἡγούμενος δὲν εἶχε τὴν φώτιση τοῦ Θεοῦ νὰ τὸν ῥώτήσει γιὰ τὸ ἐὰν ἐκτέλεσε πιστῶς τὴν πασχαλινὴ ἐκείνη ἐντολή. Τώρα, σύγχρονοί του Ἁγιοπαυλῖτες, ποὺ ζοῦν ἀκόμη, μᾶς διηγοῦνται καταλεπτῶς τὸ ἐξαίσιο γεγονός, ἐπαναλαμβάνοντας αὐτολεξεὶ τὸν διαμειφθέντα διάλογο.

Εἶχε τελειώσει ὁ ἑσπερινὸς τῆς ἀγάπης καὶ ἐν πομπῇ ὁ Ἡγούμενος μὲ ὅλους τοὺς πατέρας καὶ τοὺς παρατυχόντας προσκυνητάς, ἀνέβηκαν στὸ Συνοδικὸ γιὰ τὸ καθιερωμένο πασχαλιάτικο κέρασμα, τὴν ἀνταλλαγὴ εὐχῶν, καὶ γιὰ νὰ πάρουν ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Γέροντα τὰ κόκκινα αὐγά.

Ἦταν τὸ πρώτο Πάσχα τοῦ νεόκουρου Θωμᾶ στὴν Ἁγίου Παύλου· δὲν εἶχε γνωρίσει ἀκόμη τὴν τάξη, καὶ μὲ τὸ ποὺ ἄκουσε ὅτι ὁ ἡγούμενος θὰ δώσει σὲ ὅλους εὐχὲς καὶ κόκκινα αὐγὰ καὶ ὅτι ὅλοι ἔπρεπε νὰ ἀνέβουν ἐπάνω, προχώρησε βιαστικὰ καὶ ἀφοῦ ἐν τῇ ἁπλότητί του προσπέρασε πολλούς, παρουσιάστηκε στὸν Ἡγούμενο. Ἐκεῖνος ἅρπαξε τὴν εὐκαιρία γιὰ μάθημα καὶ νουθεσίες:

-Εὖγε τῆς ταπεινοφροσύνης σου, πάτερ Θωμᾶ! Ἔτσι κάνει ὁ κόσμος; Μόλις χθὲς ἔγινες καλόγερος καὶ ἔρχεσαι νὰ χαιρετίσεις μὲ τοὺς πρώτους;

-Εὐλόγησον, Γέροντα. Ἂν δὲν κάνει, νὰ φύγω.

-Κάνει· ἀλλὰ θὰ πᾶς τελευταῖος ἀπὸ ὅλους· ἐκεῖ πίσω εἶναι ἡ σειρά σου.

Ξαναεῑπε τὸ «εὐλόγησον» ὁ πατὴρ Θωμᾶς καὶ ἑτοιμάστηκε νὰ βηματίσει πρὸς τὰ πίσω· ἀλλὰ τὸν ξαναφώναξε ὁ Γέροντας.

-Γιὰ στάσου· πῆγες μὲ ἀναμμένη τὴν λαμπάδα σου στὸ Κοιμητήρι, νὰ μεταφέρεις στοὺς νεκροὺς τὸ φῶς τῆς Ἀναστάσεως καὶ να τοὺς πῆς τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη»;

-Ὄχι, Γέροντα· δὲν ἤξερα, δὲν μοῦ τὸ εἶπε κανείς.

-Αὐτὸ εἶναι τὸ χρέος τῶν δοκίμων καὶ τῶν ἀρχαρίων· πήγαινε τώρα. Καὶ πρόσεξε· ὄχι μόνο στὸν ναό, ἀλλὰ καὶ στὴν ὑπόγειο στοά, ὅπου εἶναι τὰ ὀστᾶ καὶ οἱ κάρες τῶν πατέρων μας.

-Νὰ εἶναι εὐλογημένο Γέροντα· εἶπε καὶ χάθηκε στὸ βάθος τοῦ διαδρόμου.

Σὲ κανένα δεκάλεπτο –δὲν εἶναι πολὺ μακρυὰ τὸ Κοιμητήρι- ξαναφάνηκε στὴν εἴσοδο τοῦ Συνοδικοῦ. Ὁ χαιρετισμὸς δὲν εἶχε τελειώσει ἀκόμη· προχώρησε σεμνὰ καὶ ἀθόρυβα καὶ προστέθηκε στὴν οὐρὰ τῶν ὑπολοίπων πατέρων καὶ λαϊκῶν. Ὅταν τελείωσαν ὅλοι, καὶ τὸν εἶδε ὁ ἡγούμενος μπροστά του, δίδοντας τὰ κόκκινα αὐγά, μὲ χαρούμενο ὔφος τὸν ῥώτησε:

-Πῆγες στὸ Κοιμητήρι;

-Πῆγα, Γέροντα.

-Εἶπες τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη», στοὺς πεθαμένους;

-Τὸ εἶπα, Γέροντα.

-Σοῦ εἶπαν ἐκεῖνοι τίποτα; (Ποτὲ δὲν μπόρεσε νὰ ἐξηγήσει ὁ Ἡγούμενος, πῶς τοῦ ἦρθε νὰ ἀστειευθῇ ἐκείνη τὴν στιγμὴ μὲ τούτη του τὴν ἐρώτηση)

-Καὶ βέβαια μοῦ εἶπαν.

Ἄστραψαν ἀπὸ ἔκπληξη τὰ μάτια τοῦ Γέροντα καὶ τῶν ἀκουόντων.

-Τί σοῦ εἶπαν, πάτερ Θωμᾶ;· ξαναρώτησε ἐν βίᾳ ὁ ἡγούμενος, νοιώθοντας ἀνατριχίλα στὸ κορμί του καὶ κῦμα συγκινήσεως νὰ κυριεύει τὴν ψυχή του.

-Μοῦ εἶπαν Γέροντα: «Ἀληθῶς ἀνέστη ὁ Κύριος».

Καὶ τὰ ἔλεγε αὐτὰ ὁ εὐλογημένος πατὴρ Θωμᾶς μὲ τέτοια φυσικότητα καὶ γαλήνη. Τοῦ ἡγουμένου ὅμως ὁ τάραχος τῆς ψυχῆς ἦταν πλέον ἔκδηλος καὶ ἀσυγκράτητος· καὶ ξαναρώτησε:

-Τὸ ἄκουσες καλὰ αὐτό, παιδί μου;

-Ἂν τὸ ἄκουσα· μὲ ξεκούφαναν Γέροντα· ὅλοι μαζὶ τὸ φώναξαν.

Ὅπως διαβεβαίωνε ὁ ἀείμνηστος Ἡγούμενος, μετὰ ταῦτα καὶ κατόπιν ἐξετάσεως τῶν βαθέων τῆς καρδίας καὶ τῶν λεπτῶν λογισμῶν τοῦ ἁγίου ἐκείνου ὑποτακτικοῦ, ἐν τῇ ἀγαθότητί του ὁ εὐλογημένος, ἐξέλαβε τὴν διαδικασία καὶ τὸ θαῦμα ὡς καθιερωμένο τυπικό· νόμισε ὅτι αὐτὸ συνέβαινε κάθε Πάσχα καὶ ὅτι οἱ κεκοιμημένοι ἔτσι ἀπαντοῦσαν σὲ κάθε ἀρχάριο, ποὺ θὰ ἔσπευδε νὰ τοὺς χαιρετίσει μὲ τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη». Ἐντεῦθεν δὲ τὸ γαλήνιο τῆς στάσεως καὶ τὸ ἀναλλοίωτο τοῦ ὕφους του, τὸ φυσιολογικώτατο τῶν ἀπαντήσεων καὶ ἡ συγκρατημένη ἀπορία του γιὰ τὸ ἐπανειλημμένο τῶν ἐρωτήσεων. Αἰωνία ἡ μνήμη τοῦ Ἀρχιμανδρίτου Σεραφεὶμ καὶ τοῦ μακαριστοῦ ἐκείνου ὑποτακτικοῦ του.

***

Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ.

  Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ. Ὁ ἱερομόναχος Ἄνθιμος Παντοκρατορινός (κατὰ κόσμον Ἀντώνιος Κατσαλιάκης,...