ΜΙΑ ΑΓΙΟ-ΠΑΥΛΙΤΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ
Θὰ γίνει, λοιπόν, ἡ ἀνάστασις τῶν νεκρῶν. Τὴν ἔχουν προκαταγγείλει οἱ Προφῆται καὶ ὁ Κύριός μας· ἀποτελεῖ δόγμα τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ καθημερινή μας ὁμολογία καὶ ἀναμονή. Τὴν περιμένουμε τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, γιατὶ καὶ ὁ Χριστὸς ἀνέστη. Τὴν πιστεύουν καὶ τὴν περιμένουν καὶ οἱ νεκροὶ τῆς Λαύρας μας καὶ τῶν κοιμητήριων ὅλου τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ ὅλου τοῦ κόσμου, γιατὶ γιὰ ὅλους ὁ Χριστὸς ἀνέστη καὶ θὰ τοὺς ἀναστήσει καὶ ἐκείνους.
Μοῦ ἦλθε στὸν νοῦ -καὶ δόξα τῷ Θεῷ- καὶ ἐκεῖνο τὸ θαῦμα τῆς γενιᾶς μας, ποὺ ἔγινε εὐθὺς μετὰ τὴν ἀναστάσιμη ἀγαπητικὴ ἀκολουθία τοῦ ἔτους 1936· ὅταν ὁ ἡγούμενος τῆς Μονῆς Ἁγίου Παύλου Ἀρχιμανδρίτης Σεραφείμ, ἔστειλε τὸν ἁπλούστατο στὴν ψυχὴ καὶ εὐλαβέστατο ἀρχάριο μοναχὸ Θωμᾶ (Σιδερίδη Θεόδωρο τοῦ Γεωργίου ἐκ Τριπόλεως Τραπεζοῦντος· γέννησις τὸ ἔτος 1881, προσέλευσις τὸν Μάϊο τοῦ 1934, κουρᾶ τὸν Ἰούνιο τοῦ 1935, καὶ κοίμησις τὴν 8η Φεβρουαρίου τοῦ 1949), κατὰ τὴν συνήθεια ποὺ ἔχουμε νὰ γυρίζουμε καὶ νὰ ἐπισκεπτώμεθα μὲ ἀναμμένες τὶς λαμπάδες ὅλους τοὺς χώρους ἀναφωνοῦντες τὸ κοσμοχαρμόσυνο «Χριστὸς Ἀνέστη», στὸ Κοιμητήρι γιὰ νὰ τὸ πῇ καὶ στοὺς κεκοιμημένους· καὶ ἐκεῖνος ἔκανε ὑπακοὴ καὶ πῆγε, καὶ μὲ τὴν ἁπλότητα ποὺ τὸν διέκρινε, φώναξε στὶς κάρες καὶ τὸν σωρὸ τῶν ὀστῶν: «Χριστὸς Ἀνέστη, Πατέρες»· καὶ οἱ νεκροὶ τοῦ ἀπήντησαν: «Ἀληθῶς Ἀνέστη ὁ Κύριος!»
Χαριτωμένη ψυχή, ἐνάρετος ἄνθρωπος ὁ πατὴρ Θωμᾶς καὶ στὸν κοσμικό του ἀκόμη βίο. Ὁ ἀείμνηστος ἡγούμενος παπα-Σεραφεὶμ διαβεβαίωνε, ὅτι ὁ πατὴρ Θωμᾶς καθωδηγεῖτο ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν Μητέρα τοῦ Θεοῦ Παρθένο Μαρία ἕως ὅτου φθάσει στὴν Μονὴ τοῦ Ἁγίου Παύλου. Σὲ παράκληση τῶν πατέρων νὰ γίνει λεπτομερέστερος ἀπεκάλυψε, ὅτι διερχόμενος ὁ Θεόδωρος τὶς ἐνδιάμεσεως ἕως ἐκεῖ Ἱερὲς Μονές, καὶ γνωστοποιῶν τὴν πρόθεσή του νὰ μονάσει, δὲν εὕρισκε προθύμους τοὺς ἡγουμένους νὰ τὸν κοινοβιάσουν, λόγῳ τοῦ προχωρημένου τῆς ἡλικίας του (ἦταν τότε πενήντα τριῶν ἐτῶν), ὁπότε διανυκτερεύων σὲ κάθε μία καὶ ἐγειρόμενος στὴν ὀρθρινὴ ἀκολουθία, πήγαινε καὶ προσκυνοῦσε ἀποχαιρετιστηρίως τὴν μεγάλη τοῦ τέμπλου εἰκόνα τῆς Παναγίας, καὶ ἤκουε ἀπὸ ἐκείνην φωνὴ νὰ τοῦ λέει: «Ὄχι ἐδῶ· στὸ πάρα πέρα Μοναστήρι μου»...· καὶ ὅτι ἐκεῖνος τὸν δέχθηκε φιλοστόργως καὶ φιλοφρόνως καὶ γνωστοποίησε ἀμέσως στὴν αδελφότητα τὴν ἔνταξή του ὡς δοκίμου, ὁπότε μόλις πῆγε νὰ προσκυνήσει τὴν εἰκόνα τοῦ τέμπλου, ἤκουσε τὴν Παναγία ποὺ τοῦ εἶπε: «Ἐδῶ».
Ἔμεινε ἐκεῖ ὁ ἀγαθώτατος Θεόδωρος, δοκιμάστηκε, ἐκάρη μοναχός, καὶ προέκοψε ἀκόμη πιὸ πολὺ σὲ ἁπλότητα καὶ ἄλλες ἀρετὲς καὶ γνώρισε πολλὲς ἀπὸ Θεοῦ καὶ τῆς Θεοτόκου χαριτώσεις. Δὲν μποροῦμε δυστυχῶς νὰ καταχωρίσουμε σὲ τοῦτες τὶς σελίδες οὔτε κᾂν αὐτὲς ποὺ γνωρίζουμε. Θὰ ξεφεύγαμε γιὰ μία ἀκόμη φορά, καὶ μάλιστα κατὰ πολύ, ἀπὸ τὸ τεθὲν μέτρο μας.
***
Θὰ ἔμενε ἴσως ἄγνωστο καὶ τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος θαῦμα ἂν ὁ ἀείμνηστος Ἡγούμενος δὲν εἶχε τὴν φώτιση τοῦ Θεοῦ νὰ τὸν ῥώτήσει γιὰ τὸ ἐὰν ἐκτέλεσε πιστῶς τὴν πασχαλινὴ ἐκείνη ἐντολή. Τώρα, σύγχρονοί του Ἁγιοπαυλῖτες, ποὺ ζοῦν ἀκόμη, μᾶς διηγοῦνται καταλεπτῶς τὸ ἐξαίσιο γεγονός, ἐπαναλαμβάνοντας αὐτολεξεὶ τὸν διαμειφθέντα διάλογο.
Εἶχε τελειώσει ὁ ἑσπερινὸς τῆς ἀγάπης καὶ ἐν πομπῇ ὁ Ἡγούμενος μὲ ὅλους τοὺς πατέρας καὶ τοὺς παρατυχόντας προσκυνητάς, ἀνέβηκαν στὸ Συνοδικὸ γιὰ τὸ καθιερωμένο πασχαλιάτικο κέρασμα, τὴν ἀνταλλαγὴ εὐχῶν, καὶ γιὰ νὰ πάρουν ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Γέροντα τὰ κόκκινα αὐγά.
Ἦταν τὸ πρώτο Πάσχα τοῦ νεόκουρου Θωμᾶ στὴν Ἁγίου Παύλου· δὲν εἶχε γνωρίσει ἀκόμη τὴν τάξη, καὶ μὲ τὸ ποὺ ἄκουσε ὅτι ὁ ἡγούμενος θὰ δώσει σὲ ὅλους εὐχὲς καὶ κόκκινα αὐγὰ καὶ ὅτι ὅλοι ἔπρεπε νὰ ἀνέβουν ἐπάνω, προχώρησε βιαστικὰ καὶ ἀφοῦ ἐν τῇ ἁπλότητί του προσπέρασε πολλούς, παρουσιάστηκε στὸν Ἡγούμενο. Ἐκεῖνος ἅρπαξε τὴν εὐκαιρία γιὰ μάθημα καὶ νουθεσίες:
-Εὖγε τῆς ταπεινοφροσύνης σου, πάτερ Θωμᾶ! Ἔτσι κάνει ὁ κόσμος; Μόλις χθὲς ἔγινες καλόγερος καὶ ἔρχεσαι νὰ χαιρετίσεις μὲ τοὺς πρώτους;
-Εὐλόγησον, Γέροντα. Ἂν δὲν κάνει, νὰ φύγω.
-Κάνει· ἀλλὰ θὰ πᾶς τελευταῖος ἀπὸ ὅλους· ἐκεῖ πίσω εἶναι ἡ σειρά σου.
Ξαναεῑπε τὸ «εὐλόγησον» ὁ πατὴρ Θωμᾶς καὶ ἑτοιμάστηκε νὰ βηματίσει πρὸς τὰ πίσω· ἀλλὰ τὸν ξαναφώναξε ὁ Γέροντας.
-Γιὰ στάσου· πῆγες μὲ ἀναμμένη τὴν λαμπάδα σου στὸ Κοιμητήρι, νὰ μεταφέρεις στοὺς νεκροὺς τὸ φῶς τῆς Ἀναστάσεως καὶ να τοὺς πῆς τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη»;
-Ὄχι, Γέροντα· δὲν ἤξερα, δὲν μοῦ τὸ εἶπε κανείς.
-Αὐτὸ εἶναι τὸ χρέος τῶν δοκίμων καὶ τῶν ἀρχαρίων· πήγαινε τώρα. Καὶ πρόσεξε· ὄχι μόνο στὸν ναό, ἀλλὰ καὶ στὴν ὑπόγειο στοά, ὅπου εἶναι τὰ ὀστᾶ καὶ οἱ κάρες τῶν πατέρων μας.
-Νὰ εἶναι εὐλογημένο Γέροντα· εἶπε καὶ χάθηκε στὸ βάθος τοῦ διαδρόμου.
Σὲ κανένα δεκάλεπτο –δὲν εἶναι πολὺ μακρυὰ τὸ Κοιμητήρι- ξαναφάνηκε στὴν εἴσοδο τοῦ Συνοδικοῦ. Ὁ χαιρετισμὸς δὲν εἶχε τελειώσει ἀκόμη· προχώρησε σεμνὰ καὶ ἀθόρυβα καὶ προστέθηκε στὴν οὐρὰ τῶν ὑπολοίπων πατέρων καὶ λαϊκῶν. Ὅταν τελείωσαν ὅλοι, καὶ τὸν εἶδε ὁ ἡγούμενος μπροστά του, δίδοντας τὰ κόκκινα αὐγά, μὲ χαρούμενο ὔφος τὸν ῥώτησε:
-Πῆγες στὸ Κοιμητήρι;
-Πῆγα, Γέροντα.
-Εἶπες τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη», στοὺς πεθαμένους;
-Τὸ εἶπα, Γέροντα.
-Σοῦ εἶπαν ἐκεῖνοι τίποτα; (Ποτὲ δὲν μπόρεσε νὰ ἐξηγήσει ὁ Ἡγούμενος, πῶς τοῦ ἦρθε νὰ ἀστειευθῇ ἐκείνη τὴν στιγμὴ μὲ τούτη του τὴν ἐρώτηση)
-Καὶ βέβαια μοῦ εἶπαν.
Ἄστραψαν ἀπὸ ἔκπληξη τὰ μάτια τοῦ Γέροντα καὶ τῶν ἀκουόντων.
-Τί σοῦ εἶπαν, πάτερ Θωμᾶ;· ξαναρώτησε ἐν βίᾳ ὁ ἡγούμενος, νοιώθοντας ἀνατριχίλα στὸ κορμί του καὶ κῦμα συγκινήσεως νὰ κυριεύει τὴν ψυχή του.
-Μοῦ εἶπαν Γέροντα: «Ἀληθῶς ἀνέστη ὁ Κύριος».
Καὶ τὰ ἔλεγε αὐτὰ ὁ εὐλογημένος πατὴρ Θωμᾶς μὲ τέτοια φυσικότητα καὶ γαλήνη. Τοῦ ἡγουμένου ὅμως ὁ τάραχος τῆς ψυχῆς ἦταν πλέον ἔκδηλος καὶ ἀσυγκράτητος· καὶ ξαναρώτησε:
-Τὸ ἄκουσες καλὰ αὐτό, παιδί μου;
-Ἂν τὸ ἄκουσα· μὲ ξεκούφαναν Γέροντα· ὅλοι μαζὶ τὸ φώναξαν.
Ὅπως διαβεβαίωνε ὁ ἀείμνηστος Ἡγούμενος, μετὰ ταῦτα καὶ κατόπιν ἐξετάσεως τῶν βαθέων τῆς καρδίας καὶ τῶν λεπτῶν λογισμῶν τοῦ ἁγίου ἐκείνου ὑποτακτικοῦ, ἐν τῇ ἀγαθότητί του ὁ εὐλογημένος, ἐξέλαβε τὴν διαδικασία καὶ τὸ θαῦμα ὡς καθιερωμένο τυπικό· νόμισε ὅτι αὐτὸ συνέβαινε κάθε Πάσχα καὶ ὅτι οἱ κεκοιμημένοι ἔτσι ἀπαντοῦσαν σὲ κάθε ἀρχάριο, ποὺ θὰ ἔσπευδε νὰ τοὺς χαιρετίσει μὲ τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη». Ἐντεῦθεν δὲ τὸ γαλήνιο τῆς στάσεως καὶ τὸ ἀναλλοίωτο τοῦ ὕφους του, τὸ φυσιολογικώτατο τῶν ἀπαντήσεων καὶ ἡ συγκρατημένη ἀπορία του γιὰ τὸ ἐπανειλημμένο τῶν ἐρωτήσεων. Αἰωνία ἡ μνήμη τοῦ Ἀρχιμανδρίτου Σεραφεὶμ καὶ τοῦ μακαριστοῦ ἐκείνου ὑποτακτικοῦ του.
***
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου