Παρασκευή 25 Απριλίου 2025

ΒΛΑΣΙΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΒΙΓΛΙΩΤΗΣ

 



ΒΛΑΣΙΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΒΙΓΛΙΩΤΗΣ

Τὰ τῆς πιὸ ξέμακρης ἀπὸ ὅλες τὶς ἄλλες ἀγαπητῆς μου Καλύβας τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν (Σμέρνας), καθὼς καὶ τὰ τῶν τελευταίων πρὸ τῆς σχεδὸν ὁλοκληρωτικῆς καταῤῥεύσεώς της μακαριστῶν ἤδη προσφιλῶν μου οἰκητόρων της τὰ ἔχω διαλάβει στὸ πρῶτό μου βιβλίο.

Ἂν τότε ποὺ μὲ τόλμη καὶ πολὺ ψυχικὸ σθένος ἐπεχείρησε ὁ πατὴρ Ἀναστάσιος νὰ τὴν ἐπισκευάσει πρὸς ἐγκατοίκησι καὶ τὸν σταμάτησε ὁ καὶ ἐμὲ ἀδικήσας –Θεὸς σχωρέσ’ τον- Διοικητὴς τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἐπειδὴ δὲν πῆρε τὴν ἄδειά του (1969· τρίτο ἔτος δικτατορίας), εἶχε τὰ κακά της χάλια, ἀντιλαμβάνεται ὁ καθεὶς σὲ ποιὰ κατάσταση τὴν περιήγαγαν οἱ καιρικὲς δεινότητες τῆς ἔκτοτε διαῤῥευσάσης τριακονταετίας· μέχρις ὅτου δηλαδή, ποὺ ὁ σωστικὸς ὑπὲρ τῶν κινδυνευόντων προσκυνημάτων τῆς Μονῆς μας ζῆλος τοῦ πατρὸς Βασιλείου τὴν περιέλαβε στοὺς ἀναστηλωτικοὺς προγραμματισμούς του.

Θαῦμα τῶν Ἁγίων ποὺ στεκόταν ἀκόμα ὄρθιος ὁ πολὺ πρωτότυπα δομημένος κουμπελίδικος ναΐσκος των, μολονότι ἀπ’ ὁλοῦθε ἔμπαζε ἀέρα καὶ βρόχινα νερά. Ἐρειπιοσωρὸς θλίψεως καὶ πόνου πρόξενος τὸ ὑπόλοιπο σπίτι· δηλαδὴ ὁ ἐλάχιστος - ὅπως θυμᾶμαι- πρὸ τοῦ ἐκκλησιδίου χῶρος, τὸ ταπεινὸ δωματιάκι- ἀσκητικὴ παλαίστρα τοῦ ἀειμνήστου πνευματικοῦ Παπα-Ἰακώβου καὶ τὸ συνεχόμενο στέγαστρο· ξυλαποθήκη, κελλάρι, δοχειό, μαγειρειό, τραπεζαρία, ὅλα μαζί.

Παρὰ ταῦτα, τούτη τὴν ὅμορφη καὶ ἐπικίνδυνη, ὡς ἐκ τῆς καταστάσεως στὴν ὁποία περιῆλθε, μάζα, ἐρωτεύθηκε καὶ τρύπωσε στὴν ἀγκάλη της πρὸ πενταετίας, ὁ φίλτατός μου πατὴρ Βλάσιος (Χατζηκυριάκου Βασίλειος τοῦ Στεργίου καὶ τῆς Μαρίας, ἐξ Ἑπτακώμης Ἀμμοχώστου Κύπρου· ἔτος γεννήσεως 1958, προσέλευσις στὴν Μεγίστη Λαύρα τὸ 1980, κουρᾶ 1981).

Καθ’ ὅλα τὰ ἔτη τῆς ἐν Λαύρᾳ θητείας του ἦταν φιλακόλουθος, σοβαρὸς καὶ λιγομίλητος, πιστὸς δὲ καὶ ἀκριβὴς ἐκτελεστὴς τῶν ὑποχρεώσεων ποὺ ἀπαιτοῦσαν τὰ διακονήματά του. Γύρω στὰ 1990, ἀνεχώρησε γιὰ τὴν ἰδιαίτερη πατρίδα του, τῆς ὁποίας τὰ μοναστήρια παιδιόθεν ἀγαποῦσε καὶ τὰ διάφορα ἀσκητήριά της συχνὰ ἐπισκεπτόταν. Κοινοβίασε στὴν Μονὴ Σταυροβουνίου καὶ ἀσκούμενος ἐπ’ ἀρκετὸ ὡς ἁπλοῦς μοναχὸς εὕρισκε, ὡς φαίνεται, καὶ τὴν εὐκαιρία νὰ ἐγκύπτῃ καὶ μελετᾷ τὰ τῆς ἱστορίας τοῦ ἐντοπίου μοναχισμοῦ, ἰδιαίτατα δὲ τὰ ἀφορῶντα τὴν βιοτὴ ἑνὸς ἑκάστου τῶν πολλῶν κατὰ μόνας ἀσκητευσάντων ὁσίων.

Τοῦ πέρασαν ὅμως, ὅπως ἀποδείχθηκε, οἱ λογισμοὶ τῆς κατὰ σάρκα πατριδονοσταλγίας καὶ τὸν κέρδισαν οἱ τοιοῦτοι τῆς δευτέρας, τῆς κατὰ πνεῦμα καὶ ψυχικὴ ἀναγέννηση πατρίδος ὅλων μας, ἤτοι τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τῶν ὁρίων τῆς Μεγίστης Λαύρας καὶ ἐπὶ το ἀποκλειστικώτερο οἱ τῶν ἐνδιαιτημάτων τῆς ἱστορικῆς καὶ ἀσκητικῆς μας Βίγλας. Ἄφησε, λοιπόν, γιὰ δεύτερη φορὰ πίσω τοὺς οἰκείους καὶ οἰκεῖα καὶ σὲ ἔκπληξί μας, νἄτος καὶ πάλι στὰ καθ’ ἡμᾶς καὶ ἔγκλειστος στὰ χαλάσματα τῆς Καλύβης τοῦ παπα-Ἰακώβου, καί, σὲ διπλοέκπληξί μας, κομιστὴς συγγραφικοῦ πονήματός του μετὰ σχετικῶν φωτογραφιῶν: Πατερικὸν τῆς νήσου Κύπρου, (ἤτοι) Ἅγιοι Ἀσκητὲς καὶ Σπήλαια τῆς Κύπρου, ἔκδοσις 3η, Θεσσαλονικὴ 199, σελίδες 182. Εὖγέ του, καὶ τὸν εὐχαριστοῦμε.

Τὸ πῶς ζοῦσε ἐκεῖ μέσα ἀφ’ ἧς ἐπανέκαμψε καὶ μέχρις ἐνάρξεως τῶν ἀναστηλωτικῶν ἐργασιῶν, δικό του θέμα καὶ μέλημα καὶ τοῦ Θεοῦ στοργὴ καὶ πρόνοια.

Τὸν πλησίασε ὁ πατὴρ Βασίλειος γιὰ προϊδεασμὸ καὶ γιὰ τὸ ἀναγκαῖο τῆς μεταστεγάσεώς του ἀλλοῦ, ἀφοῦ μὲ ἀπόφαση τῆς Μονῆς κατέφθανε ἐργολήπτης καὶ συνεργεῖο, καὶ ὅσονούπω θὰ ἄρχιζαν οἱ ἐργασίες πρὸς διάσωση τοῦ ναΐσκου ἀπὸ διαφαινόμενη πλέον κατάῤῥευση καὶ πρὸς ἀνακατασκευὴ τοῦ διαλελυμένου προσκτίσματος ὅπως ἀκριβῶς εἶχε προτύτερα. Τὸ διαβεβαίωσε δὲ ὅτι, ἀφοῦ εὐλαβεῖτο τόσο πολὺ τοὺς Τρεῖς Ἱεράρχας καὶ ἀγαποῦσε ὑπερβολικὰ τὸ ἐρημικὸ καὶ ἡσύχιο τῆς Καλύβης, αὐτὴ θὰ ἐλογίζετο πάντοτε δική του καὶ ἑπομένως μόλις ἀπεπερατοῦντο οἱ ἐργασίες, εἶχε τὸ ἐλεύθερο καὶ τὴν εὐλογία, ἄνευ ἄλλης τινὸς διατυπώσεως, νὰ ἐπιστρέψῃ καὶ ἐπανεγκατασταθῇ, ἐν ἀκινδυνότητι πλέον καὶ πλήρει ἀσφαλείᾳ.

Ὑποπτευόμενοι καὶ φοβούμενοι κανένα ἀπευκταῖο σὲ βάρος τῆς ὑγείας ἢ τῆς σωματικῆς του ἀκεραιότητος συνεπείᾳ τῶν στὴν Καλύβα ἐπικρατουσῶν συνθηκῶν, ὅλοι χαρήκαμε γιὰ τὴν ἀποφασισθεῖσα μετακόμιση τοῦ πατρὸς Βλασίου, νομίσαντες ἀφελῶς ὅτι θὰ κατέφευγε, ἔστω ἄχρι καιροῦ, στὴν φιλοξενία καὶ θάλψη τῆς Λάυρας μας. Ἐκεῖνος ὅμως, πῆρε ἐξ ὤμου τὰ λιγοστὰ πραγματάκια του καὶ τρύπωσε στὴν καλύβα-παράπηγμα, ποὺ εἶχε στεριώσει λίγο πιὸ δῶθε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῶν σκαλοπατιῶν τῆς σπηληᾶς τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου καὶ μείνει ἐπ’ ἀρκετὰ χρόνια ὁ τὸ 1987 μετακομίσας καὶ μονάζων τώρα στὸ τῆς περιφερείας Μορφονοῦς, ἐπ’ ὀνόματι τῆς Γεννήσεως τῆς Θεοτόκου σεμνυνόμενο Κελλὶ («Τουρλωτή»), Γέρων Ἡσαΐας.

Ἔχασκε καὶ τούτη ὁλοῦθε, γιατὶ τὸ προπερασμένο καλοκαίρι ἔμειναν αὐθαιρέτως ἐμπερίστατοι Ἀλβανοί, τῇδε κἀκεῖσε ὑποαπασχολούμενοι, οἱ ὁποῖοι ἀναχωρήσαντες γιὰ ἀλλοῦ ἀφῆκαν ὁλάνοιχτα τὰ παράθυρά της καὶ ἔτσι ἔδωκαν τὴν εὐκαιρία στὸν ἐπελθόντα χειμῶνα νὰ ἐξαφανίσει καὶ τὴν πόρτα.

Δυσθύμησε ὅμως σύντομα, γιατὶ ἀπὸ τὴν ἑπομένη κιὅλας τῆς μετακομίσεώς του, ἄκουσε καὶ εἶδε τὴν μπουλντόζα νὰ ἀργοκατεβαίνει τὴν πλαγιά, παραμερίζοντας ἢ ἐκσκάπτοντας ὅσα ἐμπόδια εὕρισκε στὸ διάβα της.

Κάποτε, τὸ ἔργο τελείωσε, τὸ 2001, καὶ ὁ πατὴρ Βασίλειος εἰδοποίησε τὸν πατέρα Βλάσιο ὅτι τὸ σπίτι ἦταν ἑτοιμοπαράδοτο καὶ τὸ κλειδὶ στὴν πρώτη ζήτησή του.

Θέλησε πρῶτα νὰ τὸ ἐπιθεωρήσῃ. Σκίρτησε ἡ ψυχή του καὶ δόξασε τὸν Θεὸ γιὰ τὴν σωτήρια ἀναστέγασι τοῦ ναΐσκου καὶ γιὰ τὸν κατὰ τὶς ἐπισκευὲς ἀπόλυτο σεβασμὸ ὅλων τῶν ἔξω καὶ ἔσω παμπαλαίων χαρακτηριστικῶν καὶ ἰδιαιτεροτήτων του. Ὕστερα περιῆλθε τοὺς ἄλλους, τοὺς ἐξ ὑπαρχῆς κτισθέντας χώρους· καὶ ἐνῶ οἱ παριστάμενοι ἦσαν ἕτοιμοι νὰ τοῦ εὐχηθοῦν καλορίζικο καὶ καλὴ προοπή, ἀπόρησαν γιὰ τὴν ἀπότομη βουβαμάρα καὶ τὴν σκυθρωπότητα τοῦ προσώπου του. Αὐτὸ ἦταν. Τοὺς χαιρέτισε ὅλους καὶ πῆρε τὸ μονοπάτι γιὰ τὸ παλατάκι, ὅπως περιπαικτικὰ ἀποκαλοῦσαν κἄποιοι τὴν ὡς ἀνωτέρω λαμαρινοπαράγγα ἀπὸ ὅπου φρόντισε νὰ διαμηνύσει στὸν πατέρα Βασίλειο ὅτι δὲν σκόπευε νὰ ἐγκατασταθῇ στὴν Καλύβα τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν.

Συμπέρανα τὸ γιατί, ἀλλὰ ἤθελα νὰ δῶ τὰ πράγματα ἀπὸ πολὺ κοντά. Καλὴ ἦταν ἡ εὐκαιρία τῆς τοποθετήσεως τοῦ καινούριου τέμπλου, ποὺ παρήγγειλε ὁ πατὴρ Βασίλειος στὴν καὶ σὲ τοῦτον τὸν κατασκευαστικὸ τομέα καλλιτεχνικῶς ἐπιδιδόμενη συνοδεία τοῦ Ἁγίου Νικολάου Μπουραζέρη, τῇ ἐπιστασίᾳ τοῦ παπα-Ἀρσενίου.

Ἔμεινα καὶ ἐγὼ ἔκπληκτος. Δωμάτιο μὲ διπλοχρωμίες στὰ διαζώματα, μὲ λευκοκατάστιλπνες τὶς ἐπιφάνειες τῆς ὀροφῆς καὶ τῶν τοίχων, καὶ μὲ μία ὡραιόσχημη κτιστὴ θερμάστρα στὴν νότια πλευρά, ἐγγυώμενη σωματοχαλαρωτικὴ ζεστασιὰ καὶ ἐκ τῶν προτέρων ἐνεχόμενη γιὰ μελλούμενες καταστάσεις ἀκηδίας καὶ ῥεμβοραστώνης τοῦ ἐνοίκου ἀσκητοῦ στὰ παγερὰ χειμωνιάτικα νυχθήμερα. Ἡλεκτρογεννήτρια κἄπου ἀπόμερα· σύγχρονοι διακόπτες ἐπιμελέστατα ἐντοιχισμένοι, λαμπτῆρες καὶ φωτιστικὰ κρεμάμενα κατακέφαλά μας καὶ πίνακας διανομῶν καὶ ἀσφαλειῶν ῥεύματος κατάντικρυ ἀσυνήθως προκλητικὸς γιὰ βλέμματα ἁγιορείτικα. Καὶ θερμοσίφωνας, παρακαλῶ, παρέκει, καὶ καμπινὲς μὲ ὅλα τὰ χρειώδη, καὶ κουζίνα μὲ πλακάκια καὶ ντουλάπια καὶ ἀνοξείδωτο νεροχύτη.

***

Ἐν τῷ μεταξύ, ὁ πατὴρ Βλάσιος, μὴ δυνάμενος νὰ ὑποφέρει περαιτέρω τὸ ἐμπρὸς ἀπὸ τὴν καλύβα ἀδιάκοπο πέρασμα τῶν πρὸς τὴν σπηληὰ κατευθυνομένων προσκυνητῶν, προτοῦ κᾂν μᾶς ἀποχαιρετίσει ἡ βαρυχειμωνιά, διάλεξε τόπο μετεγκαταστάσεως καὶ ἐπιδόθηκε σὲ κατασκευὴ καλύβας ἐξ ὑπαρχῆς. Σήμερα, Παρασκευὴ ἀπόβραδο (29 Μαρτίου 2002), ποὺ ἦρθε στὸ Μοναστήρι γιὰ νὰ ἀκούσει τὴν ἀκολουθία τῶν χαιρετισμῶν τῆς Παναγίας, βρῆκα τὴν εὐκαιρία καὶ τὸν προκάλεσα νὰ συζητήσουμε τὸ γιατὶ δὲν ἐπέστρεψε στὸ ἡσυχαστήριο τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν μετὰ τὶς ἀνακαινίσεις.

-Δὲν μποροῦσα νὰ ζήσω πλέον ἐκεῖ, Δέσποτα. Ἔχω ἀγριέψει. Δὲν εἶναι αὐτὰ γιὰ ἐμένα. Ἀναπαύομαι ἀλλοιῶς. Καλλίτερα νὰ δοθῇ σὲ κανέναν εὐγενῆ καὶ καλομαθημένο Θεσσαλονικιὸ ἢ Ἀθηναῖο. Θἂ εἶναι στὰ μέτρα του καὶ σὺν Θεῷ θὰ προκόψει.

-Πρὸ ἡμερῶν, ἀπὸ τὸ ἀκροπέζουλο τοῦ Ἁγίου Φανουρίου μπόρεσα καὶ ξεχώρισα ἀνάμεσα στὰ πουρνάρια τὸ καλυβάκι σου· πολὺ μικρὸ μοῦ φάνηκε· κρότους ὅμως, μᾶλλον ἀπὸ λαμαρινοκαρφώματα, ἄκουγα στὰ πιὸ ἐδῶ, ἀλλὰ τίποτα δὲν ἔβλεπα ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ στεκόμου. Μὲ ἔσμπρωχνε ἡ περιέργεια νὰ ῥοβολήσω, συγκρατήθηκα ὅμως ἀπὸ σεβασμὸ τῆς μονώσεώς σου καὶ τῆς σοβαρᾶς ἀπασχολήσεώς σου. Μπορῶ νὰ ῥωτήσω μὲ τί καταγίνεσαι;

-2Χ2 εἶναι, Γέροντα, ἐκεῖνο ποὺ βλέπατε. Νόμιζα πὼς μὲ βόλευε. Ἀλλὰ ὁ τρελλοβοριᾶς, ποὺ ἐπὶ ἡμέρες φυσομανοῦσε τελευταῖα, μὲ ταλαιπώρησε καὶ μὲ φόβισε πολύ. Τὸ ταρακουνοῦσε ὁλόκληρο, ποὺ πίστεψα πὼς θὰ τὸ ξεσήκωνε. Τούτη ἡ ἐμπειρία μὲ ἀνάγκασε νὰ κατασκευάσω ἄλλο στὴν πρὸς τὰ ἀπὸ ἐδῶ ἐντελῶς ἀπάνεμη πλαγιά, κάτω ἀκριβῶς ἀπὸ τὸ ἰσιάδι τοῦ Ἁγίου Φανουρίου. Αὐτὸ οὖτε νὰ τὸ ἀγγίξει δὲν μπορεῖ ὁ κακόκαιρος. Εἶναι διπλάσιο περίπου τὸ μέγεθός του, καὶ τὸ στερέωσα προσεκτικώτερα. Θὰ ἔχω βέβαια πολλὴ ζέστη τὸ καλοκαίρι. Ἀλλὰ τὴν προτιμῶ ἀπὸ τὸ χειμωνιάτικο χάλι.

-Ποῦ βρῆκες τὰ ὑλικά;

-Τὰ χοντρόξυλα τοῦ σκελετοῦ μοῦ τὰ χάρια ὁ κύριος Μ. Κ., τσιγκολαμαρίνες, σανίδια καὶ ἄλλα χρειαζούμενα μπῦ ἔδωσαν ἄλλοι γνωστοὶ καὶ φίλοι.

-Τὸ ἔδαφος προσφερότα; Καὶ ἀπὸ νερὸ καὶ κῆπο;

-Μὲ δυσκόλεψε βέβαια. Ἔκοψα τὰ πουρνάρια, ξεπάτωσα τὶς ῥίζες καὶ ἴσιωσα τὸ μέρος. Τώρα ἐκχερσώνω τὰ ἐμπρός, γιὰ αὐλίτσα καὶ κηπάκι. Νερὸ παίρνω μὲ λάστιχο ἀπὸ τὸ μερτικὸ τοῦ Ἁγίου Φανουρίου.

-Ἔσκυψα ἀρκετὰ ἀπὸ τὸ πεζούλι ἀλλὰ δὲν διέκρινα ὅσο θὰ ἤθελα. Φαίνεται πὼς τὸ κρύβουν τὰ πουρνάρια.

-Δὲν εἶναι πολὺ ψηλό. Νά, καμμιὰ πιθαμὴ πάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι μου τὸ ταβάνι. Τί νὰ τὸ κάνω περισσότερο;

-Ἔχει παράθυρα; Δὲν μπάζουν στὶς βροχές;

-Ἔχω καρφώσει νάϋλον. Θὰ τὰ βγάλω μόλις καλοκαιριάσει.

-Καὶ μὲ τὸ κρύο πῶς τὰ πᾶς; Ἔχεις σόμπα;

-........ (σιωπή)

***

Τὸν θεσμὸ τῶν τοιαύτης μορφῆς καὶ κάλλους ξεροκάλυβων, τον νόμιζα ὡς ἀνήκοντα στὰ πολὺ πίσω τοῦ ἁγιορείτικου παρελθόντος, καὶ τὸν ἐξελάμβανα ὡς κατασκέπαστον μὲ τὰ πέπλα τῆς λήθης, τοῦ ἀσπόνδου αὐτοῦ ἐχθροῦ πολλῶν ἀληθειῶν τῆς Ἱστορίας. Κἄποια ἰχνοκατάλοιπα τριῶν ἢ τεσσάρων ἐξ αὐτῶν, ἐγκατεσπαρμένων στοὺς γύρω λοχμότοπους, καὶ ποὺ ὡς στερούμενα ναΐσκου καὶ μὴ γνωρίσαντα οἰκήτορα ἐπὶ αἰῶνες, δὲν φέρονται προσδιορισμένα στὰ μοναχολόγια τῆς Μονῆς, θεῶνται, μακρὰν πάσης περιεργείας καὶ ἐνδιαφέροντος, ἀπὸ τὶς πέριξ ἀκρολοφιές. Νὰ ὅμως, καὶ δόξα τῷ Θεῷ, ποὺ στὶς ἡμέρες μας, τὸν θεσμὸ αὐτὸ ποὺ τὸν γνώρισε καὶ περιέγραψε λεπτομερῶς ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος ὅταν πρωτοῆρθε στὸν Ἄθωνα τὸ 959 μ.Χ. («... ἀλλὰ καλύβας ἐκ μικρῶν πηξάμενοι ξύλων καὶ ὀροφὴν ἐν αὐταῖς ἐκ χόρτου, συμφορηθείσαις ἐπισχεδιάσαντες, οὕτως ἐν θέρει, οὕτως ἐν χειμῶνι, διεκαρτέρουν τῶν ἐναντίων ἀνεχόμενοι προαβολῶν, τῷ ἡλίῳ φλεγόμενοι καὶ τῷ ψύχει πηγνύμενοι», βλέπε Γ. Σμυρνάκη, Τὸ Ἅγιον Ὄρος, Ἀθῆναι 1903, σ.26, καὶ Jacques Noret, Corpus Christianorum, Athanasii vita B, University press, Leuven 1982, σ. 139), τὸν ἀναβιώνει καὶ ἐνεργοποιεῖ ὁ ἀγαπητός μας πατὴρ Βλάσιος, κατὰ διαμετρικὴ ἀντίθεση καὶ φορὰ τῶν ἔργων τῆς μπουλντόζας καὶ τοῦ χειμαῤῥώδους ῥεύματος τοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ, ποὺ ἀπειλεῖ νὰ μᾶς συμπαρασύρει, ἀλλαξοφρονήσει καὶ παραμορφώσει ὅλους.

***

Πρόσθετος σκυλμὸς καὶ Σταυρὸς βέβαια γιὰ τὸν πατέρα Βλάσιο, ὁ σκληρὸς σχολιασμὸς τῶν ἐνεργειῶν καὶ συμπεριφορῶν του καὶ ἡ χλεύη τῶν ἐγγὺς καὶ τῶν μακρὰν γνωστῶν καὶ ἀγνώστων του· Σταυρὸς ὅμως θεοπνεύσως προμεμαρτυρημένος, γιὰ παρηγοριά, ἀντοχὴ καὶ μισθὸ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. προσωπικῶς, συγχαίρω καὶ ζηλεύω. Μακάρι νὰ εἶχα καὶ ἐγὼ τὴν τρέλλα του καὶ νὰ μποροῦσα νὰ ἀνῆκα στὸ εἶδος τῆς διαγωγῆς του.

Προσεύχομαι στὴν Παναγία νὰ τὸν σκεπάζει, καὶ στὸν πανάγαθο Θεὸ νὰ τοῦ χαρίζει δύναμη, ὑπομονὴ καὶ ἐγρήγορση, ὥστε μὲ ἐξομολόγηση λογισμῶν στὸν πνευματικό του, μὲ τακτικὴ συμμετοχὴ στὸ εὐχαριστιακὸ μυστήριο τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἀθανασίας, καὶ μὲ πολλή, πάρα πολλὴ ταπείνωση, νὰ καταστήσει, χάριτί Του, ἀνίκανο τὸν βάσκανο τῶν καλῶν ἀγώνων διάβολο νὰ τοῦ κλέψει τὴν μισθαπόδοση διὰ τῆς, ὅλως κρυφίως καὶ λανθανόντως συνήθως ἐνσπειρομένης ὑπ’ αὐτοῦ στὸν νοῦ, ἐπαράτου οἰήσεως καὶ ὑπερηφανίας· διότι τότε ἀλλοίμονο.

***

Κυριακή 13 Απριλίου 2025

ΤΑ ΠΑΘΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΥ ΑΓΙΟΥ ΦΑΝΟΥΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΒΙΓΛΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑ-ΑΒΒΑΚΟΥΜ ΤΟΥ ΑΝΥΠΟΔΗΤΟΥ

 

ΤΑ ΠΑΘΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΥ ΑΓΙΟΥ ΦΑΝΟΥΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΒΙΓΛΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑ-ΑΒΒΑΚΟΥΜ ΤΟΥ ΑΝΥΠΟΔΗΤΟΥ

 

Περὶ τὸ 1995, ἐμφανίσθηκε στὴν Σύναξη τῆς Λαύρας ὁ πατὴρ Δαβίδ (Δωδεκανήσιος τὴν καταγωγή, πρώην ἔγγαμος κληρικὸς καὶ ἐφημέριος στὴν Εὐρώπη). Δήλωσε θαυμαστὴς τῆς ἀσκητικότητος τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Ἀββακούμ, καὶ ἐξέφρασε ζῆλο καὶ πρόθεση νὰ γίνει καὶ τρόπων μέτοχος καὶ τῆς καλύβης ἐκείνου διάδοχος, ἂν εὐλογεῖτο ἡ ἐνταξίς του στοὺς Βιγλιώτας ἐξαρτηματικοὺς ἀδελφούς, καὶ ἂν τελικῶς τοῦ παρεδίδετο πρὸς ἐγκαταβίωση ἡ ἀπὸ κοιμήσεως τοῦ ἀειμνήστου (20 Ὀκτωβρίου τοῦ 1978) ἐγκαταλελειμμένη καλύβα τοῦ Ἁγίου Φανουρίου, τὴν ὁποία ὑπέσχετο νὰ σεβασθῇ, ἀνακαινίσῇ καὶ φιλοκαλήσῃ.

Συνεσκέφθη καὶ συνεζήτησε ἡ Γεροντία τὸ προκῦψαν θέμα, καὶ δὴ σὲ σχέση μὲ τὸ ἀντάξιο ἢ τῆς διαδοχῆς τοῦ ἀειμνήστου, μὲ τὴν φερεγγυότητα καὶ μὲ τὸ Λαυριωτικῶς ἀδοκίμαστου τοῦ ἐνδιαφερομένου· ἀλλὰ -ὡς συνήθως συμβαίνει- ἡ ἐκ τῆς ἐνδεχομένης καταῤῥεύσεως τῆς Καλύβης εὐθύνη, ὑπερνίκησε τοὺς δισταγμοὺς καὶ τὶς ἐπιφυλάξεις, καὶ ἐν τῷ ἅμα ὁ πατὴρ Δαβίδ, χρίσθηκε Γέροντας καὶ κάτοχος τῆς ἐν Βίγλᾳ ἱστορικῆς Καλύβης.

Δὲν τοῦ ἐπήρκεσαν, φαίνεται, οἱ προσωπικές του οἰκονομίες καὶ οἱ ὅσες ἤθροισε μὲ ἔρανο ἐνδοαγιοειτικῶς· γιὰ αὐτὸ προσφυγῶν στὶς καλὲς –πλὴν ἀτυχῶς πάντοτε ἐρήμην διαγνώμης τῶν κατὰ περίπτωση ἁρμοδίων ἐν Ἄθῳ Ἀρχῶν, προκειμένου περὶ ἁγιορειτῶν- ὑπηρεσίες τοῦ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΤΥΠΟΥ, διεφήμισε τὴν ἱερότητα καὶ γενναιότητα τῆς προθέσεώς του καὶ συνεκίνησε τὰ φιλελεήμονα αἰσθήματα τῶν ἁπανταχοῦ ἀναγνωστῶν, οἱ ὁποῖοι ἀρξάμενοι καταθέτοντες τὸν ὀβολό τους σὲ πρὸς τοῦτο ἀνοιγέντα τραπεζικὸ λογαριασμό, κατέστησαν τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος ἱκανὸ γιὰ ἀνακαινίσεις καὶ φιλοκαλλισμούς.

Πρώτη του ἐνέργεια ἦταν νὰ μισθώσει μπουλντοζιέρη καὶ μπουλντόζα, νὰ ἐσκάψῃ καὶ ἰσοπεδώσῃ τὰ μέχρι ἐκεῖ ἐμπόδια –πετρολοφίσκους, ξεροῤῥύακες, κοντοάρια, δάφνες, πουρνάρια, λαβδάνια, κυκλάμινα, ὕσσωπους, σουσοῦρες, κ. ἄ- γιὰ νὰ κάνει δρόμο, ὥστε νὰ μποροῦν ἀκολούθως τὰ φορτηγὰ νὰ κουβαλοῦν καὶ ἀδειάζουν στὴν κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο διαμορφωθεῖσα πρὸ τοῦ ναΐσκου αὐλὴ τὰ ἀπαιτούμενα ὑλικά.

Ἀγνόησε τοὺς πάντες καὶ τὰ πάντα, καὶ καθόλου δὲν ἔκρινε σκόπιμο καὶ ἀναγκαῖο νὰ συμβουλευθῆ κανέναν παλαιότερο ἐντόπιο πεπειραμένο. Ἂν τοὐλάχιστον ὁ εὐλογημένος, ὁδοποιοῦσε τὴν λιγώτερο θεατὴ δεξιά, καθὼς κατερχόμαστε, πλευρὰ τοῦ μικροφαραγγιοῦ, καὶ τερμάτιζε στὰ ἐκεῖ ἀπὸ τὰ νότια, θὰ προξενοῦσε πολὺ ἡπιώτερα κακὰ στὸν τόπο καὶ δὲν θὰ ἄλλαζε ἄρδην τοῦ καλυβιοῦ τὶς συνήθειες, τὴν συμπεριφορὰ καὶ τὸ κλῖμα.

Δυστυχῶς καὶ ἀπερισκέπτως, ὡδήγησε τὴν μπουλντόζα ἀπὸ τὰ βορεινά, καὶ ἀφοῦ ἐξαφάνισε τὸ ἀπὸ καταβολῆς κόσμου πεφυτευμένο καὶ ῥιζοεδρασμένο ἐκεῖ φυτοβασίλειο, ἰσοπέδωσε ὅλα τὰ ὰνὰ τοὺς αἰῶνες ὀμβρογενῆ καὶ ἀνεμογενῆ τεχνουργήματα –βραχοσχισμάδες, νεροφαγώματα, θινοσωρούς, μικρολοφίσκους, τὰ ὁποία τόσο συγγενικὰ ἀγκάλιαζαν καὶ φιλοῦσαν, καὶ ἀγαπητικὰ προστάτευαν τὸ ἱερὸ σέμνωμα τοῦ Γερω-Ἀββακούμ, ἀπὸ τὰ δεινὰ τοῦ χειμῶνος, καὶ τὸ παρηγοροδρόσιζαν κατὰ τοῦ καλοκαιριοῦ τὴν κάψα.

Ἔφθασαν λοιπὸν πολὺ κοντά του ἀλλὰ κανεὶς σεβασμὸς ἢ δισταγμὸς δὲν τοὺς κατέλαβε, ὡς εἶδαν νὰ ὀρθώνεται ἐμπρός τους ἡ κυκλώπεια περίπου καστρομάνδρα, ποὺ ἰσοβίως καὶ κατάμονος μέρα νύχτα, πέτρα πέτρα, πλάτη ἀγκάλη, κτίζοντάς την τὴν ἔφθασε ὅσο ἔκρινε ἀναγκαῖο, «διὰ νὰ σπάει εἰς αὐτὴν ὁ ὑπερήφανος χιονοβοριᾶς τὰ μοῦτρά του, καὶ ταπενούμενος εἰς ἔπακρον νὰ μὴν τῷ μένει δύναμις νὰ προσβάλει καὶ βλάπτει τοῦ Ἁγίου μου τὸν ναΐσκο καὶ τὴν Καλύβα, ἀγαπητέ μου», ὅπως, μὲ σοφίᾳ καὶ χάρη ἀποφαινόμενος ἔλυσε σχετικὴ ἀπορία μου κατὰ κἄποια ἐπίσκεψή μου, ὁ ἀείμνηστος.

Στὶς δυνατότητες τῆς μπουλντόζας ἦταν, συντόμως, ἀδιστάκτως καὶ βαναύσως νὰ προσβάλει τὸ κάστρο, νὰ ἐπιτύχει τὴν ἅλωση καί, νικηφόρως νὰ προχωρήσει στὰ ἔνδον. Ἀμέσως, μετὰ τὸ διανοιγὲν τεράστιο χάσμα, ὁ μέχρι τῶν θεμελίων τοῦ ναΐσκου καὶ τῆς Καλύβης διάμεσος χῶρος ὡριζοντιώθηκε καὶ διαμορφώθηκε σὲ λεία καὶ εὐρύχωρη αὐλὴ πολλαπλῆς χρήσεως, ἡ ὁποία καθόλου δὲν ἄργησε νὰ καταστολισθῇ μὲ αὐτοκίνητα ἐν δράσει καὶ σταθμεύσει, μὲ πυραμίδες ἀπὸ ἀμμοχάλικα, καὶ σωροὺς ἀπὸ τσιμεντόσακκους, μαδέρια, μὲ μπεντονιέρα ἐν ἀτέρμονι λειτουργίᾳ, μὲ φιλοτίμους μαστόους καὶ ἐργάτες καὶ δυναμικὸ ἐργολήπτη προϊστάμενο καὶ ἐπόπτη.

Ἔφθασαν στὰ αὐτιά μου τὰ μαντᾶτα τῆς καὶ πρὸς τὰ ἐκεῖ ὁδοποιΐας καὶ ἐγκαταστάσεως καὶ λειτουργίας ἐργοταξίου, καὶ τάραξαν τοὺς λογισμούς μου κἄποιες πρόσθετες καὶ πνευματικῶς ἀνησυχιτικὲς διαδόσεις, περὶ ἐξ ἀποκαλύψεων καὶ ὁραμάτων σχεδιασμῶν καὶ προαναγγελιῶν τοῦ ἐπήλιδος καὶ λίαν φιλοδόξου ἡσυχαστοῦ, γιὰ ἀνεργέσεις περιφερειακῶς πρὸς τὴν Καλύβα, νοσοκομείου, γηροκομείου, πτωχοκομείου, ξενῶνος γιὰ ἐπισκέπτας καὶ προσκυνητάς, αἰθούσης ὁμιλιῶν καὶ κατηχήσεων, καὶ δὲν θυμᾶμαι τί ἄλλο ἀκόμη.

Φυσικά, κανεὶς δὲν ἔδωκε προσοχὴ σὲ τοῦτες τὶς ξενίζουσες μεγαλοστομίες καὶ φαραώνιες οἰκοδομανίες. Ὁ δικός μου ὅμως πονηρὸς λογισμός -ἂς μὲ συγχωρέσει ὁ Θεός- ἅρπαξε τὴν εὐκαιρία νὰ ἀνατρέξει σὲ κάποιες διηγήσεις Γεροντάδων, ποὺ εἶχα ἀκούσει κάποτε, σύμφωνα μὲ τὶς ὁποῖες κατὰ τὰ πολὺ παληὰ χρόνια, τοὺς οὑτωσὶ σκεπτομένους καὶ προτιθεμένους νὰ ἐνεργήσουν, μὴ πειθομένους σὲ ἐκ προνοίας καὶ ἀγάπης συμβουλές, πρὸς ὑπακοή, ταπείνωση καὶ ἡσυχία, κατόπιν συναξιακῆς ἀποφάσεως, τοὺς ἐνέκλειαν ἄχρι μεταμελείας καὶ συνετίσεως στὸν πύργο τοῦ Τσιμισκῆ, ὁρίζοντας διακονητὴ νὰ τοὺς παρέχει μόνο νερὸ καὶ παξιμάδι καὶ ἀναθέτοντας στοὺς ἐφημερίους νὰ διαβάζουν πρὸς ἴασι ἐκ τῆς πλάνης καὶ πρὸς ταχεῖα ὀρθγνώμισί τους ἐξορκισμοὺς καὶ παρακλήσεις.

Ὁμολογῶ, πὼς μὲ ἔτρωγε ἡ περιέργεια γιὰ τὸ τί ἀκριβῶς συνέβαινε ἐκεῖ πέρα, καὶ αὔξαινε τὴν δυσθυμία μου ἡ σκέψις πὼς ἀφεύκτως καὶ ἀναποδράστως θὰ ἐπήρχοντο οἱ συμφορὲς καὶ οἱ δεινοκαταστάσεις τόσο στὸν εὐρύτερο προσευχότοπο ὅσο, καὶ ἰδίᾳ, στὴν ἁγία ἐκείνη καλιά, στὴν ὁποία ἐπὶ χιλιάδα καὶ ἐπέκεινα ἐτῶν καταφεύγοντα εὐδοκιμοῦσαν καὶ εὐαρεστοῦσαν τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία Μητέρα Του τόσα καὶ τόσα στρουθία μονάζοντα, ἐν οἷς καὶ τὸ τῶν ἡμερῶν καὶ συναναστροφῶν μου, ἥτοι, ὁ λίαν ἀγαπητὸς καὶ ἐν Κυρίῳ περιπόθητός μου σοφὸς Γέρων Ἀββακούμ.

Συγκρατήθηκα ὅμως καὶ ἀρκέσθηκα νὰ θρηνῶ ἱερεμιακά, παρατηρῶντας τὰ δρώμενα ἀπὸ πολὺ μακρυά· ἀπὸ τὶς Προδρομίτικες ακρολοφιὲς καὶ ἀπὸ τὰ ψηλώματα τοῦ Κὺρ Σαΐου· γιατὶ προεῖδα ὅτι καὶ ἁπλῆ προσέγγισίς μου καὶ θέα τῶν συντελουμένων θὰ μποροῦσε νὰ προκαλέσει δυσαρέσκεια. Ἀπέφυγα, λοιπόν, τόλμες καὶ μπλεξίματα καὶ ὑπέλαβα ὅτι μᾶλλον εἶχε ἐπιστῆ ὁ καιρὸς νὰ παύσω νὰ λυπῶν καὶ κακοκαρδίζω δραστηρίους ἀδελφούς, ἀντιπαραθέτων στὶς ἀνακαινιστικές των ὁρμὲς καὶ στὶς ἐκσυγχρονιστικές των ἐφέσεις καὶ καταστρώσεις τὶς δικές μου ἀντιγνωμίες καὶ παληοεμμονές, τὶς συνήθως, ἄλλως τε, ἀτελέσφορες ἂν μὴ καὶ περιγέλαστες.

Δὲν θυμᾶμαι γιὰ πόσο διήρκεσαν ἡ πολυμεριμνία, οἱ κρότοι, καὶ οἱ, καθ’ ὅσο διαρκοῦσαν οἱ ἐπισκευαστικὲς καὶ ἄλλες ἐργασίες, μακροσυζητήσεις καὶ φωνασκίες. Ἔκρινα δὲ πὼς σὲ τίποτα δὲν θὰ ὠφελοῦσε τὸ ἂν λεπτομερῶς κατέγραφα τὰ αἴτια τῆς ἀποτόμου καὶ τελείας καταπαύσεών των. Δὲν ἔτυχε δέ, ἄλλως τε, νὰ πληροφορηθῶ, τὸ ἐὰν τελικῶς κατώρθωσε νὰ ἀποζημιωθῇ ὁ ἐπὶ πιστώσει ἀρκετὰ ἀνοιχθεὶς ἐργολάβος, καὶ πρὸς τὰ ποῦ προτίμησε νὰ ἀναχωρήσει καὶ ἀναγκολογήσει ὁ, μᾶλλον ἀκρίτως τὰ ὑπὲρ δύναμη καὶ πεῖρα καὶ ἐπὶ σοβαρᾷ βλάβῃ τῶν ἀνέκαθεν καλῶς καὶ ὁσίως ἐν Βίγλᾳ κρατούντων ἐπιχειρήσας, πατὴρ Δαβίδι. Ὅπου πάντως καὶ ἐὰν βρίσκονται ἀμφότεροι, ὁ Θεὸς νὰ τοὺς συγχωρῇ, εὐλογῇ καὶ σώζῃ.

***

Τὴν ἐγκατάλειψη τῆς Καλύβας, ἀμέσως πληροφορήθηκαν ἄλλοι δωδεκανήσιοι φιλαγιορεῖται κληρικοὶ καὶ λαϊκοί, οἱ οποῖοι ἀνέκαθεν ἐχαίροντο καὶ ἐσεμνύνοντο γιὰ τὸ ὅτι γόνος τῆς ἰδιαιτέρας των πατρίδος ἔζησε καὶ διέπρεψε σὲ αὐτὴν ἐπὶ ἀσκητικότητι βίου, ἐπὶ ἐμφανεῖ θεοφιλία, ἐπὶ χαρισματικῇ ἁγιογραφικῇ καὶ πατερικῇ συγκροτήσει καὶ σοφίᾳ καὶ ἐπὶ διδακτικῇ φιλαδελφίᾳ. Γιὰ αὐτό, ὁ Ῥόδιος ὁμογάλακτος κατὰ τὶς ἐν Χάλκῃ σπουδές μας ἀδελφὸς Ἀρχιμανδρίτης Ἀμφιλόχιος Τσοῦκος (πνευματικοπαίδι τοῦ ἐν Πάτμῳ θεοφιλῶς βιώσαντος Ὁσίου Ἀμφιλοχίου Μακρῆ καὶ ἀπὸ ἐτῶν προϊστάμενος μοναστικῆς ἀδελφότητος ἐν Ῥόδῳ), ἔσπευσε νὰ δηλώσει στὴν Λαύρα μας τὸ ἐνδιαφέρον του γιὰ τὸ ἐνδιαίτημα τοῦ ἐκ Σύμης, ὡς γνωστό, καταγομένου μακαριστοῦ Γέροντος Ἀββακούμ.

Μὲ συνεννόηση καὶ ἐξ ἀποφάσεως τῆς Ἱερᾶς Συνάξεως, δόθηκε ἡ Καλύβη τοῦ Ἁγίου Φανρουρίου κατ’ ἐγκατάσταση ἀρχικῶς καὶ κατ’ ἐγγραφὴ τελικῶς στὸ Μοναχολόγιο, ὡς Γέροντος, στὸν ἐκ τῆς συνοδείας του μοναχὸν Κύριλλον (Χατζηπέτρου Κωνσταντῖνον τοῦ Νικολάου ἐκ Σύμης ὑπὸ ἔτος γεννήσεως 1926), προφανῶς ἐπὶ ὁ ἴδιος (φίλτατός μου πατὴρ Ἀμφιλόχιος) δὲν μποροῦσε νὰ ἀπαγγιστρωθῇ ἀπὸ τὶς ἐν Ῥόδῳ ὑποχρεώσεις του καὶ ἐγκαταβιώσει στὸ καθ’ ἡμᾶς.

Πῆγα καὶ τὸν ἐπισκέφθηκα δύο τρεῖς φορὲς καὶ τὸν θαύμασα μοχθοῦντα νὰ συμμαζέψει τὰ ἀσυμμάζευτα, ἐπουλώσει χαίνουσες πληγὲς καὶ ὡραιοποιήσει κατὰ τὸ δυνατὸν ἐξόφθαλμες ἀσχήμιες. Πολυτάλαντος καὶ χρυσοχέρης. Δὲν ἦταν δουλειὰ οἰκοδομική, ξυλουργική, μηχανική, σκαπτική, ποὺ νὰ μὴν μποροῦσε νὰ τὴν περατώσει· καὶ τὸν διέκρινε ζῆλος καὶ ὁρμὴ ποὺ μόνο σὲ δοκίμους νεαρᾶς ἡλικίας συναντᾶμε. Ἡ θύμηση τῶν πνευματικῶν ἀγώνων καὶ τῶν σωματικῶν ἱδρώτων τοῦ μακαριστοῦ συγχωριανοῦ του Γέροντος Ἀββακούμ καὶ ἡ καθημερινὴ ἐνατένησις τοῦ καταμεσῆς τῆς αὐλῆς τάφου του, μεθ’ ὅσων συμβολίζει καὶ προκαταγγέλει γιὰ λογαριασμὸ τῶν διαδόχων του, τὸν καθιστοῦσε παλληκάρι καὶ τὸν ἱκάνωνε γιὰ ὅλα. Καμμία ὑποψία ἐκ μέρους μου ὅτι ὁ πατὴρ Κύριλλος εἶχε ὑπερβῇ τὸ ἑβδομηκοστό του!

Δὲν μπόρεσε ὅμως ὁ καϋμένος νὰ τὰ βγάλει πέρα μὲ τὴν δριμύτητα τοῦ κρύου καὶ μὲ τὶς ἄλλες χειμωνιάτικες δυσκολίες. Πλημμύριζαν τὰ δάπεδα ἀπὸ νερόβραχα ποὺ πιέζοντάς τα δυνατὰ ὁ τρελλοβοριᾶς τὰ ἀνάγκαζε νὰ κρυφοπερνοῦν ἀπὸ τοὺς ἁρμοὺς τῆς ἐξώπορτας καὶ τῶν παραθύρων. Μόνιμα σὲ κάθε γωνιά, καὶ ἕτοιμα ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ γιὰ χρῆσι κουβᾶδες καὶ σφουγγαρόπανα, κάθυγροι δὲ οἱ βορεινοὶ τοῖχοι ναΐσκου καὶ σπιτιοῦ, ἀναμένοντες τὸ στεγνωμά τους μόνο ἀπὸ τὶς ζεστασιὲς τοῦ Ἰουνίου.

Κατέβαλε τὶς ἀντοχές του ἡ κακουχία, ἔφθειρε τὴν ὑγεία του ἡ ὑγρασία, καὶ ἡ καρδιά του φρόντισε κατεπειγόντως νὰ τὸν εἰδοποιήσει, ὅτι ἂν συνέχιζε ἔτσι νὰ διάγει, καθόλου δὲν θὰ ἀργοῦσε νὰ συντελέσει σὲ συνάντηση τοῦ μακαριστοῦ συγχωριανοῦ του. Ἆρον ἆρον τὸν ἀπέσυρε ἀπὸ τὴν Βίγλα ὁ πατὴρ Ἀμφιλόχιος καὶ μόλις ποὺ πρόλαβαν νὰ τοῦ τὴν ἐπισκευάσουν οἱ ἰατροὶ τῆς Ῥόδου. Κρίθηκε ὅμως ἀνεπίτρεπτη ἡ ἐπιστροφή του στὶς σκληροσυνθῆκες τῆς Βίγλας καὶ ἔτσι, μᾶλλον θὰ περάσει τὰ ὅσα ὁ Κύριος τοῦ χαρίσει ἔτη στὰ γλυκοκλίματα καὶ στὶς εὐκρασίες τῶν ἀνέμων τῆς Δωδεκανήσου.

***

Συναντώμεθα κατὰ τοὺς ἐρχομούς του (μὲ τὸ φορτηγάκι του, Νισσὰν 4Χ4) στὸ Μοναστήρι γιὰ συμπροσευχὴ καὶ λατρεία στὶς ἑόρτιες ἀγρυπνίες καὶ στὶς κυριακάτικες λειτουργίες, τὸν ἐπισκέπτομαι δὲ καὶ στὴν Καλύβα φιλαδέλφως, κάθε φορὰ ποὺ ῥοβολῶ πρὸς Βίγλα, καὶ ἀπολαμβάνω τῆς προσηνείας καὶ καλοκαγαθίας του, ὁπότε δὲν μπορῶ νὰ μὴν ῥίχνω κλεφτᾶτα πλὴν πολὺ νοσταλγικὰ βλέμματα στὴν σὲ σωρὸ ἐρειπίων μεταβεβλημένη παληὰ καλύβα τοῦ ἀειμνήστου, στὴν ὁποία μᾶς ὑποδεχόταν καὶ μᾶς κατέθελγε καὶ καθήδυνε μὲ τὰ πατερικά του τὸ πάλαι, ἐκεῖ στὴν δυτικὴ τοῦ λάκκου ἀκρογωνιά, καὶ νὰ μὴν διαπιστώνω ἀθύμως ὅτι ὅλο καὶ ἀνυψώνονται οἱ τοῖχοι τῶν διαμερισμάτων τοῦ σχεδιασθέντος -ὄχι πάντως πρός γε τὸ παρὸν προκλητικῶς μεγάλου- κτηρίου πρὸς δοχὴ καὶ ξενία προσκυνητῶν- θαυμαστῶν τοῦ αἐιμνήστου, σὲ ἐπαλήθευσι σχεδιασμοῦ, τόπος καὶ καλύβα νὰ ἀποβοῦν πανδωδεκανησιακὸ προσκύνημα, ὅπως μοῦ ἀποκάλυψε ὁ ἀγαπητός μου πατὴρ Ἀμφιλόχιος.

Φαίνεται πὼς σύνδρομά του τινὰ πρόλαβε καὶ ἐμβολίασε στὸν χῶρο ὁ κατὰ τὰ ἄλλα ἀτυχήσας πατὴρ Δαβίδ, καὶ κάποιες ἰδέες κοσμικοσυμπαθεῖς, ἀλλὰ ὅλως ἀνθερημικὲς καὶ πολὺ πιθανὸ ἕωλες, πρόλαβε καὶ διεπόρθμευσε στὸν ψυχόκοσμο τῶν ἐπήλιδων διαδόχων του· καὶ ἂς μὲ συμπαθήσουν -καὶ τοῦτοι οἱ ἀδελφοί- ὡς ἀλλέως καὶ ἀντιθέτως φρονοῦντα.

***

Κυριακή 6 Απριλίου 2025

ΗΡΩΔΙΩΝ ΜΟΝΑΧΟΣ ΚΑΨΑΛΙΩΤΗΣ

 

ΗΡΩΔΙΩΝ ΜΟΝΑΧΟΣ ΚΑΨΑΛΙΩΤΗΣ

Ὑπάρχουν ἀκόμα μοναχοὶ στὸ Ἅγιον Ὄρος, ποὺ δὲν φεύγουν ἀπὸ τὴν Καλύβα τους ἀκόμα καὶ ἂν πήγαινε νὰ τοὺς πλακώσει· καὶ δηλώνουν, ὅτι μόνο πεθαμένους μπορεῖ νὰ τοὺς βγάλει κανεὶς ἀπὸ ἐκεῖ μέσα. Ὅπως, ὁ Γερω-Ἡρωδίων (Μαντοὺφ Ἰωάννης τοῦ Πέτρου ἐξ Ὀρνασὲστ Ῥουμανίας· γέννησις 1904, προσέλευσις 1964, κουρὰ 1965, κοίμησις 1990), ποὺ ἀσκήτευε στὴν Καψάλα. Ὅταν οἱ ἁρμόδιοι τῆς Μονῆς καὶ τὸ ἐκ τεχνικῶν κλιμάκιο τοῦ εἶπαν:

-Τοὐλάχιστον, Γέροντα, νὰς μᾶς ἐπιτρέψετε νὰ ἐπισκευάσουμε τὴν στέγη. Δὲν βλέπετε ποὺ σὲ ἀρκετὰ μέρη χάλασε καὶ οἱ ζημιὲς ἀπὸ τὰ μπασίματα τῶν βροχῶν ἤδη εἶναι ἐμφανεῖς; ἐκεῖνος ἀπάντησε

-Ἔ, καί; Γιὰ τρελλὸ μὲ περάσατε, νὰ βάζω τὸ κρεβάτι μου ἐκεῖ ποὺ στάζει; Ὕστερα, ἔχω καὶ μουσαμὰ καὶ ὀμπρέλα...!

Διευκρίνιζε ἀργότερα σὲ συνασκητάς του, ὅτι καθὼς ἦταν γέρος καὶ ἀνήμπορος, ἐπιθυμοῦσε νὰ παραδώσει τὴν ψυχή του στὸ Θεὸ μέσα στὴν ἑτοιμόῤῥοπη ἀλλὰ πολυαγαπημένη καὶ ἥσυχη καλύβα του, μέσα στὸ πολυχρόνιο, ταπεινοποιό, λιτὸ καὶ τραχύ της, ποὺ ἅρμοζαν ἀπόλυτα μὲ τὰ ἀσκητικὰ ἰδανικά του, καὶ ὄχι, πιθανώτατα, ἀνάμεσα σὲ ντάνες ἀπὸ σανίδια, τοῦβλα, πλακάκια καὶ τσιμεντοτσούβαλα, σὲ πυραμιδὲς ἀπὸ ἀμμοχάλικα καὶ μὲ συνοδεία κρότων καὶ θορύβων, ἀγωγιατῶν, μαστόρων καὶ τὰ γουργουρητὰ τῆς μπετονιέρας.

Καθώς, ὅλο καὶ δυνατότερα καὶ μοναχοπρεπέστερα μετήρχετο τὰ τέλη τῆς ζωῆς του καὶ ὅλο ζωηρότερα ἀντίκρυζε τὸν θάνατο καὶ τὴν ἀπέκδυση τοῦ ἀσκητικοῦ του σαρκίου, καθόλου δὲν ἐπιθυμοῦσε ἡ ψυχή του νὰ σχετισθῇ μὲ τόσο κοσμικόφρονα καὶ ἀντιμοναχικά - ὅπως τὰ ἐξελάμβανε- ἀποχαιρετιστήρια τῆς καλύβας καὶ τῆς ἀγαπημένης του Καψάλας, καὶ νὰ παραδοθῇ στὸν πανάγαθο Θεὸ ἀνάμεσα σὲ τόσο βάναυσα ἐξόδια, ἀσυγγενῆ σκηνικὰ καὶ ἀνάρμοστα ἀκούσματα.

Γιὰ τὸ στατικὸ καὶ ἀρχιτεκτονικὸ μέλλον τῆς καλύβας του, ἂς φρόντιζε ἐκεῖνος ποὺ θὰ τολμοῦσε νὰ τὸν διαδεχθῇ· μιμητὴς στὸν τρόπο ζωῆς, συνεχιστὴς τῆς ἀγάπης τοῦ τόπου, καὶ τῆς ἐνθέου ἡσυχίας σφοδρὸς ἐραστής. Καὶ ἂν στὴν προσπάθεια διασώσεως καὶ ἀνακαινίσεως κάνει καὶ κάτι τὸ ἔκθεσμο καὶ μὲ τὴν ἱστορία καὶ αἰσθητικὴ τῆς ὑπέροχης περιοχῆς ἐκείνης ἀσυμβίβαστο, ἄνθρωπος τῆς τούτης γενιᾶς θὰ εἶναι, καὶ ὁ Θεὸς μᾶλλον θὰ τοῦ τὸ συγχωρήσει.

***

Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ.

  Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ. Ὁ ἱερομόναχος Ἄνθιμος Παντοκρατορινός (κατὰ κόσμον Ἀντώνιος Κατσαλιάκης,...