Ὁ παπα-Ἀθανάσιος ὁ Καυσοκαλυβίτης.
Ἀπὸ τὸ Μυρίνι τῶν Μεγάρων μᾶς ἦρθε, καλογεροκαρμένος καὶ χειροτονημένος ἀπὸ τὸν πρώην Ἀττικῆς Νικόδημο, ὁ παπα-Ἀθανάσιος (Καρίκας Νικόλαος, Ἀμαρούσιο Ἀττικῆς· γέννησις 1942, προσέλευσις εἰς Καυσοκαλύβια 1974), ποὺ ἀφοῦ πέρασε ἕνα φεγγάρι κοντὰ στὸν Νεοσκητιώτη παπα-Σπυρίδωνα, ἦρθε καὶ ῥίζωσε γιὰ καλὰ στὴν Καλύβα τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς. Σαραβαλιασμένη, νὰ μπάζει ἀπὸ παντοῦ ἡ σκεπή της, καὶ ἑτοιμόγκρεμη τὴν βρῆκε. Ἦταν πολὺ τυχερή· γιατὶ στὴν κατάσταση ποὺ ἦταν, μόνο αὐτὸς μποροῦσε νὰ τὴν ἀναστηλώσει, ἀνακαινίσει καὶ σώσει.
Ὅλη ἡ Σκήτη καὶ οἱ ἀσκητές της, ἦταν τυχεροὶ μὲ τὴν ἐγκαταβίωσή του. Ἔμεινε ἡλικιωμένος ἀβοήθητος; Ξέμεινε ἀθέρμαστος ἀπὸ ξύλα τὸν χειμῶνα; Ἀπόμειναν οἱ κῆποί των ἄσκαφτοι, τὰ πράγματα καὶ τὰ ἐφόδιά των ἀκουβάλητα στὸν μῶλο; Μιὰ στράτα μὲ τὰ φορτώματα ποὺ κάνουν οἱ ἄλλοι ἀπὸ τὸν Άρσανᾶ πρὸς τὰ ἐπάνω, δύο καὶ τρεῖς, ὁ εὐλογημένος, ἀπανωτὰ στὴν ἴδια ὥρα. Σκέτο πετσὶ τὸ δέρμα στὶς πλάτες καὶ στοὺς ὤμους του ἀπὸ τὸ κουβάλημα τοῦ ἀμμοχάλικου, τῶν τσιμέντων, τοῦ ἀσβεστιοῦ, τῶν μαδεριῶν, τῶν καυσοξύλων. Καὶ στὰ δικά μου κατορθώματα ἱδροκόπησε, χωρὶς κἂν νὰ τοῦ τὸ ζητήσω· καὶ προσεύχομαι τώρα, οἱ Ἅγιοι Πάντες μου νὰ μὴν τὸ λησμονοῦνε.
Μὲ εἶχαν βέβαια προϊδεάσει οἱ ἀσκηταὶ γιὰ τὴν στενοχώρια ποὺ τοὺς βασάνιζε ἐπειδὴ δὲν εἶχαν πνευματικὸ στὴν Σκήτη καὶ ἦσαν ἀναγκασμένοι νὰ καταφεύγουν σὲ μακρυνούς, σὲ ἄλλες Σκῆτες, γιὰ νὰ λένε τοὺς λογισμούς τους καὶ νὰ λαμβάνουν ἄφεση. Ἦταν δύσκολο αὐτό, ἰδίως γιὰ τοὺς ἡλικιωμένους.
-Κάνετε, Δέσποτα, πνευματικὸ τὸν παπα-Θανάση. Ὅλοι τὸν ἀγαπᾶμε καὶ τὸν ἀποδεχόμαστε. Θὰ εἶναι πολὺ κοντά μας ἕνα πετραχήλι ποὺ θὰ τίθεται στὰ κεφάλια μας. Ἔτσι, συχνὰ γονατιστοί, θὰ ἀκοῦμε νὰ μᾶς διαβάζει τὴν συγχωρητικὴ εὐχή, γιὰ νὰ ἔχουμε ἄφεση, θεία παρηγοριά, καὶ γιὰ νὰ γλυκαίνει ἡ ψυχή μας.
Βρῆκαν λοιπὸν τὴν εὐκαιρία τῆς πανηγύρεως τῆς Πεντηκοστῆς τοῦ 1987, τὰ εἶχα κανονίσει καὶ μὲ τὸ Μοναστήρι, μὲ περικύκλωσαν ἀφ’ ἑσπέρας ὁ Δικαῖος καὶ ἄλλοι Γεροντᾶδες καὶ μὲ ἐπέδωκαν γραπτὴ τὴν ἐπιθυμία ὅλων τῶν πατέρων τῆς Σκήτης. Ἀνήμερα, στὸ τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας, τηρήθηκαν τὰ καθιερωμένα καὶ ἔκτοτε, μὲ ἐμπιστοσύνη, μὲ συντριβὴ καρδίας καὶ βαθειὰ κατάνυξη ἐξαγορεύουν σὲ αὐτὸν τὰ σφάλματα καὶ τοὺς λογισμούς των καὶ μὲ εὐλάβεια γονατίζουν ἔμπροσθέν του καὶ θέτουν τὰς κεφαλάς των κάτω ἀπὸ τὴν λυτρωτική του εὐλογία καὶ τοῦ Θεοῦ τὴν χάρη.
Δὲν ἄλλαξε συνήθειες καὶ συμπεριφορὰ ὁ πνευματικὸς ἤδη. Ἡ βαριά, ὁ κασμᾶς καὶ τὸ φτυάρι, σταματημὸ δὲν ἔχουν στὴν περιοχή του, καὶ ἀπὸ τὶς παγκοινιὲς τοῦ Κυριακοῦ καὶ τῶν ἀδελφῶν ὁ ἴδιος ἱδρῶτας ῥέει ἀπὸ τὸ ἴδιο ζόρι. Ξύλιασαν τὰ χέρια του, σόλιασαν οἱ παλάμες, τανάλιες ἔγιναν τὰ δάχτυλά του, ἐπειδὴ ὁ Θεός, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἄλλα χαρίσματα, τοῦ χάρισε σωματικὴ ῥώμη καὶ μυϊκὴ δύναμη σπάνια· καὶ αὐτὸς ἐννοεῖ ἀσταμάτητα νὰ τὴν ἐξαντλῇ, εὐθὺς ὡς τελειώσει, νύκτα δηλαδὴ ἀκόμα, τὴν ἀκολουθία καὶ τὴν θεία λειτουργία του, σὲ τρεξίματα, σὲ μεταφορές, σὲ μπετά, σὲ κτισίματα, σὲ σκαψίματα, καὶ δὲν ξέρω ποῦ ἀλλοῦ.
Ὅλοι γνωρίζουν πόσο σφίγγει τὸ χέρι τους ὅταν εἶναι νὰ τοὺς χαιρετίσει. Ἀπὸ τὸ πιάσιμο πρὸς χειροφίλημα τὸν καταλαβαίνω, στὸ σκοτάδι τοῦ Κυριακοῦ, κατὰ τὶς ἀγρυπνίες, ὅταν ὅλοι παρελαύνουν ἀπὸ ἐμπρός μου χοροσταντοῦντός μου στὸν θρόνο, γιὰ νὰ πάρουν εὐχή, κατὰ τὴν τάξη· ἤ, μεταξὺ τῶν παπάδων, ὅταν ἔρχονται νὰ πάρουν καιρό, καὶ νὰ μποῦμε ἀκολούθως στὴν θεία λειτουργία.
Πολὺ πιὸ εὔκολα ἔχει καὶ ξεκούραστα θεωρεῖ τὰ ἐπαναλαμβανόμενα σαρανταλείτουργα, καὶ σὰν διασκέδαση ἐκλαμβάνει τὴν παρασκευὴ μοσχοθυμιάματος, τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ καὶ τὸ κύριο καὶ ἐπίσημο ἐργόχειρό του. Ἀπὸ αὐτῶν τοὺς πορισμοὺς ὅλες οἱ ἀναστηλώσεις καὶ ἐπισκευὲς τῆς Καλύβας του, ἡ βιότευσίς του καὶ ἡ φιλοξενία τῶν ἐπισκεπτῶν του.
Σὲ ἄσυλο τῶν δεινοπαθοῦντων Βορειο-Ἠπειρωτῶν καὶ Ἀλβανῶν μετέβαλε τὴν Καλύβα του τὰ τελευταῖα χρόνια, ὁ εὐλογημένος. Δύο φορὲς τοῦ κατέκλεψαν ὅλες τὶς οἰοκονομίες, ποὺ ἐπὶ ἔτη μάζευσε καὶ τὶς προόριζε γιὰ νὰ ἐπισκευάσει τὴν ἐκκλησία του· βόγγηξε κυριολεκτικῶς μέχρι νὰ ξεχρεώσει καὶ τὸ τηλέφωνό του ἀπὸ τὴν πολυχρησία τους, παρόντος ἢ ἀπόντος του, καὶ δὲν ἐννοεῖ νὰ τοὺς κάνει πέρα, γιὰ νὰ λήξουν οἱ πειρασμοί του.
-Φτωχοί, δυστυχισμένοι καὶ ξενιτεμένοι εἶναι οἱ καϋμένοι, καὶ οἱ δικοί τους περνᾶνε δύσκολες ἡμέρες. Θεὸς σχωρές’ τους· ἔχει νὰ ἀπαντᾷ σὲ ἐμᾶς ποὺ διαφορετικὰ τοποθετούμεθα καὶ εἴμεθα πολὺ ἐπιφυλακτικοὶ λόγῳ τῶν ἐπαναλαμβανομένων καὶ στὴν περιοχή μας παρομοίων κρουσμάτων. Ἀποροῦμε μὲ τὴν στάση του καὶ τοῦ συνιστοῦμε νὰ εἶναι προσεκτικώτερος πρὸς τοὺς κακοπροαίρετους προστατευομένους καὶ φιλοξενουμένους του· ἀλλὰ στὸν ψυχικό του κόσμο ὑπερισχύουν τὰ φιλάνθρωπα αἰσθήματα, ἡ εὐσπλαγχνία καὶ ἡ συμπάθεια, ποὺ παραμερίζουν τοὺς κινδύνους καὶ τὴν ζημία.
Ἔτσι ἐννοεῖ νὰ συμπεριφέρεται καὶ νὰ διάγει ὁ παπα-Θανάσης. Τρόμαξε μάλιστα ὅταν ἔμαθε ὅτι ἡ ἀστυνομία κατέβαλε προσπάθειες γιὰ ἀναζήτηση καὶ δικαστικὴ δίωξη τῶν δραστῶν, καὶ χάρηκε πληροφορηθεὶς ὅτι κατόρθωσαν να διαφύγουν τὴν σύλληχη καὶ νὰ περαιωθοῦν στὴν πατρίδα τους μαζὶ μὲ τὰ κλοπιμαῖα. Σὺ δέ, ἂν μπορῇς, χαρακτήρισε τὴν στάση του ὡς μὴ συνάδουσα μὲ τήν, ἀνάλογες στιγμὲς καὶ ἀνάγκες, παρατηρηθεῖσα συμπεριφορὰ τῶν ἁγίων μας πατέρων, ἀσκητῶν καὶ διδασκάλων τῆς ἐρήμου, ποὺ διέπρεψαν καὶ ἔλαμψαν τὸ πάλαι καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ ἐμπνέουν καὶ νὰ ἐνθαῤῥύνουν σὲ μίμηση καὶ τοὺς σημερινοὺς ἀγωνιστὰς πατέρας τοῦ Ἄθωνος.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου