ΓΑΒΡΙΗΛ ΜΟΝΑΧΟΣ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΧΛΩΡΟΚΟΥΚΚΙΑ ΤΟΥ
Συνεχίζει μὲ ὑπομονὴ καὶ ἐπιμονὴ τὸν ἀσκητικὸ ἀγῶνα καὶ τὴν Καυσοκαλυβίτικη παράδοση ὁ ἀγαπητὸς σὲ ὅλους μας διάδοχός του Γέροντας Γαβριήλ (Ἀνδρικόπουλος Ἀθανάσιος ἐκ Μοστιτσίου Καλαβρύτων· γέννησις 1916, προσέλευσις 1950, κουρᾶ 1952), μὲ ὅσες δυνάμεις τοῦ ἐπέτρεψαν νὰ διαθέτει ἀκόμα ἡ σκληρὴ ζωή, ἡ νηστεία καὶ ἡ ἀδυσώπητη ἡλικία.
Χρειάζεται νὰ προσέχεις τὰ ταβάνια τῶν δωματίων τῆς Καλύβης του, ἂν συμβαίνει νὰ εἶσαι λίγο ψηλὸς ἢ ἐὰν φορᾷς κουμπελίδικο καλυμαύχι καὶ πολὺ περισσότερο τὰ ἀνώφλια, ὅταν εἶναι νὰ δρασκελίσεις τὰ κατώφλια τῶν θυρῶν καὶ βλέπεις μόνο πρὸς τὰ κάτω. Ἐγώ, εὐνοήτως, δὲν συνάντησα πρόβλημα.
Ἄλλο πρᾶγμα ὑπῆρξε γιὰ ἐμένα πρόβλημα· ὅταν μετὰ ἀπὸ μία ἱεροπραξία στὴν Καλύβα του, πρὸ δεκαπενταετίας περίπου, θέλησε σώνει καὶ καλὰ νὰ μὲ φιλέψει. Ἀναγκάσθηκα νὰ δεχτῶ, ὅταν κατάλαβα ὅτι μποροῦσε νὰ θρηνῇ ἐὰν ἀποποιόμουν τὴν πρόταση καὶ τὴν ἐκδήλωση τῆς ἀγάπης του· καὶ ἡ χαρά του ἀμέσως ἔγινε ἔκδηλη. Ἡ συνέχεια ὅμως μὲ δυσκόλεψε πολύ.
Πρῶτα-πρῶτα, γιατὶ δὲν ἐννοοῦσε νὰ καθίσει νὰ φᾶμε μαζί. Τὸν θερμοπαρακάλεσα πρὸς τοῦτο, ἀλλὰ ἔμεινε ἀνένδοτος. Ὅταν δὲ προσπάθησα νὰ καταστήσω ἐμφανῆ τὴν δυσαρέσκειά μου, εἰσέπραξα τὴν δικαιολογητικὴ τῆς στάσεώς του ἐξήγηση, ἡ ὁποία συνεκλόνισε τοῦ εἶναί μου τὰ βαθέα: «ἐπειδὴ ἡ μηδαμινότης μου, εἶναι ἀνάξιος νὰ συγγευματίσω μὲ ἕναν ἐπίσκοπο· θὰ φάγω μετὰ ταῦτα, καὶ ἀφοῦ προπέμψω τὴν θεοφιλία σας». Φρονοῦσε δὲ ἐπὶ πλέον, ὅτι ἦταν ἐπιβεβλημένο –καὶ τὸ τηροῦσε- νὰ στέκεται ὄρθιος καθ’ ὅλη τὴν ὥρα τοῦ γεύματός μου «λόγῳ παρουσίας στὴν καλύβα τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος», καὶ «γιὰ νὰ εἶναι ἕτοιμος πρὸς διακονίαν». Ποιὰ διακονία; διερωτήθηκα. Τὸ φαγητὸ ἦταν ἤδη σερβιρισμένο στὸ πιάτο, δύο κρεμμυδάκια ἀπὸ δίπλα, μία φέτα ψωμί, ἕνα ποτήρι νερὸ καὶ ἕνα πορτοκάλι γιὰ ἐπιδόρπιο.
Ἂν δὲν πίστευα καὶ γνώριζα ὅτι ὑπάρχουν, καὶ θὰ ὑπάρχουν ἐσαεί, πατέρες στὸν Ἄθωνα τῆς ποιότητος καὶ βιοτῆς τῶν ἀσκητῶν τοῦ Λαυσαϊκοῦ καὶ τῆς ἐρήμου τῆς Νιτρίας, καὶ ἐὰν ἐδῶ καὶ χρόνια ἐξ αὐτοψίας καὶ ἀμέσου ἐμπειρίας δὲν ἦμουν γνώστης εὐτυχὴς τῆς συνέσεως, τῆς ὀρθοφροσύνης καὶ τῆς πολὺ στὰ πνευματικὰ προηγμένης ζωῆς τοῦ ἀγαπητοῦ καὶ σεβαστοῦ μου Γερο-Γαβριήλ, ἀσφαλῶς θὰ ἔψαχνα γιὰ ψυχοπαθολογικὲς διαγνώσεις καὶ μᾶλλον θὰ κατέληγα σὲ θλιβερὰ εἰς βάρος του συμπεράσματα.
Ἡ δεύτερη, ἐξ ἴσου μεγάλη μου, δοκιμασία, ἦταν ὅτι ἀποδείχθηκα πολὺ ἀπρόθυμος νὰ μασήσω καὶ πλήρης δυσκολίας νὰ καταπιῶ τὰ νερόβραστα χλωροκούκκια. Ἦταν ἄνοιξις καὶ ἔπεσα σὲ Παρασκευή. Ἔστρεψα ἀπὸ ἀμηχανία τὸ βλέμμα μου πρὸς τὰ ἔξω καὶ ἔβλεπα ἀπὸ τὸ παραθυράκι τὶς ὄμορφες κουκκιές, ἀρκετὰ άναπτυγμένες στὸ πεζουλοκηπάκι, μὲ ἄφθονα καὶ ἐλαφρανεμίζοντα τὰ ἀσπρολούλουδά τους πρὸς τὰ ἐπάνω καί, ὄχι λιγώτερα, στὰ χαμηλά τους, τὰ τρυφερὰ καταπράσινα ῥαμφοβλαστήματα, ποὺ θὰ ἀργοῦσαν κάμποσο ἀκόμη νὰ ἀποβοῦν οἱ γνωστοί μας καρποί. Τέτοια φρεσκομάζεψε ὁ Γέροντας, τὰ μαγείρεψε μὲ κρεμμυδάκια, τὰ ἄρτισε μὲ μπόλικο μάλαθρο γιὰ νὰ νοστιμίσουν, καὶ ἱεροτελεστικῶς σὰν ἀπαρχὴ τῶν κηπευτικῶν καὶ των ψυχικῶν αἰσθημάτων του, μοῦ τὰ παρέθεσε πρὸς βρῶσιν καὶ πρὸς τέρψιν ὑποτίθεται.
Ὄσπρια νερόβραστα, ἀλλὰ καὶ φάβες ἀλάδωτες ἀπὸ κουκιὰ καὶ μπιζέλια, μοῦ εἶναι κατανοητὲς καὶ ὑποφερτές, ὅπως σὲ ὅλους, ἰδίως τὴν Μεγάλη Τεσσαρακοστή· τί νὰ κάνουμε, δὲ γίνεται ἀλλοιῶς· καὶ τὰ ῥαδίκια ἀκόμη καὶ τὰ ἄλλα ἀγριοχόρτατα, μὲ λίγο λεμόνι, τρώγονται· ἀλλὰ φρέσκα μὲ τὰ φλούδια τους πικροστιφοκούκκια χωρὶς σταγόνα λάδι, πρώτη φορὰ δοκίμαζα στὴν ἁγιορείτικη ζωή μου. Ἀπαίσια καὶ ἀηδιαστικὰ μοῦ φάνηκαν καὶ δὲν κατέβαινα, τὰ εὐλογημένα, μὲ τίποτα. Ἐγὼ ξέρω, πῶς ἐπὶ τέλους κατόρθωσα νὰ ἀδειάσω τὸ πιάτο ἄνευ παραμικρᾶς ἐνδείξεως βδελυγμίας, δυσφορίας ἢ προδοτικοῦ μορφασμοῦ, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ μὴν τον στενοχωρήσω, ἀπογοητεύσω καὶ καταθλίψω. Καὶ νὰ λάβει κανεὶς ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι γιὰ τὸν γέροντα καὶ γιὰ ἄλλους συνασκητάς, ὅπως ἐκ τῶν ὑστέρων πληροφορήθηκα, ἀποτελοῦν ἐπίσημο νηστήσιμο φαγητό.
Νὰ ἦταν, ἄράγε, σκέφθηκα, μόνο ἀλληγορικὴ καὶ ψηφοφοριῶν ἀποφευκτικὴ ἡ ῥήτρα τοῦ Πυθαγόρου, κυάμων ἀπέχεσθαι;, ἢ λανθανόντως καὶ ἐκφραστικὴ κάποιας, παρομοίως μὲ τὴν δική μου, περιπετείας του, πρᾶγμα ποὺ μᾶλλον συμπεραίνεται ἀπὸ τοῦ σχετικοῦ κειμένου τὰ συμφραζόμενα, τὰ ὁποῖα ὡς παρέλκοντα παραλείπω;
Χαριτωμένος, λοιπόν, εὐγενέστατος καὶ γλυκύτατος ὁ πολιὸς καὶ σκληροζωισμένος Γέροντας. Παρουσιαστικὸ ὁσιακὸ καὶ μορφὴ χαρακτηριστικῶν τοιχογραφιῶν χρωστῆρος Θεοφάνους. Συμπεριφορὰ καὶ φθέγματα Ἀββάδων, πάλαι ποτὲ λαμψάντων χρόνων, γεραρᾶς δὲ καὶ ἀλήστου μνήμης. Χαριτωμένες ὅλες οἱ στιγμές μου μαζί του, καὶ ἀλησμόνητα φυσικὰ τὸ πρὸς τιμήν του γεῦμα. Τὴν εὐχή σου νὰ ἔχω Γέροντα Γαβριήλ, ποὺ ἐμπράκτως διαιωνίζεις στὴν γειτονιά μας τὸν ἅγιο καὶ ἁγιορείτικο ἀσκητισμὸ τῆς κατὰ ἀνατολὰς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας.
Καθὼς μὲ προέπεμπε καὶ ἀνεβαίναμε πρὸς τὸ κεντρικὸ μονοπάτι εἶδα τὴν συνορεύουσα Καλύβα τοῦ Γενεσίου τῆς Θεοτόκου, καὶ ῥώτησα τὸν Γερο-Γαβριήλ, ποιὸς ἡσυχάζει σὲ αὐτήν. Μὲ πληροφόρησε ὅτι τὴν κατέχει ζηλώτης, ποὺ δὲν ἐπικοινωνεῖ μὲ τὸ Κυριακὸ λόγῳ ζηλωτισμοῦ καὶ τοῦ μνημοσύνου τοῦ Πατριάρχου. Θλιβερὴ καὶ ἀπογοητευτικὴ νότα στὴν ὅλη ἁρμονικὴ σύνθεση καὶ λειτουργία τῆς Σκήτης καὶ ὅπου ἀλλοῦ. Εἶναι καὶ ἄλλοι πατέρες, ποὺ φρονοῦν καὶ συμπεριφέρονται ἔτσι σὲ βάρος τῆς λατρευτικῆς ἑνότητος καὶ φιλαδελφίας. Παλαιὸ καὶ ἀθεράπευτο δυστυχῶς τὸ κακό. Μᾶς τὸ κληροδότησαν σοφοί, ὑποτίθεται, θεολόγοι καθηγηταὶ καὶ ἰδιαζόντως διαπρεπεῖς ἱεράρχαι! Μακάρι νὰ τοὺς εὐσπλαγχνισθῇ ὅλους ὁ Κύριος ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως καὶ ἀνταποδόσεώς Του.
***
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου