Σάββατο 17 Μαΐου 2025

ΤΑ ΤΕΛΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΤΟΥ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΟΥ

 

Τὰ τέλη τοῦ Ὁσίου Πορφυρίου τοῦ Καυσοκαλυβίτου.

Πόσο χαρήκαμε ὅλοι ὅταν ὁ Γέροντας Πορφύριος, ἔστω στὰ γεράματά του, στὴν ἀπὸ τὰ νιᾶτά του ἀγαπημένη Καλύβα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου ἐπανέκαμψε καὶ ἐκεῖ θέλησε νὰ ἀφήσει τὴν τελευταία πνοή του.

-«Εἶχα δὲν εἶχα τελειώσει τὰ παιδικά μου χρόνια καὶ ἄρχιζα τὰ τῆς ἐφηβείας μου ὅταν, δόκιμο ἀκόμα, οἱ αὐστηροὶ Γεροντάδες μου μὲ ἔστειλαν μὲ ἄλλους ἀρχαρίους καὶ καλογέρια πρὸς τὰ δικά σου μέρη καὶ πρὸς τὴν Σάρα, γιὰ νὰ μαζέψουμε σαλιγκάρια». Ἔτσι ἄρχισε ἀφηγούμενος τὸ Καυσοκαλυβίτικο παρελθόν του, ἀνήμπορος πλέον καὶ ξαπλωμένος στὸ κρεββάτι, κατὰ μία ἐπίσκεψή μου.

Τὰ κατάφερε καὶ γέμισε τὸ τσουβάλι του στὰ κατσάβραχα. Κατὰ σωροὺς ἐμφανίζονται ἐκεῖ καὶ ἀργοβαδίζουν, τὰ εὐλογημένα, στὰ ἀνοιξιάτικα ἀπόβροχα. Ὕστερα ὅμως ἄρχισαν τὰ δυσκολώτερα. Μεγάλη ἡ ἀπόστασις, δὲν εἶναι εὔκολο νὰ ἐπανακάμψεις φορτωμένος καὶ ἀνεβοκατεβαίνοντας ἀνηφόρες καὶ χαράδρες. Τοῦ ἔλειπε ἡ πεῖρα. Μουσκεμένος στὸν ἱδρῶτα, ἔκανε μεγάλες στάσεις γιὰ ξεκούραση· τὸν «κάρφωσαν» τοῦ Ἄθωνα οἱ «κατεβασιές», τὴν ἅρπαξε τὴν « πούντα».

Τὸ ἴδιο βράδυ, ἀνέβασε ὑψηλὸ πυρετό. Βαρειὰ περιπνευμονία, εἶπαν οἱ ἔμπειροι, γρήγορη ἐπιδείνωση καὶ μεταπήδηση σὲ φυματίωση διέβλεψαν ἄλλοι, ποὺ ἦταν ἀγιάτρευτη καὶ θέριζε κόσμο ἐκεῖνα τὰ χρόνια. Τὰ ἔχασαν στὴν κυριολεξία οἱ Γεροντάδες του, καὶ ἀπὸ φόβο μὴ τοὺς πεθάνει, «παιδὶ ἀκόμα», τὸν φυγάδευσαν σὲ γνωστούς των στὴν Ἀθήνα, ὅπου ἔμεινε καὶ ὑπηρέτησε ὡς κληρικὸς γιὰ ὅλα του τὰ χρόνια, μὲ φρόνημα ὅμως καὶ ζωὴ ἀσκητικὴ καὶ δὴ Καυσοκαλυβίτικη.

Μὲ μακάρισε γιὰ τὴν ἐπιλογὴ τῶν Ἁγίων Πάντων. Διέσωζε, μετὰ ἀπὸ τόσα χρόνια, ζωηρὰ τυπωμένες μέσα του τὶς εἰκόνες τῶν τοποθεσιῶν, θυμόταν ὅλα τὰ τοπωνύμια καὶ τὰ περιέγραφε μὲ ἀκρίβεια. Πληροφορημένος -ὁ πονηρός-, γιὰ τὸ χάρισμα ποὺ τοῦ ἔδωσε ὁ Θεός, νὰ βρίσκει νερὰ σὲ ἀνυδρους τόπους, -λὲς καὶ δὲν μοῦ ἔφτανε αὐτὸ ποὺ ἀπὸ τότς διεμόρφωνε ὁ Πανάγαθος τὰ τοῦ κόσμου, σπάζοντας χοντροφλέβα τοῦ Ἄθωνα, πῆρε τὴν πρὸς τὰ μέρη μας κατηφόρα καὶ ἔκτοτε ῥέον ἀενάως ἐννοεῖ νὰ καταρδεύει ὑπεράρκως τὰ κελλιὰ τῶν γειτόνων καθὼς καὶ τὸ τῆς ἀπληστίας μου- βρῆκα τὴν εὐκαιρία νὰ τὸν συμβουλευθῶ, μήπως μποροῦσαν νὰ βρῶ καὶ πιάσω τὴν φλέβα τοῦ ἀθάνατου νεροῦ ἀπὸ πολὺ ψηλότερα, καὶ νὰ τὴν στρέψω δυτικά, ὥστε νὰ πατάει ὅλα μου τὰ πεζούλια. Κρῖμα εἶναι, τοῦ εἶπα, νὰ ἐμφανίζεται τόσο χαμηλά, γιὰ νὰ ποτίζει τὴν θάλασσα, καὶ νὰ τὸ περιφρονοῦν, μάλιστα, τὰ τελευταῖα χρόνια καὶ οἱ ψαράδες ἀκόμα, γιατὶ ἔχουν μηχανὲς γρήγορες τώρα καὶ ὄχι πανιὰ καὶ κουπιὰ στὰ πλεούμενά τους, καὶ τὰ ψυγεῖά τους γεμᾶτα ὄχι μόνο ἀπὸ νερὸ ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἄλλα δροστιστικὰ καλούδια.

-«Περνάει πολὺ βαθειά, εἶπε, καὶ εἶναι τὸ μέρος ὅλο βράχοι· θὰ δυσκολευθῇς πολὺ νὰ τὸ πετύχεις. Θὰ ἔλθω ἐγὼ καμμιὰ μέρα γιὰ νὰ στὸ δείξω καὶ γιὰ νὰ ξαναβηματίσω στὰ γνώριμά μου ἀπὸ τὰ παληά».

Ἀμφέβαλα, γνωρίζοντας καὶ βλέποντας τὴν κατάστασή του. Κατάλαβα πὼς γιὰ νὰ μὴν πῇ κάτι ἄλλο καὶ μὲ στενοχωρήσει, «προσεποιεῖτο ποῤῥωτέρω πορεύεσθαι» (Λουκᾶς ΚΔ, 28). Ἄλλαξα λοιπὸν καὶ ἐγὼ θέμα, καὶ ἀρκέσθηκα νὰ ἀπολαμβάνω καὶ ἐπωφελοῦμαι ἀπὸ τὶς ἄλλες διηγήσεις καὶ ἐμπειρίες. Ἐπανέφερε ὅμως ἔν τελει τὸν λόγο στὰ ἁγιορείτικά μας, γιὰ νὰ καταλήξει οἰονεὶ μὲ τὸ παράπονο:

-Καὶ ὕστερα λένε μερικοί, πὼς δὲν εἶμαι καλόγερος Καυσοκαλυβίτης...· καὶ ὁμολογῶ ὅτι μὲ ξάφνιασε.

***

Μὲ τὴν ἰδιότητα πάντως τοῦ λευκανθέντος σὲ θεάρεστη ἐν τῷ κόσμῳ διακονίᾳ ὁσιακοῦ κληρικοῦ καὶ τὴν πανθομολογουμένως σωστικὴ προσφορά του στὶς καταφεύγουσες στὸ πετραχήλι του ὡς θεοχαρίτωτου πνεματικοῦ καὶ κατηχητικοῦ ψυχὲς ἀφ’ ἑνὸς καὶ κυρίως, καὶ μὲ τοῦτο τὸ ὡς ἀνωτέρω παλαιὸ συνδετικὸ ἱστορικό του μὲ τὴν Σκήτη τῶν Καυσοκαλυβίων ἀφ’ ἑτέρου, διεξεδίκησε δικαίωμα παλλινοστήσεως, καὶ τῇ συγκαταθέσει καὶ ἀποφάσει τῆς Μεγίστης Λαύρας, γράφθηκε στὴν ἀγαπημένη του Καλύβα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου.

Διατυπώθηκαν ὅμως τότε ἀπὸ τοὺς νεωτέρους ἀμφιβολίες καὶ ἀμφισβητήσεις· ὑπέδειξα καὶ ἐγὼ σὲ ἄνθρωπό μου, πρὸς διασάφηση, ἔρευνα στὸ ἐπίσημο Μοναχολόγιο τῶν ἐξαρτημάτων, καὶ δυστυχῶς δὲν βρέθηκε πουθενὰ καταχωρισμένος, οὔτε κᾂν σἂν δόκιμος. Ἄρα, στοὺς ἀμφισβητίες τῆς ἐν Ἄθῳ κουρᾶς του συγκαταλεγόταν καὶ ἡ ἀφεντιά μου. Ὡς ἦταν ἑπόμενο ἐπανῆλθα, ἐρευνῶν τὰ τοῦ ζητήματος, καὶ τώρα μπορῶ νὰ σημειώσω, τὸ ὅτι ἐκεῖνοι οἱ Γεροντάδες ποὺ γνώρισαν ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὰ πράγματα, ἑρμήνευσαν ὡς ἑξῆς τὴν σιωπὴ τῶν ἐπισήμων Κωδίκων:

-«Σπανὸ καὶ ἀμούστακο ἦταν ἀκόμα. Μὲ τὶς αὐστηρότητες ποὺ ἐπικρατοῦσαν τότε καὶ στὶς Σκῆτες καὶ ἐδῶ, ὡς πρὸ τὸ κατάλληλο τῆς ἡλικίας γιὰ δοκιμασία καὶ κουρά, τολμοῦσαν νὰ τὸ βγάλουν παρὰ ἔξω καὶ νὰ τὸ παρουσιάσουν καὶ τὸ δηλώσουν ἐπίσημα στὸ Μοναστήρι; Τηρήθηκε τὸ ἀνεπίσημο καὶ σιωπητὸ ἀπὸ πλευρᾶς διατυπώσεων καὶ Συνάξεως τυπικό. Μᾶλλον, λοιπόν, σιωπηρὰ καὶ ἐν στενῷ κύξκλῳ, τὸν ἔκειραν μοναχὸ οἱ Γεροντάδες του, μὲ μέτρο τὸν ζῆλο καὶ τὴν εὐλάβειά του καὶ μὲ βασισμὸ στὴν διορατικότητά τους».

***

Στὴν πολυθρόνα καθήμενο ἢ στὸ φορεῖο ὁριοζντιωμένο, τὸν ἀνεβοκατέβαζαν τὰ καλογέρια του, ταξιδεύοντα ἀκόμα πρὸς τὴν Ἀθήνα, γιατὶ θρηνοῦσε ὁ κόσμος, ποὺ στὸ πετραχήλι του βρῆκε τὴν λύτρωση, στὶς συμβουλὲς καὶ ὁδηγίες του τὴν ἀσφαλῆ πνευματικὴ πορεία, καὶ στὶς εὐχές του τὸ κουράγιο γιὰ άγῶνα καὶ σωτηρία. Χιλιάδες τὰ πνευματικοπαίδια του, ἀμέτρητες οἱ παρακλήσεις του· ἐνέδιδε, ὑποχωροῦσε ἀλλὰ καὶ τοὺς ἑτοίμαζε γιὰ τὴν ὁριστικὴ ἀπὸ κοντά τους ἀπουσία...

***

Στὴν ἀγρυπνία τῆς πανηγύρεως τῆς Σκήτης, ἤτοι τῆς ἑορτῆς τῆς Πεντηκοστῆς τοῦ 1991, μὲ πληροφόρησαν ὅτι μόλις πρὸ ἡμερῶν, ἀθόρυβα καὶ διακριτικά, τὸν μετέφεραν στὴν περιπόθητή του Καλύβα καὶ ὅτι ἔτσι ξαπλωμένος στὸ κρεββάτι μὲ τὸ κομποσχοίνι καὶ τὴν εὐχὴ θὰ ἀγρυπνοῦσε ὅλη τὴν νύχτα μὲ τὴν μόνιμη συντροφιὰ καὶ διακονία τοῦ παπα-Φωτίου (Σκάνδαλος Ἀντώνιος τοῦ Σεραφείμ, ἐκ Λημερίου Εὐρυτανίας· γέννησις 1933, προσέλευσις 1965, κουρὰ 1966, ποὺ φέρεται ἐγγεγραμμένος στὸ Κελλὶ Ἅγιος Δημήτριος τῆς Κερασιᾶς). Οἱ ἄλλοι ὑποτακτικοί του θὰ πηγαινοέρχονταν στὸ Κυριακὸ κατὰ βράδιες. Ἦταν τότε ποὺ ὅλοι πίστευαν ὅτι μᾶλλον σύντομα θὰ τὸν ἔπαιρνε ὁ Κύριος ἀὸ κοντά Του.

Τὸ ἀπόγευμα, μετὰ τὸ σχόλασμα τοῦ Μεγάλου Ἑσπερινοῦ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τῆς γονυκλισίας, πῆγα καὶ τὸν εἶδα.

-Ἤσουν, λοιπόν, ἐδῶ Γέροντα καὶ ἀπουσίασες ἀπὸ τὴν σύναξή μας καὶ ἀπὸ τὴν ἀγρυπνία τέτοια μεγάλη ἑορτή;, θέλησα νὰ ἀστειευθῶ.

-Μὲ πειράζεις, Δέσποτα. Ἀφοῦ βλέπεις τὴν κατάστασή μου.

-Καὶ στὸ Κυριακὸ στὸ κρεββάτι θὰ σὲ εἴχαμε Γέροντα· χαρά μας, μεγάλη θὰ ἦταν νὰ συνεορτάσουμε τὴν μεγάλη ἑορτὴ τῆς Σκήτης μας.

-Ὄχι, Δεσπότη μου· θὰ μποροῦσε νὰ ξεψυχοῦσα, καὶ θὰ σᾶς ἔβαζα σὲ ἔγνοιες καὶ ἀταξίες.

-Καὶ δὲν θὰ ἦταν ὡραῖο νὰ ξεψυχήσεις μέσα στὸ ἀγαπημένο σου Κυριακό, καὶ κατὰ τὴν διάρκεια τέτοιας πανηγυρικῆς ἀκολουθίας; Θὰ μοῦ ἔδινες καὶ τὴν εὐκαιρία νὰ ἐκφωνήσω ἕναν καλὸ ἐπικήδειο, ποὺ θὰ εὐχαριστοῦσε, πιστεύω, τοὺς συμπανηγυριστάς, καὶ θὰ εὔφραινε, ἐλπίζω, τὴν ψυχή σου· ἐκεῖ ἐγώ, νὰ ἐπιμένω μὲ περισσὴ ἀδιαντροπία.

-Δέν χάνεις, βλέπω, τὸ κέφι σου· ὁ Θεὸς νὰ σὲ ἔχει καλά.

***

Ἦταν ἡ τελευταία φορὰ ποὺ τὸν εἶδα. Στὴν κηδεία του, προπαραμονὴ τῆς ἑορτῆς τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου, στὶς 19 Νοεμβρίου, δὲν μπόρεσα νὰ παρευρεθῶ, γιατὶ βρισκόμουν στὴν Λαύρα καὶ δὲν εἰδοποιήθηκα· ἦταν ῥητὴ ἡ ἐντολὴ στὰ καλογέρια του νὰ μὴν εἰδοποιήσουν κανέναν· κρυφὰ καὶ μὲ ἐλαχίστους ἀδελφοὺς συνασκητὰς τὸν κήδευσαν. Ἔκοψαν μάλιστα σκοπίμως καὶ τὰ σύρματα τῶν τηλεφώνων γιὰ νὰ νὰ ἀπομονωθῇ τελείως ἡ Σκήτη καὶ γιὰ νὰ τηρήσουν ἐπακριβῶς καὶ ἀνενοχλήτως τὴν ἐπιθυμία καὶ ἐντολὴ τοῦ Γέροντα.

Ἔτσι μυστικά, μετὰ ἀπὸ τριετία, ἔκαναν καὶ τὴν ἐκταφὴ καὶ μετακομιδὴ ποιὸς ξέρει ποῦ τῶν ὀστῶν του, γιατὶ ἂν προαγγελλόταν σχετικῶς, θὰ μποροῦσαν νὰ καταφθάσουν ἀπὸ τὴν Ἀθήνα καὶ ἀπὸ ἀλλοῦ πνευματικοπαίδια του καὶ δὲν θὰ ἄφηναν οὔτε κοκκαλάκι του στὰ Καυσοκαλυβίτικα ψυχοπόθητά του. Κάτι τέτοιο δὲν τὸ ἤθελε καθόλου ὁ σοφὸς καὶ διακριτικώτατος παππούς, γιὰ αὐτὸ καὶ ῥητὴ ὑπῆρξε ἡ ἐντολή του νὰ ἀποκλεισθῇ παντοιοτρόπως.

***

(Ἐξ ἀφορμῆς ἐκείνων τῶν ἀμφισβητήσεων καὶ τοῦ ἐκφρασθέντος παραπόνου του, καὶ φυσικὰ ὅλως ἐκ τῶν ὑστέρων, τὸ 1996, καταχώρισθηκαν ἀπὸ εὐλαβουμένους καὶ καλοπροαιρέτους Λαυριώτας πατέρας, στὸν οἰκεῖο χῶρο τοῦ Μοναχολογιίου, μᾶλλον καθ’ ὑπολογισμὸ καὶ προσέγγιση, τὰ ἑξῆς χρονολογικὰ στοιχεῖα: Μπαϊρακτάρης Εὐάγγελος τοῦ Λεωνίφου, ἐκ ...(;)· γέννησις 1906, προσέλευσις 1922 (;) ἀρχικῶς, καὶ 1984 (ἐπανεγγραφὴ ἐσχάτως)· κουρὰ 1923(;), ἱερομόναχος 1926, χειροτονία εἰς Ἀθήνας ὑπὸ τοῦ Σιναίου Πορφυρίου Α΄, ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ τὴν 19ην-11-1991)

***

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ.

  Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ. Ὁ ἱερομόναχος Ἄνθιμος Παντοκρατορινός (κατὰ κόσμον Ἀντώνιος Κατσαλιάκης,...