ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΑ
Περνώντας τὴν βραχονησίδα τοῦ Ἁγίου Χριστοφόρου, ἔχουμε μία πανοραμικὴ ἄποψη τῶν Καυσοκαλυβίων. Τὸ τοπωνύμιο, συνδέεται μὲ τὸν ὀνομαστὸ ἡσυχαστὴ Ὅσιο Μάξιμο Καυσοκαλύβη, ποὺ ἐπονομάστηκε ἔτσι γιατί ἔκαιγε τὶς κατὰ καιροῦ καλύβες του.
Μπροστά, βρίσκεται ἡ βραχονησίδα Δασκαλειό, ποὺ συνδέεται μὲ τὸν πατέρα Γαβριήλ, ἀναχωρητή, ποὺ πέρασε ὅλη τοῦ τὴν ζωὴ ἐκεῖ. Στὸν βράχο στὰ ἀριστερά, σὲ ὑψόμετρο ἑξήντα μέτρων ἀπὸ τὴν θάλασσα, διακρίνεται τὸ σπήλαιο ὅπου μόνασε ὁ Ὅσιος Νήφων. Ἡ σκάλα τῶν Καυσοκαλυβίων, βρίσκεται πλάϊ σὲ μία σειρά θαλασσοσπηλιές, ποὺ ἐντυπωσιάζουν μὲ τὴν ὁμοιόμορφη συμμετρία τους. Συχνὰ συναντάει κανεὶς ἐκεῖ φώκιες ποὺ ἔρχονται ἀπὸ τὸ θαλάσσιο πάρκο τῶν Σποράδων ἐπειδὴ ἡ περιοχή εἶναι ψαρότοπος. Τὸ 1872 χτίστηκε ἢ ἐπισκευάστηκε ῥιζικὰ ἡ προβλήτα καὶ τὸ ἀρσανόσπιτο γιὰ τὸ πλοῖο ποὺ εἶχαν ἀγοράσει ἀπὸ κοινοῦ οἱ σκητιῶτες μοναχοί. Τὴν δαπάνη κάλυψε τὸ κοινό ταμεῖο, καὶ κάθε μοναχὸς συμμετεῖχε μὲ δεκαπέντε γρόσια καὶ προσωπικὴ ἐργασία.
Ἕνα ἀνηφορικὸ, δύσκολο μονοπάτι μὲ πολλὰ σκαλοπάτια, ὁδηγεῖ ἀπὸ τὴν σκάλα στὴν Σκήτη, τῆς ὁποίας οἱ Καλύβες ἁπλώνονται στὴν ἀριστερὴ καὶ δεξιὰ πλαγιά μιας ῥεματιᾶς.
Ἡ Σκήτη, ἱδρύθηκε τὸν 18ο αἰῶνα ἀπὸ τὸν ὀνομαστὸ ἀσκητὴ Ὅσιο Ἀκάκιο, ἀπὸ τὸ χωριὸ Γόλιτσα τῶν Αγράφων, ποὺ ἀρχικὰ μόνασε στὴν Μονὴ Σουρβίας, στὴν Μακρινίτσα τοῦ Βόλου. Ἐγκαταστάθηκε στὴν περιοχή, ζῶντας ἀσκητικὰ σὲ σπήλαιο. Πολλὲς φορὲς ἔτριβε πέτρες καὶ ἔτρωγε τὴν σκόνη μὲ ξερὰ χόρτα· ὅταν προσευχόταν, πολλοὶ ἀσκητὲς ἔβλεπαν φλόγες νὰ βγαίνουν ἀπὸ τὸ στόμα του. Οἱ ἀσκητὲς ποὺ συγκεντρώθηκαν γύρω του, ὑπέφεραν ἀπὸ τὴν ἔλλειψη νεροῦ. Ὁ Ὅσιος ὅμως προσευχήθηκε καὶ βρέθηκε πάνω ἀπὸ τὸ σημερινό Κυριακό, πηγή, τὸ Ἁγίασμα τοῦ Ὁσίου, ὅπου τὸ νερὸ ἀναβλύζει ἀπὸ τρία σημεῖα, εἰς δόξαν τῆς τρισυποστάτου Θεότητος. Ἀπὸ τότε, ἡ ἀνάπτυξη τῆς Σκήτης, ὑπῆρξε ἁλματώδης. Τὸ ἀρχικὸ Κυριακὸ τῆς Σκήτης, ἦταν στὴν θέση ποὺ σήμερα βρίσκεται ὁ κοιμητηριακὸς ναός καὶ ἦταν κατάγραπτο. Ἐκεῖ ἐκάρη μοναχός ό Νέος Ὁσιομάρτυς Ῥωμανός ἀπὸ τὸ Καρπενήσι ποὺ μαρτύρησε τὸ 1694 στὴν Κωνσταντινούπολη, ὁ πρῶτος μιας σειράς Νεομαρτύρων ποὺ ἐγκαταβίωσαν στὰ Καυσοκαλύβια. Θεωρεῖται συγκτήτωρ τῆς Σκήτης γιατί στήριξε καὶ βοήθησε τὸν Ὅσιο Ακάκιο νὰ παραμείνει στὸ σκληρὸ καὶ ἄγριο αὐτὸν τόπο.
Μια πρώϊμη μαρτυρία καὶ περιγραφὴ τῆς Σκήτης, μᾶς δίνει ὁ Ῥῶσσος περιηγητὴς μοναχὸς Βασίλειος Γρηγορίεβιτς Μπάρσκι τὸ 1725: «Ἔφτασα στὴν περιοχὴ ποὺ λέγεται Καυσοκαλύβια. Ὁ τόπος εἶναι ξερὸς καὶ γυμνός, καὶ τὸ καλοκαίρι πολὺ ζεστός. Ἐδῶ, οἱ μοναχοὶ ζοῦν ξεχωριστά. Καθένας ἔχει στὸ κελλί του ἕνα μικρὸ παρεκκλήσιο γιὰ τὶς καθημερινὲς προσευχές. Τις Κυριακὲς ὅμως καὶ τὶς ἑορτές, μαζεύονται ὅλοι σὲ ἕναν κοινὸ μεγάλο ναό, καὶ κάνουν ἀγρυπνία. Οἱ μοναχοί, δὲν ἔχουν οὔτε κῆπους οὔτε ὀπωροφόρα δένδρα. Προτίμησαν νὰ ζήσουν ἔτσι γιὰ τὸν Χριστό. Τὰ κελλιά τους εἶναι χτισμένα στὴν ξερή, πετρώδη γῆ, μέσα σὲ γκρεμοὺς καὶ χαράδρες, στὰ βράχια πάνω ἀπὸ τὴν θάλασσα, σὰν φωλιές φτιαγμένες ἀπὸ ἀγριοπούλια. Συντηροῦνται ἀπὸ τὸ ἐργόχειρό τοὺς· ἄλλος κάνει σταυρούς, ἄλλος ξύλινα κουτάλια. Ἔμεινα ἐκεῖ, σὲ ἕναν γέροντα μοναχό, τὸν πρῶτο ἀνάμεσά τους, ποὺ λέγεται Ἀκάκιος. Εἶναι ὀνομαστὸς σὲ ὅλο τὸ Ἅγιον Ὄρος γιὰ τὴν θεάρεστη βιοτή του. Θεωρεῖται ὁ κορυφαίος τῶν ἀσκητῶν. Ἄκουσα ὅτι ἔχει λάβει προορατικὸ χάρισμα».
Στὰ Καυσοκαλύβια ἐγκαταβίωσαν, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ῥωμανό, οἱ Νεομάρτυρες· Νικόδημος, Παχώμιος καὶ Κωνσταντῖνος ὁ ἐξ Ἀγαρηνῶν. Στὴν παρουσίαση τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρος Κωνσταντίνου στὴν λιτὴ τοῦ Κυριακοῦ, εἰκονίζεται πλάϊ στὸν Νεομάρτυρα ἕνας κληρικός, ποὺ μᾶλλον πρέπει νὰ ταυτιστεῖ μὲ τὸν Δικαίο Γαβριήλ, ποὺ ὑπῆρξε ἀλείπτης τοῦ Νεομάρτυρος.
Στὴν Σκήτη, διέλαμψαν ὀνομαστοὶ καὶ καλλίφωνοι ἱεροψάλτες, ὅπως ὁ μοναχὸς Μάξιμος ἀπὸ τὴν Προύσα τῆς Μικράς Άσίας, ποὺ ἐκοιμήθη τὸ 1855. Περίφημοι ἐπίσης ἦταν οἱ ξυλογλύπτες μοναχοὶ τῆς ἀδελφότητας τῶν Νικοδημαίων, μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὸν γέροντα Ἀρσένιο, ποὺ ἐκοιμήθη τὸ 1956, τοῦ ὁποίου ἡ Σταύρωση, ποὺ χρειάστηκε δέκα ἔτη γιὰ νὰ τελειώσει, βρίσκεται σήμερα στὸ συνοδικὸ τῆς Μεγίστης Λαύρας.
Τὸ σημερινὸ Κυριακὸ τῆς Σκήτης, ἀφιερωμένο στὴν Ἁγία Τριάδα, χτίστηκε τὸ 1745. Εἶναι κατάγραπτο καὶ μὲ ἐξαιρετικὸ ξυλόγλυπτο τέμπλο. Στὸ ὑπέρθυρο τῆς εἰσόδου ἀπὸ τὴν λιτὴ στὸν κυρίως ναό, εἰκονίζεται ἡ Ἁγία Τριάδα. Σὲ προσκυνητάρια ἀριστερὰ καὶ δεξιὰ τῆς εἰσόδου, βρίσκονται οἱ εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ Παντοκράτορος καὶ τῆς Θεοτόκου Ἐλεούσης τοῦ 12ου αἰῶνος. Στὸν τροῦλλο, ἀντὶ τοῦ Παντοκράτορος, εἰκονίζεται ἡ Θεοτόκος ὡς Πλατυτέρα. Στὶς τοιχογραφίες τοῦ ναοῦ εἰκονίζονται πολλοὶ Καυσοκαλυβίτες Ἅγιοι. Σπάνια εἶναι ἡ φορητὴ εἰκόνα τῆς Δευτέρας Παρουσίας, ποὺ φυλάσσεται στὴν λιτή. Τὸ 1804, οἱ πρόσοδοι ἑνὸς ἐράνου, ἐπέτρεψαν τὴν οἰκοδόμηση τῆς λιτῆς. Οἱ τοιχογραφίες της, τοῦ 1820, εἶναι ἔργο τοῦ ζωγράφου Μητροφάνη ἀπὸ τὴν Βιζύη τῆς Θράκης. Ἐντυπωσιακὴ εἶναι ἡ παράσταση τῆς Δευτέρας Παρουσίας στὸν δυτικό τοῖχο, ἐνῶ στὶς ἄλλες πλευρές εἰκονίζονται πολλοὶ Νεομάρτυρες. Τὸ καμπαναριό, εἶναι αὐτοτελὲς κτίσμα τοῦ 1897· ἀνεγέρθηκε μὲ δαπάνη τοῦ πατριάρχη Ἰωακείμ Γ΄, ὁ ὁποῖος συχνά ἀποσυρόταν στὰ Καυσοκαλύβια τὴν ἐποχὴ ποὺ ἐγκαταβίωνε στὸ Ἅγιον Ὄρος. Δίπλα στὸ Κυριακό, εἶναι ὁ ξενῶνας καὶ ὁ κοιμητηριακὸς ναὸς τοῦ 1915.
***
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου