ΙΩΑΚΕΙΜ ΜΟΝΑΧΟΣ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ Ή ΑΛΛΙΩΣ «ΕΤΟΙΜΑΣΘΗΤΕ, ΕΡΧΕΤΑΙ Ο ... ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ».
Ἡ δική μου σκέψις, πῆγε στὸν μακαρίτη Γέροντα Ἰωακείμ (Καρανίκας Ἀχιλλεὺς τοῦ Νικολάου, ἀπὸ τὸ Μικρὸ Μέρτσι Τρικάλλων· γέννησις 1899, προσέλευσις 1927, κουρὰ 1928, κοίμησις 1988). Ὀγδόντα ἐννέα τὰ χρόνια του σὲ τούτη τὴν ζωή· ἑξήντα ἕνα τὰ σὲ τούτη τὴν φτωχοκαλύβα.
Συμπαθέστατος τύπος, μελαμψός, γεροδεμένος καὶ κοινωνικώτατος χαρακτήρ. Ἀφοσιωμένος στὴν διακονία τοῦ Κυριακοῦ, καλὸς καὶ ἀκούραστος ψάλτης στὶς ἀκολουθίες καὶ τὶς ὁλονύχτιες ἀγρυπνίες. Λέγανε ὅτι ἦταν σαλπιγκτὴς στὸν στρατό· ὅτι ἐκεῖ γύμνασε τὰ πνευμόνια του, καὶ ἀπὸ τότε τὰ διατηροῦσε γερὰ καὶ πρόθυμα σὲ ψαλσίματα καὶ ἰσχυροφωνίες.
Ὅλοι ἤξεραν ὅτι εἶχε καὶ γερὰ πόδια, ἀκόμη δὲ πιὸ γερὲς πλάτες. Δύσκολα τὰ χρόνια τῆς Γερμανοκατοχῆς καὶ τὰ ἀμέσως μεταπολεμικά. Χωρὶς «πανταχοῦσε» καὶ συνεισφορὲς τῶν Μονῶν , τῶν Κελλιωτῶν καὶ ὅλων ἐν γένει τῶν ἁγιορειτῶν, ἦταν ἀδύνατο ὁ Δικαῖος νὰ ἀνταποκριθῇ στὶς ὑποχρεώσεις καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ Κυριακοῦ, καὶ πρὸ πάντων στὴν φιλοξενία καὶ τὰ τραπεζώματα τῶν δύο πανηγύρεων· τῆς Πεντηκοστῆς καὶ τοῦ Ὁσίου Μαξίμου, κατὰ τὶς ὁποῖες κατέφθαναν πλήθη μοναχῶν καθὼς καὶ προσκυνητῶν λαϊκῶν. Δύο φορές, λοιπόν, τὸν χρόνο, ἔβγαζε ὀ Δικαῖος πανταχοῦσα ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Ἐπιστασία καὶ ἰσάριθμες περιήρχετο ὁ Ἰωακεὶμ τὰ εἴκοσι Μοναστήρια, ὅλες τὶς Σκῆτες καὶ ὅλα τὰ Κελλιὰ καὶ τὰ ἡσυχαστήρια τοῦ Ἄθωνος. Αὐτὸ ἦταν τὸ μόνιμο διακόνημά του καὶ τὸ ἐργόχειρό του καθ’ ὅλα τὰ χρόνια στὴν Σκήτη τῶν Καυσοκαλυβίων.
Θυμᾶμαι, ἀλλὰ δυσκολεύομαι νὰ διατυπώσω, τὶς ἀξιώσεις του, τὴν φορτικότητα καὶ τὴν πειστικότητά του στὸ νὰ ἀποβαίνει ὄχι μόνο ἀναπόφευκτη ἡ χορηγία γιὰ ὅποιον ἐπισκεπτόταν ἢ συναντοῦσε, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀδροτέρα δυνατή. Εἶχε περασμένο στὸν λαιμό του καὶ ἕνα τεράστιο δισάκκι μὲ ἕναν γκαζοτενεκὲ σὲ κάθε μεριά, μπρὸς καὶ πίσω, στοὺς ὁποίους ἔβαζε τὸ λάδι ποὺ τοῦ ἔδιναν οἱ κελλιῶτες· δὲν ἦταν τότε εὔκολο νὰ ἔχουν καὶ νὰ δίνουν δραχμές. Ἐπὶ ὧρες καὶ ἡμέρες βάδιζε τὰ μονοπάτια μὲ λιγόγιεμους ἢ μισόγεμους τοὺς ντενεκέδες καὶ μὲ τὴν κομποσχοίνα του νὰ σέρνεται στὸ χῶμα, νὰ σκαλώνει στὰ πουρνάρια· ἀλλὰ ἐκεῖνος ἀκούραστος καὶ ἀπτόητος νὰ συνεχίζει τὸν δρόμο του καὶ στὶς δύο πλευρὲς καὶ ἀπὸ ἄκρου ἕως ἄκρου τῆς ἱερῆς χερσονήσου, λέγοντας καὶ τὴν εὐχὴ ἀκατάπαυστα, ἀφοῦ δὲν τοῦ περίσσευε καιρὸς γιὰ πλήρεις ἐκκλησιασμούς, ἀργὰ τυπικὰ καὶ πολύωρες ἀκολουθίες.
Ὅταν γέμιζαν οἱ ντενεκέδες διέκοπτε τὴν ἐρανικὴ περιοδεία του, τοὺς κατέβαζε στὴν Δάφνη, τοὺς φόρτωνε στὸ καΐκι καὶ τοὺς ἔστελνε στὴν Σκήτη εἰς παραλαβὴν τοῦ Δικαίου. Πρὸς τοῦτο, ζητοῦσε τὴν συμπαράσταση καὶ τὴν ὑπευθυνότητα τῶν τελειωνιακῶν ὑπαλλήλων, μὴ παραλείποντας, φυσικά, νὰ τοὺς φορολογήσει, καὶ αὐτούς, γιὰ τὸν Ἅγιο Μάξιμο.
Ἀκολούθως, μετρώντας καὶ προσέχοντας μήπως τοῦ ξέφυγε κανένας τοπικὸς μπακάλης, ψαρᾶς, ψιλικατζῆς ἢ ξυλέμπορος ἢ διερχόμενος προσκυνητής, ἔπαρινε δύο ἄλλους καινούργιους καὶ καθαροὺς ἀπὸ τὸ καφενειοεστιατόριο τοῦ μακαρίτη Μαλλῆ, μέσα στὸ ὁποῖο εἶχε τὸ Γραφεῖό του καὶ πρακτόρευε τὰ πλοῖα ὁ ἐπίσης μακαρίτης Θεοδωρίδης, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ζητοῦσε μόνο μετρητά, ἢ ἀπὸ τὸ μπακάλικο τοῦ μπάμπρπα Γιάννη Χριστοδούλου, μακαρίτη καὶ αὐτοῦ, λέγοντάς τους, ἐννοεῖται, ὅτι θὰ τοὺς πλήρωνε ὁ Ἅγιος Μάξιμος. Τοὺς ἔχωνε στὶς σακκομεριεὲς τοῦ δισακκιοῦ καὶ ἔσπευδε νὰ συνεχίσει τὴν ἀποστολὴ καὶ τὶς ἐπισκέψεις ἀπὸ ἐκεῖ ἀκριβῶς, ποὺ τὶς εἶχε σταματήσει.
Στὶς Καρυὲς καὶ τὰ πέριξ Κελλιά, μόλις ἔκανε τὴν ἐμφάνισή του, εἶχε καταντήσει παροιμιώδης ἡ ἐκφωνούμενη φράσις καὶ ἡ ἀλληλοειδοποίησις καὶ τὶς δύο φορὲς τὸν χρόνο, καναδυὸ μῆνες πρωτύτερα ἀπὸ τὶς μνημονευθεῖσες ἑορτές: «ἑτοιμασθῆτεεε, ἔρχεται ὁ Ἅγιος Μάξιμοοοος». Ἀλλὰ καὶ τὶ ἄλλο δὲν μάζευε, ὁ εὐλογημένος, γιὰ τὴν Σκήτη καὶ τὸ κυριακό, ὅταν οἱ ἀπαντώμενοι μοναχοὶ καὶ οἱ παρεπιδημοῦντες λαϊκοί, δὲν εἶχαν νὰ τοῦ δώσουν οὔτε χρήματα οὔτε λάδι.
Φυσικά, ὁ Δικαῖος, τοῦ ἐκχωροῦσε τὰ συμπεφωνημένα γιὰ τοὺς κόπους του καὶ κάτι παραπάνω. Αὐτό, δὲν εἴπαμε ὅτι ἦταν τὸ ἐργόχειρό του, καὶ ἀπὸ αὐτὸ δὲν συνετηρεῖτο καὶ ζοῦσε ὁ εὐλογημένος Ἰωακείμ;: «οὐ φιμώσεις βοῦν ἁλοῶντα» (Δευτερονόμιον ΚΣΤ, 4), λέγει ἡ Ἁγία Γραφή.
Στὴν ἴδια Καλύβα, ἀσκήτευε ὅλως ἥσυχα, ἀθόρυβα καὶ ἀθέατα, ὁ κατὰ σάρκα, καὶ κατὰ τρία ἔτη νεώτερος, ἀδελφός του, πατὴρ Θεοφύλακτος (Καρανίκας Ἀπόστολος, γέννησις ;1902, προσέλευσις 1926, κουρὰ 1927, κοίμησις 1978), ὁ ὁποῖος ἔχαιρε σεβασμοῦ καὶ τιμῆς ἁγίου ἀπὸ τοὺς ὑπολοίπους Καυσοκαλυβῖτες, ὅστις ἦταν Γέρων τῆς Καλύβης καὶ Γέροντας τοῦ Ἰωακείμ, λόγῳ ἀρχαιοτέρας, κατὰ ἓν ἔτος, προσελεύσεως καὶ κουρᾶς. Σημειωτέον δὲ ὅτι καὶ οἱ δύο ἦσαν τῆς μαθητείας καὶ τῆς ὑποταγῆς στὸν διακεκριμένο γιὰ τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν σύνεσή του Γέροντα Σωφρόνιο.
Τὸν πῆρε ἐκεῖνον νωρίτερα ὁ Κύριος κοντὰ του καὶ ἡ λύπη τοῦ πατρὸς Ἰωακεὶμ ὑπῆρξε μεγάλη. Ἀναγνώριζε καὶ θαύμαζε τὴν ἀρετὴ τοῦ ἀδελφοῦ του, τὴν δὲ ἀξία τῆς ἀπολύτου μονώσεως, ποὺ ἐκεῖνος τὴν προτίμησε καὶ τὴν βίωσε διὰ βίου παντός, τὴν μελέτησε καὶ τὴν ἐξετίμησε ὅταν τὸν ἔχασε ἀπὸ κοντά του. Παράτησε ὁριστικὰ τὶς ἀποδημίες, τὶς ἐρανικὲς ζητεῖες καὶ τὶς συναναστροφές, καὶ ἀφοῦ περιορίσθηκε συνετῶς καὶ ἐγκαίρως στὴν Καλύβα του, ἐπιδόθηκε μὲ πολὺ ζῆλο στὸ νὰ μιμηθῇ τὸν ἀγαπητό του ἀδελφό, καὶ ἐν ταὐτῷ Γέροντά του σὲ ὅλα. Μέχρι καὶ σὲ Θεοφύλακτο, ἀπὸ εὐλάβεια πρὸς ἐκεῖνον, μετονομάσθηκε κατὰ τὴν σὲ Μεγαλόσχημο ἐπακολουθήσασα κουρά του, συμφωνησάντων πρὸς τοῦτο τῶν πνευματικῶν ποὺ τὸν ἀνέλαβαν.
Μὲ διαβεβαίωσαν οἱ Γέροντες, ὅτι ἅγια καὶ ἄκρως ὁσιακὰ ὑπῆρξαν τὰ τέλη του. Ἐκοιμήθη τὸ 1989. Αἰωνία ἡ μνήμη του.
***
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου