Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ.
Ὁ ἱερομόναχος Ἄνθιμος Παντοκρατορινός (κατὰ κόσμον Ἀντώνιος Κατσαλιάκης, τοῦ Ζαχαρίου καὶ τῆς Τριανταφυλλιᾶς, ἀπὸ τὴν Τζιτζιφιᾶ Ἡρακλείου Κρήτης· γέννησις 1909, προσέλευσις 1928, κουρᾶ 1929, χειροτονία ἐκτὸς Ἁγίου Ὄρους σὲ διάκονο τὸ 1948 καὶ πρεσβύτερο τὸ ἴδιο ἔτος· τὸ 1982, ἐπανῆλθε στὴν Μονή του, στὴν ὁποία ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ τὴν 12ην-6ου-1993), ἦταν ἴσως ὁ ἡρωϊκότερος Ἁγιορείτης κατὰ τὴν περίοδο τῆς Γερμανοκατοχῆς.
Καὶ πρὸς ἄλλους ἀσφαλῶς, ἀλλὰ κυρίως πρὸς αὐτὸν ἦταν οἱ ὑποδείξεις τῆς ἀγγλικῆς μυστικῆς ὑπηρεσίας Ἰντέλιτζενς Σέρβις (Intelligence Service) καὶ ὅλων τῶν ἀντιστασιακῶν μυστικῶν ὀργανώσεων, νὰ ἔρχονται σὲ ἐπαφὴ οἱ ἐπιμελῶς κρυπτόμενοι καὶ μὲ μυρίους μυστικοὺς τρόπους πρὸς τὸν Ἄθωνα διακινούμενοι, Ἄγγλοι, Αὐστραλοί, Νεοζηλανδοί, Ἑβραῖοι καὶ δικοί μας ἀξιωματικοὶ καὶ ὁπλῖτες, ποὺ εἶχαν λόγους καὶ ἤθελαν νὰ διαπεραιωθοῦν στὶς ἀκτὲς τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, γιὰ σωτηρία καὶ γιὰ συνέχιση τῆς ἀποστολῆς των πρὸς τὴν Αἴγυπτο καὶ τοῦ ἀγῶνός των κατὰ τοῦ Ἄξονος ἐκεῖθεν.
Ἡ βάρκα του, τὰ κουπιὰ καὶ τὰ πανιά της· οἱ κουμπάνιες ἀπὸ τὸ Μοναστήρι, οἱ χεροῦκλές του, ἡ γενναία καρδιά του καὶ τὸ ἀκατάβλητο πατριωτικὶο φρόνημά του, ἦταν τὰ ἐφόδια καὶ ὁ ἐξοπλισμός του, Ἀφετηρία του τὸ Μανδράκι τοῦ Μοναστηριοῦ του ἢ οἱ πλησιέστεροι κρυφοαρσανᾶδες, προκειμένου νὰ ἐξυπηρετηθοῦν οἱ τῶν κρυσφυγέτων τοῦ βορείου Ἁγίου Ὄρους· τὸ Μανδράκι τῆς Λαύρας, ὁ Ἁγιοπαντίτικος ἀρσανᾶς μου, καὶ τὸ Κερασιώτικο Κλέφτικο, γιὰ τὸ μπαρκάρισμα τῶν νοτίων.
Ἔβαζε μέσα ὅσους χωροῦσε, ἔκανε τὸν Σταυρό του, καὶ στόχοι τῆς πλώρης του, κατὰ περίπτωση, ἡ Σαμοθράκη, ἡ χερσόνησος τῆς Καλλιπόλεως καὶ ἡ Ἴμβρος, ἂν φυσοῦσαν μαϊστράλια καὶ νοτιᾶδες· ἂν ὅμως εἶχε νὰ κάνει μὲ βοριᾶδες, σημάδευε τὴν Λῆμνο, τὸν Ἄη-Στράτη καὶ τὴν Λέσβο. Ἀπὸ ἐκεῖ, περίπατός του ἦταν τὰ Μοσχονήσια καὶ τὸ Ἀϊβαλί. Μέχρι τὴν Χίο ἔφθανε, ἂν οἱ περιστάσεις καὶ οἱ κίνδυνοι τοῦ τὸ ἐπέβαλαν. Ξεμπάρκαιρνε τοὺς καλούς του στὸν Τσετσμέ, καὶ ἐκεῖνοι ἔπαιρναν τὸν δρόμο γιὰ τὴν Σμύρνη. Μόνος ὕστερα θὰ ξαναγύριζε, σὰν τὸν Ὀδυσσέα, στὰ ἁγιορείτικα νερὰ καὶ στὸ λιμανάκι τῆς Μονῆς του, ἐν ἀναμονῇ καὶ ἑτοιμασίᾳ ἄλλης φουρνιᾶς.
Ταπεινὸς καὶ μετριόφρων, κυρίως στὰ γεράματά του, ἀπέφευγε νὰ μιλάει γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ τὰ κατορθώματά του, ἐκτὸς ἂν ἤξερες νὰ τὸν ἐρεθίσεις καταλλήλως· καὶ πάντοτε μὲ ἕνα ὕφος καὶ μὲ μία φυσικότητα, λὲς καὶ ἔκανε τὶς διαδρομὲς Καλλιάγρας-Ἰβήρων ἢ Δάφνης-Ἁγίας Ἄννης.
Τὸν φιλοξενήσαμε γιὰ λίγο διάστημα στὸ κελλί μας τὸ 1952 –κατὰ τὴν στὶς Καρυὲς μοναστικὴ θητεία μου, καὶ τὸν περιποιήθηκα, θυμᾶμαι, μὲ θαυμασμὸ καὶ δέος-, τότε ποὺ τὸ ἔλεγε ἀκόμα ἡ καρδιά του· εἶχα δὲ πυκνότερες συζητήσεις μαζί του κυρίως στὰ γύρω τοῦ 1970 ἔτη, ὅταν, ἄγνωστος πλέον στοὺς πολλοὺς καὶ λησμονημένος ἀπὸ τὴν Πατρίδα, ἀπὸ τοὺς κυβερνήτας –ποὺ κάποτε γιὰ κάποιους ἄλλους ἀντιστασιακούς-, καὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἀκόμη, δυστυχῶς, ποὺ μὲ τόσους κινδύνους φυγάδευσε καὶ ἔσωσε, ἑτοιμαζόταν γιὰ τὰ τέλη του. Τότε δηλαδή, ποὺ ἔκανα ἐκδρομὲς μὲ τοὺς μαθητὰς τῆς Ἀθωνιάδος πρὸς τὰ Μοναστήρια, ἐν οἷς καὶ στὸ τοῦ Παντοκράτορος. Τὸν παρακαλοῦσα γιὰ λίγη συντροφιὰ στὸ κιόσκι τῆς Μονῆς καὶ τὸν ἱκέτευα νὰ διηγηθῇ κάτι ἀπὸ τὶς τότε δράσεις του εἰς ἐπήκοον τῶν μαθητῶν, γιὰ φρονηματισμὸ καὶ παραδειγματισμό των.
Τοῦ συνέβη καὶ ἕνα θαῦμα σὲ κάποιο ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ δρομολόγιά του: Εἶχε τελειώσει τὴν ἀποστολή του καὶ ἀνοίχτηκε ἀπὸ τὴν Σαμοθράκη γιὰ τὸν Παντοκράτορα. Δυνάμωσε ὅμως πολὺ ὁ τρελλογραῖγος καὶ τὸν ἀνάγκασε νὰ κατεβάσει γρήγορα τὸ πανὶ γιὰ νὰ μὴν τὸν ἀναποδογυρίσει. Πάλεψε καὶ δάρθηκε ἐπὶ πολλὲς ὧρες ἀπὸ τὰ θεόρατα κύματα, καὶ στὸ τέλος ἀπέκαμε ὁλωσδιόλου, γιατὶ ἤδη ἦταν ξάγρυπνος καὶ πολὺ πεινασμένος. Καὶ τὸ πόσιμο νερὸ ἀκόμα τοῦ εἶχε τελειώσει καὶ κινδύνευε καὶ ἀπὸ τὴν δίψα. Πίστεψε ὅτι ἦρθε ἡ ὥρα του νὰ ξεψυχήσει. Ἔκανε θερμὴ προσευχὴ πρὸς τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία, ἐπικαλέσθηκε στὸ τέλος τὴν βοήθεια τοῦ θαλασσινοῦ Ἁγίου Νικολάου καὶ ἀφοῦ τελείως ἀποκαμωμένος ξάπλωσε μέσα στὴν βάρκα, παραδόθηκε κυριολεκτικῶς στὸ ταρακούνημά της. Δὲν ἤξερε νὰ διαβεβαιώσει, ἂν λιποθύμησε ἢ τὸν πῆρε ὁ ὕπνος καὶ ἐπὶ πόσες ὧρες. Ἐκεῖνο ποὺ κατάλαβε ὅμως ὅταν ξύπνησε ἢ συνῆλθε, ἦταν ὅτι βρέθηκε ἀραγμένος στὸν μοναδικὸ κατ’ ἐκεῖνα τὰ μέρη τῶν κρασπέδων τοῦ Ἄθω κολπίσκο, τὸν ὁλιγοβαθῆ, καὶ κάπως φιλόξενο, λίγες μόλις δεκάδες μέτρα δυτικώτερα ἀπὸ τὸ μουράγιο τῆς Σκήτης τῶν Καυσοκαλυβίων.
Ἀπὸ ἐκεῖ τὸν παραμέζεψε καὶ γιὰ κάμποσες ἡμέρες τὸν φιλοξένησε καὶ τὸν περιποιήθηκε στὴν ἐπ’ ὀνόματι τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου Καλύβα του, ποὺ εἶναι κτισμένη χαμηλά, καμμιὰ σαρανταριὰ μέτρα πάνω ἀπὸ τὸ κῦμα, γιὰ νὰ συνέλθει ἀπὸ τὴν περιπέτεια καὶ τὴν ἀσιτία, ὁ συμπατριώτης καὶ φίλος του -ἁπλὲς συμπτώσεις, λοιπόν, εἶναι αὐτές, ἢ τρανὲς τῆς Θείας Προνοίας ἀποδείξεις;-, καλὸς ψάλτης στὸ Κυριακὸ καὶ στὰ πανηγύρια, ἀλλὰ καὶ ἀτρόμητος θαλασσόλυκος, καὶ αὐτός, καὶ ψαρᾶς Γερων-Χρυσόστομος (Τσόντας Ἐμμανουὴλ τοῦ Νικολάου, ἐκ Χαλεπᾶς Κρήτης· γέννησις 1903, προσέλευσις 1914 (;), κουρὰ 1917 (;), κοίμησις 1981), τὸν ὁποῖο γιὰ τήν, ὑπεβολικὴ γιὰ μεσογειακό, μελαμψότητά του στὶς κατ’ ἰδίαν συζητήσεις μας ὅλοι τὸν ἐπονομάζαμε ...«λουστρίνι».
Θέλησαν νὰ τὸν φιλοξενήσουν καὶ περιποιηθοῦν καὶ οἱ ἁγιογράφοι Ἰωασαφαῖοι, γνῶσται τῶν δραστηριοτήτων του, ἀφοῦ καὶ αὐτοὶ ἦσαν μεταξὺ εκείνων τῶν συνοδειῶν ποὺ ἄπέκρυπταν καὶ περιέθαλπαν, πέρα ἀπὸ τοὺ δικούς μας, Αὐστραλούς, Νεοζηλανδοὺς καὶ Ἄγγλους, μέχρις ἀναλόγων κατευοδώσεων γιὰ τὶς ἀκτὲς τῆς Μικρᾶς Ἀσίας· ἀλλὰ τοὺς πρόλαβε ἡ ἀγάπη καὶ ἡ φιλαδελφία τοῦ πατρὸς Χρυσοστόμου καὶ ἡ προτίμησις τοῦ ναυαγοῦ, νὰ ἀράξη καὶ ἀνανήψει στὴν Καλύβα τοῦ συμπατριώτου του.
***
-Πές μας κανένα παράξενο πρᾶγμα, Γέροντα Ἄνθιμε, ποὺ νὰ σᾶς ἔκανε ἰδιαίτερη ἐντύπωση, τότε ποὺ κουβαλούσατε τοὺς φυγᾶδες· τὸν ῥώτησε κάποιος μαθητής.
-Σὲ ἕνα ταξίδι, εἶχα στὴν βάρκα τρεῖς Ἐγγλέζους καὶ ἕναν Ἑβραῖο ἐπιχειρηματία Θεσσαλονικιό. Κρατοῦσε μία ἀρκετὰ μεγάλη καὶ πολὺ βαρειὰ πέτσινη τσάντα. Ἀγκαλιὰ κοιμῶταν μὲ αὐτήν, καὶ ὅσο ἦταν ξύπνιος, συνέχεια τὴν εἶχε τοποθετημένη ἀνάμεσα στὰ σκέλια του. Ἔγινε τὸ καθημερινὸ θέμα συζητήσεως μεταξύ μας καὶ ὁ Ἑβραῖος δὲν μπόρεσε νὰ ἀποφύγει τὴν ὁμολογία, πὼς ὅλη τὴν περιουσία του περιεῖχε αὐτὴ ἡ τσάντα. Ἦταν γεμάτη ἀπὸ κοσμήματα καὶ χρυσὲς λίρες. Ὅταν τὸν ἔβγαλα καὶ αὐτὸν στὴν Μικρὰ Ἀσία, δὲν φιλοτιμήθηκε νὰ μοῦ δώσει οὔτε μία. Λυπήθηκα καὶ πικράθηκα πολὺ γιὰ τὴν τσιγκουνιὰ καὶ τὴν ἀχαριστία του. Ἑβραῖος καὶ γάρ.
-Ἀπὸ τοὺς Γερμανούς, δὲν κινδυνέψατε ποτέ;
-Ἁπλῶς ἂν κινδύνεψα! Ἀφοῦ, μὲ πιάσανε καὶ μὲ ῥίξανε στὸ μπουντρούμι τοῦ στρατοπέδου τοῦ Παύλου Μελᾶ στὴν Θεσσαλονίκη. Μὲ ξυλοκοποῦσαν καθημερινὰ καὶ μὲ βασάνιζαν γιὰ νὰ προδώσω συνεργάτας καὶ ἐπιτελεῖς. Ἦταν ποὺ ἦταν μεγάλη πεῖνα τότε, ἐμᾶς δὲν μᾶς τάϊζαν σχεδὸν τίποτα. Κάθε μέρα ἔβλεπα συγκρατουμένους μου νὰ πεθαίνουν δίπλα μου ἀπὸ τὴν πεῖνα· ἐγὼ ὅμως, σὰν καλόγερος, ἤμουν ἀσκημένος στὴν νηστεία καὶ ἄντεξα. Μὲ εἶχαν βέβαια γιὰ τουφέκισμα, ἀλλὰ εὐτυχῶς, τὴν τελευταία ἀνάκρισή μου τὴν ἀνέλαβε ἕνας συνταγματάρχης, ποὺ ὅμως ἔπαθα ἀργότερα, δὲν ἦταν ἄσπλαγχνος Γερμανός, ἀλλὰ εὐγενικὸς Αὐστριακός. Τὰ ἴδια καὶ τὰ ἴδια· γιὰ τὸ ἀπὸ ποιοὺς ἔπαιρνα ἐντολές. Μὲ φώτισε ὁ Θεός, καὶ τοῦ εἶπα ὅτι ἀπὸ τὸν Θεὸ παίρνω ἐντολές. Παραξενεύθηκε, καὶ ζήτησε νὰ τοῦ ἐξηγήσω. Εἶπα ὅτι ἐγὼ ἔβλεπα μπροστά μου ἀνθρώπους ταλαιπωρημένους, ποὺ μποροῦσαν ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμὴ νὰ συλληφθοῦν αἰχμάλωτοι, νὰ βασανισθοῦν καὶ νὰ πεθάνουν. Ὁ Χριστός, μᾶς προστάζει νὰ ἀγαπᾶμε τὸν πλησίον μας καὶ νὰ θυσιαζόμαστε ἀκόμη γιὰ αὐτόν, καὶ ἡ Ἐκκλησία μας, ἡμέρα καὶ νύκτα, εὔχεται ὑπὲρ τῶν αἰχμαλώτων. Τότε, εἶπε: Δηλαδή, ἐὰν ἐγὼ βρισκόμουν στὴν ἴδια θέση, θὰ μὲ γλύτωνες; Νὰ εἶσθε βέβαιος ὅτι καὶ γιὰ σᾶς θὰ ἔκανα τὸ ἴδιο, τοῦ εἶπα θαῤῥετὰ καὶ ἀδίστακτα. Καὶ τότε, πρὸς ἔκπληξή μου, σηκώθηκε ἀμέσως ὄρθιος, χτύπησε τὶς μπότες του δυνατὰ σὲ στάση προσοχῆς, καὶ βάζοντας τὸ χέρι του στὸ πηλήλιο, μὲ χαιρέτησε στρατιωτικά. Ἀπὸ ἐκείνη τὴν στιγμὴ καὶ πέρα, ἄλλαξαν ὅλοι τὴν στάση τους ἀπέναντι μου. Ἔτσι σώθηκα. Πολλοὶ ὅμως ἦταν ἐκεῖνοι ποὺ ξεψύχησαν ἀπὸ τὴν πεῖνα, τοὺς βασανισμοὺς ἢ ἀπὸ τὸ τουφέκι.
Γιὰ τουφέκι φύλαγαν τότε στὴν Θεσσαλονίκη καὶ τὸν πατέρα Γεώργιο Ἁγιοπαυλίτη (Μοσχονᾶς Γεράσιμος τοῦ Παναγιώτου, ἐκ Χαυδάτων Κεφαλληνίας· γέννησις 1910, προσέλευσις 1936, κουρὰ 1936, κοίμησις 1998). Ἐπειδὴ τὸ δωμάτιο ἦταν πολὺ ψηλά, στὸν τελευταῖο ὄροφο, δὲν εἶχε τὸ παράθυρο σίδερα. Ζαρκάδι καὶ ἀγριοκάτσικο ὁ πατὴρ Γεώργιος ἀπὸ τὰ νιάτου στὶς Ἁγιοπαυλίτικες δασοχαράδρες καὶ στοὺς βραχογκρεμνούς· ἔσκυψε στὴν ἔξω μεριὰ καὶ εἶδε στὰ κάτω μία ἀμυγδαλιά. Ἂν ἔμενε κλεισμένος μέσα ὁπωσδήποτε θὰ τὸν σκότωναν οἱ Γερμαοί· πήδηξε, τὸ θεριό, ἀπὸ ψηλά, τὰ κατάφερε καὶ ἁρπάχθηκε ἀπὸ τὰ κλαδιὰ καὶ κατέβηκε ἀπὸ τὸ δέντρο στὸ χῶμα· καὶ ἀπὸ ἐκει καὶ πέρα, μὴ τὸν εἴδατε.
***
Ὁ πατὴρ Ἄνθιμος, ἦταν ἀπὸ τοὺς ἐλαχίστους, ἐκείνης τῆς γενηᾶς τῶν λεβεντοκαλογήρων, ποὺ εἶχαν ἀπομείνει ἕως τὶς ἡμέρες μας. Δὲν μιλοῦσε εὔκολα γιὰ τὰ κατ’ αὐτόν· ἀλλά, οὕτως ἢ ἄλλως, ἦταν αὐτόχρημα εὐτυχίας οἱ συναντήσεις μαζί του. Καὶ ἦταν ἀκόμη μνήμη λαχταριστὴ καὶ ἀναπόλησις πολύτιμη, ἡ νοερὰ περιπολία στὶς δυσκολίες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἂν ἀπὸ ἀγάπη συγκατέβαινε καὶ μετριοφρόνως ἐπιβεβαίωνε ἢ συμπλήρωνε ἢ διόρθωνε τὰ ὅσα ἀλλαχόθεν γνωρίζαμε, γιὰ τὴν δρᾶση καὶ τὰ δεινοπαθήματά του.
***
Εἶχα τὴν εὐτυχία, νὰ γνωρίσω καὶ νὰ ψαύσω καὶ νὰ μπῶ μέσα καὶ νὰ ψαρέψω μὲ τὴν ἱστορικὴ ἥρωοκυβέρνητη βάρκα τοῦ πατρὸς Ἀνθίμου. Τὴν εἶχε ἀγοράσει ἡ συνοδεία τοῦ Γέροντος Ἀντωνίου Μπαρμπερᾶ (Κανδύλης Παναγιώτης, ἐκ Πολυχνίτου Πλωμαρίου Μυτιλήνης· γέννησις 1885, κουρὰ 1911, κοίμησις 1961). Χρόνια ἔῤῥιχναν δίχτυα καὶ ψάρευαν μὲ αὐτὴν καὶ τὴν φύλαγαν στοὺς Ξηροποταμηνοὺς ἀρσανᾶδες. ἘΚοιμήθη ὁ Γερο-Ἀντώνιος, βάρυνε ὁ διάδοχος στὴν συνοδεία καὶ κατὰ σάρκα ἀδελφός του Γερο-Γαβριήλ (Κανδύλης Γεώργιος· γέννησις 1893, κουρὰ 1911, κοίμησις 1974), σάπιζε καὶ σαρακοτρωγόταν ἐκείνη τραβηγμένη στὴν ἀνήλια καὶ ὑγρὴ στοά. Τὴν ρὁξαμε μία δύο φορὲς στὴν θάλασσα γιὰ ψάρεμα καὶ γιὰ βόλτα στὰ κοντινά, κατὰ κάποιους ἐκδρομικοὺς πηγαιμούς μας καὶ πρὸς τὰ ἐκεῖ· ἀλλὰ δὲν ἦταν πιὰ οὔτε γιὰ προκοπὴ οὔτε γιὰ ἐμπιστοσύνη. Ἔκανε νερά, καὶ μέριμνά μας ἦταν κάπιος νὰ ἀσχολῆται συνεχῶς μὲ τὸ ἄδειασμά των, ὅσο θὰ συνεχίζαμε τὸ χάνεμα ἢ τὶς βόλτες. Λίγο ὁ κόπος, λίγο ὁ φόβος, σταματήσαμε καὶ ἐμεῖς νὰ τὴν ταλαιπωροῦμε. Φουρτοῦνες, μνῆμες, παρερχομοί, ἀραξοβόλια, λήθη. Καὶ νὰ σκεφθῇ κανεὶς ὅτι τῆς ἥρμοζαν ἐντιμώτερα γεράματα καὶ τέλη ἢ μάλλον θέση σὲ μουσεῖο.
***
