Σάββατο 31 Μαΐου 2025

Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ.

 

Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ.

Ὁ ἱερομόναχος Ἄνθιμος Παντοκρατορινός (κατὰ κόσμον Ἀντώνιος Κατσαλιάκης, τοῦ Ζαχαρίου καὶ τῆς Τριανταφυλλιᾶς, ἀπὸ τὴν Τζιτζιφιᾶ Ἡρακλείου Κρήτης· γέννησις 1909, προσέλευσις 1928, κουρᾶ 1929, χειροτονία ἐκτὸς Ἁγίου Ὄρους σὲ διάκονο τὸ 1948 καὶ πρεσβύτερο τὸ ἴδιο ἔτος· τὸ 1982, ἐπανῆλθε στὴν Μονή του, στὴν ὁποία ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ τὴν 12ην-6ου-1993), ἦταν ἴσως ὁ ἡρωϊκότερος Ἁγιορείτης κατὰ τὴν περίοδο τῆς Γερμανοκατοχῆς.

Καὶ πρὸς ἄλλους ἀσφαλῶς, ἀλλὰ κυρίως πρὸς αὐτὸν ἦταν οἱ ὑποδείξεις τῆς ἀγγλικῆς μυστικῆς ὑπηρεσίας Ἰντέλιτζενς Σέρβις (Intelligence Service) καὶ ὅλων τῶν ἀντιστασιακῶν μυστικῶν ὀργανώσεων, νὰ ἔρχονται σὲ ἐπαφὴ οἱ ἐπιμελῶς κρυπτόμενοι καὶ μὲ μυρίους μυστικοὺς τρόπους πρὸς τὸν Ἄθωνα διακινούμενοι, Ἄγγλοι, Αὐστραλοί, Νεοζηλανδοί, Ἑβραῖοι καὶ δικοί μας ἀξιωματικοὶ καὶ ὁπλῖτες, ποὺ εἶχαν λόγους καὶ ἤθελαν νὰ διαπεραιωθοῦν στὶς ἀκτὲς τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, γιὰ σωτηρία καὶ γιὰ συνέχιση τῆς ἀποστολῆς των πρὸς τὴν Αἴγυπτο καὶ τοῦ ἀγῶνός των κατὰ τοῦ Ἄξονος ἐκεῖθεν.

Ἡ βάρκα του, τὰ κουπιὰ καὶ τὰ πανιά της· οἱ κουμπάνιες ἀπὸ τὸ Μοναστήρι, οἱ χεροῦκλές του, ἡ γενναία καρδιά του καὶ τὸ ἀκατάβλητο πατριωτικὶο φρόνημά του, ἦταν τὰ ἐφόδια καὶ ὁ ἐξοπλισμός του, Ἀφετηρία του τὸ Μανδράκι τοῦ Μοναστηριοῦ του ἢ οἱ πλησιέστεροι κρυφοαρσανᾶδες, προκειμένου νὰ ἐξυπηρετηθοῦν οἱ τῶν κρυσφυγέτων τοῦ βορείου Ἁγίου Ὄρους· τὸ Μανδράκι τῆς Λαύρας, ὁ Ἁγιοπαντίτικος ἀρσανᾶς μου, καὶ τὸ Κερασιώτικο Κλέφτικο, γιὰ τὸ μπαρκάρισμα τῶν νοτίων.

Ἔβαζε μέσα ὅσους χωροῦσε, ἔκανε τὸν Σταυρό του, καὶ στόχοι τῆς πλώρης του, κατὰ περίπτωση, ἡ Σαμοθράκη, ἡ χερσόνησος τῆς Καλλιπόλεως καὶ ἡ Ἴμβρος, ἂν φυσοῦσαν μαϊστράλια καὶ νοτιᾶδες· ἂν ὅμως εἶχε νὰ κάνει μὲ βοριᾶδες, σημάδευε τὴν Λῆμνο, τὸν Ἄη-Στράτη καὶ τὴν Λέσβο. Ἀπὸ ἐκεῖ, περίπατός του ἦταν τὰ Μοσχονήσια καὶ τὸ Ἀϊβαλί. Μέχρι τὴν Χίο ἔφθανε, ἂν οἱ περιστάσεις καὶ οἱ κίνδυνοι τοῦ τὸ ἐπέβαλαν. Ξεμπάρκαιρνε τοὺς καλούς του στὸν Τσετσμέ, καὶ ἐκεῖνοι ἔπαιρναν τὸν δρόμο γιὰ τὴν Σμύρνη. Μόνος ὕστερα θὰ ξαναγύριζε, σὰν τὸν Ὀδυσσέα, στὰ ἁγιορείτικα νερὰ καὶ στὸ λιμανάκι τῆς Μονῆς του, ἐν ἀναμονῇ καὶ ἑτοιμασίᾳ ἄλλης φουρνιᾶς.

Ταπεινὸς καὶ μετριόφρων, κυρίως στὰ γεράματά του, ἀπέφευγε νὰ μιλάει γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ τὰ κατορθώματά του, ἐκτὸς ἂν ἤξερες νὰ τὸν ἐρεθίσεις καταλλήλως· καὶ πάντοτε μὲ ἕνα ὕφος καὶ μὲ μία φυσικότητα, λὲς καὶ ἔκανε τὶς διαδρομὲς Καλλιάγρας-Ἰβήρων ἢ Δάφνης-Ἁγίας Ἄννης.

Τὸν φιλοξενήσαμε γιὰ λίγο διάστημα στὸ κελλί μας τὸ 1952 –κατὰ τὴν στὶς Καρυὲς μοναστικὴ θητεία μου, καὶ τὸν περιποιήθηκα, θυμᾶμαι, μὲ θαυμασμὸ καὶ δέος-, τότε ποὺ τὸ ἔλεγε ἀκόμα ἡ καρδιά του· εἶχα δὲ πυκνότερες συζητήσεις μαζί του κυρίως στὰ γύρω τοῦ 1970 ἔτη, ὅταν, ἄγνωστος πλέον στοὺς πολλοὺς καὶ λησμονημένος ἀπὸ τὴν Πατρίδα, ἀπὸ τοὺς κυβερνήτας –ποὺ κάποτε γιὰ κάποιους ἄλλους ἀντιστασιακούς-, καὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἀκόμη, δυστυχῶς, ποὺ μὲ τόσους κινδύνους φυγάδευσε καὶ ἔσωσε, ἑτοιμαζόταν γιὰ τὰ τέλη του. Τότε δηλαδή, ποὺ ἔκανα ἐκδρομὲς μὲ τοὺς μαθητὰς τῆς Ἀθωνιάδος πρὸς τὰ Μοναστήρια, ἐν οἷς καὶ στὸ τοῦ Παντοκράτορος. Τὸν παρακαλοῦσα γιὰ λίγη συντροφιὰ στὸ κιόσκι τῆς Μονῆς καὶ τὸν ἱκέτευα νὰ διηγηθῇ κάτι ἀπὸ τὶς τότε δράσεις του εἰς ἐπήκοον τῶν μαθητῶν, γιὰ φρονηματισμὸ καὶ παραδειγματισμό των.

Τοῦ συνέβη καὶ ἕνα θαῦμα σὲ κάποιο ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ δρομολόγιά του: Εἶχε τελειώσει τὴν ἀποστολή του καὶ ἀνοίχτηκε ἀπὸ τὴν Σαμοθράκη γιὰ τὸν Παντοκράτορα. Δυνάμωσε ὅμως πολὺ ὁ τρελλογραῖγος καὶ τὸν ἀνάγκασε νὰ κατεβάσει γρήγορα τὸ πανὶ γιὰ νὰ μὴν τὸν ἀναποδογυρίσει. Πάλεψε καὶ δάρθηκε ἐπὶ πολλὲς ὧρες ἀπὸ τὰ θεόρατα κύματα, καὶ στὸ τέλος ἀπέκαμε ὁλωσδιόλου, γιατὶ ἤδη ἦταν ξάγρυπνος καὶ πολὺ πεινασμένος. Καὶ τὸ πόσιμο νερὸ ἀκόμα τοῦ εἶχε τελειώσει καὶ κινδύνευε καὶ ἀπὸ τὴν δίψα. Πίστεψε ὅτι ἦρθε ἡ ὥρα του νὰ ξεψυχήσει. Ἔκανε θερμὴ προσευχὴ πρὸς τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία, ἐπικαλέσθηκε στὸ τέλος τὴν βοήθεια τοῦ θαλασσινοῦ Ἁγίου Νικολάου καὶ ἀφοῦ τελείως ἀποκαμωμένος ξάπλωσε μέσα στὴν βάρκα, παραδόθηκε κυριολεκτικῶς στὸ ταρακούνημά της. Δὲν ἤξερε νὰ διαβεβαιώσει, ἂν λιποθύμησε ἢ τὸν πῆρε ὁ ὕπνος καὶ ἐπὶ πόσες ὧρες. Ἐκεῖνο ποὺ κατάλαβε ὅμως ὅταν ξύπνησε ἢ συνῆλθε, ἦταν ὅτι βρέθηκε ἀραγμένος στὸν μοναδικὸ κατ’ ἐκεῖνα τὰ μέρη τῶν κρασπέδων τοῦ Ἄθω κολπίσκο, τὸν ὁλιγοβαθῆ, καὶ κάπως φιλόξενο, λίγες μόλις δεκάδες μέτρα δυτικώτερα ἀπὸ τὸ μουράγιο τῆς Σκήτης τῶν Καυσοκαλυβίων.

Ἀπὸ ἐκεῖ τὸν παραμέζεψε καὶ γιὰ κάμποσες ἡμέρες τὸν φιλοξένησε καὶ τὸν περιποιήθηκε στὴν ἐπ’ ὀνόματι τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου Καλύβα του, ποὺ εἶναι κτισμένη χαμηλά, καμμιὰ σαρανταριὰ μέτρα πάνω ἀπὸ τὸ κῦμα, γιὰ νὰ συνέλθει ἀπὸ τὴν περιπέτεια καὶ τὴν ἀσιτία, ὁ συμπατριώτης καὶ φίλος του -ἁπλὲς συμπτώσεις, λοιπόν, εἶναι αὐτές, ἢ τρανὲς τῆς Θείας Προνοίας ἀποδείξεις;-, καλὸς ψάλτης στὸ Κυριακὸ καὶ στὰ πανηγύρια, ἀλλὰ καὶ ἀτρόμητος θαλασσόλυκος, καὶ αὐτός, καὶ ψαρᾶς Γερων-Χρυσόστομος (Τσόντας Ἐμμανουὴλ τοῦ Νικολάου, ἐκ Χαλεπᾶς Κρήτης· γέννησις 1903, προσέλευσις 1914 (;), κουρὰ 1917 (;), κοίμησις 1981), τὸν ὁποῖο γιὰ τήν, ὑπεβολικὴ γιὰ μεσογειακό, μελαμψότητά του στὶς κατ’ ἰδίαν συζητήσεις μας ὅλοι τὸν ἐπονομάζαμε ...«λουστρίνι».

Θέλησαν νὰ τὸν φιλοξενήσουν καὶ περιποιηθοῦν καὶ οἱ ἁγιογράφοι Ἰωασαφαῖοι, γνῶσται τῶν δραστηριοτήτων του, ἀφοῦ καὶ αὐτοὶ ἦσαν μεταξὺ εκείνων τῶν συνοδειῶν ποὺ ἄπέκρυπταν καὶ περιέθαλπαν, πέρα ἀπὸ τοὺ δικούς μας, Αὐστραλούς, Νεοζηλανδοὺς καὶ Ἄγγλους, μέχρις ἀναλόγων κατευοδώσεων γιὰ τὶς ἀκτὲς τῆς Μικρᾶς Ἀσίας· ἀλλὰ τοὺς πρόλαβε ἡ ἀγάπη καὶ ἡ φιλαδελφία τοῦ πατρὸς Χρυσοστόμου καὶ ἡ προτίμησις τοῦ ναυαγοῦ, νὰ ἀράξη καὶ ἀνανήψει στὴν Καλύβα τοῦ συμπατριώτου του.

***

-Πές μας κανένα παράξενο πρᾶγμα, Γέροντα Ἄνθιμε, ποὺ νὰ σᾶς ἔκανε ἰδιαίτερη ἐντύπωση, τότε ποὺ κουβαλούσατε τοὺς φυγᾶδες· τὸν ῥώτησε κάποιος μαθητής.

-Σὲ ἕνα ταξίδι, εἶχα στὴν βάρκα τρεῖς Ἐγγλέζους καὶ ἕναν Ἑβραῖο ἐπιχειρηματία Θεσσαλονικιό. Κρατοῦσε μία ἀρκετὰ μεγάλη καὶ πολὺ βαρειὰ πέτσινη τσάντα. Ἀγκαλιὰ κοιμῶταν μὲ αὐτήν, καὶ ὅσο ἦταν ξύπνιος, συνέχεια τὴν εἶχε τοποθετημένη ἀνάμεσα στὰ σκέλια του. Ἔγινε τὸ καθημερινὸ θέμα συζητήσεως μεταξύ μας καὶ ὁ Ἑβραῖος δὲν μπόρεσε νὰ ἀποφύγει τὴν ὁμολογία, πὼς ὅλη τὴν περιουσία του περιεῖχε αὐτὴ ἡ τσάντα. Ἦταν γεμάτη ἀπὸ κοσμήματα καὶ χρυσὲς λίρες. Ὅταν τὸν ἔβγαλα καὶ αὐτὸν στὴν Μικρὰ Ἀσία, δὲν φιλοτιμήθηκε νὰ μοῦ δώσει οὔτε μία. Λυπήθηκα καὶ πικράθηκα πολὺ γιὰ τὴν τσιγκουνιὰ καὶ τὴν ἀχαριστία του. Ἑβραῖος καὶ γάρ.

-Ἀπὸ τοὺς Γερμανούς, δὲν κινδυνέψατε ποτέ;

-Ἁπλῶς ἂν κινδύνεψα! Ἀφοῦ, μὲ πιάσανε καὶ μὲ ῥίξανε στὸ μπουντρούμι τοῦ στρατοπέδου τοῦ Παύλου Μελᾶ στὴν Θεσσαλονίκη. Μὲ ξυλοκοποῦσαν καθημερινὰ καὶ μὲ βασάνιζαν γιὰ νὰ προδώσω συνεργάτας καὶ ἐπιτελεῖς. Ἦταν ποὺ ἦταν μεγάλη πεῖνα τότε, ἐμᾶς δὲν μᾶς τάϊζαν σχεδὸν τίποτα. Κάθε μέρα ἔβλεπα συγκρατουμένους μου νὰ πεθαίνουν δίπλα μου ἀπὸ τὴν πεῖνα· ἐγὼ ὅμως, σὰν καλόγερος, ἤμουν ἀσκημένος στὴν νηστεία καὶ ἄντεξα. Μὲ εἶχαν βέβαια γιὰ τουφέκισμα, ἀλλὰ εὐτυχῶς, τὴν τελευταία ἀνάκρισή μου τὴν ἀνέλαβε ἕνας συνταγματάρχης, ποὺ ὅμως ἔπαθα ἀργότερα, δὲν ἦταν ἄσπλαγχνος Γερμανός, ἀλλὰ εὐγενικὸς Αὐστριακός. Τὰ ἴδια καὶ τὰ ἴδια· γιὰ τὸ ἀπὸ ποιοὺς ἔπαιρνα ἐντολές. Μὲ φώτισε ὁ Θεός, καὶ τοῦ εἶπα ὅτι ἀπὸ τὸν Θεὸ παίρνω ἐντολές. Παραξενεύθηκε, καὶ ζήτησε νὰ τοῦ ἐξηγήσω. Εἶπα ὅτι ἐγὼ ἔβλεπα μπροστά μου ἀνθρώπους ταλαιπωρημένους, ποὺ μποροῦσαν ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμὴ νὰ συλληφθοῦν αἰχμάλωτοι, νὰ βασανισθοῦν καὶ νὰ πεθάνουν. Ὁ Χριστός, μᾶς προστάζει νὰ ἀγαπᾶμε τὸν πλησίον μας καὶ νὰ θυσιαζόμαστε ἀκόμη γιὰ αὐτόν, καὶ ἡ Ἐκκλησία μας, ἡμέρα καὶ νύκτα, εὔχεται ὑπὲρ τῶν αἰχμαλώτων. Τότε, εἶπε: Δηλαδή, ἐὰν ἐγὼ βρισκόμουν στὴν ἴδια θέση, θὰ μὲ γλύτωνες; Νὰ εἶσθε βέβαιος ὅτι καὶ γιὰ σᾶς θὰ ἔκανα τὸ ἴδιο, τοῦ εἶπα θαῤῥετὰ καὶ ἀδίστακτα. Καὶ τότε, πρὸς ἔκπληξή μου, σηκώθηκε ἀμέσως ὄρθιος, χτύπησε τὶς μπότες του δυνατὰ σὲ στάση προσοχῆς, καὶ βάζοντας τὸ χέρι του στὸ πηλήλιο, μὲ χαιρέτησε στρατιωτικά. Ἀπὸ ἐκείνη τὴν στιγμὴ καὶ πέρα, ἄλλαξαν ὅλοι τὴν στάση τους ἀπέναντι μου. Ἔτσι σώθηκα. Πολλοὶ ὅμως ἦταν ἐκεῖνοι ποὺ ξεψύχησαν ἀπὸ τὴν πεῖνα, τοὺς βασανισμοὺς ἢ ἀπὸ τὸ τουφέκι.

Γιὰ τουφέκι φύλαγαν τότε στὴν Θεσσαλονίκη καὶ τὸν πατέρα Γεώργιο Ἁγιοπαυλίτη (Μοσχονᾶς Γεράσιμος τοῦ Παναγιώτου, ἐκ Χαυδάτων Κεφαλληνίας· γέννησις 1910, προσέλευσις 1936, κουρὰ 1936, κοίμησις 1998). Ἐπειδὴ τὸ δωμάτιο ἦταν πολὺ ψηλά, στὸν τελευταῖο ὄροφο, δὲν εἶχε τὸ παράθυρο σίδερα. Ζαρκάδι καὶ ἀγριοκάτσικο ὁ πατὴρ Γεώργιος ἀπὸ τὰ νιάτου στὶς Ἁγιοπαυλίτικες δασοχαράδρες καὶ στοὺς βραχογκρεμνούς· ἔσκυψε στὴν ἔξω μεριὰ καὶ εἶδε στὰ κάτω μία ἀμυγδαλιά. Ἂν ἔμενε κλεισμένος μέσα ὁπωσδήποτε θὰ τὸν σκότωναν οἱ Γερμαοί· πήδηξε, τὸ θεριό, ἀπὸ ψηλά, τὰ κατάφερε καὶ ἁρπάχθηκε ἀπὸ τὰ κλαδιὰ καὶ κατέβηκε ἀπὸ τὸ δέντρο στὸ χῶμα· καὶ ἀπὸ ἐκει καὶ πέρα, μὴ τὸν εἴδατε.

***

Ὁ πατὴρ Ἄνθιμος, ἦταν ἀπὸ τοὺς ἐλαχίστους, ἐκείνης τῆς γενηᾶς τῶν λεβεντοκαλογήρων, ποὺ εἶχαν ἀπομείνει ἕως τὶς ἡμέρες μας. Δὲν μιλοῦσε εὔκολα γιὰ τὰ κατ’ αὐτόν· ἀλλά, οὕτως ἢ ἄλλως, ἦταν αὐτόχρημα εὐτυχίας οἱ συναντήσεις μαζί του. Καὶ ἦταν ἀκόμη μνήμη λαχταριστὴ καὶ ἀναπόλησις πολύτιμη, ἡ νοερὰ περιπολία στὶς δυσκολίες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἂν ἀπὸ ἀγάπη συγκατέβαινε καὶ μετριοφρόνως ἐπιβεβαίωνε ἢ συμπλήρωνε ἢ διόρθωνε τὰ ὅσα ἀλλαχόθεν γνωρίζαμε, γιὰ τὴν δρᾶση καὶ τὰ δεινοπαθήματά του.

***

Εἶχα τὴν εὐτυχία, νὰ γνωρίσω καὶ νὰ ψαύσω καὶ νὰ μπῶ μέσα καὶ νὰ ψαρέψω μὲ τὴν ἱστορικὴ ἥρωοκυβέρνητη βάρκα τοῦ πατρὸς Ἀνθίμου. Τὴν εἶχε ἀγοράσει ἡ συνοδεία τοῦ Γέροντος Ἀντωνίου Μπαρμπερᾶ (Κανδύλης Παναγιώτης, ἐκ Πολυχνίτου Πλωμαρίου Μυτιλήνης· γέννησις 1885, κουρὰ 1911, κοίμησις 1961). Χρόνια ἔῤῥιχναν δίχτυα καὶ ψάρευαν μὲ αὐτὴν καὶ τὴν φύλαγαν στοὺς Ξηροποταμηνοὺς ἀρσανᾶδες. ἘΚοιμήθη ὁ Γερο-Ἀντώνιος, βάρυνε ὁ διάδοχος στὴν συνοδεία καὶ κατὰ σάρκα ἀδελφός του Γερο-Γαβριήλ (Κανδύλης Γεώργιος· γέννησις 1893, κουρὰ 1911, κοίμησις 1974), σάπιζε καὶ σαρακοτρωγόταν ἐκείνη τραβηγμένη στὴν ἀνήλια καὶ ὑγρὴ στοά. Τὴν ρὁξαμε μία δύο φορὲς στὴν θάλασσα γιὰ ψάρεμα καὶ γιὰ βόλτα στὰ κοντινά, κατὰ κάποιους ἐκδρομικοὺς πηγαιμούς μας καὶ πρὸς τὰ ἐκεῖ· ἀλλὰ δὲν ἦταν πιὰ οὔτε γιὰ προκοπὴ οὔτε γιὰ ἐμπιστοσύνη. Ἔκανε νερά, καὶ μέριμνά μας ἦταν κάπιος νὰ ἀσχολῆται συνεχῶς μὲ τὸ ἄδειασμά των, ὅσο θὰ συνεχίζαμε τὸ χάνεμα ἢ τὶς βόλτες. Λίγο ὁ κόπος, λίγο ὁ φόβος, σταματήσαμε καὶ ἐμεῖς νὰ τὴν ταλαιπωροῦμε. Φουρτοῦνες, μνῆμες, παρερχομοί, ἀραξοβόλια, λήθη. Καὶ νὰ σκεφθῇ κανεὶς ὅτι τῆς ἥρμοζαν ἐντιμώτερα γεράματα καὶ τέλη ἢ μάλλον θέση σὲ μουσεῖο.

***

Ἡ αντιστασιακὴ δράσις τῶν Καυσοκαλυβιτῶν Ἰωασαφαίων.

 

Ἡ αντιστασιακὴ δράσις τῶν Καυσοκαλυβιτῶν Ἰωασαφαίων.

Οἱ Ἰωασαφαῖοι, καὶ αὐτοὶ ἦσαν μεταξὺ εκείνων τῶν συνοδειῶν ποὺ ἄπέκρυπταν καὶ περιέθαλπαν, πέρα ἀπὸ τοὺ δικούς μας, Αὐστραλούς, Νεοζηλανδοὺς καὶ Ἄγγλους, μέχρις ἀναλόγων κατευοδώσεων γιὰ τὶς ἀκτὲς τῆς Μικρᾶς Ἀσίας.

Σὲ σελίδα βιβλίου ἐπισκεπτῶν, ποὺ κρατοῦσαν (φυλάσσονται λίαν ἐπιμελῶς καὶ ἀπὸ τοὺς σημερινοὺς κατόχους τοῦ ἁγιογραφικοῦ οἴκου δύο τέτοιοι κώδικες, εὐνοήτως πολυτίμου ἱστορικῆς καὶ ἄλλης ἀξίας), εἶναι καταχωρισμένα ἐπακριβῶς ὀνόματα καὶ τοιούτων ἐπισκεπτῶν, ποὺ παρ’ ὀλίγο νὰ τοὺς ἀποβῇ συμφορὰ καὶ θρῆνος, ἂν δὲν προλάβαινε νὰ τὴν ἀποκόψει καὶ ἐπιμελῶς ἀπκοκρύψει ὁ πανέξυπνος ἀδελφὸς τῆς συνοδείας Ἰωάσαφ (Θηβαῖος Ἀνδρέας τοῦ Μιχαήλ, ἐκ Σύρου· γέννησις 1921, προσέλευσις 1938, κουρὰ 1939, διάκονος 1942, προσεβύτερος 1944, κοίμησις 1995), μόλις ἀντελήφθη στὴν αὐλὴ τοῦ Κυριακοῦ ἄφιξι ἐρευνητικοῦ ἀποσπάσματος ἐνόπλων Γερμανῶν στρατιωτῶν, οἱ ὁποῖοι, φυσικά, δεν παρέλειψαν, ἐξ αὐτοψίας νὰ γνωρίσουν τὸν φημισμένο Ἁγιογραφικὸ Οἶκο, νὰ κερασθοῦν κατὰ τὰ εἰθισμένα, καὶ νὰ φιλοξενηθοῦν στὸ εὐρύχωρο ἀρχονταρίκι, ὅταν  ακριβῶς στὶς ἐπάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια των, ἥτοι στὶς πρὸς τοῦτο διαμορφωθεῖσες κρυψῶνες τοῦ τσατιοῦ (χῶροι μεταξὺ ταβανιῶν καὶ συστύματος τῆς πλακοσκεποῦς στέγης) ἐναγώνια χτυποῦσαν οἱ καρδιὲς ὁμάδος Ἄγγλων καταζητουμένων, ἐκ τῶν ὁποίων εἷς βαρέως ἀσθενῶν ὅστις λίγο ἀργότερα, παρὰ τὶς προσπάθειες τοῦ μυστικῶς εἰδοποιηθέντως καὶ προθύμως καταφθάσαντος ἰατροῦ-μοναχοῦ τῆς Μεγίστης Λαύρας Γέροντος Παύλου Παυλίδη, ἐκοιμήθη, καὶ τὸν ὁποῖο νύκτα καὶ ἐντελῶς κρυφίως κήδευσε καὶ ἔθαψε ὁ πατὴρ Ἰωάσαφ, ἀφοῦ ἀνέγνωσε τήν, κατὰ τὰ κρατοῦντα τυπικὰ σὲ τέτοιες περιπτώσεις, ἀκολουθία εἰς ἀλλοδόξους.

***

Πόσα, θὰ μποροῦσα νὰ παραθέσω ἐδῶ ἀπὸ ὁσα συμβεβηκότα κατ’ εὐκαιρίες μᾶς διηγοῦντο οἱ τελευταῖοι τῆς συνοδείας! Γιὰ τὴν ἀλήθεια πάντως τοῦ πράγματος καὶ γιὰ τὴν Ἱστορία, ἀπὸ ἐκείνη τὴν πολύπαθη καὶ δραματικὴ σελίδα, τὴν ὁποία ὁ πατὴρ Ἰωάσαφ ἀργότερα, ὅταν δηλαδὴ ἡ Γερμανοκατοχὴ τῆς Πατρίδος μας ἔληξε, τὴν ἐνέθεσε καὶ κόλλησε στὴν οἰκεία θέση, ἀποσπῶ καὶ καταχωρίζω δύο χαρακτηριστικὰ κείμενα:

(ἐν μεταφράσει ἀπὸ τὰ Γερμανικά):

«Πολὺ λίγο χρόνο εἴμαστε στὸ μοναστήρι, βρήκαμε φιλικὴ διάθεση καὶ εὐχαριστοῦμε γιὰ αὐτό».

Καυσοκαλύβια 9-22/6/1941

 

Ἀμέσως δὲ ἀπὸ κάτω στὰ Ἀγγλικά:

«Αὐτὸ εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ καταφύγια ποὺ βρῆκα βοήθεια, καλοσύνη καὶ φιλοξενία, μετὰ τὴν ἀπόδρασή μου ἀπὸ τοὺς Γερμανούς, τὰ ὀνόματα τῶν ὁποίων βλέπω νὰ ἔχουν ἤδη βεβηλώσει τὸ βιβλίο αὐτό. Δὲν ὑπάρχει ἔπαινος ποὺ νὰ εἶναι πολὺ μεγάλος γιὰ τοὺς Ἕλληνες, ἰδίως τοὺς μοναχοὺς στὰ διάφορα Μοναστήρια τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ποὺ ἔμεινα. Μετὰ τὸν πόλεμο, σκοπεύω νὰ γυρίσω καὶ νὰ ξαναδῶ τοὺς φίλους μου τοὺς Ἰωασαφαίους ὑπὸ εὐτυχέστερες συνθῆκες.

ΖΗΤΩ Η ΕΛΛΑΣ

ΚΑΤΩ Ο ΧΙΛΤΕΡ

(ὑπογραφὴ δυσανάγνωση)

Σμηνίας τῆς RAF

Πρώην αἰχμάλωτος πολέμου στὴν Θεσσαλονίκη·

26/7/1941

(Κώδιξ ἐπισκεπτῶν 2, σελίς 68)

 

Καταχωρίζω ἐπίσης καὶ τὰ ὀνόματα κάποιας ἐμπερίστατης ὁμάδος στρατιωτικῶν, οἱ ὁποῖοι, κατέγραψαν καὶ τοὺς ἀκριβεῖς τόπους τῆς καταγωγῆς των:

«Λογαγὸς 9234 Liet, W. B. Thomas. Neff Dextra Boon. Rinaka N. Zealand.

John James Evans I/Weigh Rect. W. Corley 17 Outran Street, London.

John Coutts 2/N 2EF Gavil Peacoeh Bridge 102 Kingsway, North York, England

Croffer Edward Barnes 18 Australia, St. Eoollahra N. S.W, Australia.

Jack H. Donald Sommerberry I Victoria, Australia.

Edward Batew 143 Nanbynong Ro Ascot Vale Melbourne, Australia

(Αὐτόθι, σελὶς 70)

 

Μία ὅμως ποὺ τὸ ἔφερε ἡ περίπτωσις, χρέος αἰσθάνομαι νὰ παραδώσω στὴν ἱστορία καὶ ἕνα γραπτὸ τεκμήριο τῆς ἑλληνοπρεποῦς δράσεως τοῦ μακαριστοῦ φίλου μου πατρὸς Ἰωάσαφ:

Allied Screening Commissio

69 Nikis Street, Salonica

(Τὸ περιεχόμενο σὲ μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά)

ΕΙΣ ΟΠΟΙΟΝ ΑΦΟΡΑ

1.Αὐτὴ εἶναι μία βεβαίωσις ὅτι ὁ Κύριος Ἰωάσαφ Θηβαῖος τοῦ Μιχαήλ, ὁδὸς Φράγγων 32 Θεσσαλονίκη, προσέφερε πολύτιμον βοήθειαν εἰς τὰς Βρετανικὰς καὶ Συμμαχικὰς Δυνάμεις, φυγαδεύων κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς Γερμανικῆς κατοχῆς εἰς τὴν περιφέρειαν τῆς Θεσσαλονίκης.

Μετέφερε διὰ τοῦ πλοιαρίου του μέγαν ἀριθμὸν φυγάδων τῶν Γερμανικῶν στρατοπέδων ἀπὸ τὰς ἀκτὰς τῆς Χαλκιδικῆς εἰς τὰ Μοναστήρια τοῦ Ὄρους Ἄθως, ὁπόθεν ἔκαμαν τὴν τελικήν των διαφυγήν. Τὸ πλοιάριόν του κατεστράφη ἐπὶ τῶν βράχων κατὰ τὴν χρησιμοποίησίν του διὰ τὸν ἄνω σκοπόν.

2. Κάθε βοήθεια τὴν ὁποίαν Βρετανικαὶ ἢ Συμμαχικαὶ Ἀρχαὶ θὰ δώσουν εἰς τὸν Κύριον Ἰωάσαφ Θηβαῖον, θὰ ἐκτιμηθοῦν ἐκ μέρους τοῦ Κλάδους μας.

(τ.σ., ὑπογραφὴ δυσανάγνωστη)

E.N. SALTIEL, Capt.,

O.C., A.S.C.,

SALONICA

***

Πέμπτη 29 Μαΐου 2025

Ὁ παπα-Ἀθανάσιος ὁ Καυσοκαλυβίτης.

 

Ὁ παπα-Ἀθανάσιος ὁ Καυσοκαλυβίτης.

Ἀπὸ τὸ Μυρίνι τῶν Μεγάρων μᾶς ἦρθε, καλογεροκαρμένος καὶ χειροτονημένος ἀπὸ τὸν πρώην Ἀττικῆς Νικόδημο, ὁ παπα-Ἀθανάσιος (Καρίκας Νικόλαος, Ἀμαρούσιο Ἀττικῆς· γέννησις 1942, προσέλευσις εἰς Καυσοκαλύβια 1974), ποὺ ἀφοῦ πέρασε ἕνα φεγγάρι κοντὰ στὸν Νεοσκητιώτη παπα-Σπυρίδωνα, ἦρθε καὶ ῥίζωσε γιὰ καλὰ στὴν Καλύβα τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς. Σαραβαλιασμένη, νὰ  μπάζει ἀπὸ παντοῦ ἡ σκεπή της, καὶ ἑτοιμόγκρεμη τὴν βρῆκε. Ἦταν πολὺ τυχερή· γιατὶ στὴν κατάσταση ποὺ ἦταν, μόνο αὐτὸς μποροῦσε νὰ τὴν ἀναστηλώσει, ἀνακαινίσει καὶ σώσει.

Ὅλη ἡ Σκήτη καὶ οἱ ἀσκητές της, ἦταν τυχεροὶ μὲ τὴν ἐγκαταβίωσή του. Ἔμεινε ἡλικιωμένος ἀβοήθητος; Ξέμεινε ἀθέρμαστος ἀπὸ ξύλα τὸν χειμῶνα; Ἀπόμειναν οἱ κῆποί των ἄσκαφτοι, τὰ πράγματα καὶ τὰ ἐφόδιά των ἀκουβάλητα στὸν μῶλο; Μιὰ στράτα μὲ τὰ φορτώματα ποὺ κάνουν οἱ ἄλλοι ἀπὸ τὸν Άρσανᾶ πρὸς τὰ ἐπάνω, δύο καὶ τρεῖς, ὁ εὐλογημένος, ἀπανωτὰ στὴν ἴδια ὥρα. Σκέτο πετσὶ τὸ δέρμα στὶς πλάτες καὶ στοὺς ὤμους του ἀπὸ τὸ κουβάλημα τοῦ ἀμμοχάλικου, τῶν τσιμέντων, τοῦ ἀσβεστιοῦ, τῶν μαδεριῶν, τῶν καυσοξύλων. Καὶ στὰ δικά μου κατορθώματα ἱδροκόπησε, χωρὶς κἂν νὰ τοῦ τὸ ζητήσω· καὶ προσεύχομαι τώρα, οἱ Ἅγιοι Πάντες μου νὰ μὴν τὸ λησμονοῦνε.

Μὲ εἶχαν βέβαια προϊδεάσει οἱ ἀσκηταὶ γιὰ τὴν στενοχώρια ποὺ τοὺς βασάνιζε ἐπειδὴ δὲν εἶχαν πνευματικὸ στὴν Σκήτη καὶ ἦσαν ἀναγκασμένοι νὰ καταφεύγουν σὲ μακρυνούς, σὲ ἄλλες Σκῆτες, γιὰ νὰ λένε τοὺς λογισμούς τους καὶ νὰ λαμβάνουν ἄφεση. Ἦταν δύσκολο αὐτό, ἰδίως γιὰ τοὺς ἡλικιωμένους.

-Κάνετε, Δέσποτα, πνευματικὸ τὸν παπα-Θανάση. Ὅλοι τὸν ἀγαπᾶμε καὶ τὸν ἀποδεχόμαστε. Θὰ εἶναι πολὺ κοντά μας ἕνα πετραχήλι ποὺ θὰ τίθεται στὰ κεφάλια μας. Ἔτσι, συχνὰ γονατιστοί, θὰ ἀκοῦμε νὰ μᾶς διαβάζει τὴν συγχωρητικὴ εὐχή, γιὰ νὰ ἔχουμε ἄφεση, θεία παρηγοριά, καὶ γιὰ νὰ γλυκαίνει ἡ ψυχή μας.

Βρῆκαν λοιπὸν τὴν εὐκαιρία τῆς πανηγύρεως τῆς Πεντηκοστῆς τοῦ 1987, τὰ εἶχα κανονίσει καὶ μὲ τὸ Μοναστήρι, μὲ περικύκλωσαν ἀφ’ ἑσπέρας ὁ Δικαῖος καὶ ἄλλοι Γεροντᾶδες καὶ μὲ ἐπέδωκαν γραπτὴ τὴν ἐπιθυμία ὅλων τῶν πατέρων τῆς Σκήτης. Ἀνήμερα, στὸ τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας, τηρήθηκαν τὰ καθιερωμένα καὶ ἔκτοτε, μὲ ἐμπιστοσύνη, μὲ συντριβὴ καρδίας καὶ βαθειὰ κατάνυξη ἐξαγορεύουν σὲ αὐτὸν τὰ σφάλματα καὶ τοὺς λογισμούς των καὶ μὲ εὐλάβεια γονατίζουν ἔμπροσθέν του καὶ θέτουν τὰς κεφαλάς των κάτω ἀπὸ τὴν λυτρωτική του εὐλογία καὶ τοῦ Θεοῦ τὴν χάρη.

Δὲν ἄλλαξε συνήθειες καὶ συμπεριφορὰ ὁ πνευματικὸς ἤδη. Ἡ βαριά, ὁ κασμᾶς καὶ τὸ φτυάρι, σταματημὸ δὲν ἔχουν στὴν περιοχή του, καὶ ἀπὸ τὶς παγκοινιὲς τοῦ Κυριακοῦ καὶ τῶν ἀδελφῶν ὁ ἴδιος ἱδρῶτας ῥέει ἀπὸ τὸ ἴδιο ζόρι. Ξύλιασαν τὰ χέρια του, σόλιασαν οἱ παλάμες, τανάλιες ἔγιναν τὰ δάχτυλά του, ἐπειδὴ ὁ Θεός, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἄλλα χαρίσματα, τοῦ χάρισε σωματικὴ ῥώμη καὶ μυϊκὴ δύναμη σπάνια· καὶ αὐτὸς ἐννοεῖ ἀσταμάτητα νὰ τὴν ἐξαντλῇ, εὐθὺς ὡς τελειώσει, νύκτα δηλαδὴ ἀκόμα, τὴν ἀκολουθία καὶ τὴν θεία λειτουργία του, σὲ τρεξίματα, σὲ μεταφορές, σὲ μπετά, σὲ κτισίματα, σὲ σκαψίματα, καὶ δὲν ξέρω ποῦ ἀλλοῦ.

Ὅλοι γνωρίζουν πόσο σφίγγει τὸ χέρι τους ὅταν εἶναι νὰ τοὺς χαιρετίσει. Ἀπὸ τὸ πιάσιμο πρὸς χειροφίλημα τὸν καταλαβαίνω, στὸ σκοτάδι τοῦ Κυριακοῦ, κατὰ τὶς ἀγρυπνίες, ὅταν ὅλοι παρελαύνουν ἀπὸ ἐμπρός μου χοροσταντοῦντός μου στὸν θρόνο, γιὰ νὰ πάρουν εὐχή, κατὰ τὴν τάξη· ἤ, μεταξὺ τῶν παπάδων, ὅταν ἔρχονται νὰ πάρουν καιρό, καὶ νὰ μποῦμε ἀκολούθως στὴν θεία λειτουργία.

Πολὺ πιὸ εὔκολα ἔχει καὶ ξεκούραστα θεωρεῖ τὰ ἐπαναλαμβανόμενα σαρανταλείτουργα, καὶ σὰν διασκέδαση ἐκλαμβάνει τὴν παρασκευὴ μοσχοθυμιάματος, τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ καὶ τὸ κύριο καὶ ἐπίσημο ἐργόχειρό του. Ἀπὸ αὐτῶν τοὺς πορισμοὺς ὅλες οἱ ἀναστηλώσεις καὶ ἐπισκευὲς τῆς Καλύβας του, ἡ βιότευσίς του καὶ ἡ φιλοξενία τῶν ἐπισκεπτῶν του.

Σὲ ἄσυλο τῶν δεινοπαθοῦντων Βορειο-Ἠπειρωτῶν καὶ Ἀλβανῶν μετέβαλε τὴν Καλύβα του τὰ τελευταῖα χρόνια, ὁ εὐλογημένος. Δύο φορὲς τοῦ κατέκλεψαν ὅλες τὶς οἰοκονομίες, ποὺ ἐπὶ ἔτη μάζευσε καὶ τὶς προόριζε γιὰ νὰ ἐπισκευάσει τὴν ἐκκλησία του· βόγγηξε κυριολεκτικῶς μέχρι νὰ ξεχρεώσει καὶ τὸ τηλέφωνό του ἀπὸ τὴν πολυχρησία τους, παρόντος ἢ ἀπόντος του, καὶ δὲν ἐννοεῖ νὰ τοὺς κάνει πέρα, γιὰ νὰ λήξουν οἱ πειρασμοί του.

-Φτωχοί, δυστυχισμένοι καὶ ξενιτεμένοι εἶναι οἱ καϋμένοι, καὶ οἱ δικοί τους περνᾶνε δύσκολες ἡμέρες. Θεὸς σχωρές’ τους· ἔχει νὰ ἀπαντᾷ σὲ ἐμᾶς ποὺ διαφορετικὰ τοποθετούμεθα καὶ εἴμεθα πολὺ ἐπιφυλακτικοὶ λόγῳ τῶν ἐπαναλαμβανομένων καὶ στὴν περιοχή μας παρομοίων κρουσμάτων. Ἀποροῦμε μὲ τὴν στάση του καὶ τοῦ συνιστοῦμε νὰ εἶναι προσεκτικώτερος πρὸς τοὺς κακοπροαίρετους προστατευομένους καὶ φιλοξενουμένους του· ἀλλὰ στὸν ψυχικό του κόσμο ὑπερισχύουν τὰ φιλάνθρωπα αἰσθήματα, ἡ εὐσπλαγχνία καὶ ἡ συμπάθεια, ποὺ παραμερίζουν τοὺς κινδύνους καὶ τὴν ζημία.

Ἔτσι ἐννοεῖ νὰ συμπεριφέρεται καὶ νὰ διάγει ὁ παπα-Θανάσης. Τρόμαξε μάλιστα ὅταν ἔμαθε ὅτι ἡ ἀστυνομία κατέβαλε προσπάθειες γιὰ ἀναζήτηση καὶ δικαστικὴ δίωξη τῶν δραστῶν, καὶ χάρηκε πληροφορηθεὶς ὅτι κατόρθωσαν να διαφύγουν τὴν σύλληχη καὶ νὰ περαιωθοῦν στὴν πατρίδα τους μαζὶ μὲ τὰ κλοπιμαῖα. Σὺ δέ, ἂν μπορῇς, χαρακτήρισε τὴν στάση του ὡς μὴ συνάδουσα μὲ τήν, ἀνάλογες στιγμὲς καὶ ἀνάγκες, παρατηρηθεῖσα συμπεριφορὰ τῶν ἁγίων μας πατέρων, ἀσκητῶν καὶ διδασκάλων τῆς ἐρήμου, ποὺ διέπρεψαν καὶ ἔλαμψαν τὸ πάλαι καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ ἐμπνέουν καὶ νὰ ἐνθαῤῥύνουν σὲ μίμηση καὶ τοὺς σημερινοὺς ἀγωνιστὰς πατέρας τοῦ Ἄθωνος.

Σάββατο 24 Μαΐου 2025

Συμεὼν μοναχὸς Καυσοκαλυβίτης ὁ ἀὀμματος.




Συμεὼν μοναχὸς Καυσοκαλυβίτης.

Χαράσσοντας τὰ τόσο λίγα γιὰ τούτη τὴν μοναδικὴ ἀνὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος ἐπὶ ὀνόματι τοῦ Ὁσίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου ταπεινὴ Καλύβα, χρέος ἱερὸ μὲ ὠθεῖ στὸ νὰ διαλάβω δύο λέξεις γιὰ τὸν Γέροντα Συμεών (Γεώργιος Κανάτσος τοῦ Ἐμμανουὴλ καὶ τῆς Ἑλένης, ἐκ Ῥαιδεστοῦ Θράκης· γέννησις 1904, προσέλευσις 1933, κουρὰ 1935, κοίμησις 12-03-1988), τὸν καλοπροαίρετο, ὑποχωρητικό, φιλάδελφο καὶ ἀγαθώτατο πρὸς πάντας.

Παραχωρήσει Θεοῦ, στὰ τελευταῖά του χρόνια, εἶχε χάσει τὸ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν του, καὶ ἔτσι ὁ βίος του στὰ κρημνώδη Καυσοκαλύβια ἀπέβη, πέρα τοῦ φύσει καὶ θέσει σκληρός, ἀφεγγὴς καὶ κινδυνώδης. Καθόλου δὲν βαρυγκόμησε ὅμως ὁ ἀείμνηστος. Ἀπ’ ἐναντίας, ἐξέλαβε τὸ πάθημά του ὡς θεία ἐπίσκεψη καὶ εἰδικὴ οἰκονομία, καὶ ἀφοῦ ἔβαλε νέα ἀρχὴ γιὰ τὰ ἀφορῶντα τὴν σωτηρία του, ἔστρεψε τὸ φρόνημα, τὸν νοῦ καὶ τὸ ὄμμα τῆς καρδιᾶς του στῆς ψυχῆς του τὰ ἐνδότερα, τὰ φωταυγῆ καὶ οὐρανοσήμαντα, καὶ μὲ τὴν δύναμη τῆς ἀδιαλείπτου προσευχῆς γνώρισε, χάριτι Θεοῦ, τῆς χαρμολύπης τὴν ἀνεκτίμητη ἀξία, ὥστε τὴν βαναυσότητα τῆς τυφλότητός του ἦρθε, καὶ ὄχι ἁπλῶς ἐξισοῤῥόπησε, ἀλλὰ ὑπερκέρασε ἡ ἡδύτης τῆς προγεύσεως τῶν μελλόντων ἀγαθῶν.

Κοινὴ ἦταν ἡ πεποίθησις τῶν Καυσοκαλυβιτῶν συνασκητῶν του, ὅτι ὁ Πανάγαθος Θεὸς τοῦ δώρισε τὸ τόσο ἐπαινετὸ ἀπὸ τοὺς ἁγίους πατέρας χάρισμα τῶν δακρύων. Καὶ ἦταν νὰ ζηλεύεις τὰ τέτοια μάτια του, τὰ ὁποῖα, δακρυῤῥοῶντας ἀενάως πρὸς τὰ εξω, ἀποδείνυαν τὰ πνευματικῶς καὶ θείως δρώμενα καὶ βιούμενα ἔσω.

Καὶ ἦταν εὐλογία Θεοῦ γιὰ τὸν κάθε ἀδελφὸ καὶ πατέρα ἢ καὶ εὐλαβῆ ἐπισκέπτη, ὅταν τὸν πλησίαζε, καθήμενον συνήθως σὲ σπιθαμιαῖο σκαμνάκι ἢ στοῦ κατωφλιοῦ τῆς Καλύβας του τὰ παραδίπλα μὲ ἀκουμπισμένη τὴν πλάτη του στὴν τοιχοπαραστάδα, γιὰ ἀνάπαυση καὶσιγουριὰ καὶ γιὰ ψηλαφητῶς ἀλάνθαστο ἀφετηριακὸ προσανατολισμό του· κουβαράκι χαριτωμένο· λίγο ἀκόμη καὶ τὰ γόνατά του θὰ ἄγγιζαν τὸ πηγούνι.

Τὴν εὐχή σου νὰ ἔχω, ἀείμνηστε Γερο-Συμεών.

σις 1904, προσέλευσις 1933, κουρὰ 1935, κοίμησις 12-03-1988), τὸν καλοπροαίρετο, ὑποχωρητικό, φιλάδελφο καὶ ἀγαθώτατο πρὸς πάντας.

Παραχωρήσει Θεοῦ, στὰ τελευταῖά του χρόνια, εἶχε χάσει τὸ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν του, καὶ ἔτσι ὁ βίος του στὰ κρημνώδη Καυσοκαλύβια ἀπέβη, πέρα τοῦ φύσει καὶ θέσει σκληρός, ἀφεγγὴς καὶ κινδυνώδης. Καθόλου δὲν βαρυγκόμησε ὅμως ὁ ἀείμνηστος. Ἀπ’ ἐναντίας, ἐξέλαβε τὸ πάθημά του ὡς θεία ἐπίσκεψη καὶ εἰδικὴ οἰκονομία, καὶ ἀφοῦ ἔβαλε νέα ἀρχὴ γιὰ τὰ ἀφορῶντα τὴν σωτηρία του, ἔστρεψε τὸ φρόνημα, τὸν νοῦ καὶ τὸ ὄμμα τῆς καρδιᾶς του στῆς ψυχῆς του τὰ ἐνδότερα, τὰ φωταυγῆ καὶ οὐρανοσήμαντα, καὶ μὲ τὴν δύναμη τῆς ἀδιαλείπτου προσευχῆς γνώρισε, χάριτι Θεοῦ, τῆς χαρμολύπης τὴν ἀνεκτίμητη ἀξία, ὥστε τὴν βαναυσότητα τῆς τυφλότητός του ἦρθε, καὶ ὄχι ἁπλῶς ἐξισοῤῥόπησε, ἀλλὰ ὑπερκέρασε ἡ ἡδύτης τῆς προγεύσεως τῶν μελλόντων ἀγαθῶν.

Κοινὴ ἦταν ἡ πεποίθησις τῶν Καυσοκαλυβιτῶν συνασκητῶν του, ὅτι ὁ Πανάγαθος Θεὸς τοῦ δώρισε τὸ τόσο ἐπαινετὸ ἀπὸ τοὺς ἁγίους πατέρας χάρισμα τῶν δακρύων. Καὶ ἦταν νὰ ζηλεύεις τὰ τέτοια μάτια του, τὰ ὁποῖα, δακρυῤῥοῶντας ἀενάως πρὸς τὰ εξω, ἀποδείνυαν τὰ πνευματικῶς καὶ θείως δρώμενα καὶ βιούμενα ἔσω.

Καὶ ἦταν εὐλογία Θεοῦ γιὰ τὸν κάθε ἀδελφὸ καὶ πατέρα ἢ καὶ εὐλαβῆ ἐπισκέπτη, ὅταν τὸν πλησίαζε, καθήμενον συνήθως σὲ σπιθαμιαῖο σκαμνάκι ἢ στοῦ κατωφλιοῦ τῆς Καλύβας του τὰ παραδίπλα μὲ ἀκουμπισμένη τὴν πλάτη του στὴν τοιχοπαραστάδα, γιὰ ἀνάπαυση καὶσιγουριὰ καὶ γιὰ ψηλαφητῶς ἀλάνθαστο ἀφετηριακὸ προσανατολισμό του· κουβαράκι χαριτωμένο· λίγο ἀκόμη καὶ τὰ γόνατά του θὰ ἄγγιζαν τὸ πηγούνι.

Τὴν εὐχή σου νὰ ἔχω, ἀείμνηστε Γερο-Συμεών.

Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ.

  Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ. Ὁ ἱερομόναχος Ἄνθιμος Παντοκρατορινός (κατὰ κόσμον Ἀντώνιος Κατσαλιάκης,...