Κεφάλαιον ΚΒ΄. Εἰς τὴν Μονὴν Γρηγορίου.
1. Ἡ Μονὴ Γρηγορίου κεῖται ἐπὶ βράχων παρὰ τὴν παραλίαν. Εἶναι Μονὴ μικρά, ἀλλὰ ἡ νοικοκυρεμένη καὶ σώφρων διοίκησίς της τὴν ἔχει καταστήσει εὔπορον. Οἱ ἐκεῖ μοναχοί, κατάγονται πάντες ἐκ Πελοποννήσου. Πέραν τοῦ Ἰσθμοῦ πρέπει νὰ εἶναί τις διὰ νὰ γίνει δεκτὸς ἐν αὐτῇ. Πάντες εὐσεβεῖς, σώφρονες καὶ καλοὶ μοναχοί, ὡς παρετήρησα. Μόλις εἰσῆλθον, ἐζήτησα τὸν Βαρλαάμ, ὅστις ἐλθὼν πρός με μοὶ λέγει: -Πώς; Δὲν ἔμεινες ἀπόψε, ὡς ὑπελόγιζες, εἰς τοῦ Ξηροποτάμου;
2. -Ὄχι, ἀπαντῶ, διότι ἐπὶ δύο ὥρας παραμένων ἐκεῖ, δὲν ἦλθε κανεὶς ἐκ τῶν ἀνεπτυγμένων μοναχῶν νὰ μὲ ἐπισκεφθῆ, ἀλλ’ οὔτε κὰν μὲ ἐκάλεσέ τις νὰ μεταβῶ ἐγω παρ’ αὐτῷ, καὶ συνεπῶς, δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ μείνω τὸ ἑσπέρας συζητῶν μὲ τοὺς τοίχους. Ἔφυγα καὶ σοῦ ἀριβάρησα.
3. -Περίεργον, λέγει οὗτος, εἶναι καλοὶ οἱ Ξηροποταμινοί, κάποια παρεξήγησις θὰ συνέβη. –Δὲν εἶχον γνωριμίας μετ’ αὐτῶν οὔτε προηγούμενόν τι, ὥστε νὰ ὑπάρξει παρεξήγησις. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι μὲ μποϋκοτάρισαν ἀγρίως. Ἀλλ’ ἔχε ὑπ’ ὄψιν σου ὅτι δὲν ἔχω παράπονον ἐκ τῆς στάσεώς τω, ἀρκεῖ ὅτι τοὺς ἐχαρακτήρισα ὡς ἀφιλοξένους. Ἂς ἴδωμεν ἤδη τὴν ἐκκλησίας κ.λ.π. ἀξιοθέατα τῆς Μονῆς σας, καὶ αὔριον ἐπανέρχομαι εἰς Καρυάς.
4. -Ἐλθὲ, μοῦ λέγει, νὰ πάρωμεν ἕναν καφέ, καὶ κατόπιν τὴν βλέπομεν. Καὶ μὲ ὡδήγησεν εἰς ἐξώστην πρὸς τὴν θάλασσαν ξύλινον, ὕψους ἀπὸ τῆς θαλάσσης τοὐλάχιστον 200 μέτρων. Μόλις τὸν βλέπω, λέω: -Πάτερ Βαρλαάμ, εἶναι γερὰ τὰ ξύλα; -Γερὰ καὶ νὰ μὴν φοβᾶσαι, μοῦ ἀπαντᾶ, καὶ προηγήθη αὐτός, ἵνα μὲ ἐνθαῤῥύνει.
5. Ἐξῆλθον καὶ ἐγώ, ἐν τούτοις ἐξηκολούθησα νὰ φοβοῦμαι, καθ’ ὅσον ἔβλεπα ἐκ τῶν χαραγμῶν τῶν μεταξὺ τῶν σανίδων τὴν θάλασσαν. Ἀκριβὼς κάτωθι εἰς κάθετον, καὶ μὲ κατελάμβανεν εἶδος ἰλίγγου, Ἐν τούτοις ὁ Βαρλαὰμ ἔλαβε δύο καθίσματα καὶ ἐκαθίσαμεν εἰς τὸν ἐξώστην.
6. Ἡ θέα ἐκεῖθεν ἦτο ὑπέρλαμπρος. Ὁ φθινοπωρινὸς ἥλιος ἐπλησίαζεν εἰς τὴν δύσιν του. Ἡ ἀφ’ ὑψηλοῦ θεωμένη γαληνιῶσα θάλασσα ἐπαρουσίαζεν ἔκτατον φαινόμενον. –Εἶσθε πολλοὶ μοναχοί;, ἐρωτῶ. –Περὶ τοὺς ἐνενήκοντα, ἀπαντᾶ οὗτως, ἐν συνόλῳ, ἀλλ’ εὐσεβεῖς καὶ καλοὶ μοναχοί, ἐπίτρεψόν μοι νὰ εἴπω.
7. Ἐκομίσθη κατ’ ἐκείνην τὴν ὥραν ὁ καφὲς μὲ γλυκὰ καὶ ποτήρια ὕδατος, καὶ ἔλαβον ἐξ αὐτῶν εὐχαρίστως, καθ’ ὅσον παρετήρησα ἦσαν καθαρώτατα. –Εὐλογεῖτε, λέγω πρὸς τὸν πατέρα Βαρλαάμ, ἐπὶ τῇ λήψει τοῦ ὕδατος. –Κύριος, ἀπαντᾶ οὗτος. Βλέπω, ἔμαθες τὰ καλογερικά. -Ἔχω ἤδη ἐν Ἁγίῳ Ὄρει περὶ τοὺς δύο μῆνας περίπου καὶ ἑπόμενον ἦτο νὰ μάθω μερικὰς ἐθιμοτυπίας σας, προσθέτω.
8. Μὲ ἠρώτησεν, ἐὰν ἐκ τῆς ζωῆς μου ἐν Ἁγίῳ Ὄρει ἔχω σχηματίσει πεποίθησιν περὶ ὑπάρξεως Θεοῦ, περὶ τῆς ἀληθείας τῆς θρησκείας κ.λ.π. Καὶ τοῦ ἀπήντησα, ὅτι :-Τὴν ὕπαρξιν τοῦ Θεοῦ οὐδέποτε ἠρνήθην, καίτοι ἐν Ἁγίῳ Ὄρει δὲν εἶδά τι τὸ ὑπερφυσικόν, ὥστε νὰ σταθεροποιήσω τὰς σκέψεις μου. Ἐνταῦθα, ἐξετίμησα τὸν μοναχὸν διὰ τὸν ἁγνὸν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον βίον, ὃν διάγει, διὰ τὴν φιλέργειάν του, τὴν ὑπομονήν του, διότι ἐπὶ αἰῶνας συνεκέντρωσε φιλολογικοὺς καὶ ἄλλους θησαυρούς, τοὺς ὁποίους μετὰ θρησκευτικῆς εὐλαβείας φυλάσσει μέχρι σήμερον. Κατήντησαν αἱ Μοναὶ μουσεῖα. Ἐνταῦθα δύναταί τις, ἂν θέλει, τὸ πᾶν νὰ σπουδάσει. Εἰς τὰς πρώτας Μονάς, ἃς ἐπεσκέφθην, ἐζήτουν καὶ ἔβλεπον τὰς βιβλιοθήκας των. Ἤδη ὅμως, ἀπελπισθεὶς ἐκ τοῦ ὅτι δὲν θὰ δυνηθῶ νὰ γίνω κοινωνὸς τῶν ἐν ταῖς βιβλιοθήκαις των θησαυρῶν, δὲν ζητῶ νὰ βλέπω ταύτας. Τελευταῖον μόνο εἰς τὸ Χιλιανδάριον καὶ Ζωγράφου ἐζήτησα καὶ εἶδα αὐτάς, ἵνα ἴδω κατὰ πόσον ἔχουσιν ἑλληνικὰ χειρόγραφα, καὶ εἶδα πολλὰ τοιαῦτα.
9. -Ἐν τούτοις ταῦτα πάντα ποῦ ἀνέφερες, δὲν φρονεῖς ὅτι εἶναι προϊὸν ὰνωτέρας θελήσεως νὰ δημιουργηθῆ τὸ Ἅγιον Ὄρος, οἷον τὸ ἀντελήφθης;, ἐρωτᾶ ὁ πατὴρ Βαρλαάμ. -Ἴσως, ἀπαντῶ, ἀλλὰ τοὖτο δὲν εἶναι κατ’ ἐμέ τι τὸ ὑπερφυσικόν, ὅπερ ζητῶ, ἵνα σταθεροποιήσω τὰς σκέψεις μου.
10. -Σὺ ἐδῶ μήπως ἔχεις νὰ μοῦ δείξεις θαῦμά τι ἢ ἄλλο τι ὑπερφυσικὸν φαινόμενον; -Ὄχι, ἀπαντά, τὸ μόνον ποῦ ἔχω εἶναι πρὸ ὀλίγω ἐτῶν, γέρων μοναχός τις, ἐθάμνευεν, ἵνα καλλιεργήσει τὸ κηπάριόν του καὶ χωρὶς νὰ τὸ θέλει, τοῦ ἔφυγεν ἡ φωτιά, ἥτις ἐξογκωθεῖσα, ἔτεινε πρὸς τὸ ὄρος, ἀπειλοῦσα νὰ καύσει τὸ δάσος. Ὁ Ἡγούμενος, ἐν τῇ δικαίᾳ ἀγανακτήσει του, δριμαίως ἐπιπλήττει αὐτόν, καὶ τοῦ λέγει ὅτι δὲν θὰ λιώσει ὅταν ταφῆ καὶ ἄλλα. Τότε ὁ εὐσεβὴς γέρων ἐγονυπέτησε καὶ ηὔχήθη πρὸς τὴν Παναγίαν καὶ τὸν Ὕψιστον καὶ ἐκ τοῦ ῥεύματος ἐκείνου (καὶ μοῦ ὑπέδειξεν αὐτό) ἐξῆλθε παμμεγέθης νεφέλη, ἥτις ἔπεσεν, ὑπὸ τύπον βροχῆς, ἐπὶ τῆς ἀρκετὰ ἐξογκωθείσης πυρκαϊᾶς ἐκείνης, καὶ ἔσβησεν αὐτήν, καὶ ταῦτα ἐν ἀπολύτῳ νηνεμίᾳ. Τώρα, πῶς ἐσχηματίσθη ἡ νεφέλη ἐκείνη καὶ πῶς ὡδηγήθη καὶ ἔπεσεν ἐπὶ τῆς πυρκαϊᾶς, αὐτὸ εἶναι τὸ ὑπερφυσικὸν φαινόμενον, ὅπερ ἀδυνατῶ νὰ ἐξηγήσω καὶ σου παράσχω καὶ ἀποδείξεις.
***
Κεφάλαιον ΚΓ΄.
1. -Πείθομαι, πάτερ Βαρλαάμ, τοῦ λέγω, ὅτι τὸ γεγονὸς εἶναι ἀληθέστατον. Ἐν τούτοις, ὡς λέγεις, δὲν δύνασαι νὰ μοῦ παράσχεις ἀποδείξεις, καὶ τὰς ἀποδείξεις αὐτὰς ζητῶ.
2. Βέβαια, ὑπάρχει σχέσις μεταξὺ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ γεγονότος, ὅπερ μοῦ διηγήθης, καὶ ἡ σχέσις αὕτη ἔρχεται εἰς ἐπαφὴν μὲ τὸν ἄνθρωπον, ὅστις, μὴ ἔχων τὸ κατάλληλον αἰσθητήριον, ἀλλὰ καὶ τὸ μυαλὸ τοῦ ἀνθρώπου, ὅπερ δὲν εἶναι κατασκευασμένον, ὥστε νὰ ἀντιληφθῆ τὴν ἐκ τοῦ ὑπολογισθέντος ἀναλόγου αἰσθητηρίου ἐντύπωσιν. Ἐπλάσθημεν ἀτυχῶς ἀτελεῖς καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἀντιληφθῶμεν τὰ μεγάλα ζητήματα τῆς ἀληθοῦς θρησκείας μας, ἐν τούτοις ἐγὼ πιστεύω.
3. Ταῦτα ἔλεγα πρὸ μηνὸς περίπου εἰς Λαύραν, εις τὸν πατέρα Κορνήλιον, ὅτε μοῦ διηγεῖτο τὴν ἱστορίαν τοῦ Κουκουζέλη καὶ τὸ θαῦμα τῆς Παναγίας νὰ μεταβῆ πρὸς αὐτὸν ἐν φωτονεφέλῃ καὶ εὐχαριστοῦσα. Φαίνεται, πάτερ Βαρλαάμ, ὅτι εἰς τὸν ἄνθρωπον ὑπάρχει αἰσθητικότης πέραν τῶν αἰσθητηρίων του διαφόρου βαθμοῦ. Εἴς τινας ὅμως εἶναι περισσότερον ἀνεπτυγμένη, καθαρῶς ἐκδηλουμένη, ὡς λ.χ. εἰς τοὺς ὑστερικούς, εἰς οὕς, λόγῳ τῆς παθήσεώς των, καθιστώσης εὐπαθέστερον τὸν ἐγκέφαλόν των, διακρίνει τις ἐντονώτερον τὴν αἰσθητικότητα ταύτην.
4. Αἰσθάνονται οὗτοι γεγονότα λαμβάνοντα χώραν πολὺ μακρὰν αὐτῶν. τί συμβαίνει; Φρονῶ, ὅτι ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου, ἀτελὴς καὶ ἀνίκανος νὰ ὑπολογίσει ἐπὶ τῶν μεγάλων ζητημάτων τῶν περὶ αὐτόν, εἶναι ὅμως ἀνωτέρα πάντως τῶν ἐκ τῶν αἰσθητηρίων αὐτοῦ ἐντυπώσεων, καὶ δι’ αὐτῆς ὁ ὑστερικὸς αἰσθάνεται τὶ γίνεται μακράν του. Εὔχομαι ἐν τῷ μέλλοντι, ὅ ἄνθρωπος, τελειοποιούμενος διὰ τῆς ἀτελοῦς αἰσθητικότητός του, νὰ καταστῆ ἱκανὸς νὰ κατακτήσει τὰ μεγάλα ζητήματα τοῦ κόσμου. Ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ, πείθομαι, θὰ ἐξακολουθήσει νὰ εἶναι ἀτελής, τὴν περιπτώσιν δὲ ταύτην ἔχον ὑπ’ ὄψει του τὸ Εὐαγγέλιον προοιμιάζεται τὴν ἐπὶ τοσοῦτον ἀνάπτυξιν τοῦ ἀνθρώπου καὶ τελειοποίησιν αὐτοῦ, ὥστε νὰ καταστῆ ἀνάλογος τοῦ μεγάλου Θεοῦ, περίπτωσις, ἥτις τίς οἶδε πῶς καὶ πότε θὰ συμβῆ.
5. Ἠρώτησα εἶτα αὐτόν, πῶς ἦλθε εἰς τὴν Μονὴν κ.λ.π. καὶ μοῦ ἀπήντησεν ὅτι· νέος ὤν, ἀπῆλθεν εἰς Ἀμερικήν, ὅπου ηὐδοκίμει, ἠρέσκετο ἐκεὶ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν θρησκευτικῶν βιβλίων. Ἐν τῇ ἀναγνώσει αὐτῶν εὕρισκεν εὐχαρίστησιν καὶ συνέπεσεν νὰ ἀναγνώσει καὶ τὴν «Ἁμαρτωλῶν Σωτηρία». Ἐκ τῆς ἀναγνώσεως αὐτῆς, τόσον πολὺν ἀνετράπησαν αἱ περὶ τοῦ μέλλοντός του ἰδέαι του, ὥστε ἀπεφάσισε νὰ ἔλθει νὰ γίνει μοναχός, καὶ ἐκποιήσας πᾶν ὅ,τι ἀπέκτησεν ἐν Ἀμερικῇ μετέβη, παρὰ τὰς συστάσεις τῶν φίλων του εἰς τὴν ἐν Πελοποννήσῳ ἰδιαιτέραν του πατρίδα, ἵνα σκεφθῆ ἐκεῖ καλλίτερον, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ δὲν ἠδύνατο νὰ ἡσυχάσει καὶ ἦλθε καὶ ἔγινε μοναχός.
6. Εἶχεν ἤδη νυχτώσει. Ὁ πατὴρ Βαρλαάμ, μοῦ λέγει: -Ἂς εἰσέλθωμεν, διότι αἰσθάνομαι ψῦχος. Εἶχε δίκαιον καὶ εἰσήλθομεν. Ἡ ἐπίσκεψίς μου εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ἀνεβλήθη διὰ τὴν ἐπαύριον.
7. Θὰ μεταβαίνομεν πρότερον εἰς τὴν λειτουργίαν καὶ κατόπιν θὰ περιεργαζόμεθα ὅ,τι ἄξιον προσοχῆς, καὶ περὶ ὥραν ἐννάτην, μὲ ἐκάλεσε νὰ ἀνέλθωμεν εἰς τὸ βουνό, ὅπου θὰ ἔβλεπον τὸ πριόνι των καὶ τὰς ὑλοτομικάς των ἐργασίας, θὰ ἐτρώγαμεν ἐκεῖ μετὰ μεσημβρίαν, αὐτὸς μὲν θὰ ἐπανήρχετο εἰς τὴν Μονήν του, ἐγὼ δὲ ἐκεῖθεν εἰς Καρυάς. Μοὶ ἤρεσε τὸ πρόγραμμά του καὶ παρεκαθήσαμεν εἰς τὴν ἑτοιμασθεῖσαν ἐν τῷ μεταξὺ τράπεζαν. Ὁ Βαρλαάμ, δὲν ἐθεώρησε πρέπον νὰ μοὶ παραθέσει τὸ διὰ τοὺς μοναχοὺς παρασκευασθὲν φαγητόν, καὶ ἐζήτησε παρά τινος ψαρᾶ καὶ ἠγόρασεν ἰχθῦς, ὧν ἄλλους ἔκαμε βραστούς, καὶ ἄλλους τηγανιτούς. Ἐφάγαμεν κατὰ συνέπειαν ἐκτάκτως λαμπρά, ἐπίομεν καὶ λαμπρὸν οἶνον, παρασκευαζόμενον ἐν τῇ Μονῇ.
8. Μετὰ τὸ δεῖπνον, μᾶς ἐπεσκέφθη ὁ Ἡγούμενος παπα-Γιώργης, ἄνθρωπος ἐνάρετος, καλῆς ἐξωτερικῆς παραστάσεως καὶ σώφρων, Ἀθηναῖος δὲ τὴν καταγωγήν· ἡ μόνη ἐξαίρεσις ἐν τῇ Μονῇ Γρηγορίου, νὰ δεχθοῦν μοναχὸν ἐντεῦθεν τοῦ Ἰσθμοῦ καὶ τοῦτο διότι ἦτο Ἀθηναῖος.
9. Οὗτος μοὶ διηγήθη πῶς ἔγινεν Ἡγούμενος, ἤτοι ὅταν τοῦ ἐπροτάθη ἡ ἀπόφασις τῆς Μονῆς, ἠρνήθη ἐπιμόνως νὰ δεχθῆ, καὶ ἐπὶ ἡμέρας ἐπέμενεν ἀρνούμενος, ὅτε εἶδε κατ’ ὄναρ ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποχωρήσει καὶ ἐδέχθει. Ἀφ’ οὗ ὅμως τὸν παρεκίνησεν εἰς τοῦτο καὶ ὁ ἐν τῇ Σκήτῃ τῆς Ἁγίας Ἄννης σεβάσμιος γέρων ἀσκητὴς πνευματικός του, ὅστις καὶ οὗτος εἶδεν· τί εἶδεν δὲν ἔλεγεν. Ἐκράτησαν σημείωσιν τοῦ ὀνόματός του, ἵνα τὸν ἐρωτήσω ὅταν θὰ μετέβαινον εἰς Ἁγιαν Ἄνναν, τὶ εἶδεν ὁ γέρων οὗτος ἀσκητής.
10. Μετὰ ταῦτα, ηὐχαρίστησα τὸν πατέρα Βαρλαάμ, διὰ τὴν λαμπρὰν ὑποδοχήν, ἣν μοὶ ἔκαμον καὶ τὰς περιποιήσεις των καὶ μετέβην νὰ κοιμηθῶ εἰς λαμπρὸν διαμέρισμα, ὅπου καθαρώταται κλῖναι.
***
Κεφάλαιον ΚΔ΄. Εἰς τὸ δάσος τῆς Μονῆς Γρηγορίου.
1. Ἐκοιμήθην μέχρι τῆς πρωΐας καὶ μετέβην εἰς τὴν λειτουργίαν. Παρηκολούθησα μέχρι πέρατος αὐτήν· ἦτο ὡρισμένον τὴν ἡμέραν ἐκείνην νὰ μεταλάβωσι οἱ μοναχοί.
2. Παρηκολούθησα τὴν ὡραίαν ἐκείνην τελετήν, ηὐφράνθη δὲ ἡ καρδία μου νὰ βλέπω νὰ προσέρχονται μετὰ πάσης εὐλαβείας, γέροντες πολιοὶ μοναχοὶ νὰ κοινωνῶσι, ψαλλομένου: «Τοῦ Δείπνου Σου τοῦ μυστικοῦ».
3. Μετὰ τὴν λειτουργίαν καὶ τελετὴν τῆς μεταλήψεως, παρετηρήσαμεν μετὰ τοῦ Βαρλαὰμ τὴν ἐκκλησίαν. Εἶναι καὶ αὕτη βυζαντινοῦ τύπου, ἐζωγραφισμένη, καὶ μὲ πολλὰ χρυσᾶ καὶ ἀργυρᾶ ἀφιερώματα.
4. Ἐκάμαμεν μίαν ἐπίσκεψιν εἰς τὰ διαμερίσματα τῆς Μονῆς, ἅτινα πάντα ἦσαν καθαρώτατα καὶ εὐπρεπισμένα. Μοῦ ἔδειξεν εἰς τὴν θύραν τῆς Μονῆς παλαιὰν σλαβικὴν ἐπιγραφήν, τὴν ὁποίαν ἐφρόντισε νὰ ἐξαφανίσει, ἵνα μή ποτε οἱ Σλάβοι ἐγείρωσιν ἀξιώσεις ἐπὶ τῆς Μονῆς Γρηγορίου. Ἀντίληψις κατ’ ἐμὲ στερουμένη καὶ τῆς ἐλαχίστης σχετικῆς πιθανότητος, καθόσον ἡ Μονὴ Γρηγορίου οὐδέποτε ὑπῆρξε σλαβική.
5. Ἐὰν κατὰ τὸν μεσαίωνα, ὅτε ἅπαντες ὑπελογίζοντο Χριστιανοί, ὑπὸ τὸν Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως, ἀνεξαρτήτων ἐὰν ἦσαν Ἕλληνες ἢ Σλάβοι, καὶ μὲ τὴν ἀντίληψιν ταύτην ἐκοινοβιάσθη Σλάβος τις πεπαιδευμένος ἐν τῇ Μονῇ Γρηγορίου, ὅστις ἔθετο τὴν ἐπιγραφὴν ταύτην ἐκεῖ, δὲν ἔπεται ὅτι ἡ Μονὴ Γρηγορίου ὑπῆρξε ποτὲ σλαβική, ὥστε νὰ ἔχει βασιμότητα ὁ φόβος τοῦ Βαρλαάμ. Ἦτο ἤδη ἡ ἐννάτη πρωϊνὴ ὥρα, ἀφοῦ ἀπεχαιρέτησα τὸν Ἡγούμενον, παρεκάλεσα τὸν Βαρλαάμ, κατὰ τὸ ἀφ’ ἑσπέρας πρόγραμμά μας, νὰ φύγωμεν διὰ τὸ βουνόν. Λαβόντος δὲ τούτου τοὺς δύο καλλιτέρους τῆς Μονῆς ἡμιόνους, ἀνήλθομεν ἐπ’ αὐτῶν καὶ δι’ ἀτραπῶν ἐτράπημεν πρὸς αὐτό, βαίνοντες ἐπὶ κλίσεως μεγάλης. Μετὰ πορεῖαν ἡμισείας ὥρας παρετήρησα πολλὰς ἀνθρακίας.
6. -Εἶναι αὕται, μοῦ εἶπεν ὁ Βαρλαάμ, ἀνθρακοποιοῦ, ἀναλαβόντος ἐκ τῆς Μονῆς τὴν ἀνθρακοποιΐαν ἐπὶ ἐνοικίῳ.
7. Ἐπροχωρήσαμεν ἀκόμη καὶ ἐφθάσαμεν εἰς μέρος πολὺ ἀνωφερὲς ἐπὶ ἀτραποῦ, κάτωθεν τῆς ὁποίας ὑπῆρχε ῥεῦμα. Ἐγὼ προηγούμην καὶ εἵπετο ὁ Βαρλαάμ. Ἤμην ἀρκετὰ βαρύς, ὁ ἡμίονός μου μετὰ δυσκολίας μὲ ἀνεβίβαζεν. Αἴφνης εἰς μίαν στιγμήν, ὁ ἡμίονός μου ἐκάθησεν ἐπὶ τῶν ὀπισθίων ποδῶν του· οἱ ἐμπρόσθιοι ἠγέρθησαν πρὸς τὰ ἐπάνω καὶ ἀνετράπη. Εὐτυχῶς ἐγὼ ἔπεσα πρὸς τὰ ἀριστερὰ καὶ πρὸς τὸ μέσο μέρος τῆς ὁδοῦ, ὁ ἡμίονος ἐπὶ τῆς ὁδοῦ, καὶ οὕτω οὔτε ὁ ἡμίονος ἐκυλίσθη εἰς τὸ ῥεῦμα. Ταῦτα εἰς διάστημα δευτερολέπτου. –Παναγία μου!, λέγει ὁ Βαρλαάμ, κατῆλθε τοῦ ἡμιόνου του, ἀντιληφθεὶς ὅτι δὲν ἔπαθα τίποτε, ἐγονυπέτησε καὶ προσηυχήθη. «Θαῦμα», λέγει καθ’ ἑαυτόν.
8. Μετὰ τὴν προσευχήν του μὲ ἠρώτησεν ἐὰν ἐκτύπησά που καὶ τοῦ εἶπα ὄχι. Ἐπαναλαμβάνει πρὸς ἐμὲ ὅτι πρόκειται περὶ θαύματος, καὶ ὅτι ἂν ἔπιπτον ἐντὸς τοῦ ῥεύματος, τὸ βάθος ἦτο μεγάλο καὶ θὰ ἐφονευόμην, κρημνιζόμενος ἐντὸς αὐτοῦ. Τοῦ ἀπήντησα, ὅτι τὸ θαῦμά του δὲν ἦτο τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὲ πείσει, διότι ἦτο δυνατὸν νὰ πρόκειται περὶ ἁπλῆς συμπτῶσεως νὰ μὴν πέσω ἐντὸς τοῦ ῥεύματος· καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ἠδύνατο ν’ ἀποκλείσει τὴν σύμπτωσιν, τὸ θαῦμά του δὲν εἶχεν καμίαν ἀξίαν.
9. Μοῦ ἔδωσε τὸν ἰδικόν του ἡμίονον νὰ ἱππεύσω καὶ οὗτος ἵππευσε ἐπὶ τοῦ πεσόντος ἰδικοῦ μου, καὶ μετὰ ἡμισείας ὥρας πορείαν, εὑρισκόμεθα εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ βουνοῦ, ὅπου δάση ἀπέραντα ἐκ καστανέας, ὀξῦας καὶ ἄλλων δένδρων.
***
Κεφάλαιον ΚΕ΄.
1. Ἐκεῖ ποὺ εὑρίσκετο τὸ ὑδροπρίονον, εἰς ὃ εἰργάζετο Καταφυγιώτης ὑλοτόμος μὲ τοὺς ἀνθρώπους του. Τὸν ἐχαιρέτησεν ὁ Βαρλαάμ, καὶ κατόπιν ἐγώ, μᾶς προσέφερεν οὗτος καφέ, ὃν ἐν τῷ δάσει εὗρον γευστικώτατον.
2. Ἠρώτησε τοῦτον ὁ Βαρλαάμ, περὶ τῆς προόδου τῆς ἐργασίας του καὶ τοῦ ποσοῦ τῶν σανίδων, ἃς εἶχεν οὗτος παραγάγει, λέγων συνάμα αὐτῷ προεπώλησε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐν Θεσσαλονίκῃ εἰς μεγάλην τιμήν, εἰς τὴν τιμὴν 2.35, τιμὴ μυθώδης τότε διὰ μίαν σανίδαν. Ἀλλ’ ἐπέτυχεν αὐτήν, καθόσον ἤρξαντο τότε τὰ συμμαχικὰ ἔργα καὶ ἡ ξυλεία εἶχεν μεγάλην ζήτησιν· εὗρε δὲ καὶ δύο ἐνδιαφερομένους νὰ ἀγοράσουν τὰς σανίδας των καὶ ἐντέχνως ὁ Βαρλαάμ τοὺς ἔφερεν εἰς ὑπερθεματισμόν, εἰς ὃν ὁ ἕτερος αὐτῶν ἔφθασε τὰς δραχμὰς 2.35 δι’ ἑκάστην σανίδα.
3. Ἡ θέα ἐκεῖθεν ἦτο ἐκτάκτως ὡραία, ἐκ τοῦ ἀπεράντου ἔβλεπέ τις τὴν θάλασσαν, κάτωθεν τὰ καταπράσινα πέριξ τοπῖα, καὶ ἄφθονα ῥέοντα ὕδατα, δυνάμει τῶν ὁποίων εἰργάζετο τὸ πριόνιον.
4. Ἐν τῷ μέσῳ τῆς μαγείας ἐκείνης ἐφάγαμεν καθήμενοι ἐπὶ τῆς χλόης καὶ ἔχοντες συνδαιτυμόνα τὸν Καταφυγιώτην ὑλοτόμον. Διήλθομεν ἐκεῖ δύο-τρεῖς ὥρας εὐχαρίστως. Περὶ ὥραν τρίτη λέγων εἰς τὸν πατέρα Βαρλαάμ: -Αἱ Καρυαί, ἀπέχουσιν ἐντεύθεν δύο ὥρας. Μόλις μοῦ δίδεται καιρὸς νὰ φθάσω πρὶν νυκτώσει. Τὸν ηὐχαρίστησα διὰ τὰς περιποιήσεις του καὶ τὴν καλὴν συντροφιάν του καὶ ἀπῆλθον, καθ’ ὃν χρόνον καὶ οὗτος ἐξ ἀντιθέτου, κατήρχετο εἰς τὴν Μονήν του.
5. Βαδίζων ἐν μέσῳ δασῶν καὶ καταφύτων ἐκτάσεων ἐπὶ ὁδοῦ κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἦττον ὁμαλῆς, ἀφίχθην περὶ ὥραν 5 μ.μ. εἰς Καρυάς.
***
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου