Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2024

ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΕΝΟΣ ΜΟΙΡΑΡΧΟΥ ΔΙΑ ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ. ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΚΣΤ΄-ΚΖ. ΣΚΗΤΗ ΑΓΙΑΣ ΑΝΝΗΣ-ΚΑΡΤΣΩΝΑΙΟΙ

 

Κεφάλαιον ΚΣΤ΄. Εἰς τὴν Σκήτην τῆς Ἁγίας Ἄννης

1. Ἐξ ὅσων μέχρι τότε εἶδον Μονῶν, ἐσχημάτισα ἀρκετὰ καλὴν καὶ πλήρη γνώμην περὶ τοῦ βίου αὐτῶν, τῆς διοικήσεώς των, τῶν προσόντων ἢ καὶ τῶν ἐλαττωμάτων τῶν μοναχῶν τῶν ἐν ταῖς Μοναῖς καὶ ὑπελόγισα ἐκ τῶν ὑπολοίπων ἑπτὰ δὲν θὰ εἶχον νὰ ἴδω τι πλειότερον καὶ ἄφησα νὰ ἐπισκεφθῶ ταύτας προϊόντος τοῦ χρόνου καὶ κατὰ τὰς παρουσιαζομένας περιστάσεις καὶ ἀνάγκας. Ἐπειδὴ δὲ εἰσέτι δὲν εἶχον ἐπισκεφθῆ μεμακρυσμένην τινὰ Σκήτην καὶ δὲν ἐγνώρισα ἀκόμη τὸν βίον τῶν ἀσκητῶν, μοῦ ἐγεννήθη ἡ περιέργεια νὰ ἐπισκεφθῶ τὰς τοιαύτας τῆς Ἁγίας Ἄννης, Καυσοκαλυβίων καὶ τῆς Μικρᾶς Ἐρήμου περιφερείας Λαύρας, πάσας ὁπόθεν εἶχαν προσκλήσεις.

2. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν μοναχῶν τῶν Μονῶν καὶ τῶν τῆς Σκήτης εἶναι μεγάλη, διότι ὁ μοναχὸς τῆς Μονῆς ζεῖ ἐκ τῆς Μονῆς του καὶ διὰ τὴν Μονήν του· ἐν ᾧ ὁ ἀσκητὴς ζεῖ ἐκ τῆς ἐργασίας του καὶ μόνης ταύτης.

3.  Ἡ Σκήτη, περιουσία δὲν ἔχει. Ἡ ζωγραφική, ἡ ξυλογλυπτική, καλλιεργεῖται εἰς τὰς Σκήτας καὶ μόνον εἰς αὐτάς. Ὁ θρησκευτικὸς βίος τῶν μὲν μοναστηριακῶν μοναχῶν εἶναι ὀλιγώτερον αὐστηρός, τῶν δὲ ἀσκητῶν εἶναι αὐστηρότατος.

4. Ἐκ τῶν λόγων τούτων μοὶ ἐγεννήθη ἡ περιέργεια νὰ ἴδω καὶ σπουδάσω τὰς ἄνω Σκήτας, αἵτινες, μεμακρυσμέναι οὖσαι, δὲν ὑφίστανται τὴν ἐπίῤῥοιαν τοῦ βίου τῶν μοναχῶν τῶν Μονῶν, ἵνα ἐκ τῶν πραγμάτων σχηματίσω γνώμην περὶ αὐτῶν καὶ τοῦ ἐν αὐταῖς βίου τῶν ἀσκητῶν.

5. Μετὰ παραμονὴ 4-5 ἡμερῶν ἐν Καρυαῖς, κατὰ τὰς ἀρχὰς Νοεμβρίου πλέον, κατέρχομαι εἰς Δάφνην καὶ ἐπιβιβάζομαι λέμβου, ἐξ ἐκείνων, αἵτινες καθημερινῶς ἐκτελοῦσι τὴν συγκοινωνίαν· τὴν μὲν πρωΐαν ἐρχόμεναι μὲ ἐπιβάτας, τὴν δὲ ἑσπέραν ἐπανερχόμεναι εἰς τὰ ἴδια, συναποκομίζουσαι τοὺς τυχὸν ὑπάρχοντας τοιούτους.

6. Μετὰ λεμβοδρομίαν δύο ὡρῶν, εὑρισκόμεθα εἰς τὴν παραλίαν τῆς Ἁγίας Ἄννης. Τὰ Κελλία τῆς Σκήτης εἰσὶν ῥυθμικῶς ἐπὶ τοῦ πρανοῦς τοῦ πρὸς τὸν Ἄθωνα. Ἠρώτησα ποῦ εὑρίσκεται τὸ σπίτι τῶν ἀσκητῶν ἀδελφῶν Κάρτσωνα, καὶ μοῦ τὸ ἔδειξαν εἴς τινα ἀπόστασιν ἐπὶ τοῦ πρανοῦς.

7. Ἤρχισα ἀναβαίνων καὶ μετὰ εἴκοσι λεπτὰ περίπου εὑρισκόμην πρὸ τοῦ ὡραίου Κελλίου αὐτῶν. Οἱ ἀδελφοὶ Κάρτσωνα, ζωγράφοι ἀσκηταί, κάποτε μὲ παρεκάλεσαν νὰ ὑποβάλω αἴτησιν νὰ ἐξαιρεθῆ ὡς στρατιώτης, ὁ ἕτερος ἀδελφός των, ὡς μοναχός. Ὑπέβαλα ταύτην ὅπου ἔδει, ὡς ἄλλως εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ πράξω, καὶ ἐξηρέθη καὶ ἔκτοτε ἦσαν ὑποχρεωμένοι μαζί μου.

8. Μὲ ἐδέχθησαν οὗτοι φιλοφρονέστατα, μὲ ὡδήγησαν εἰς τὸ ἐπάνω μέρος τοῦ διωρόφου Κελλίου των, μοὶ προσέφεραν καφὲ καὶ γλυκά (βλέπετε ὅτι καὶ ἐν τῇ Σκήτῃ τῆς Ἁγίας Ἄννης εὑρίσκει τις καφὲ καὶ γλυκά), καὶ ἐπειδὴ ἐπλησίαζεν ἤδη τὸ ἑσπέρας, μὲ ἠρώτησαν τί ἤθελον νά μοι παρασκευάσουν διὰ τὸ δεῖπνον. Εἶπον δὲ εἰς αὐτούς, ἐπειδὴ ὡς ἀσκηταὶ οὗτοι δὲν τρώγωσι κρέας, νὰ ἐπρομηθεύοντο ὀλίγους ἰχθῦς, οὓς καὶ ἐπρομηθεύθησαν, μεταβάντος τοῦ μικρότερου ἀδελφοῦ εἰς τὴν θάλασσαν πρὸς τοῦτο.

9. Τοὺς παρεκάλεσα νὰ μοὶ δείξωσι πῶς ζωγραφίζωσι καὶ μὲ ὡδήγησαν εἰς τὸν θάλαμον τῆς ζωγραφικῆς, δηλαδὴ τὸ ἀτελιέ των, ὅπου εἶδον ἀρκετὰ ἡμιτελῆ ἔργα. Μοῦ ἔδειξαν πῶς τὸ πρῶτον διὰ μολύβδου σχεδιάζουσιν εἰκόνα, πῶς γίνεται ὁ πρῶτος χρωματισμός, πῶς ὁ δεύτερος καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς μέχρι τοῦ ἑβδόμου, μέχρις οὗ τελειώνει τὸ ἔργον.

10. Πρὸ καιροῦ, ὁ μεγαλύτερος ἀδελφὸς Γαβριήλ, μοῦ εἶχε ζητήσει μίαν φωτογραφίαν μου, ἵνα μεγεθύνωσιν αὐτὴν καὶ μοῦ κάμωσι τὴν εἰκόνα μου διὰ ζωγραφικῆς. Τοὺς ἠρώτησα ἂν εἶχον τελειώσει καὶ μοῦ τὴν ἔφεραν.

11. Εἶχον ἐπιτύχει, ἀλλὰ δὲν ἐγνώριζον καὶ εἶχον θέσει οὐχι τοὺς καταλλήλους χρωματισμούς, πρὸς παράστασιν τῆς στολῆς. Τοὺς ὑπέδειξα τοὺς κεκανονισμένους τοιούτους, καὶ ὑπεσχέθησαν κατὰ τοὺς ὑπολοιπομένους χρωματισμούς, νὰ θέσωσι τοὺς οὓς ἐγὼ ὑπέδειξα.

***

 

Κεφάλαιον ΚΖ΄.

1. Ἐπανήλθομεν εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς ὑποδοχῆς καὶ ἠρώτησα τούτους ἐὰν ἐν τῇ Σκήτῃ γίνεται θαῦμά τι καὶ μοῦ ἀπήντησαν τὰ ἑξῆς: 1) Εἰς τὴν εἰκόνα τῆς Ἁγίας Ἄννης, ἐν τῇ κεντρικῇ τῶν ἐκκλησίᾳ εὑρισκομένην, ἐσυνήθιζον καὶ ἐπέθετον νομίσματα ἐκ μετάλλου· καὶ ἐὰν τὸ ζήτημα, δι’ ὃ ἐνδιεφέρετό τις, θὰ ἐπετύγχανε, τὸ νόμισμα ἵστατο, ἐὰν δὲ οὐχὶ ἔπιπτε· καὶ 2) ἐὰν ὕπανδρος γυνὴ ἦτο στεῖρα, ἠδύνατο νὰ ἀποτανθῆ δι’ ἐπιστολῆς της πρὸς τὸν Δικαῖον τῆς Σκήτης, ὅστις διὰ δεήσεων ἐντὸς ἐλαχίστου θὰ τὴν καθίστα ἱκανὴν νὰ τεκνοποιήσει καὶ θὰ τῆς ἔγραφε περὶ τούτου ὁ Δικαῖος.

2. Περὶ τοῦ πρώτου, ἐπεφυλάχθην τὴν ἑπομένην, ὅτε θὰ παρηκολούθουν τὴν Λειτουργίαν, νὰ δοκιμάσω. Ὅσον ἀφορᾶ τὸ δεύτερον, δὲν μοῦ παρουσιάσθη εὐκαιρία νὰ κάμω χρῆσιν.

3. Ἐν τῷ μεταξύ, ἐπελθούσης .ἤδη τῆς νυκτός, ἡτοιμάσθη τὸ δεῖπνον καὶ παρεκαθήσαμεν εἰς τὴν τράπεζαν· καὶ ἡ αὐτὴ πρὸ τοῦ φαγητοῦ προσευχή, ἣν ὄρθιοι ἠκούσαμεν, καὶ μετὰ ταύτην τὸ ἀπαραίτητον «καλῶς ὥρισες».

4. Οἱ ἀδελφοὶ Κάρτσωνα, μὲ ἐπεριποιήθησαν τῇ ἀληθείᾳ θαυμάσια, παραθέσαντές μοι καὶ ὡραῖον μέλανα οἶνον. Τοὺς ἠρώτησα ἐὰν εἶχον ἀμπέλους καὶ μοῦ ἀπήντησαν ὅτι εἶχον ὀλίγας κληματαριάς, ἐξ ὧν ἐξήγαγον ὀλίγον οἶνον δι’ ἄναμα καὶ ἐξ αὐτοῦ μοὶ προσέφερον.

5. Ἐκοιμήθην εἰς καθαρωτάτην κλίνην καὶ τὴν ἑπομένην, πρωΐ, μετέβην εἰς τὴν ἐκκλησίαν. Δὲν ὑπῆρχεν ἐν αὐτῇ ἱερομόναχος νὰ λειτουργήσει. Φαίνεται, οἱ τεμπέληδες ἀσκητὲς ἐβαρύνοντο. Ἐπὶ τέλους ἦλθε κάποιος μὲ παντόφλες καὶ ἐλειτούργησε, συντομεύσας κατὰ πολὺ τὴν λειτουργίαν.

6. Εἶδον τὴν εἰκόνα τῆς Ἁγίας Ἄννης, ἀλλ’ ἐκ πρώτης ὄψεως παρετήρησα ὅτι τὰ πεπαλαιωμένα χρώματά της ἐκ τοῦ κηροῦ καὶ τῶν θυμιαμάτων εἶχον ὑγράνη κάπως τὴν ἐπιφάνειαν τῆς εἰκόνος καὶ ἦτο δυνατὸν νὰ κολλήσει ἢ μὴ νόμισμα ἀναλόγως τοῦ μέρους ἔνθα θὰ ἐτίθετο τοῦτο καὶ παρητήθην τῆς ἰδέας νὰ δοκιμάσω.

7. Ἐξῆλθον προσκυνήσας τῆς ἐκκλησίας καὶ μετέβην νὰ ἐπισκεφθῶ τὸν Πνευματικόν, ὅστις εἶχε παρακινήσει τὸν Ἡγούμενο τῆς Γρηγορίου νὰ δεχθῆ τὴν ἡγουμενίαν. Τὸν ἐγνώρισα, εἶδον ὅτι εἶχον νὰ κάμω μὲ ἄνδρα ἐνάρετον μέν, ἀλλ’ ὄχι ἀνάλογον τῆς φήμης του. Τὸν ἠρώτησα πῶς καὶ τὶ εἶδεν, ὥστε νὰ παρακινήσει τὸν παπα-Γιώργην νὰ γίνει Ἡγούμενος. Ἀπήντησεν δὲ καὶ εἰς ἐμὲ ὅτι εἶδέ τι πολὺ σοβαρόν, ἀλλὰ δὲν τοῦ ἐπετρέπετο νὰ εἴπει τὸ τὶ εἶδε καὶ ἱκανοποιήσει τὴν περιέργειά μου.

8. Τὸν ἀπεχαιρέτησα μετὰ σεβασμοῦ καὶ ἐπανῆλθον εἰς τὸ Κελλίον τῶν ἀδελφῶν Κάρτσωνα. Ἔλαβον τὸν καφέ μου ἐκεῖ καὶ εἰς ἐρώτησιν αὐτῶν, τὶ ἐπροτίμων νὰ φάγω τὴν μεσημβρίαν, τοὺς εἶπον: -Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ σκέπτεσθε περὶ φαγητοῦ, διότι θὰ φύγω. Θὰ σᾶς παρακαλέσω μόνον, ὁ ἕτερος ὑμῶν νὰ μὲ ἀκολουθήσει μέχρι τῆς Σκήτης τῆς Μικρᾶς Ἐρήμου, ἵνα ἴδω καὶ αὐτὴν καὶ ἀντιληφθῶ τὴν ζωὴ τῶν ἐκεῖ ἀσκητῶν. Ἀποσταλῆ δὲ εἰς τὴν παραλίαν ἄνθρωπος νὰ ἐιδοποιήσει τὴν λεμβοῦχον νὰ ἔλθει εἰς τὴν ἐκεῖ παραλίαν, ἵνα ἐκεῖθεν μὲ φέρει μετὰ ταῦτα εἰς τὴν Σκήτη Καυσοκαλυβίων, ὅπου θὰ διανυκτερεύσω τὸ ἑσπέρας. –Εὐχαρίστως, ἀπήντησαν οὗτοι καὶ ἡτοιμάσθη ὁ μεγαλύτερος, Γαβριήλ, νὰ μὲ συνοδεύσει· ὁ δὲ μικρότερος κατῆλθεν εἰς τὴν θάλασσαν, διὰ νὰ εἰδοποιήσει τὸν λεμβοῦχον.

***

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ.

  Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ. Ὁ ἱερομόναχος Ἄνθιμος Παντοκρατορινός (κατὰ κόσμον Ἀντώνιος Κατσαλιάκης,...