Κεφάλαιον Κ΄. Εἰς τὴν Σκήτη τοῦ Κουτλουμουσίου.
1. Ἐπεσκέφθην κατ’ αὐτὰς τὸν Ἡγούμενον Κουτλουμουσίου, πατέρα Δαμασκηνόν, ὅστις μὲ ἠρώτησε διὰ τὰς νέας ἐντυπώσεις μου. Τοῦ ἐξέθηκα ταύτας καὶ μετὰ τοῦτο μὲ ἐρωτᾶ: -Μήπως ἔχεις ἀνάγκην ψυχαγωγίας καὶ πάλιν; -Ὄχι, ἀπαντῶ, ἐσυνήθισα τὴν ζωήν σας καὶ δὲν ἀνιῶ πλέον. -Ἐν τούτοις, μοῦ ἀπαντᾶ οὗτος, δὲν μοῦ φαίνεται πλήρως εἰλικρινὴς ἡ ἀπάντησίς σου, καὶ ἀκολούθησόν μοι. Μὲ ὡδήγησεν εἰς ὑπόγειον εὐρυχωράτον. Βλέπω ἐκεῖ φιάλας μὲ χρονολογίας ἐπ’ αὐτῶν πρὸ 10, 15, 20 καὶ 25 ἐτῶν, κεχωρισμένας κατ’ ἔτος καὶ κατ’ αὔξοντα ἀριθμόν. -Ἔκλεξον, μοὶ λέγει, καὶ λάβε μίαν φιάλην.
2. Ἔλαβον μίαν ἐξ αὐτῶν, τῶν 20 ἔτῶν, καίτοι ἠνόησα ὅτι περιεῖχεν οἶνον. Ἐν τούτοις, ἠρώτησα τὸν πατέρα Δαμασκηνὸν διὰ τὸ περιεχόμενό της. –Δὲν γνωρίζω καὶ ἐγὼ τί ἀκριβῶς εἶναι τὸ ποτὸ τοῦτο. Πρὸ εἴκοσι ἐτῶν ἐτέθη εἰς φιάλην ταύτην οἶνος μέλας καὶ ἑρμητικῶς ἐκλείσθη. Ἤδη εἶναι ποτὸν χρώματος τοῦ τῆς χρυσῆς λίρας γευστικώτατον καὶ πολὺ δυνατό. Ὑπάγομεν ἤδη, εἰς τὴν Σκήτην τῆς Μονῆς, εἴκοσι λεπτὰ περίπου ἀπέχουσαν αὐτῆς, μοῦ λέγει, καὶ διηυθύνθημεν πρὸς τὴν Σκήτην τοῦ Κουτλουμουσίου.
3. Ὁ Δικαῖος μᾶς ὑπεδέχθη φιλοφρόνως, μὰς ὡδήγησεν εἰς τὴν κατοικίαν του καὶ μᾶς προσέφερε καφέ. Θὰ ἦτο τότε ἡ ἐνδεκάτη πρὸ μεσημβρίας ὥρα. –Πηγαίνομεν, ἐρωτῶ τὸν πατέρα Δαμασκηνόν, νὰ ἴδωμεν τὴν ἐκκλησίαν τῆς Σκήτης; Καὶ διηυθύνθημεν ἐκεῖ. Ὁ Δικαῖος παρέμεινεν εἰς τὴν κατοικία του, ἵνα ἑτοιμάσει πρόγευμα. Τοῦ εἶχε παραγγείλει ὁ πατὴρ Δαμασκηνός, νὰ ἀγοράσει κρέας ὅπερ ἐμαγείρευεν.
4. Ἡ ἐκκλησία τῆς Σκήτης εἶναι ἀρχαία, αἱ ἁγιογραφίαι τῆς ἀνεκαινίζοντο. Παρετήρησα ὅτι αἱ τοιχογραφίαι της ἤδη δὲν ἐγίνοντο ἐπὶ τοῦ τοίχου, ἀλλ’ ἐπὶ σιδηρῶν πλακῶν, καὶ κατόπιν προσηρμόζοντι αὗται ἐπ’ αὐτοῦ.
5. Διατηροῦνται καλλίτερον κατὰ τοὺς ζωγράφους, οὕτω πως οἱ τοιχογραφίαι. Ἀπησχολήθημεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν περὶ τὰ τρία τέταρτα, καθ’ ἃ ὁ ἡγούμενος Δαμασκηνός, μοῦ ἐπεδείκνυε καὶ μοῦ ἐξήγει τὰ ἀξιοθέατα, καὶ τὰ διάφορα καθέκαστα τῆς Σκήτης καὶ τῆς ἐκκλησίας. Ἐν τέλει μοῦ ἔκαμε λόγον περὶ τῆς πλάκας, καὶ μὲ ἠρώτησε ἐὰν ἤθελον νὰ ἐγγραφῶ εἰς αὐτήν, ἐγγράψω δὲ καὶ τοὺς τεθνεῶτας τῆς οἰκογενείας μου, ὅπερ καὶ μοῦ συνέστησεν.
6. Ἐπλήρωσα εἰς τὸν ἁρμόδιον γέροντα τὸ ἀντίτιμο τριῶν λίρων Τουρκίας (τρία εἰκοσιπεντάδραχμα), καὶ ἐνέγραψα τὸν τεθνεῶτα ἤδη πατέρα μου Κωνσταντῖνο, ὡς καὶ τὴν μητέρα μου Ζωήν, καὶ τὸν ἑαυτόν μου ὡς ζῶντα. Ἀλλὰ τί ἔστι πλάκα; Εἶναι αὕτη μεγάλη ἐκ μαρμάρου πλάξ, ὁ δὲ ἐγγραφόμενος εἰς αὐτὴν μνημονεύεται καθημερινῶς καὶ ἐπ’ ἄπειρον εἰς τὸ μέλλον, ὑπὸ τὼν ἀείποτε δεομένων καθημερινῶς τῷ Ὑψίστῳ ἀσκητῶν.
7. Ἐπλησίαζε ἤδη μεσημβρία. Ὁ ἡγούμενος μοῦ λέγει: -Ἂς ὑπάγωμεν ἤδη νὰ γευματίσωμεν. Καὶ μετέβημεν εἰς τὴν κατοικίαν τοῦ Δικαίου, οστις εἶχεν ἐν τῷ μεταξὺ προπαρασκευάσει τὸ πρόγευμα. Οὗτος προσθέτει: -Ἡμεῖς οἱ τοῦ Κουτλουμουσίου, ὡς κοινόβιοι, κρέας δὲν τρώγωμεν, ὡς καὶ οἱ ἐδῶ ἀσκηταὶ ἀλλὰ πρὸς χάριν σου θὰ κάμω ἐξαίρεσιν σήμερον. Δὲν ἤθελον νὰ παραβῶ τὰ πρὸ ἐτῶν κεκανονισμένα καὶ εἰσαγάγω κρέας εἰς τὴν Μονήν μου, ὅπερ ἀπὸ τῆς κτίσεώς της μέχρι σήμερον δὲν ἐγένετο, καὶ δι’ αὐτὸ παρήγγειλα εἰς τὸν Δικαῖον νὰ ἑτοιμάσει ἐνταῦθα πρόγευμα ἐκ κρέατος, σκεφθεὶς ἄλλως, μικρὸς περίπατος μέχρι ἐνταῦθα, δὲν θὰ ἦτο ἄσχημος. Ἐπέτρεψε μάλιστα, τὴν ἡμέρα ἐκείνη νὰ φάει κρέας καὶ ὁ Δικαῖος, ἀλλ’ ἐκεῖνος παρεκάλεσε νὰ τοῦ ἐπιτρέψει νὰ μὴν παραβῆ τὴν συνήθειάν του καὶ δὲν ἔλαβε μέρος εἰς τὸ πρόγευμα.
8. Τὰ ἐκ κρέατος φαγητὰ τοῦ Δικαίου ἦσαν γευστικώτατα, ἀνοίξαμεν καὶ τὴν φιάλην ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐξέλεξα ἐκ τοῦ ὑπογείου τοῦ Κουτλουμουσίου, καὶ τὴν ὁποίαν ὁ πατὴρ Δαμασκηνός, ἔφερεν εἰς τὴν Σκήτην. Τὸ περιεχόμενόν της ἦτο γευστικώτατον, ἀληθῶς νέκταρ. Πολὺ δὲ δυνατό. Ἐπίναμεν αὐτὸ μὲ μικρὰ ποτηράκια, ὡσὰν νὰ ἐπρόκειτο περὶ κονιάκ. Ἐν τούτοις, τρία-τέσσαρα ἐξ αὐτῶν, μὰς ἐζάλισαν. Ἐμείναμεν ἐκεῖ συζητοῦντες μέχρι τῆς τρίτης ἀπογευματινῆς, καθ’ ἃς ὥρας μᾶς παρετέθη κατ’ ἐπανάληψιν μεγάλα κυδώνια γενομένα, καὶ ἀνεχωρήσαμεν μετὰ τοῦ Ἡγουμένου Δαμασκηνοῦ εἰς Κουτλουμούσιον, ὅπου ἀφιχθέντες, περὶ ὥραν 4ην μ.μ., αὐτὸς μὲν εἰσῆλθεν εἰς τὴν Μονήν, ἵνα παραστῆ εἰς τὸν κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην ψαλλόμενον ἑσπερινόν, ἐγὼ δὲ ἐκεῖθεν ἀπῆλθον εἰς Καρυάς, ἀφ’ οὗ ηὐχαρίστησα θερμῶς τοῦτον διὰ τὴν νέαν λαμπρὰν ψυχαγωγίαν του, ἣν κοὶ παρέσχε κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην.
***
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου