Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2024

ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΕΝΟΣ ΜΟΙΡΑΡΧΟΥ ΔΙΑ ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ΄.

 

Κεφάλαιον ΙΒ΄. Γνωριμία μετὰ τοῦ Εἰρηνοδίκη Ἱερισσοῦ.

1. Ἐν Καρυαῖς ἐγνώρισα ἐλθόντα, τὸν εἰρηνοδίκην Ἱερισσοῦ Πᾶνον Νικόπουλον, ἀπὸ τὸ Ναζίρη τῆ Καλαμάτας, λαμπρὸν νέον ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν. Ἦτο διορισμένος εἰς Ἱερισσόν, ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ Ἅγιον Ὄρος ἦτο δικαιοδοσία του, ἤρχετο ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν διὰ προανακρίσεις καὶ ἄλλας ὑπηρεσιακάς του ἀσχολίας, παρέμενε δύο-τρεῖς ἡμέρας καὶ ἀνεχώρει ἐπανερχόμενος εἰς τὴν θέσιν του. –Πῶς τὰ περνᾶς μὲ τοὺς καλογήρους;, μοῦ λέγει. –Καλῶς, τοῦ ἀπαντῶ, ἀλλ’ ἤρχισε νὰ πλήττω. –Θὰ συνηθίσεις, μοῦ λέγει, ἔτσι εἶναι εἰς τὰς ἀρχάς. Ὁ Βαλλιᾶνος ὁ τηλεγραφητής, εἶναι λαμπρὸς ἄνθρωπος καὶ μὲ αὐτὸν θὰ δύνασαι εὐχαρίστως νὰ διέρχησαι τὰς ὥρας τῆς σχολῆς σου. –Αὐτὸ εἶναι ἀληθέστατον, ἀπαντῶ. -Πᾶμε νὰ τὸν ἴδωμεν;, ἐρωτᾶ. –Εὐχαριστῶς, τοῦ ἀπαντῶ καὶ μετέβημεν παρ’ αὐτῷ.

2. Εὕρομεν αὐτὸν κατ’ ἐκείνην τὴν ὥραν ἀποσφραγίζοντα ἀφιχθὲν ταχυδρομεῖον καὶ ἦτο ἀπησχολημένος· ἐν τούτοις μᾶς ὑπεδέχθη μειδιῶν. -Ὡρίστε, ὡρίστε, λέγει, καὶ ἐκαθήσαμεν ὀλίγον, παρακολουθοῦντες αὐτὸν ἐργαζόμενον καὶ ταξινομοῦντα τὴν ἀλληλογραφίαν.

3. Ὁ εἰρηνοδίκης παρεκάλεσε νὰ τῷ ἐπιτραπῇ καὶ ἐπικοινωνήσει διὰ τοῦ τηλεφώνου μὲ τὴν Ἱερισσόν, διὰ ζήτημά τι καὶ ἀπησχολήθη εἰς αὐτό. Ἐγώ, παρηκολούουν αὐτόν, ἐνδιαφερόμενος νὰ λάβω ὑπηρεσιακά μου ἔγγραφα καὶ ἐπιστολάς. Ἔβλεπον αὐτόν, τινὰς τῶν ὑπηρεσιακῶν του φακέλων, πρὶν τοὺς ἀνοίξει νὰ τοὺς θέτει εἰς τὸ Ἀρχεῖον. –Τί φάκελοι εἶναι τούτοι;, μετ’ ἀπορίας ἐρωτῶ. –Μοῦ ζητεῖται λόγος διὰ δεκάτην ἴσως φοράν, ἀδίκως, καὶ τοὺς πληρώνω μὲ τὸ νόμισμα ποῦ τοὺς χρειάζεται, ἀπαντᾶ οὗτος. Ἄλλως τὸ χειμῶνα ἔχομεν ἀνάγκην ἀπὸ καύσιμον ὕλην καὶ χρειάζονται. Ἠπόρουν μὲ τὸ θάῤῥος τοῦ ἀνθρώπου· γελᾶ παταγωδῶς, ἀπὸ τοῦ ἐκεῖ που τηλεφώνου, ἀκούσας τὴν μετὰ τοῦ Βαλλιάνου διαλογικήν μου συζήτησιν, ὁ Εἰρηνοδίκης· ἐγέλασα δὲ καὶ ἐγὼ μὲ τὸν τρόπον καθ’ ὃν ἀπήντα εἰς τοὺς προϊσταμένους του ὁ Βαλλιᾶνος.

4. Ἀπήλθομεν ἐκεῖθεν. Ἐκάλεσα τὸν Εἰρηνοδίκην εἰς γεῦμα, τὸν ἐπεριποιήθην ἐφ’ ὅσον μοῦ ἦτο δυνατὸν καλλίτερον καὶ μετὰ τὸ γεῦμα ἀπῆλθε νὰ κοιμηθῆ ἐπ’ ὀλίγον, παρά τινι γνωστῷ του, καθ’ ὅσον δὲν διέθετον δι’ αὐτὸν κλίνην κατάλληλον· καὶ περὶ ὥραν 3 ½ μετὰ μεσημβρίαν, μὲ ἐπεσκέφθη ἐκ νέου. Μὲ ηὗρε πυρέσσοντα, μὲ ἰσχυρὸν πυρετὸν 41 βαθμῶν καὶ πλέον καὶ παραμιλοῦντα. Ἠρώτησε τοὺς ὑπαξιωματικούς μου, διατί καὶ πῶς ἠσθένησα. Ἀπήντησαν δὲ οὗτοι ὅτι, οὖτε ἐγνώριζαν κἂν ὅτι ἤμουν ἀσθενής. Ἐπέπληξεν αὐτοὺς τότε οὗτος, τοὺς ἀπέστειλε καὶ ἐκάλεσαν τὸν ἰατρόν, ὅστις μοὶ ὥρισε φάρμακα, τὰ ὁποῖα καὶ τὰ ἐπρομηθεύθη. Μοῦ ἔδωσε τὴν πρώτην δόσιν καὶ παρήγγειλεν εἰς κάποιον ὑπενωματάρχην, μετὰ ἡμίσειαν ὥραν νὰ μοὶ δώσει τὴν δευτέραν καὶ μετὰ μίαν ὥραν τὴν τρίτην καὶ ἀπῆλθε. Μετὰ τὴν λήψιν τῆς τρίτης δόσεως, ἠσθάνθην τὸν ἑαυτόν μου συνελθόντα· ἔβλεπον τὸν ὑπενωματάρχην δίδοντά μοι δόσιν φαρμάκου. –Τί συμβαίνει;, τὸν ἐρωτῶ. Μοὶ διηγήθη τὰ διατρέξαντα. Τόσον κεραυνοβόλον καὶ ἰσχυρὸν πυρετὸν καὶ ἀναισθησίαν -ἴσως προσήγγισα τοὺς 42 βαθμούς-, ὅμολογῶ ὅτι τὸ πρῶτον ἐδοκίμαζον, ἀλλὰ καὶ τόσον σύντομον καὶ ἀποτελεσματικὴ καὶ ταχεῖαν τὴν θεραπείαν.

5. Ἔμεινα εἰς τὴν κλίνην μου μέεχρι τῆς 5ης μετὰ μεσημβρίαν, ὅτε ἠσθάνθην ἐμαυτὸν συνελθόντα τελείως καὶ ἀπύρετον, καὶ ὡς νὰ μὴν εἶχε συμβῆ τι, ἠγέρθην, ἐνίφθην, οὔτε πυρετὸς οὔτε κούρασίς τις πλέον. Στὰς 6 μὲ ἐπεσκέφθη καὶ πάλιν ὁ εἰρηνοδίκης. –Ζωντάνεψες;, μοῦ λέγει. –Ναί, τοῦ ἀπαντῶ. –Μωρέ, τί ἦτο ἐκεῖνο, φοβερὸ πρᾶγμα, ἔκαιες εἰς βαθμὸν ἀπίστευτον, ὅτε ἐπλησίαζες τοὺς 42 βαθμούς, ἐφοβήθην. Τὸν ηὐχαρίστησα θερμῶς διὰ τὰς περιποιήσεις του καὶ τὸ ἐνδιαφέρον του. –Πᾶμε, μοῦ λέει, τώρα εἶσαι καλά. Μετέβημεν στὸ Κονάκιον τῆς Μονῆς Διονυσίου. Ὁ βοηθὸς τοῦ Ἀντιπροσώπου, ἐν ἀπουσίᾳ αὐτοῦ, μᾶς ὑπεδέχθη, μᾶς ἔφερεν ὡραῖα σῦκα φρέσκα μεγάλα, δέκα ἐξ αὐτῶν δὲν ἐχώρουν εἰς ἓν πιᾶτο· ἀπ’ ἔξω μαῦρα ἀπὸ μέσα κόκκινα. Ἔφαγα τὰ ἡμίση ἐκ τούτων.

6. Κατόπιν, μᾶς ἐκέρασεν ὡραῖο μαῦρο κρασί. Ἡ Μονὴ Διονυσίου ἔχει ἀμπέλους εἰς θέσιν τινά, ἐξ ἧς παράγεται θαυμάσιος μαῦρος οἶνος καὶ οὕτως ἀντὶ φαρμάκων ἔτρωγον σῦκα καὶ ἔπινον οἶνον.

7. Ἐν τούτοις, ἡ θεραπευτική των ἦτο ἀποτελεσματικωτάτη.

8. Ὁ Εἰρηνοδίκης ἤξευρε τὶ ἔκαμνε. -Ἤδη, μοῦ λέγει οὗτος, θ’ ἀπέλθω, θὰ κοιμηθῶ εἰς κάποιο Κελλίον, ἡμίσειαν ὥραν μακρὰν ἐντεῦθεν, καὶ αὔριο θὰ μεταβῶ εἰς τὴν Μονὴν Ἐσφιγμένου. Θὰ ἐνεργήσω καὶ ἐκεῖ κάποιαν προανάκρισιν, καὶ ἐκεῖθεν θὰ μεταβῶ εἰς τὴν θέση μου. (Ἡ Μονὴ Ἐσφιγμένου εἶναι ἡ πλησιεστέρα πρὸς τὴν Ἱερισσόν). Μὲ ἀπεχαιρέτησε, τὸν εὐχαρίστησα, καὶ αὖθις καὶ ἀπῆλθεν.

***

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ.

  Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ. Ὁ ἱερομόναχος Ἄνθιμος Παντοκρατορινός (κατὰ κόσμον Ἀντώνιος Κατσαλιάκης,...