ΜΟΝΗ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ
Σὲ πλάτωμα τῆς πλαγιάς, προβάλλει ἡ Μονὴ Ξηροποτάμου. Ἡ κάτοψή της εἶναι σχεδὸν τετράγωνη. Ὁ ὀχυρωματικὸς χαρακτῆρας τῶν τριώροφων πτερύγων της διασκεδάζεται ἀπὸ τοὺς πολλοὺς ἐξώστες. Οἱ τροῦλλοι τοῦ Καθολικοῦ, τῶν παρεκκλησίων καὶ τὸ καμπαναριό, διακρίνονται πάνω ἀπὸ τὶς πτέρυγες. Παλαιότερα ὑπῆρχαν πύργοι, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὸ χαρακτικό τοῦ Μπάρσκι τοῦ 1744, οἱ ὁποῖοι καταστράφηκαν καὶ δὲν ξαναχτίστηκαν.
***
Στὴν θέση τῆς Μονῆς, ὁ γεωγράφος Πτολεμαίος (2ος αἰῶνας μ.Χ.), ἀναφέρει ὅτι ὑπῆρχε τὸ ἀρχαῖο πόλισμα Στρατονίκεια, ποὺ ὀνομάστηκε ἔτσι, πρὸς τιμὴν τῆς κόρης τοῦ Δημητρίου τοῦ Πολιορκητή (294-287 π.Χ.), ἡ ὁποία παντρεύτηκε τὸν Σέλευκο Νικάτορα, ἱδρυτὴ τοῦ κράτους τῶν Σελευκιδῶν, μὲ πρωτεύουσα τὴν Ἀντιόχεια. Φαίνεται ὅτι τὸ πόλισμα ἐξακολουθοῦσε νὰ ὑφίσταται ἐπὶ Ἰουστινιανοῦ (527-65) καὶ κατεστράφη ἀπὸ ἐπιδρομὲς Ἀράβων.
Κατὰ τὴν παράδοση, ἡ Μονὴ Ξηροποτάμου ἱδρύθηκε ἀπὸ τὴν αὐτοκράτειρα Πουλχερία (450-457), κόρη τοῦ αὐτοκράτορος Ἀρκαδίου. Ὡς συγκτήτορες τιμῶνται ἐπίσης οἱ αὐτοκράτορες Ῥωμανὸς ὁ Α΄ ὁ Λεκαπηνός (911-44) καὶ Κωνσταντῖνος ὁ Ζ΄ ὁ Πορφυρογέννητος (912-59). Σὲ παλαιὰ ἔγγραφα, συναντᾶται ἡ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Νικηφόρου τοῦ Ξηροποταμινοῦ, τῆς ὁποίας ὁ ἡγούμενος ὑπογράφει τὸ Τυπικὸ τοῦ Μονομάχου τοῦ 1046. Ἡ ταύτισή της μὲ τὴν σημερινὴ Μονὴ εἶναι ἐπισφαλῆς, καθὼς ἡ Μονὴ Ξηροποτάμου ἤδη ἀπὸ τὴν ἵδρυσή τῆς εἶναι γνωστὴ ὡς Μονὴ τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα, στοὺς ὁποίους εἶναι ἀφιερωμένο τὸ Καθολικό. Μνημονεύεται ἐπίσης ἡ ἀρχαιότερη ὀνομασία Χλωροπόταμος, ἐνῶ ἡ σημερινὴ ὀνομασία παραπέμπει στὸν Ἅγιο Παῦλο τὸν Ξηροποταμηνό, ασκητή σύγχρονο τοῦ Ὁσίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου, ὁ ὁποῖος διετέλεσε πρῶτος ἡγούμενος τῆς Μονῆς καὶ ἀναφέρεται στὸ πρῶτο Τυπικό τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἱστορικὲς πηγές, ἀνάγουν τὴν ἵδρυσή της στὰ τέλη τοῦ 10ου αἰῶνα.
Ἡ Μονὴ Ξηροποτάμου, ἄκμασε κατὰ τὸν 11ο καὶ 12ο αἰῶνα. Τὰ ὅριά της τότε φτάνουν ἕως τὴν Μονὴ Ἁγίου Παύλου. Ἐπὶ Φραγκοκρατίας ἡ Μονὴ παρήκμασε ἐξαιτίας οἰκονομικῶν δυσχερειῶν καὶ πειρατικῶν ἐπιδρομῶν. Τὸ 1280, πυρκαγιὰ κατέστρεψε τὴν Μονή, καὶ ὁ αυτοκράτωρ Ἀνδρόνικος ὁ Β΄ ὁ Παλαιολόγος (1282-1328) βοήθησε στὴν ἀνοικοδόμησή της καὶ κατοχύρωσε τὰ κτήματά τῆς μὲ χρυσόβουλο. Τὸ παράδειγμά του ἀκολούθησαν οἱ ἡγεμόνες τῆς Σερβίας, προσφέροντας γενναίες χορηγίες. Μὲ δαπάνες τους χτίστηκε τὸ τεῖχος μὲ τὸν πύργο, τὸ παρεκκλήσιο τῆς Θεοτόκου στὴν βόρεια πτέρυγα καὶ ἀνοικοδομήθηκε τὸ Καθολικό τὸ 1445. Ἐπὶ Τουρκοκρατίας, ἡ Μονὴ περιῆλθε ἐκ νέου σὲ δεινὴ οἰκονομικὴ κατάσταση ἐξαιτίας ἀλλεπαλλήλων ληστρικῶν ἐπιδρομῶν, καὶ δικαστικῶν ἀγώνων μὲ ἄλλες Μονές γιὰ κτηματικὲς διαφορές. Τὰ δικαστήρια ἐπιδικάζουν τὸ Κελλί τοῦ Δοντὰ στὴν Μονὴ Σίμωνος Πέτρας καὶ τὸ Κελλί τοῦ Ἀναπαυσᾶ στὴν Μονὴ Κουτλουμουσίου τὸ 1798. Ἡ Μονὴ Ξηροποτάμου καταστράφηκε ὁλοσχερῶς ἀπὸ πυρκαγιὰ τὸ 1507 καὶ τὸ 1609. Στὴν ἀνοικοδόμησή της μετὰ τὴν πυρκαγιὰ τοῦ 1507 συνέβαλε γενναιόδωρα ὁ σουλτάνος Σελίμ ὁ Α΄ (1512-20) γιὰ νὰ ἀνταμείψει τὰ σαράντα παλικάρια (τοὺς Ἁγίους Τεσσαράκοντα Μάρτυρες) ποὺ ἐμφανίστηκαν αἴφνης καὶ συνέβαλαν ἀποφασιστικὰ στὴν νίκη του ἐπὶ τῶν Μαμελούκων τῆς Αἰγύπτου. Μὲ διάταγμά του κατοχύρωσε τὰ κτήματα τῆς Μονῆς καὶ ὅρισε ἐτήσια χορηγία. Στὶς ἀρχὲς τοῦ 16ου αἰῶνος, ἡ Μονὴ κατείχε τὴν 5η θέση στὴν ἱεραρχία τῶν κυρίαρχων Μονῶν, τὴν ὁποία ἀναγκάστηκε νὰ ἐκχωρήσει, μαζὶ μὲ τὸ δικαίωμα ὁρισμοῦ πρωτοεπιστάτη, στὴν πολύ νεότερη Μονὴ Διονυσίου, ἔναντι οἰκονομικῆς συνδρομῆς, καὶ ἀπὸ τότε κατέχει τὴν 8η θέση.
Ἡ Μονή, ἀνακαινίστηκε κατὰ τὸ β΄ μισὸ τοῦ 18ου αἰῶνος χάρη στὶς προσόδους τῶν ἐράνων ποὺ ἔκανε ὁ μοναχὸς Καισάριος Δαπόντες, περιάγοντας γιὰ προσκύνηση τὸ Τίμιο Ξύλο καὶ τὰ λείψανα τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων ἐπὶ ὀκτὼ χρόνια (1757-65) στὶς παραδουνάβιες ἡγεμονίες, καὶ στὴν Κωνσταντινούπολη. Σὲ αὐτὴ τὴν ἀνακαίνιση, ἀνάγονται τὸ Καθολικό, ἡ Φιάλη καὶ τὰ παλαιότερα τμήματα τῶν πτερύγων ποὺ βλέπουμε σήμερα.
Μετὰ ἀπὸ ἀνεπιτυχεῖς προσπάθειες στὸ παρελθόν (1611, 1835) ἡ Μονὴ μετετράπη σὲ κοινοβιακὴ μὲ σιγίλιο τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριάρχη Δημητρίου τοῦ Α΄, τὸ 1981, ὅταν ἐπανδρώθηκε μὲ νέα συνοδεία.
Στὴν Μονὴ μόνασε γιὰ κάποιο διάστημα ὁ νέος Ὁσιομάρτυς Λουκᾶς, ὁ ὁποῖος μαρτύρησε στὴν Μυτιλήνη τὸ 1802.
Φυλάσσονται τὰ λείψανα καὶ οἱ τίμιες κάρες τῶν Ἁγίων Νεομαρτύρων Νικολάου τοῦ Παντοπώλη ποὺ μαρτύρησε τὸ 1672, Αὐξεντίου ποὺ μαρτύρησε τὸ 1720 καὶ Χρήστου τοῦ Κηπουροῦ ποὺ μαρτύρησε τὸ 1748. Φυλάσσονται ἐπίσης λείψανα τῶν Ἁγίω·ν Προκοπίου, Αὐξεντίου, Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου, Γρηγορίου, Μερκουρίου, Ἀνδρέου Κρήτης, Ἰωάσαφ βασιλέως τῶν Ἰνδιῶν, Σολομονῆς, Χαραλάμπους, Παρασκευῆς, Παντελεήμονος, Φωτεινῆς τῆς Σαμαρείτιδος, Ἀναστασίου Ἀλεξανδρείας, Βαρθολομαίου Ἀποστόλου, Νείλου Μυροβλύτου, Χριστίνης, Ἰωάννου Ἐλεήμονος, Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Βασιλείου τοῦ Μεγάλου καὶ τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων. Πολυτιμότατο κειμήλιο εἶναι τὸ τεμάχιο τοῦ Τιμίου Ξύλου ποὺ κατὰ τὴν παράδοση δωρήθηκε στὴν Μονὴ ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Ῥωμανὸ τὸν Α΄ τὸν Λεκαπηνό. Εἶναι τὸ μεγαλύτερο τμῆμα ποὺ σώζεται στὸν κόσμο (κάθετη κεραία τριάνα ἕνα ἑκατοστά, ὀριζόντια κεραία δεκάεξι ἑκατοστά, πάχος δυόμιση ἑκατοστά). Εἶναι τοποθετημένο σὲ χρυσὴ σταυρόσχημη θήκη καὶ φαίνεται ἡ τρῦπα ἀπὸ τὸ καρφί, πλαισιωμένη μὲ ῥουμπίνια.
***
Ἡ μορφὴ τοῦ αυλικού, λογίου, ποιητὴ καὶ μοναχοῦ Καισάριου Δαπόντε, δεσπόζει στὰ ἑλληνικὰ γράμματα τοῦ 18ου αἰῶνα. Γεννιέται στὴν Σκόπελο τὸ 1713. Σπουδάζει μὲ ὑποτροφία στὸ Βουκουρέστι καὶ κατόπιν διατελεῖ γραμματέας τοῦ ἄρχοντος καὶ χαμηλόβαθμος διοικητικὸς ὑπάλληλος. Φυλακίζεται στὴν Κωνσταντινούπολη κατὰ τὰ ἔτη 1747-48, καὶ ἦταν συγκρατούμενος τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρος Χρήστου τοῦ κηπουροῦ. Γιὰ νὰ ἀποφυλακιστεῖ, θυσιάζει ὅλη του τὴν περιουσία. Δεκαοκτὼ μῆνες μετὰ τὸν γάμο του, πεθαίνει ἡ νεογέννητη κόρη καὶ κατόπιν ἡ σύζυγός του. Ἀσπάζεται τὸ 1753 τὸν μοναχισμό. Μονάζει γιὰ ἕνα διάστημα στὴν Μονὴ τῆς Ευαγγελιστρίας, ποὺ εἶχε ἱδρύσει ὁ πατέρας του στὴν Σκόπελο, καὶ κατόπιν πηγαίνει στὴν Μονὴ Ξηροποτάμου. Τρεῖς ἑβδομάδες μετὰ τὴν ἄφιξή του ἀναχωρεῖ καὶ περιοδεύει σὲ Μολδοβλαχία, Κωνσταντινούπολη, Χίο, Σάμο, Ψαρά, Σκόπελο, Χαλκίδα, περιάγοντας τὸ Τίμιο Ξύλο καὶ κάνοντας ἐράνους γιὰ τὴν ἀνοικοδόμηση τῆς Μονῆς. ἐπιστρέφει στὴν Μονὴ Ξηροποτάμου (1765-71) καὶ φροντίζει νὰ ἐκδοθοῦν στὴν Βενετία πολλὰ ἀπὸ τὰ ἔργα του. Πηγαίνει στὴν Μονὴ Κουτλουμουσίου (1771-3). Ἐπιστρέφει στὴν Μονὴ Ξηροποτάμου, ὅπου πεθαίνει ἕξι μῆνες ἀργότερα.
Στὸ Καισάριο Δαπόντε ἀποδίδεται ἡ ὀνομασία Περιβόλι τῆς Παναγίας γιὰ τὸ Ἅγιο Ὄρος, καθὼς ἔγραφε: Γιὰ τοῦτον καὶ μὲ δίκαιον σὲ ὀνομάζουν ὅλοι, τῆς Παναγίας Δέσποινας, Κῆπον καὶ Περιβόλι.
***
Ἡ παλαιὰ εἴσοδος τῆς Μονῆς ἦταν στὴν νοτιοανατολικὴ γωνία τοῦ κτηριακοῦ συγκροτήματος· εἶχε μαρμάρινο πρόπυλο καὶ διαβατικό. Ἡ καινούρια εἴσοδος βρίσκεται στὸ μέσο τῆς ἀνατολικῆς πτέρυγας, κάτω ἀπὸ τὸ ἀρχονταρίκι. Εἶναι μικρῶν διαστάσεων καὶ δικαιώνει τὸ παράπονο τοῦ Ξηροποταμηνού μοναχοῦ ποὺ λέει: Σὲ ὅλα τὰ Μοναστήρια, οἱ μοναχοὶ μπαίνουν ἀπὸ τὴν πύλη. Ἐμεῖς μπαίνουμε ἀπὸ τὸ παράθυρο. Ἀριστερὰ τῆς εἰσόδου φτάνετε στὸ κιόσκι, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἔχετε θαυμάσια θέα τοῦ κόλπου τῆς Δάφνης, τῆς ἐξωτερικῆς ὄψης τῆς νότιας πτέρυγας κα τοῦ νοικοκυρεμένου λαχανόκηπου τῆς Μονῆς.
Ἡ αὐλή εἶναι εὐρύχωρη. Τὸ Καθολικό, εἶναι χτισμένο σχεδὸν στὸ κέντρο της καὶ κατ’ ἐξαίρεση, ἡ κόγχη τοῦ ἱεροῦ εἶναι στραμμένη πρὸς τὸν Βοῤῥά καὶ ὄχι πρὸς τὴν ἀνατολή. Ἀνοικοδομήθηκε τὸ 1761-3 ἀπὸ τὸν Καισάριο Δαπόντε. Εἶναι ἀθωνικοῦ τύπου καὶ μεγάλων διαστάσεων (μῆκος τριάντα μέτρων, πλάτος δεκαεννέα μέτρων, ύψος δεκαπέντε μέτρων). Ἡ περίκλειστη τοιχοποιΐα του διανθίζεται μὲ κεραμοπλαστική διακόσμηση.
Στὴν ἀριστερή γωνία τῆς πρόσοψής του, ὑπάρχει ἐντοιχισμένο ανάγλυφο τοῦ 12ου αἰῶνος ἀπὸ ὀφίτη λίθο. Εἰκονίζει τὸν Ἅγιο Δημήτριο ποὺ κρατάει στὸ δεξί του χέρι σταυρό. Ἡ ἐπιγραφὴ στὸ μαρμάρινο πλαίσιο πληροφορεῖ ὅτι προέρχεται ἀπὸ τὸν ναό τῆς Ἁγίας Σοφίας στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ὅτι τὴν ἔφερε στὴν Μονὴ ἀδραῖς δαπάναις ὁ ἱερομόναχος Γρηγόριος Ξηροποταμηνός, ποὺ ὑπηρετοῦσε τότε ὡς σύγκελλος στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο. Στὴν δεξιὰ γωνία ὑπάρχει μαρμάρινη ἀνάγλυφη εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, ποὺ ἔστειλε ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη, ὁ Καισάριος Δαπόντες.
Ὁ ἐξωνάρθηκας εἶναι φαρδὺς καὶ ὑαλόφρακτος. Οἱ τοιχογραφίες τοῦ 1783 εἰκονίζουν σκηνὲς ἀπὸ τὴν Ἀποκάλυψη. Στὴν παραστάδα τῆς εἰσόδου τῆς Λιτῆς, εἰκονίζεται ἀγένειος ὁ Ὅσιος Παῦλος ὁ Ξηροποταμηνός. Στὸ ὐπέρθυρο τῆς Λιτῆς, ὑπάρχει ἐπιγραφὴ σὲ δεκαπεντασύλλαβους στίχους τοῦ Καισάριου Δαπόντε ποὺ συνοψίζει τὴν ἱστορία τῆς Μονῆς: Ἡ Πουλχερία βασιλίς θυγάτηρ Ἀρκαδίου τὴν ἱεράν ταύτην Μονὴν ἔκτισε ἐκ θεμελίου/ δεύτερον δε Ῥωμανος ὁμοῦ καὶ Κωνσταντῖνος τοῦ Σοφοῦ Λέοντος υἱὸς θεοστεφῆς ἐκεῖνος/τρίτον παρὰ τῶν ἑαυτῆς πατέρων ἀνεκτίσθη ἐπὶ τῆς τοῦ Σουλτὰν Σελὶμ καθὼς ἐχρηματίσθη.
Πρόκειται γιὰ μία ἀπὸ τὶς σπάνιες φορὲς ποὺ Ὀθωμανὸς σουλτάνος συναριθμεῖται μαζί μὲ Βυζαντινοὺς αὐτοκράτορες. Στὸν νότιο τοῖχο τῆς Λιτῆς, εἰκονίζονται ὁ Ῥωμανὸς Α΄ Λεκαπηνός, καὶ ὁ Κωνσταντῖνος Ζ΄ Πορφυρογέννητος, καθὼς καὶ ἄρχοντες τῆς Μολδοβλαχίας. Στοὺς πεσσοὺς τῆς Λιτῆς, εἰκονίζονται Νεομάρτυρες· ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Ναύκληρος, ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ Καραμάνος, ὁ Ἅγιος Γαβριήλ, ὁ Ἅγιος Ἰορδάνης ὁ Καζαντζῆς, ἡ Ἁγία Ἀργυρή, ὁ Ἅγιος Δοῦκας ὁ Ῥάπτης, ὁ Ἅγιος Χρήστος ὁ Κηπουρός. Οἱ λαϊκότροπες παραστάσεις συνοδεύονται συχνὰ μὲ τὴν ἡμερομηνία τῆς λειτουργικῆς μνήμης του. Πρόκειται γιὰ μία ἀπὸ τὶς πρωϊμότερες ἀπεικονίσεις τους. Στὴν εἴσοδο τοῦ κυρίως ναοῦ, τοιχογραφίες τῶν Ἀρχαγγέλων Μιχαὴλ καὶ Γαβριήλ. Τὸ παρεκκλήσι στὰ ἀριστερὰ εἶναι ἀφιερωμένο στοὺς Ἁγίους Κωνσταντῖνο καὶ Ἐλένη, ἐνῶ τὸ παρεκκλήσι στὰ δεξιὰ στοὺς Ταξιάρχες.
Ὁ κυρίως ναός, εἶναι εὐρύχωρος καὶ κατάγραπτος. Ἐπιγραφὴ στὸ ὐπέρθυρο τῆς εἰσόδου πληροφορεί ὅτι οἱ ἁγιογραφίες τοῦ 1783 εἶναι ἔργο τῶν Κωνσταντίνου, Ἀθανασίου καὶ Ναοὺμ ἀπὸ τὴν Κορυτσά. Μεταξύ τῶν τοιχογραφιῶν, ὑπάρχει μία ἀπὸ τὶς σπάνιες παραστάσεις τῆς Περιτομῆς τοῦ Χριστοῦ.
Στὴν τοιχογραφία τῆς Γέννησης, ἕνας αρχοντυμένος βοσκός, πλησιάζει τὸ σπήλαιο κρατώντας στὰ χέρια του ἕνα ἀρνάκι. Σὲ μαρμάρινο προσκυνητάρι στὸν ἀριστερὸ κίονα, βρίσκεται ἡ εἰκόνα τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, μπροστὰ στὴν ὁποία καίνε ἕξι ἀκοίμητες καντήλες. Τὸ ξυλόγλυπτο ἐπίχρυσο τέμπλο εἶναι ἐξαιρετικῆς τέχνης. Τὸ ἱερό, εἶναι σχετικά μικρό. Λέγεται ὅτι κάθε χρόνο ἀνήμερα στὴν πανήγυρι τοῦ ναοῦ φύτρωνε πάνω στὴν Ἁγία Τράπεζα ἕνα μανιτάρι καὶ ἔπαψε νὰ φυτρώνει ὅταν οἱ μοναχοί συλλειτούργησαν μὲ τοὺς λατινόφρονες ἐπὶ πατριαρχίας Ἰωάννου τοῦ ΙΑ΄ τοῦ Βέκκου καὶ αὐτοκράτορος Μιχαὴλ τοῦ Ἡ΄ τοῦ Παλαιολόγου.
Τὸ 1990, ὁ Μ. Δ. Πυλυβίου, ἀνακάλυψε ἀρχιτεκτονικὴ μακέτα τοῦ Καθολικοῦ, φτιαγμένη μὲ χρήση κλίμακος καὶ καννάβου. Κατασκευάστηκε τὸ 1762 ἀπὸ τὸν αρχιτέκτονα τοῦ Σουλτάνου Κωνσταντῖνο. Τὰ ξύλινα τμήματά της ἀποσπώνται ὥστε νὰ ἐπιτρέψουν τὴν θέα τοῦ ἐσωτερικοῦ. Ἡ ἀνακάλυψη εἶναι μείζονος σημασίας καθὼς τεκμηριώνει τὴν χρήση κατασκευαστικοῦ προπλάσματος στὴν ἐκτέλεση τοὐλάχιστον τῶν σύνθετων ἀρχιτεκτονικῶν ἔργων ἐπὶ Τουρκοκρατίας. Στὶς ἱστορικὲς πηγές, ὑπάρχουν μνείες ἀνάλογων προπλασμάτων, ἀλλὰ τὸ συγκεκριμένο εἶναι τὸ μόνο ποὺ σώζεται.
Ἡ Φιάλη, βρίσκεται στὴν ἀνατολικὴ πλευρὰ τοῦ Καθολικοῦ. Χτίστηκε τὸ 1783 ἀπὸ τὸν ἱερομόναχο Σεραφείμ, μὲ πορφυρόχρωμο μάρμαρο, ποὺ ἔφερε ὁ Καισάριος Δαπόντες ἀπὸ τὴν Χίο. Οἱ τοιχογραφίες χρονολογοῦνται ἀπὸ τότε καὶ ἀναφέρονται στὴν Βάπτιση τοῦ Χριστοῦ καὶ στὸν ἁγιασμό τῶν ὑδάτων. Ἔχει ὀκτὼ κίονες καὶ θωράκια. Σὲ ἕνα ἀπὸ αὐτά, ὑπάρχει μία ἀξιοπρόσεχτη ἀπεικόνιση τῆς Μονῆς. Τῆς ἴδιας ἐποχῆς εἶναι καὶ ἡ κρήνη.
Ἡ Τράπεζα, βρίσκεται στὴν νότια πτέρυγα, ἀπέναντι ἀπὸ τὴν εἴσοδο τοῦ Καθολικοῦ. Ἔχει κάτοψη σὲ σχῆμα Τ. Τὴν ἀνακαίνισή της ἀνέλαβε ὁ ἀρχιμανδρίτης Γαβριὴλ Ξηροποταμηνός, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴν Μάδυτο. Οἱ ἁγιογραφίες τοῦ 1859 εἶναι ἔργο τῶν Σωφρονίου καὶ Νικηφόρου, μοναχῶν ἀπὸ τὴν Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννας· ἀντιπροσωπεύουν τὴν τεχνοτροπία τῶν ἀθωνικῶν ἁγιογραφικῶν ἐργαστηρίων τοῦ 19ου αἰῶνα.
Ἀπέναντι ἀπὸ τὴν κόγχη τοῦ ἱεροῦ, στὸ μέσο τῆς βόρειας πτέρυγας, ὑψώνεται τὸ καμπαναριό. Στὴν ὄψη του διακρίνεται κεραμοπλαστικὴ ἐπιγραφὴ μὲ τὴν χρονολογία 1779 Σεπτεμβρίου 20. Ὑπάρχει ἐντοιχισμένο λιθανάγλυφο μὲ παράσταση τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς καὶ ἑκατέρωθέν τους δύο μαρμάρινες ῥοζέτες μὲ ἀνάγλυφες κεφαλές. Ἡ δεξιὰ κεφαλή, ἄσχημη, μὲ σγουρὰ μαλλιὰ καὶ πρησμένα μάτια, εἰκονίζει τὴν Πουλχερία. Ἡ ἀριστερή, εἰκονίζει τὸν Ὅσιο Παῦλο τὸν Ξηροποταμηνό, ἄγένειο, μὲ κοντὰ μαλλιά, καὶ ἐγκόλπιο σταυρό. Γύρω ἀπὸ τὴν κεφαλή, ὑπάρχει ἡ ἐπιγραφή: Ἅγιος Παῦλος Ξηροποταμηνὸς υἱὸς τοῦ εὐσεβεστάτου βασιλέως Μιχαήλ, 1738. Καὶ οἱ δύο ῥοζέτες εἶναι ἔντονα ἀναγεννησιακῆς τεχνοτροπίας καὶ γιὰ αὐτὸ ὁ Ὅσιος Παῦλος παριστάνεται σὰν εὐτραφῆς καρδινάλιος. Στὴν τοιχοποιΐα τῆς πτέρυγας τοῦ καμπαναριοῦ καὶ τῆς δυτικῆς πτέρυγας εἶναι ἐντοιχισμένα κεραμοπλαστικὰ διακοσμητικὰ καὶ πλακίδια τύπου Ἰζνίκ.
Στὶς πτέρυγες τῆς Μονῆς βρίσκονται τὰ παρεκκλήσια τοῦ Τιμίου Σταυροῦ (ἁγιογραφημένο, κομψο τὸ χαρακτηρίζει ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης, ποὺ ἐκκλησιάστηκε ἐκεῖ στὰ τέλη τοῦ 19ου αἰῶνα), τοῦ Τιμίου Προδρόμου, τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου, τοῦ Ὁσίου Θεοδοσίου καὶ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Ὁ κοιμητηριακὸς ναὸς τῶν Ἁγίων Πάντων τοῦ 1769, βρίσκεται νοτιοανατολικὰ τῆς Μονῆς. Ἔχει τέμπλο ἐξαιρετικὰ ὄμορφο, χρωματιστὸ καὶ ξυλόγλυπτο, μὲ λαϊκὰ φυτικὰ μοτίβα καὶ κοσμήματα προέλευσης μπαρόκ.
Ἡ βιβλιοθήκη καὶ τὸ σκευοφυλάκιο βρίσκονται πάνω ἀπὸ τὸν νάρθηκα τοῦ Καθολικοῦ. Στὴν βιβλιοθήκη φυλάσσονται τετρακόσια ἐννέα χειρόγραφα, ἀπὸ τὰ ὁποία εἰκοσι εἶναι σὲ περγαμηνή. Κάποια ἀπὸ αὐτὰ εἶναι εἰκονογραφημένα μὲ ἐπίτιτλα καὶ φυτικὸ διάκοσμο. Στὸ σκευοφυλάκιο φυλάσσονται, μεταξὺ ἄλλων, δύο ἀρχιερατικὲς ῥάβδοι ἀπὸ ἀτόφιο ἐρυθροκίτρινο κεχριμπάρι, χρυσοκέντητα ἄμφια, ἱερὰ σκεύη, καθὼς καὶ ὁ Δίσκος τῆς Πουλχερίας, ἕνα μοναδικὸ ἀριστούργημα μικροτεχνίας. Ἔχει διάμετρο δεκαπέντε ἑκατοστῶν, καὶ εἶναι φτιαγμένος ἀπὸ στεατίτη. Στὸ κέντρο του εἰκονίζεται ἡ Θεοτόκος καὶ γύρω ἡ Προετοιμασία τοῦ Θρόνου, μὲ Χερουβείμ, Σεραφείμ, Ἑξαπτέρυγα. Λέγεται ἐπίσης Πανσέχρη (ἀπὸ τό: πᾶν σοι χρῆ) καὶ λέγεται ὅτι, ἂν τοῦ βάλεις νερὸ τὸ βράδυ, τὸ πρωΐ τὸ νερὸ ἔχει ἄλλο χρῶμα, στὴν ἐπιφάνειά του ὑπάρχουν φυσαλίδες καὶ δρᾶ ὡς ἀντίδοτο σὲ δήγματα φιδιῶν.
Τὰ ἐξαρτήματα τῆς Μονῆς, περιλαμβάνουν τέσσερα κελλιὰ στὴν εὐρύτερη περιοχή της. Στὶς Καρυές, εἶναι τὸ Κελλί τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, ποὺ χρησιμοποιείται ὡς αντιπροσωπείο.
Μετόχια τῆς Μονῆς ἀναφέρονται στὴν Χαλκιδική (Τρυπητή, Γομάτι, Συκιά), στὴν Σκόπελο καὶ στὴν Θάσο. Ξηροποταμηνὰ ονομάζονται οἱ δύο βραχονησίδες βόρεια τῆς Ἀμμουλιανῆς. Στὴν Μονὴ Ξηροποτάμου ἀνῆκουν ἐπίσης ὅλα τὰ κτήρια τῆς Δάφνης μέχρι τὸν χείμαῤῥο Δοντά.
***
Ἀκριβὼς κάτω ἀπὸ τὴν Μονή, πάνω στὸν δρόμο ποὺ συνδέει τὴν Δάφνη μὲ τὶς Καρυές, ὑψώνονται τὰ ἐρείπια τοῦ παραθαλάσσιου πύργου τῆς Μονῆς Ξηροποτάμου. Εἶναι γνωστὸς ὡς Πύργος τῆς Πουλχερίας ἢ Πύργος τῆς Κοντέσσας καὶ λέγεται ὅτι χτίστηκε ἀπὸ τὴν αὐτοκράτειρα Πουλχερία, ἡ ὁποία θεωρεῖται κατὰ τὴν παράδοση κτήτωρ τῆς Μονῆς. Τὰ σχέδια τοῦ Μπάρσκι τοῦ 1744 καὶ χαλκογραφία τῆς Μονῆς τοῦ 1759 εἰκονίζουν τὸν πύργο ακέραιο. Χρησίμευε προφανῶς ὡς παρατηρητήριο γιὰ τὴν ἔγκαιρη κατόπτευση κινήσεων πειρατικῶν πλοίων. Στὸν ὅρμο κάτω ἀπὸ τὸν πύργο, φαίνεται ὁ ἀρσανὰς τῆς Μονῆς Ξηροποτάμου. Χρησιμοποιεῖται γιὰ τὴν φόρτωση ξυλείας. Βρίσκεται στὴν ἐκβολὴ τοῦ χειμάῤῥου Χάραδρου, ὁ ὁποῖος ψηλά στὴν ῥεματιά, σχηματίζει μικρό καταῤῥάκτη.
Μονοπάτια/Δρόμοι:
Μονοπάτι Ξηροποτάμου-Δάφνη: 2 χλμ. 30 λεπτά, διαδρομὴ ὡραία, εὔκολη, βατή.
Μονοπάτι Ξηροποτάμου-Αγ. Παντελεήμονος: 2 χλμ., 30 λεπτά, διαδρομὴ ὡραία, εὔκολη, βατή.
Μονοπάτι Ξηροποτάμου-Καρυές: 8 χλμ. 2 ώρες καὶ 15 λεπτά, διαδρομὴ ὡραία, δύσκολη, βατή.
Δρόμος Ξηροποτάμου-Καρυές: 10 χλμ., 2 ώρες καὶ 30 λεπτά, διαδρομὴ ὡραία, δύσκολη, βατή.
Δρόμος Ξηροποτάμου-Δάφνη: 2,5 χλμ, 30 λεπτά, διαδρομὴ ὡραία, εὔκολη, βατή.
***
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου