Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2024

α) Καρυές-ἱστορία. ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

 

ΚΑΡΥΕΣ-ΚΑΨΑΛΑ

 

α) Καρυές-ἱστορία.

Ἄν προορισμός σας εἶναι οἱ Καρυές, φτάνοντας στὴν Δάφνη, καλὸ εἶναι νὰ κατευθυνθεῖτε ἀμέσως στὰ λεωφορεία. Οἱ θέσεις καθημένων δὲν καλύπτουν τὴν ἡμερήσια ποσόστωση τῶν προσκυνητῶν, στοὺς ὁποίους προστίθενται ἐπιπλέον, κληρικοὶ ἀπὸ τὸν ἔξω κόσμο, ἐργάτες καὶ μοναχοὶ ποὺ ἐπιστρέφουν στὸ καθίδρυμα ἢ στὴν δουλειά τοὺς. Ἄν δὲν κινηθείτε ἔγκαιρα, θὰ κάνετε τὴν διαδρομὴ ὄρθιος, σὲ συνθῆκες δυσβάσταχτοῦ συνωστισμοῦ.

Ὁ δρόμος ξεκινάει παράκτιος στὸ βόρειο ἄκρο τῆς Δάφνης. Περνάει τὸν ἀρσανὰ τῆς Μονῆς Ξηροποτάμου, περνάει δίπλα ἀπὸ τὸν Πύργο τῆς Πουλχερίας, στρίβει πρὸς τὴν ἐνδοχώρα, κάνει μία στάση στὴν Μονὴ Ξηροποτάμου, ἀρχίζει νὰ σκαρφαλώνει μὲ διαδοχικὰ ζὶγκ-ζὰγκ τὴν δυτικὴ πλαγιὰ τοῦ ὀρεινοῦ ὄγκου, φτάνει στὸ διάσελο καὶ στὴν συνέχεια κατηφορίζει μέχρι τὸ πλάτωμα τῆς ἀνατολικῆς ἀκτῆς, στὸ ὁποῖο εἶναι χτισμένη ἀμφιθεατρικὰ ἡ πρωτεύουσα τῆς ἀθωνικῆς πολιτείας.

Ἡ διαδρομὴ εἶναι πολὺ ὄμορφη. Βλέπει κανείς τοὺς ἐντυπωσιακοὺς σχηματισμοὺς τῶν βράχων ποὺ στέφουν τὸν Λάκκο τοῦ Δοντά, διασχίζει πυκνὴ καὶ εὔρωστη βλάστηση, ἀπὸ τὸ διάσελο ἔχει ἐξαιρετικὴ θέα τῶν Καρυῶν καὶ τοῦ Ἰβηρίτικου Λάκκου καὶ ὅταν ἡ ἀτμόσφαιρα εἶναι διαυγῆς, ἡ Θάσος φαίνεται τόσο καθαρά, ποὺ νομίζεις ὅτι θὰ τὴν ἀγγίξεις. Κατὰ κανόνα, ὅμως, λίγο προσέχουν τὰ ἀξιοθέατα τῆς διαδρομῆς οἱ ἐπιβάτες. Ἡ ξενητεία, πρόγευση τῆς ὁποίας ἔχει ὁ ἐπιβάτης μόλις ἀποπλεύσει τὸ πλοῖο ἀπὸ τὴν Οὐρανούπολη, εἶναι πλέον πραγματικότητα, καὶ αὐτὸ συχνὰ φέρνει μία ἐσωτερικὴ ἀναστάτωση.

***

Ὑπὸ τὸ κράτος αὐτῆς τῆς ἀναστάτωσης, φτάνουν πολλοὶ προσκυνητὲς στὶς Καρυές. Δὲν εἶναι λοιπόν παράξενο ποὺ ἐλάχιστα προσέχουν τὴν ὀμορφιὰ τῆς φύσης· τὰ νερὰ ποὺ ἀναβλύζουν παντοῦ, τὶς συστάδες ἀπὸ τὶς φουντουκιὲς καὶ τὶς καρυδιὲς ποὺ μπλέκονται μὲ λιόδεντρα, τὶς λεύκες, τὰ ἀμπέλια, τὶς κληματσίδες, τὸν κισσὸ καὶ τὴν ἀγράμπελη ποὺ τυλίγουν τοὺς κορμοὺς ἀπὸ τὶς ὑψικάρηνες καστανιές. Ἐπιπλέον, πολλοὶ προσκυνητές, φτάνουν στὸ Ἅγιον Ὄρος ἀναζητῶντας νὰ συναντήσουν τὸ ἀπόλυτο, ἀκραῖες δηλαδὴ καταστάσεις χαρίτωσης ὅπως ἐκεῖνες τῶν σπηλαιοδίαιτων ἀναχωρητῶν στὰ Καρούλια ἢ τῶν γυμνῶν ἀσκητῶν τοῦ Ἄθω. Στὶς Καρυές, οἱ προσκυνητὲς αὐτοί, συναντοῦν πολλὰ στοιχεῖα ποὺ θυμίζουν τὸν ἔξω κόσμο, ὅπως αὐξημένη παρουσία λαϊκῶν, ἐμπορικὰ καταστήματα, καὶ κατὰ κανόνα προσπερνοῦν τὴν πρωτεύουσα θεωρῶντἀς την ἄνευ σημασίας ὑβρίδιο τῆς μοναχικῆς καὶ κοσμικῆς βιοτῆς, παρεξηγώντας τελείως τὸν χαρακτήρα τῆς πρωτεύουσας τῶν μοναχῶν.

Ἡ παρεξήγηση αὐτή, φαίνεται ἀνάγλυφα στὶς περιγραφὲς δύο πολὺ διαφορετικῶν συγγραφέων ποὺ ἐπισκέφθηκαν τὶς Καρυὲς στὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰῶνος. Ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης τὸ 1900 περιγράφει τὸ τσαρσί, τὸ ἑβδομαδιαῖο παζάρι τῶν Καρυῶν, καὶ σχολιάζει τὸ πόσο ἄλλαξαν τὰ ἦθη τοῦ μοναχικοῦ βίου. Εἶχε ἐπισκεφθεῖ τὸ Ἅγιον Ὄρος ὡς ἀνταποκριτῆς τῆς ἐφημερίδας Ἀκρόπολις· διαβάζοντάς τὸν ἔχει κανεὶς τὴν αἴσθηση ὅτι ἡ περιγραφή του καθιστᾶ ἄγνωστο καὶ μακρινὸ κάτι ποὺ οὐσιαστικὰ ἦταν σχετικὰ οἰκεῖο. Ἔχει ἐπίσης τὴν αἴσθηση ὅτι μπροστὰ στὸ θέαμα τοῦ παζαριοῦ, ὁ συγγραφέας κουμπώνεται καὶ ἐπιδίδεται σὲ ἠθικολογικὰ σχόλια γιὰ νὰ διατηρήσει τὴν ατομικότητά του. Ὁ Νίκος Καζαντζάκης τὸ 1914, περιγράφει τὶς Καρυὲς ὡς: «θλιβερό, ἀνυπόφορο ἀρσενοχώρι, χωρὶς παιδί, χωρὶς γέλιο». Ὁ χαρακτηρισμὸς ἀρσενοχώρι, θὰ ταίριαζε περισσότερο στὴν Δάφνη, ποὺ ἀναπτύχθηκε ὡς οἰκισμὸς γιὰ νὰ ἀνταποκριθεῖ στὶς ἀνάγκες τῶν διερχομένων προσκυνητῶν καὶ πλοίων, καὶ ὅπου μόνη ὑπόμνηση τοῦ λατρευτικοῦ βίου ἀποτελεῖ ὁ ναὸς τῶν Ἁγίων Πάντων στὸν ἀρσανὰ τῆς Σιμωνόπετρας. Οἱ Καρυές, αντίθετα, εἶναι πλήρως ἀφιερωμένες στὸν λατρευτικὸ βίο, γεγονὸς ποὺ ἀντανακλᾶται στὶς ἀκολουθίες τοῦ Πρωτάτου. Ἐπιπλέον, οἱ Καρυές δὲν εἶναι χωριό, ἀναπτύχθηκαν ἐξαρχῆς ὡς πρωτεύουσα. Θὰ μποροῦσε μάλιστα κανείς νὰ πεῖ ὅτι οἱ Καρυές, μὲ τὴν ἀδιάκοπη ἱστορία τους, ποὺ καλύπτει περισσότερους ἀπὸ ἕνδεκα αἰῶνες, εἶναι ἡ μακροβιότερη βαλκανική, ἂν ὄχι εὐρωπαϊκὴ πρωτεύουσα. Κάθε πρωτεύουσα θέτει τὸ ἀποτύπωμά της στὴν συλλογικὴ καλαισθησία καὶ ἐπιβάλει τοὺς τρόπους της ὡς πρότυπο. Οἱ Καρυές, δὲν ἀποτελοῦν ἐξαίρεση, ἀφοῦ ἐπέβαλαν στὴν ψαλμωδία ἕναν σαφέστατο καρυώτικο ὕφος, ποὺ ἐκπροσωπεῖται ἀπὸ ψάλτες ὅπως οἱ μακαριστοὶ πατέρες Διονύσιος Φιρφιρής καὶ Γαβριὴλ Μακκαβός. Τὸ καρυώτικο ὕφος ἐπιβλήθηκε στὴν ἁγιογραφία μέσω τῶν ἁγιογραφικών οἴκων τῶν Γαλατσιανῶν καὶ τῶν Καρπενησιωτῶν, ποὺ εἶχαν τὰ κελλιά τους στὶς Καρυές, καὶ ἐπικράτησε ἰδιαίτερα στὴν χαλκογραφία καὶ στὴν μικροτεχνία, ὅπως ἦταν φυσικό, ἀφοῦ τὰ περισσότερα ἐργαστήρια βρίσκονταν στὴν πρωτεύουσα.

Ἡ ἀδιαφορία τῶν προσκυνητῶν πρὸς τὶς Καρυές, δὲν εἶναι ἁπλῶς παρεξήγηση, ἀποτελεῖ μία χαμένη εὐκαιρία νὰ διεισδύσει κανείς, μὲ τὸν καλλίτερο δυνατὸ τρόπο, στὸν κόσμο τοῦ ἀθωνικοῦ μοναχισμοῦ. Δὲν εἶναι τυχαίο ὅτι, ὅταν οἱ Ἰησουΐτες ἐπεδίωξαν νὰ διεισδύσουν στὸ Ἅγιον Ὄρος, τὸ σχέδιό τοὺς προέβλεπε τὴν ἐγκατάσταση δύο Ἰησουϊτῶν θεολόγων ἰατρῶν στὶς Καρυές, ἀπὸ ὅπου θὰ ἦταν σὲ θέση νὰ δικτυωθοῦν καλλίτερα μέσω τῶν γνωριμιῶν ποὺ θὰ ἔκαναν.

***

Ἤδη, ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς ἐγκατάστασης τῶν πρώτων ἀναχωρητῶν στὸν Ἄθω, ὑπῆρχε μία κεντρικὴ ηγεσία, ποὺ ὀνομαζόταν καθέδρα τῶν Γερόντων. Ἡ ἕδρα τῆς βρισκόταν στὴν περιοχὴ τοῦ Ζυγοῦ, γεγονὸς φυσικό, μιὰ καὶ ὁ μοναχικὸς ἐποικισμὸς τῆς χερσονήσου ἄρχισε ἀπὸ τὸν λαιμό τῆς. Ἄλλωστε, στὴν περιοχὴ τῆς Ἱερισσοῦ ἔκτισε τὴν Μονή του ὁ Ἰωάννης ὁ Κολοβός. Καθὼς προχώρησε ὁ ἐποικισμὸς πρὸς νότο, κρίθηκε ἀναγκαῖο νὰ μεταφερθεῖ ἡ ἕδρα τῆς κεντρικῆς ἡγεσίας, στὴν σημερινὴ θέση τῶν Καρυῶν. Ἡ νέα ἕδρα, ὀνομάστηκε Μέση, λόγω τῆς γεωγραφικῆς της θέσης, καὶ ἡ ὀνομασία διατηρήθηκε μέχρι τὰ τέλη τοῦ 10ου αἰῶνα, ὁπότε ἐπικράτησε ἡ ὀνομασία Καρυές. Ἡ προσωνυμία Μέση ἢ Μεγάλη Μέση διατηρήθηκε, ἀναφερόταν ὅμως πλέον στὸ κεντρικὸ ὄργανο διοίκησης, καὶ σταδιακὰ ἐπισκιάστηκε ἀπὸ τὴν προσωνυμία Σύναξις, κατόπιν Κοινόν, ποὺ ἀναφερόταν στὸ συλλογικὸ ὄργανο διοίκησης.

Κέντρο τῆς Συνάξεως, ἦταν ὁ ναὸς τοῦ Πρωτάτου, ὅπου γινόταν οἱ συνάξεις, ἀρχικὰ τρεῖς ἐτησίως, κατόπιν περισσότερες. Κοντὰ στὸν ναό, ζούσε ὁ Πρῶτος, καὶ σιγὰ σιγά, ἀπὸ τὸν 10ο αἰῶνα, ἄρχισαν νὰ διημιουγοῦνται καταλύματα γιὰ τοὺς ἡγουμένους καὶ τοὺς μοναχοὺς ποὺ ἔρχονταν γιὰ τὶς συνάξεις. Ἐμφανίστηκαν ἐπίσης τὰ πρώτα στοιχειώδη ἐμπορικὰ καταστήματα γιὰ τὶς ἀνάγκες τῶν Μονῶν καὶ τῶν μοναχῶν.

Ἡ ἐξέλιξη τῶν Καρυῶν, εἶναι ἄῤῥηκτα δεμένη μὲ τὴν ἀνάπτυξη τοῦ κελλιώτικοῦ μοναχισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐμφανίστηκε νωρὶς στὸν Ἄθω καὶ πῆρε διαφορετικὴ μορφή, ὅταν ἄρχισαν νὰ ἱδρύονται τὰ μεγάλα κοινόβια. Ὁ Ὅσιος Ἀθανάσιος ὁ Ἀθωνίτης, θέσπισε λεπτομερεῖς καὶ αὐστηρὲς τὶς διατάξεις ποὺ ῥύθμιζαν τὴν κελλιώτικη βιοτὴ στὴν Μεγίστη Λαύρα. Ὡστόσο, τὸ Α΄ Τυπικὸ τοῦ Ἁγίου Ὄρους τὸ 972, ἀντανακλᾶ ἀπόψεις πολύ διαφορετικές· ἀναγνώριζε στοὺς κελλιῶτες μοναχοὺς τὸ δικαίωμα νὰ ἔχουν προσωπικὴ περιουσία, τοὺς ἀποδέσμευε ἀπὸ τὴν ὑποταγὴ σὲ κάποια Μονή, τοὺς ἀπάλλασσε ἀπὸ τὴν ὑποχρέωση νὰ ἀσκηθοῦν σὲ κοινόβιο πρὶν ἐγκατασταθοῦν σὲ κελλί.

Μὲ τὴν ἵδρυση τῶν μεγάλων κοινοβίων, ὁ Πρῶτος ἔχασε οὐσιαστικὰ τὴν ἀπόλυτη πνευματικὴ ἐξουσία ποὺ εἶχε στὸ παρελθὸν ἐπὶ τῶν ἐρημιτῶν, καὶ περιχαρακώθηκε οὐσιαστικὰ στὶς Καρυές, ποὺ σιωπηρὰ τοῦ ἀναγνωρίστηκαν ὡς τιμάριο. Τὸ ἀξίωμα τοῦ Πρώτου ἦταν τότε ὀσόβιο. Ἤδη, ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 11ου αἰῶνος, οἱ Καρυὲς ἦταν γνωστὲς ὡς Λαύρα τῶν Καρυῶν. Γιὰ νὰ βοηθήσει τὴν ἀνασυγκρότηση τοῦ Ἁγίου Ὄρους μετὰ ἀπὸ τὶς καταστροφὲς τῶν Σταυροφόρων, τῶν Καταλανών καὶ τῶν ἑνωτικῶν λατινοφρόνων, ὁ Ἀνδρόνικος ὁ Β΄ ὁ Παλαιολόγος, ἐξέδωσε τὸ 1313 χρυσόβουλλο στὸ ὁποῖο, ἐνῶ ὑπάγεται ὁ Πρῶτος στὴν δικαιοδοσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, ἀναγνωρίζεται ταυτόχρονα ὡς ἀδιαφιλονίκητος ἡγέτης τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ ἐνισχύονται οἱ ἐξουσίες τοῦ. Στὰ τέλη τοῦ 14ου αἰῶνος, οἱ τότε εἴκοσι πέντε Μονές, ἄρχισαν νὰ σφετερίζονται καὶ δικαιώματα τοῦ Πρώτου στὶς Καρυές. Τὸ Γ΄ Τυπικὸ τοῦ 1394, ποὺ ἐπικυρώθηκε τὸ 1406, καταδίκασε τὶς ἀπόπειρες αὐτὲς καὶ ἀπαγόρευσε στὶς Μονὲς νὰ ἔχουν μετόχι ἢ σύνορο στὶς Καρυές. Στὸ Τυπικό αὐτό, γίνεται λόγος γιὰ Σκήτη τῶν Καρυῶν, προσωνυμία ποὺ ἐπιβίωσε γιὰ πολλοὺς αἰῶνες –μαρτυρεῖται σὲ χαλκογραφία τοῦ 1844. Τὴν ἴδια ἐποχή, τὸ ἀξίωμα τοῦ Πρώτου γίνεται ἐτήσιας διαρκείας.

Γιὰ νὰ ἐνισχύσει τὴν θέση του ἔναντι τῶν Μονῶν, ὁ Πρῶτος ἐπέσπευσε τὸν ἐποικισμὸ τῶν Καρυῶν ἀπὸ κελλιῶτες μοναχούς, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ὑπάρχουν σήμερα κελλιὰ πολὺ κοντά τὸ ἕνα στὸ ἄλλο ἢ καὶ συνεχόμενα τὸ ἕνα μὲ τὸ ἄλλο. Τὸ κελλί, τὸ παραχωροῦσαν σὲ ἕναν μόνο μοναχὸ ἐφ’ ὅρου ζωῆς· μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ μοναχοῦ αὐτοῦ, ὁ ὑποτακτικός τοῦ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἀγοράσει ἐκ νέου τὸ κελλί, καὶ νὰ ἐξακολουθήσει νὰ ἐγκαταβιώνει ἐκεῖ, ἐνῶ σὲ περίπτωση ποὺ δὲν ὑπῆρχε ὑποτακτικός, τὸ κελλὶ ἐπανερχόταν στὴν ἐξουσία τοῦ Πρώτου, ποὺ τὸ πωλούσε σὲ ἄλλον μοναχό. Τὸν 14ο αἰῶνα, κελλιὰ καὶ καθίσματα τοῦ Πρωτάτου παραχωροῦνταν σὲ συνοδείες δύο ἢ τριῶν μοναχῶν, πρακτικὴ ποὺ ἀπαγορεύτηκε μὲ σιγίλλιο τοῦ 1393 τοῦ πατριάρχη Ἀντωνίου. Παρὰ τὴν απαγόρευση ὅμως, πολλοὶ Πρῶτοι ἐξακολούθησαν νὰ παραχωροῦν τὰ κελλιὰ σὲ περισσότερα ἀπὸ ἕνα πρόσωπα, καὶ τὸ 1423, μετὰ ἀπὸ μεσολάβηση τοῦ Σέρβου ἡγεμόνος Στέφανου, ὁ Πρῶτος καὶ ἡ Σύναξις ἀναγνώρισαν τὸ δικαίωμα τῆς ἀενάου διαδοχής γιὰ τὸ Κελλὶ τοῦ Ἁγίου Συμεών τοῦ Φιλογόνου, ποὺ βρισκόταν πάνω ἀπὸ τὶς Καρυές.

Οἱ κελλιῶτες μοναχοί, κάλυπταν τὶς βιοποριστικές τους ἀνάγκες καλλιεργῶντας γεωργικὰ προϊόντα, γεγονὸς ποὺ ἐξηγεῖ τὴν συχνὰ σημαντικὴ ἔκταση γῆς ποὺ συνόδευε ἕνα κελλί. Τὰ κελλιὰ πέριξ τῶν Καρυῶν, εἶχαν ἀγροτική ἔκταση σὲ ὅμορες περιοχές, ἐνῶ ἐκεῖνα ποὺ βρίσκονταν ἐντὸς τοῦ οἰκισμοῦ, εἶχαν τσιφλίκια στὰ βόρεια περίχωρα. Ὅλα τὰ κελλιά, έδιναν στὸν Πρῶτο, μερίδα ἀπὸ τὰ ἔσοδά τους, τὴν λεγόμενη εὐλογία καὶ εἶχαν τὴν ὑποχρέωση νὰ παρέχουν ἐτησίως στὸν Πρῶτο πέντε ἡμέρες ἐργασίες, τὴν παγκοινιά, γιὰ γεωργικὲς ἐργασίες, ὅπως τὸ κλάδεμα καὶ ὁ τρύγος.

Ὁ Πρῶτος, δὲν εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσει μόνο τὶς ἐπετακτικές φιλοδοξίες τῶν Μονῶν. Συχνότατο καὶ ἀμεσότερο κίνδυνο ἀποτελοῦσαν οἱ ἐχθρικὲς ἐπιδρομές. Σύγχρονοι αρχαιολόγοι καὶ ἱστορικοὶ τῆς ἀρχιτεκτονικής, διατυπώνουν τὴν ἄποψη ὅτι ὁ ναὸς τοῦ Πρωτάτου ἦταν περιτειχισμένος μὲ ἀμυντικό περίβολο ποὺ εἶχε τέσσερις πύργους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους σήμερα σώζεται μόνο ὁ πύργος ποὺ εἶναι ἐνσωματωμένος στὸ κτήριο τῆς Ἱερᾶς Κοινότητας. Ἀκόμη καὶ ἂν ἐπαληθευτεῖ ἡ ἄποψη αὐτή, ἡ ἀμυντικὴ ὑποδομὴ τῶν Καρυῶν ἦταν ἀνεπαρκῆς, γεγονός ποὺ μαρτυρεῖται ἀπὸ τὶς βιαιοπραγίες ποὺ διέπραξαν οἱ φιλενωτικοὶ ὁπαδοὶ τοῦ Μιχαήλ τοῦ Ἡ΄ τοῦ Παλαιολόγου καὶ τοῦ λατινόφρονα πατριάρχη Ἰωάννου Βέκκου τὸ 1274, καθὼς καὶ οἱ Καταλανοὶ στὶς ἀρχὲς τοῦ 14ου αἰῶνος. Μὲ τὸν καιρό, δημιουργήθηκε σύστημα πύργων-παρατηρητηρίων, ποὺ ἐπέτρεπαν τὴν ἔγκαιρη προειδοποίηση· αὐτὴ τὴν λειτουργία ἐξυπηρετοῦσε πιθανὸν ὁ πύργος τῆς μετέπειτα Μονῆς Σταυρονικήτα. Πολιορκίες γνώρισαν ἐπίσης οἱ Καρυές τὸ 1821, ὅταν κήρυξε ἐκεῖ τὴν Επανάσταση ὁ Ἐμμανουήλ Παππάς καὶ πολιορκήθηκε ἡ ἕδρα τοῦ Τούρκου διοικητοῦ, καὶ τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1944, ὅταν αντάρτες καὶ αντάρτισσες τοῦ ΕΛΑΣ πολιόρκησαν τὸ κτήριο τῆς ἀστυνομικῆς διεύθυνσης.

Στὰ τέλη τοῦ 16ου αἰῶνος, καταλύθηκε ὁ θεσμὸς τοῦ Πρώτου καὶ ὅλα τὰ πρωτατινὰ κελλιὰ περιῆλθαν στὴν ἐξουσία τῆς Μεγάλης Μέσης –προγενέστερη μορφὴ τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος. Γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει τὸ υπέρογκο χρέος της, ἡ Μεγάλη Μέση ἀναγκάστηκε, τὸ 1661, νὰ τὰ πουλήσει στὶς εἴκοσι κυρίαρχες Μονές, οἱ ὁποίες τὰ αγόρασαν ἀνάλογα μὲ τὴν οικονομική τους κατάσταση τὴν ἐποχὴ ἐκείνη. Ἡ Μονὴ Χιλανδαρίου ἀπόκτησε εἴκοσι τέσσερα· ἡ Μεγίστη Λαύρα δεκατέσσερα· ἡ Μονὴ Ἰβήρων ἐννέα· ἡ Μονὴ Διονυσίου ἑπτά· ἡ Μονὴ Βατοπεδίου ἕξι· οἱ Μονές Κουτλουμουσίου, Σίμωνος Πέτρας, Ἐσφιγμένου, Ἁγίου Παντελεήμονος ἀπὸ τρία· οἱ Μονές Δοχειαρίου, Φιλοθέου καὶ Σταυρονικήτα ἀπὸ δύο· οἱ Μονές Παντοκράτορος, Ξηροποτάμου, Ξενοφῶντος καὶ Κωνσταμονίτου ἀπὸ ἕνα. Οἱ ἀγοραπωλησίες δὲν ἔγιναν διαμιάς. Πρέπει δε νὰ σημειωθεῖ ὅτι, σχεδὸν ὅλες οἱ Μονὲς εἶχαν ἤδη κονάκια –ἀντιπροσωπεῖα- στὶς Καρυές, ἡ δε Μονὴ Χιλανδαρίου εἶχε ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 13ου αἰῶνος δικό της στης Καρυές, τὸ Τυπικαριὸ τοῦ Ἁγίου Σάββα. Τὰ κελλιὰ ποὺ πουλήθηκαν, συχνὰ διαιρέθηκαν σὲ δύο ἢ συμπτύχθηκαν. Τὰ περισσότερα ὅμως, παραμένουν ἀκόμη σήμερα ὅπως ἦταν.

Ἡ ὀθωμανική ἐπικυριαρχία στὸ Ἅγιον Ὄρος, διήρκεσε τετρακόσια ὀγδόντα ὀκτὼ χρόνια, ἀπὸ τὸ 1423 ἕως τὸ 1912, περισσότερο δηλαδή ἀπὸ ὅ,τι ἡ ἐπικυριαρχία τῶν αὐτοκρατόρων τοῦ Βυζαντίου ποὺ ἦταν τετρακόσια ἑξήντα χρόνια.

Ἀκολουθῶντας τὴν συμβουλὴ τοῦ τελευταίου διοικητοῦ Θεσσαλονίκης, Ἀνδρόνικου Παλαιολόγου, γιοῦ τοῦ αὐτοκράτορος Μανουὴλ τοῦ Β΄, οἱ Ἁγιορεῖτες, ὑποτάχθηκαν αὐτοβούλως στὸν Σουλτάνο Μουράτ.

Ἀρχικά, τὸ Ἅγιο Ὄρος ἀποτέλεσε τμῆμα τοῦ καζᾶ Σιδηροκαυσίων, χωρὶς ὅμως παρουσία τουρκικῶν ἀρχῶν ἐντὸς τῆς ἐπικράτειάς του. Ἀργότερα, παραχωρήθηκε ὡς τιμάριο στὴν ἐπικεφαλὴ τῆς φρουρᾶς τῶν σουλτανικῶν ἀνακτόρων, τοῦ ὁποίου ἕνας ἀντιπρόσωπος, ὁ ἀγὰς ἢ ζαμπίτης, ἔδρευε στὶς Καρυές, μὲ μία μικρὴ φρουρά.

Ἐνῶ ἀρχικά, ἡ κτηματικὴ περιουσία τῶν Μονῶν, ὄχι μόνο ἀναγνωρίστηκε ἀλλὰ ἔτυχε εὐνοϊκῆς μεταχείρισης, ἀργότερα δημεύτηκε δύο φορές· τὸ 1433, ἐπὶ σουλτάνου Μουράτ, καὶ τὸ 1568 ἐπὶ σουλτάνου Σελίμ Β΄. Καὶ τὶς δύο φορές, οἱ Ἁγιορεῖτες κατόρθωσαν νὰ ἐξαγοράσουν τὴν περιουσία τους, ὄχι ὅμως χωρὶς βαρὺ τίμημα· ἀναγκάστηκαν νὰ συνάψουν δάνεια μὲ ἐπαχθέστατους ὅρους καὶ ὑποχρεώθηκαν στὴν καταβολή ἐτησίου κεφαλικοῦ φόρου καὶ δοσιμάτων στὸ σουλτανικὸ ταμεῖο. Ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ 16ου αἰῶνος, οἱ Μονές ἐμπλέκονται σὲ κλιμακώσεις δανείων, συνάπτοντας νέα γιὰ νὰ ἐξυπηρετήσουν τὰ παλαιά. Οἱ συνέπειες ὑπῆρξαν ὀλέθριες. Τὴν ἄνθηση τοῦ β΄ μισοῦ τοῦ 18ου αἰῶνος ἀκολούθησε ἡ ἐρήμωση, στὴν ὁποία ὁδηγήθηκαν πολλὲς Μονές, ἐξαιτίας τῆς ἐγκατάστασης τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1821 τουρκικοῦ στρατοῦ κατοχῆς, μετὰ τὴν ἐξέγερση τοῦ Ἐμμανουήλ Παπὰ στὴν Χαλκιδική. Τὰ στρατεύματα ἀποχώρησαν τὸ Σάββατο τῆς Διακαινησίμου τοῦ 1830, καὶ ἔκτοτε ἡ Κυριακὴ τοῦ Θωμᾶ, τιμᾶται μὲ πανηγυρικὴ ἀγρυπνία στὸ Πρωτάτο.

Ἀξιοπρόσεχτο εἶναι ὅτι, ἐνῶ ἀναφέρεται ἡ ὔπαρξη μουσουλμανικοῦ κοιμητηρίου στὴν περιοχὴ ποὺ σήμερα ὀνομάζεται κιόσκι τοῦ Ἀγᾶ, δὲν μαρτυρεῖται πουθενὰ ἡ ὔπαρξη μουσουλμανικοῦ τεμένους στὸ Ἅγιον Ὄρος. Γεγονὸς πάντως εἶναι ὅτι, ἡ θέση τοῦ Ἀγᾶ τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἀποτελοῦσε παροιμιωδῶς τὴν δυσμενέστερη μετάθεση κρατικοῦ λειτουργοῦ σὲ ὅλη τὴν Ὀθωμανική αὐτοκρατορία. Ὁ Curzon, περιγράφει τὸν Ἀγᾶ ὡς ἀπαρηγόρητο γιὰ τὴν στέρηση τῆς οἰκογενείας του καὶ τῆς κοσμικῆς ζωῆς τῆς Κωνσταντινούπολης. Τὸ δυσμενὲς τῆς θέσης, ἀποτέλεσε θέμα μίας τουρκικῆς θεατρικῆς ἐπιθεώρησης, μὲ τίτλο: Ayonoros Kadesi

Στὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰῶνος, τὸ πόλισμα τῶν Καρυῶν, ἀποτελοῦσαν ἑξήντα ἐννέα ὅμορα κελλιά, ποὺ δὲν εἶχαν κτηματικὴ ἔκταση, ἐνῶ στὰ πέριξ, ἰδιαίτερα στὰ βορειοανατολικά, βρισκόταν ἄλλα τριάντα ἐννέα κελλιά. Ἐντὸς τῶν ὁρίων βρισκόταν καὶ ἡ Σκήτη τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου. Τὰ κελλιὰ τοῦ πολίσματος, περιλάμβαναν δεκαεννέα ἀντιπροσωπεῖα Μονῶν, τριάντα ἕνα κελλιά καὶ δεκαεννέα ἐργαστήρια. Τὰ ἐργαστήρια ἦταν παλαιὰ κελλιά μοναχῶν, τῶν ὁποίων τὸ ἐργόχειρο δὲν εἶχε πλέον ζήτηση ἢ τὸ εἶχαν ἀναλάβει λαϊκοί. Ὑπῆρχαν σταμπαδούρικα –ἐργαστήρια χαλκογραφίας-, φωτογραφεῖα, μπρουντζάδικα –ἐργαστήρια μεταλλοτεχνίας ποὺ κατασκεύαζαν μανουάλια καὶ πολυελαίους-, μαχαιράδικα –ἐργαστήρια κατασκευῆς μαχαιριῶν καὶ ὅπλων-, ὡρολογοποιεῖα, ἱεροῤῥαφεῖα, καθὼς καὶ ἐμπορικὰ καταστήματα. Ὑπῆρχαν, καὶ ὑπάρχουν ἐντὸς τῶν κελλίων, καὶ τὰ λεγόμενα κοινὰ κτήρια· ὁ ναὸς τοῦ Πρωτάτου, τὸ κτῆριο τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος, τὸ κοινό κοιμητήριο καὶ ἡ Ἀθωνιάδα Σχολή, τὸ κτῆριο τῆς ὁποίας χρησιμεύει σήμερα ὡς ἀρχονταρίκι τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος.

***

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ.

  Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ. Ὁ ἱερομόναχος Ἄνθιμος Παντοκρατορινός (κατὰ κόσμον Ἀντώνιος Κατσαλιάκης,...