Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2024

ΜΟΝΗ ΙΒΗΡΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

 

ΜΟΝΗ ΙΒΗΡΩΝ

 

Ἀπὸ τὶς Καρυές, εἴτε μέσω τοῦ τσιμεντένιου δρόμου εἴτε μέσω τοῦ μονοπατιοῦ, φτάνεις στὴν Μονὴ Ἰβήρων.

Ἡ Μονὴ Ἰβήρων, δεσπόζει στὴν πλατιὰ παραλία ποὺ σχηματίζει ὁ χείμαῤῥος τοῦ Ἰβηρίτικου Λάκκου. Στὸ βάθος, διακρίνονται οἱ στέγες ἀπὸ τὰ σπίτια τῶν Καρυῶν, οἱ τροῦλλοι ἀπὸ τὸ Σεράϊ καὶ ἡ Μονὴ Κουτλουμουσίου. Στὶς κατάφυτες πλαγιὲς ἀριστερὰ τῆς Μονῆς, διακρίνεται ὁ τροῦλλος ἀπὸ τὸ Κυριακό τῆς Ἰβηρίτικης Σκήτης τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Ψηλά, στὸν ὀρεινὸ ὄγκο τῆς Τσοῦκας, διακρίνεται μία ἄσπρη κουκκίδα, εἶναι ἕνα Κελλὶ δίπλα στὸ σπήλαιο ὅπου ἀσκήτευσε ὁ Ὅσιος Γαβριὴλ ὁ Ἴβηρ, ὁ ὁποῖος εἶδε σὲ ὅραμα τὴν ἄφιξη τῆς εἰκόνας τῆς Παναγίας τῆς Πορταΐτισσας, τῆς ἐφέστιας εἰκόνας τῆς Μονῆς, καὶ περπάτησε πάνω στὴν θάλασσα γιὰ νὰ τὴν πάρει καὶ νὰ τὴν φέρει στὴν στεριά. Στὸ σημεῖο ὅπου ὁ Ὅσιος Γαβριὴλ ἀπόθεσε τὴν εἰκόνα στὴν ξηρά, ἀνέβλυσε ἀμέσως πηγὴ γλυκοῦ νεροῦ, τὸ ἁγίασμα τῆς Παναγίας τῆς Πορταΐτισσας. Βρίσκεται σφηνωμένο σὲ ἕναν βράχο, κοντά στὸ διώροφο ψαρόσπιτο, στὴν νότια πλευρά. Τὸ ψαρόσπιτο τοῦ 19ου αἰῶνος, ἔχει ἕξι θολωτὰ λεμβοστάσια στὸ ἰσόγειο καὶ χώρους διαβίωσης στὸν πάνω ὅροφο. Ἀπὸ ἀρχιτεκτονικῆς ἄποψης εἶναι ἰδιαίτερα ἀξιόλογο καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ χρησιμοποιεῖται ἀπὸ τοὺς ψαράδες τῆς Μονῆς. Ἐκεῖ ἔμεινε ὁ Φώτης Κόντογλου ὅταν περιηγήθηκε τὸ Ἅγιον Ὄρος τὸ 1923.

Μέσα στὸν τετράπλευρο περίβολο στὴν παραλία, δίπλα στὴν ἐκβολὴ τοῦ Ἰβηρίτικου Λάκκου, βρίσκεται τὸ Κάθισμα τῆς Παναγίας τῆς Πορταΐτισσας. Ἔχει ναὸ καὶ κελλί. Ἐκεῖ, καὶ στὸ ἁγίασμα, καταλήγει ἡ λιτάνευση τῆς ἐφέστιας εἰκόνας τὴν Τρίτη τῆς Διακαινησίμου καὶ τελεῖται ἡ Θεία Λειτουργία. Ἐκεῖ τελεῖται καὶ ὁ ἁγιασμὸς τῶν υδάτων κατὰ τὴν ἑορτὴ τῶν Θεοφανείων. Στὸ σημεῖο τῆς ἐκβολῆς εἰκάζεται ὅτι πρέπει νὰ ἦταν ὁ λιμὴν τοῦ Κλήμεντος, ὅπου σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, ἀποβιβάστηκε ἡ Θεοτόκος καὶ ζήτησε ἀπὸ τὸν Χριστὸ τὴν χερσόνησο τοῦ Ἄθω ὡς ἐπίγειό της κλῆρο.

Ἀπέναντι ἀπὸ τὴν Μονή, πάνω στὸν δασωμένο λόφο, εἶναι τὸ Κελλὶ τοῦ Προφήτη Ἠλία, ὅπου μόνασε ὁ Ἅγιος πατριάρχης Γρηγόριος ὁ Ε΄.

Τὸ μεγάλο αὐτοτελὲς κτίσμα ἀνάμεσα στὴν Μονὴ καὶ στὸν λόφο, εἶναι ὁ κοιμητηριακὸς ναός τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, τοῦ 1672. Διατηρεῖ ἀναλλοίωτο τὴν ἀρχική του μορφή. Ἡ κάτοψή του εἶναι ὀρθογώνια -17,8Χ8,3 μέτρα- καὶ ἡ κόγχη τοῦ ἱεροῦ στὴν ἀνατολικὴ πλευρά, ἔχει συῤῥικνωθεῖ σὲ μία στενή, τραπεζοειδὴ προεξοχή. Ἀξιοπρόσεχτο εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι, ἡ ἀνατολικὴ ὄψη τοῦ ναοῦ, ἔφερε ξύλινη σανιδωτὴ ἐπένδυση. Ὁ ναός, δὲν εἶναι τοιχογραφημένος. Ἡ ὁροφή του καλύπτεται ἀπὸ διακοσμητικά καφασωτὰ πλαίσια, σύμφωνα μὲ τὶς ἐπιταγὲς τοῦ μπαρὸκ ῥυθμοῦ, ποὺ ἦταν πολὺ δημοφιλής στὸ Ἅγιον Ὄρος τὴν ἐποχὴ ἐκείνη. Ἐντυπωσιακὸ εἶναι τὸ ξυλόγλυπτο ἐπίχρυσο τέμπλο. Στὶς ποδιὲς τῶν δεσποτικών εἰκόνων, εἰκονίζονται φυτὰ καὶ ἄνθη σὲ ἀνθοδοχεῖο, ποὺ ἀντιγράφουν τὴν ἀνάγλυφη πλάκα τῆς κρήνης στὴν αὐλὴ τῆς Μονῆς· ἄλλη μία ὑπόμνηση τοῦ μπαρόκ. Οἱ εἰκόνες τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, τοῦ Χριστοῦ Φιλανθρώπου καὶ τῆς Θεοτόκου, χρονολογοῦνται ἀπὸ τὸ 1680. Κάτω ἀπὸ τὸν ναό, βρίσκεται τὸ ὀστεοφυλάκιο.

Ἡ κάτοψη τῆς Μονῆς, σχηματίζει τετράπλευρο. Οἱ πτέρυγες, ἀνάγονται σὲ διάφορες χρονικὲς περιόδους. Ὁ ἔντονος ὀχυρωματικὸς χαρακτῆρας τοῦ οἰκοδομικοῦ συγκροτήματος διασκεδάζεται ἀπὸ τοὺς ἐξώστες καὶ τὰ σαχνισιὰ τῆς ἀνατολικῆς ὄψης πρὸς τὴν θάλασσα. Ἀντίθετα, στὴν δυτικὴ ὄψη τοῦ 1804, καὶ στὰ δυτικὰ τμήματα τῆς βόρειας καὶ τῆς νότιας ὄψης, ποὺ δὲν ἔχουν ἐξώστες, ἡ συμμετρικὴ ὁμοιομορφία τῶν παραθύρων μὲ τὰ ἀετώματά τους, παραπέμπει στὸν νεοκλασικισμό.

***

Στὴν πεδινὴ ἔκταση τῆς ἐκβολῆς τοῦ Ἰβηρίτικου Λάκκου, στὰ νοτιοδυτικά τοῦ σημερινοῦ μοναστηριακοῦ συγκροτήματος, βρισκόταν τὸ ἀρχαῖο πόλισμα Κλεωναί. Στὴν θέση τῆς Μονῆς Ἰβήρων, βρισκόταν τὸ ἀρχαῖο μονύδριο τοῦ Κλήμεντος· ἡ ἵδρυσή του τὸν 8ο αἰῶνα συνδέεται μὲ τὸν αὐτοκράτορος Κωνσταντῖνο Δ΄ Πωγωνάτο καὶ ἡ ὀνομασία διασώζει τὴν παράδοση ὅτι τὸν 3ο αἰῶνα ἔφτασε ἐκεῖ ὁ πατριάρχης Ἱεροσολύμων Κλήμης καὶ ἐκχριστιάνισε τοὺς ειδωλολάτρες. Τὸ μονύδριο, χτίστηκε γύρω ἀπὸ τὸν ναὸ τοῦ Τιμίου Προδρόμου –σημερινὸ παρεκκλήσιο-, ὁ ὁποῖος, κατὰ τὴν παράδοση, εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀρχαιότερους ναοὺς τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ χτίστηκε ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο τὸν Μέγα πάνω σὲ ἱερὸ τοῦ Ποσειδῶνα. Ἀρχαιολογικὲς ἀνασκαφὲς σὲ βάθος ὀκτὼ μέτρων ἀπὸ τὸ δάπεδο τοῦ ναοῦ δὲν ἔχουν φέρει μέχρι σήμερα στὸ φῶς στοιχεῖα ποὺ νὰ τεκμηριώνουν τὴν ὕπαρξη ἀρχαῖου ναοῦ. Ἡ ἵδρυση τῆς Μονῆς, ἀνάγεται στὴν περίοδο 980-985 καὶ συνδέεται μὲ δύο μοναχοὺς ἀπὸ τὴν Ἰβηρία, τὸν Εὐθύμιο καὶ τὸν κατὰ σάρκα πατέρα τοῦ Ἰωάννη Βαρασβάτζε, ὁ ὁποῖος εἶχε διατελέσει σύμβουλος τοῦ βασιλιὰ τῆς Γεωργίας Δαβὶδ Κουροπαλάτη. Οἱ μοναχοὶ αὐτοί, μόναζαν στὴν Μεγίστη Λαύρα μαζὶ μὲ ἄλλους ὁμοεθνεῖς τους, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὁ στρατηγός Ἰωάννης Τορνίκιος. Ὅταν, ἐπὶ βασιλείας Βασιλείου Β΄ Βουλγαροκτόνου (976-1025) ξέσπασε ἡ ἀνταρσία τοῦ Βάρδα Σκληροῦ, ὁ αὐτοκράτορας Βασίλειος, κάλεσε τὸν Τορνίκιο καὶ τοῦ ἀνέθεσε τὴν καταστολὴ τῆς ἀνταρσίας. Ὁ Τορνίκιος, ἔβγαλε τὸ ῥάσο, φόρεσε πανοπλία καὶ ἐπὶ κεφαλῆς δώδεκα χιλιάδων στρατιωτῶν, συνέτριψε τὸν Βάρδα κοντὰ στὸν Ἄλυ ποταμό, στὴν Μικρὰ Ἀσία. Καθὼς οἱ Γεωργιανοὶ μοναχοί στὴν Μεγίστη Λαύρα πιέζονταν ἀπὸ ἔλλειψη χώρου, ὁ πνευματικός του Ἰωάννης ὁ Ἴβηρ καὶ ὁ Τορνίκιος, ζήτησαν ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα νὰ τοὺς ἐπιτραπεῖ νὰ συστήσουν δική τους Μονὴ. Μὲ τὴν συγκατάθεση τοῦ Βασιλείου Β΄, οἱ Γεωργιανοὶ ἀπέκτησαν τὸ μονύδριο τοῦ Ἰωάννου τοῦ Κολοβού στὴν Ἱερισσό, τοῦ Λεοντίου στὴν Θεσσαλονίκη, τὸ μονύδριο τοῦ Σισίκου ποὺ βρισκόταν κοντὰ στὸ σπήλαιο τοῦ Ὁσίου Γαβριήλ, καὶ τοῦ Κλήμεντος, σὲ αντάλλαγμα δύο γεωργιανῶν Μοναστηριῶν στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ στὴν Τραπεζοῦντα. Τὸ 985, χάρη στὰ λάφυρα τοῦ Τορνικίου καὶ γενναιόδωρες αὐτοκρατορικὲς χορηγίες, ἡ Λαύρα τῶν Ἰβήρων εἶχε ὁλοκληρωθεῖ, καὶ εἶχε ἀποκτήσει μὲ χρυσόβουλλο τὸ προνόμιο νὰ κατέχει μεγάλο ἰδιόκτητο πλοῖο.

Τὸν Ἰωάννη, διαδέχτηκε στὴν ἡγουμενία ὁ γιός του Εὐθύμιος. Τὸ 1034, βοήθησε τὴν Μονὴ μὲ δωρεὲς κτηματικῶν ἐκτάσεων ὁ αὐτοκράτορας Μιχαήλ ὁ Δ΄ ὁ Παφλαγών (1034-41). Στὸ Τυπικὸ τοῦ Κωνσταντίνου Μονομάχου τοῦ 1046, ἡ Μονὴ κατέχει τὴν 4η θέση στὴν ἱεραρχία. Ἡ Μονή, γνώρισε τὴν μεγαλύτερη ἀκμή της, τὴν περίοδο 1051-72, ἐπὶ ἡγουμενίας Γεωργίου Β΄ Μτατσμιντέλι καὶ Γεωργίου Γ΄ Ὀλτισέλι, ποὺ μετέφρασαν τὴν Ἁγία Γραφή, καὶ πολλὰ ἐκκλησιαστικὰ βιβλία στὰ γεωργιανά, καὶ ἵδρυσαν σχολή, ὅπου φοίτησαν ἐπιφανεῖς Γεωργιανοί, καὶ κατὰ πάσα πιθανότητα ταυτίζεται μὲ τὸ Κελλὶ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου. Ἡ Μονή, ὑπέστη καταστροφὲς στὰ χρόνια τοῦ Μιχαὴλ τοῦ Ἡ΄ τοῦ Παλαιολόγου καὶ τοῦ λατινόφρονα πατριάρχη Βέκκου· οἱ μοναχοί, ἀντιστάθηκαν στὴν ἕνωση μὲ τὴν ἐκκλησία τῆς Ρώμης καὶ πολλοὶ θανατώθηκαν μαρτυρικά, πολιορκήθηκε ἐπίσης καὶ λεηλατήθηκε ἀπὸ Καταλανοὺς καὶ Ἄραβες πειρατές, στὰ τέλη τοῦ 13ου καὶ ἀρχὲς τοῦ 14ου αἰῶνος.

Στὴν ἀνοικοδόμησή της μετὰ τὴν καταστροφή, συνέβαλε ὁ κράλης τῆς Σερβίας Στέφανος Δουσάν, καθὼς καὶ ὁ ἡγεμόνας τῆς Γεωργίας Γοργοράνης. Βαθμιαία, οἱ Ἕλληνες μοναχοὶ ὑπερτέρησαν ἀριθμητικὰ ἔναντι τῶν Γεωργιανῶν, καὶ τὸ 1357, μὲ σιγίλλιο τοῦ πατριάρχη Καλλίστου τοῦ Α΄, ἡ Μονὴ πέρασε στοὺς Ἕλληνες καὶ ὁρίστηκε νὰ γίνονται οἱ ἀκολουθίες στὰ ἑλληνικά. Οἱ δεσμοὶ μὲ τὴν Γεωργία, ὡστόσο, δὲν ἀτόνησαν· Γεωργιανοὶ ἡγεμόνες συνέβαλαν στὴν οἰκοδόμηση τῶν πύργων, τῶν τρούλλων τοῦ Καθολικοῦ καὶ τοῦ ἐξωνάρθηκα καὶ ἀφιέρωσαν στὴν Μονὴ πολλὰ μετόχια. Ἄλλωστε, ὁ τελευταῖος Γεωργιανὸς μοναχός τῆς Μονῆς, ἀπεβίωσε τὸ 1955. Τὴν ἀνοικοδόμηση τοῦ 14ου αἰῶνος, ἀκολούθησε περίοδος ἀκμῆς μέχρι τὸ τέλος τοῦ 16ου αἰῶνος, ὁπότε ἡ Μονὴ ἀντιμετώπισε σοβαρότατες οἰκονομικὲς δυσχέρειες. Χάρη στὴν γενναιόδωρη συνδρομὴ τοῦ ἡγεμόνα τῆς Γεωργίας Ἀλεξάνδρου Στ΄, κατόρθωσε νὰ ξεπεράσει τὶς δυσχέρειες, νὰ ἐπεκταθεῖ κτηριακά, καὶ νὰ αὐξήσει τὸν ἀριθμὸ τῶν μοναχῶν της. Στὰ μέσα τοῦ 17ου αἰῶνος, μετὰ ἀπὸ παράκληση τοῦ Τσάρου Ἀλεξίου (1645-77), Ἰβηρίτες μοναχοὶ πῆγαν στὴν Μόσχα ἕνα αντίγραφο τῆς εἰκόνας τῆς Παναγίας Πορταΐτισσας, χάρη στὴν ὁποία θεραπεύτηκε θαυματουργικὰ ἡ κόρη τοῦ τσάρου. Ἀπὸ εὐγνωμοσύνη, ὁ τσάρος, παραχώρησε στὴν Μονὴ Ἰβήρων τὴν Μονὴ Ἁγίου Νικολάου, κοντά στὸ Κρεμλίνο τῆς Μόσχας. Σημαντικὴ ὑπῆρξε, ἐπίσης, ἡ συνδρομὴ ἡγεμόνων τῆς Μολδοβλαχίας, ὅπως ὁ Σερμπὰν Κατακουζηνός, καθὼς καὶ πολλῶν πατριαρχών. Τὸ 1804, τὸ κτηριακό συγκρότημα ἐπεκτάθηκε πρὸς τὰ δυτικά,. Τὸ 1863 ἡ Μονὴ ὑπέστη σοβαρὲς καταστροφὲς ἀπὸ πυρκαγιά.

Ἡ Μονή, γιὰ πολλοὺς αἰῶνες, ἦταν ἰδιόῤῥυθμη. Ἐπανέκαμψε στὸ κοινοβιακὸ σύστημα τὸ 1990, ὅταν ἐπανδρώθηκε ἀπὸ μία συνοδεῖα Σταυρονικητιανῶν μοναχῶν ὑπὸ τὸν ἀρχιμανδρίτη Βασίλειο Γοντικάκη.

Στὴν Μονὴ Ἰβήρων, ἐγκαταβίωσαν γιὰ κάποιο διάστημα οἱ Νεομάρτυρες Κοσμᾶς καὶ Πέτρος, ποὺ μαρτύρησαν λίγο μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως τὸ 1453· ὁ κώδικας 512, περιέχει τὸν βίο τους καὶ ᾀσματικὴ ἀκολουθία. Μόνασαν ἐπίσης· ὁ Ἅγιος Νεομάρτυρας Κωνσταντῖνος ὁ Ὑδραῖος, ποὺ μαρτύρησε τὸ 1800 στὴν Ἑόδο καὶ ὁ ὁποῖος ὑπηρετοῦσε στὸ ἀρχονταρίκι, καὶ οἱ Ὁσιομάρτυρες· Λουκᾶς ὁ Μτιληναῖος ποὺ μαρτύρησε στὴν Μυτιλήνη τὸ 1802, Ἱλαρίων Μικραγιαννανίτης ποὺ μαρτύρησε τὸ 1804 στὴν Κωνσταντινούπολη, Εὐθύμιος ἐκ Δημητσάνης ὁ Ἰβηροσκητιώτης ποὺ μαρτύρησε τὸ 1814 στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ Κωνσταντῖνος Καυσοκαλυβίτης ὁ ἐξ Ἀγαρηνῶν ποὺ μαρτύρησε τὸ 1819 στὴν Κωνσταντινούπολη. Μόνασαν ἐπίσης οἱ λόγιοι μοναχοί· Ὅσιος Ἱερόθεος (1686-1745) καὶ Συμεὼν Καβάσιλας (αρχή 17ου αἰῶνος) καὶ ὁ πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ (+1821), πρὶν τὴν τελευταία του θητεῖα στὸν Οἰκουμενικὸ θρόνο.

Στὴν Μονή, φυλάσσεται τμῆμα τοῦ Τιμίου Ξύλου, τμῆμα τῆς ἱερᾶς Χλαμύδας, τοῦ Σπόγγου καὶ τοῦ Καλάμου τῆς Σταύρωσης. Φυλάσσονται ἐπίσης μεταξὺ ἄλλων, λείψανα τῶν Ἁγίων· Θεοδώρου τοῦ Στρατηλάτου, Βασιλείου ἐπισκόπου Ἀμασείας, Μιχαὴλ Συνάδων, Παντελεήμονος, Φωτεινῆς τῆς Σαμαρείτιδος, Εὐπραξίας, Παρασκευῆς, Κοσμᾶ καὶ Δαμιανοῦ τῶν Ἀναργύρων, Γεωργίου, Ἰακώβου τοῦ Πέρσου, Νέστορος, Εὐσταθίου, τῶν Ἁγίων Πέντε Μαρτύρων· οἱ κάρες τῶν Ἁγίων· Φωτίου Μάρτυρος, Ἱεροθέου τοῦ Ἰβηρίτου, Νικήτα· τμήματα ἀπὸ τὶς κάρες τῶν Ἁγίων· Γρηγορίου Νύσσης καὶ Ἐλευθερίου, καθὼς καὶ μύρο τοῦ Ἁγίου Δημητρίου.

***

Ἡ εἴσοδος τῆς Μονῆς, εἶναι στὴν βόρεια πτέρυγα. Ἀπέναντι, εἶναι τὸ κιόσκι μὲ θέα πρὸς τὸν πύργο τοῦ ἀρσανά –φαίνεται ὁ κεραμοπλαστικὸς διάκοσμος στὶς καταχύστρες- καὶ τὸν Ἰβηρίτικο Λάκκο. Ἀντίκρυ στὴν εἴσοδο βρίσκεται μεγάλη κρήνη μὲ φαρδιὰ λεκάνη, ποὺ ἐξυπηρετοῦσε τὸ πότισμα τῶν ὑποζυγίων· εἶναι ἡ κρήνη Σερμαράν, ποὺ ὀφείλει τὸ ὄνομά της στὸν Γεωργιανὸ κτήτορά της τὸ 1619, ἡ παροῦσα δὲ μορφή της προκύπτει ἀπὸ ἀνακαίνιση τοῦ 1845. Ἡ εἴσοδος ἔχει εὐρὺ πρόστυλο τοῦ 1867 μὲ τέσσερις κίονες. Ἀριστερὰ ἀπὸ τὴν εἴσοδο, ὑπάρχει μικρὴ πύλη, ἡ Πύλη τῆς Πορταΐτισσας, ποὺ μένει πάντα κλειστή. Πάνω ἀπὸ τὴν πύλη, ὑπάρχει παράσταση τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Στὸ διαβατικό, δύο νεότερες ζωγραφικὲς παραστάσεις, εἰκονίζουν τὴν ἕλευση τῆς Θεοτόκου στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ τὸ θαῦμα τῆς Παναγίας Πορταΐτισσας ποὺ δίνει στὸ φτωχὸ ἕνα φλουρί –σχετίζεται μὲ τὸν μικρὸ ναό, τὸ Φλουρί, ποὺ βρίσκεται στὸ μονοπάτι Καρυες-Ἰβήρων. Ἡ αὐλή, εἶναι εὐρύχωρη. Τὴν διχοτομεῖ ὁ νοητὸς ἄξονας ποὺ ἑνώνει τὴν πύλη τοῦ διαβατικοῦ μὲ τὴν πύλη τῆς νότιας πτέρυγας δίπλα στὸν ἀμυντικὸ πύργο. Τὸ ἀνατολικὸ τμῆμα τῆς αὐλῆς μὲ τὸ Καθολικό, εἶναι τὸ παλαιότερο. Τὸ δυτικὸ τμῆμα, εἶναι ἡ προσθήκη τοῦ 1804. Δεξιὰ ἀπὸ τὴν πύλη τοῦ διαβατικοῦ, βρίσκεται ἐνσωματωμένη στὸν τοῖχο τῆς πτέρυγας μιὰ ἀξιοπρόσεκτη κρήνη μὲ ἰδιαίτερα μπαρὸκ διάκοσμο τοῦ 1734. Λιγότερο πολυσύνθετος εἶναι ὁ μπαρὸκ διάκοσμος τῆς ἀνάγλυφης πλάκας στὴν κρήνη ποὺ βρίσκεται μπροστὰ στὴν τράπεζα.

Ἀριστερὰ ἀπὸ τὴν πύλη τοῦ διαβατικοῦ, βρίσκεται τὸ παρεκκλήσιο μὲ τὴν ἐφέστια εἰκόνα τῆς Παναγίας Πορταΐτισσας. Ἡ προσωνυμία ὀφείλεται στὸ γεγονὸς ὅτι, ἡ εἰκόνα εἶχε τοποθετηθεῖ μὲ κάθε ἐπισημότητα στὸ Καθολικὸ τῆς Μονῆς, μὲ τρόπο θαυματουργικὸ ἔφευγε καὶ βρισκόταν δίπλα στὴν πόρτα τῆς Μονῆς. Τὸ παρεκκλήσιο χτίστηκε ἐκ βάθρων τὸ 1680, μὲ δαπάνη τοῦ Γεωργιανοῦ ἡγεμόνα Ἀσοτάν. Οἱ τοιχογραφίες τοῦ 1683 ἔγιναν μὲ δαπάνη τοῦ ὀσπαδάρου Οὐγγροβλαχίας Σερμπὰν Κατακουζηνοῦ. Στὸν νάρθηκα εἰκονίζονται ὁ ἡγεμόνας Ασοτάν καὶ ὁ γιός του Ἰεσσαί, καθὼς καὶ οἱ πρὸ Χριστοῦ σοφοί· Θοῦλις φαραὼ τῆς Αιγύπτου, Σόλων, Χίλων, Πλάτων, Ἀριστοτέλης, Σοφοκλῆς, Θουκυδίδης καὶ Πλούταρχος. Καθένας, κρατάει ἀνοιχτὸ εἰλητάριο μὲ φράσεις σχετικὲς μὲ τὴν ἐμφάνιση τοῦ Σωτήρος Χριστοῦ. Εἰκονίζεται ἐπίσης ὁ λῃστὴς Ῥαχάϊ, ὁ ὁποῖος σὲ μία ἐπιδρομή, χτύπησε μὲ μαχαίρι τὴν εἰκόνα στὴν δεξιὰ μεριὰ τοῦ λαιμού τῆς Παναγίας, καὶ ὅταν εἶδε νὰ ἀναβλύζει αἷμα, μετανόησε, ἐκάρη μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Βάρβαρος, καὶ τιμᾶται ὡς Ἅγιος. Σὲ προσκυνητάρι μπροστὰ στὸ τέμπλο τοῦ 1785 βρίσκεται ἡ θαυματουργὸς ἐφέστια εἰκόνα. Εἶναι μαυρισμένη ἀπὸ τὴν πολυκαιρία, φέρει χρυσὸ ἀσημένιο πουκάμισο μὲ πολύτιμους λίθους καὶ ἐπιγραφὴ στὰ γεωργιανά. Μπροστά της κρέμονται πολλὰ ἀφιερώματα πιστῶν, φλουριὰ καὶ τιμαλφή.

Πίσω ἀπὸ τὸ παρεκκλήσιο τῆς Πορταΐτισσας, βρίσκεται ὁ ναὸς τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Τὸ κτίσμα, ὁ τροῦλλος, τὸ τέμπλο καὶ οἱ εἰκόνες, ἔγιναν τὸ 1710, ἐπὶ προηγουμένου Ἀγαπίου τοῦ ἐκ Βεῤῥοίας. Οἱ τοιχογραφίες τοῦ 1815 εἶναι ἔργο τῶν Γαλατσιανῶν ζωγράφων Βενιαμὸν μοναχοῦ καὶ Ζαχαρία ἱερομονάχου. Ἀνασκαφὲς στὰ θεμέλια τοῦ ναοῦ ἔφεραν στὸ φῶς ἐρείπια τοῦ ἀρχαῖου ἀρσανἀ, τοξοστοιχία παλαιότερου, καὶ ἱερὸ μὲ πρωἱμότατες τοιχογραφίες τοῦ 10ου αἰῶνος.

Στὸ κέντρο τοῦ ἀνατολικοῦ τμήματος τῆς αὐλῆς, βρίσκεται τὸ Καθολικό. Εἶναι ἀφιερωμένο στὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου καὶ ἀποτελεῖ τὸ ἀρχαιότερο κτίσμα τῆς Μονῆς. Ἔχει ὑαλόφρακτο ἐξωνάρθηκα καὶ στὴν νότια πλευρά του ὑψώνεται πύργος μὲ ῥολόϊ τοῦ 1725. Σὲ ἀντίθεση πρὸς τὶς ἄλλες Μονές, τὸ ῥολόϊ ῥυθμίζεται σύμφωνα μὲ τὴν χαλδαϊκὴ συνήθεια· ἡ ἀνατολὴ τοῦ ηλίου θεωρεῖται ὡς 12η. Δίπλα στὸ ῥολόϊ εἶναι ὁ Ἀράπης, ἀνδρείκελο νέγρου ποὺ κρατάει σφυρί, καὶ κτυπάει τὶς ὧρες. Ψηλὰ στὴν πρόσοψή τοῦυ ὑπάρχει ἐπιγραφὴ ποὺ πληροφορεῖ ὅτι: Ἔτος ζκβ΄ (7022-5508=1513), μηνὶ Σεπτεμβρίῳ, ἡγουμενεύοντος Διονυσίου ἱεροδιακόνου, ἐτελειώθη πύργος, ἐκκλησία, μπαρμπακάς (ὀχυρωματικὸς περίβολος.)

Ὁ ὑαλόφρακτος ἐξωνάρθηκας, εἶναι ὄψιμη προσθήκη. Οἱ τοιχογραφίες του ἔγιναν τὸ 1795 ἀπὸ τὸν αγιογράφο Νικηφόρο ἐξ Ἀγράφων καὶ ἐπιζωγραφίστηκαν τὸ 1888 ἀπὸ τὸν Μιχαὴλ Προδρομίτη. Εἰκονίζονται σκηνὲς ἀπὸ τὴν Ἀποκάλυψη, ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος, Ἁγιορεῖτες Ἅγιοι (μεταξὺ τῶν ὁποίων· Κοσμᾶς Ζωγραφίτης καὶ Συμεὼν Χιλανδαρινός), καθὼς καὶ οἱ κτήτορες, Βυζαντινοὶ αὐτοκράτορες καὶ Γεωργιανοὶ ἡγεμόνες.

Λιτή, εἶναι διπλή, καὶ ἔγινε τὸ 1622. Ἡ εἴσοδος τοῦ πρώτου νάρθηκα πλαισιώνεται ἀπὸ μεγάλες εἰκόνες τῶν Ἁγίων Πέτρου καὶ Παύλου· στοὺς τοίχους εἰκονίζονται μαρτύρια Ἁγίων. Στὴν νότια πλευρὰ τῆς λιτῆς, βρίσκεται τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Νικολάου μὲ τοιχογραφίες καὶ περίτεχνο τέμπλο τοῦ 1846. Στὴν βόρεια πλευρὰ τῆς λιτῆς βρίσκεται τὸ ἐπίσης ἁγιογραφημένο παρεκκλήσιο τῶν Ἀρχαγγέλων τοῦ 1812, ὅπου φυλάσσονται τὰ ἱερὰ λείψανα. Στὴν μᾶλλον σπάνια ἀπεικόνιση τοῦ Ἁγίου Σεβαστιανοῦ, τὰ βέλη μοιάζουν περισσότερο μὲ πούπουλα. Σὲ τοξωτὲς κόγχες στὸν δυτικὸ τοῖχο τῆς λιτῆς, βρίσκονται τὰ κενοτάφια τῶν κτητόρων στὰ νότια, καὶ τῶν Ἁγίων Πέτρου καὶ Ὀνουφρίου στὰ βόρεια, τῶν ὁποίων τὰ λείψανα, σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, ἀφαιρέθηκαν ἀπὸ τοὺς λατινόφρονες ὁπαδοὺς τοῦ πατριάρχη Βέκκου.

 Τὰ θυρόφυλλα τῆς εἰσόδου στὸν ναό, χρονολογοῦνται ἀπὸ τὸ 1597. Σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς σκοτεινοὺς νάρθηκες, ὁ κυρίως ναὸς εἶναι φωτεινότερος, τὸ φῶς ποὺ μπαίνει ἀπὸ τὰ παράθυρα τοῦ τρούλλου ἔχει μία χροιὰ γαλαζωπή. Ἀπὸ τὸ ἀρχικὸ κτητορικὸ Καθολικό, σώζεται στὸ κέντρο τοῦ δαπέδου ἐξαιρετικῆς τέχνης μαρμαροθέτημα τοῦ 10ου ἢ 11ου αἰῶνος. Σώζεται ἐπίσης πλάκα ἀπὸ πορφυρίτη, λίθο μὲ ὀρειχάλκινο στεφάνι, ποὺ φέρει τὴν ἐπιγραφη: Ἐγὼ ἐστερέωσα τοὺς στύλους αὐτῆς καὶ εἰς τὸν αἰῶνα οὐ σαλευθήσονται. Γεώργιος μοναχὸς ὁ Ἴβηρ καὶ κτήτωρ. Ἀπὸ τὴν ἴδια ἐποχὴ φαίνεται νὰ εἶναι ἡ ὀρθομαρμάρωση τῶν τοίχων, καθὼς καὶ οἱ τέσσερις κίονες στὶς γωνίες τῶν χορῶν. Οἱ κίονες φέρουν κιονόκρανα σὲ δεύτερη χρήση, μὲ παραστάσεις ζώων καὶ φύλλα ἀκάνθου. Δύο ἀπὸ τὰ κιονόκρανα εἶναι ἐπενδυμένα μὲ καφασωτὸ πλέγμα. Στὸ δεξιὸ προσκυνητάρι, βρίσκεται ἡ εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, στὸ ἀριστερὸ προσκυνητάρι ἡ εἰκόνα τῶν τριῶν Ἁγίων κτητόρων Ἰωάννου, Εὐθυμίου καὶ Γεωργίου. Οἱ τοιχογραφίες τοῦ κυρίως ναοῦ χρονολογοῦνται ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 16ου αἰῶνος καὶ ἀνῆκουν στὸ ἐργαστήριο τοῦ Θεοφάνη τοῦ Κρητός, φέρουν πολλές ἐπιζωγραφήσεις, ἡ ὀψιμότερη, τοῦ τέλους τοῦ 19ου αἰῶνος. Πρόσφατα καθαρίστηκαν. Στὴν νοτιοδυτικὴ γωνία, εἰκονίζεται σὲ τοιχογραφία, ὁ μοναχὸς καὶ ζωγράφος Μᾶρκος ὁ Ἰβηρίτης, δίπλα στὸν ἡγούμενο Γαβριήλ. Ὁλόγυρα στοὺς τοίχους κρέμονται φορητὲς εἰκόνες. Στοὺς χορούς, εἶναι ἐντοιχισμένα πλακάκια Ἰζνίκ, δῶρο κάποιου σουλτάνου, σύμφωνα μὲ τὰ λεγόμενα τῶν μοναχῶν. Ἐξαιρετικῆς τέχνης εἶναι τὸ τέμπλο, ποὺ πρόσφατα καθαρίστηκε, ὅπως καὶ πολλές ἀπὸ τὶς τοιχογραφίες.

Ἐντὸς Μονῆς, βρίσκονται ἄλλα δώδεκα παρεκκλήσια, μὲ φορητὲς εἰκόνες μόνο, δίχως τοιχογραφίες.

Ἀπέναντι ἀπὸ τὸ Καθολικό, βρίσκεται ἡ Τράπεζα, ποὺ χτίστηκε τὸ 1848. Ἡ κάτοψή της σχηματίζει ὀρθογώνιο καὶ ἀπολήγει σὲ κόγχη στὸ δυτικό ἄκρο. Στὴν κόγχη, βρίσκονται πέντε μεγάλου σχήματος φορητὲς εἰκόνες τῆς Δέησης. Ὁ ἄμβωνας στὴν νότια πλευρά, εἶναι μικρὸς καὶ προσβάσιμος ἀπὸ τὸ ἐξωτερικό.

Τὴν ἴδια χρονιὰ μὲ τὴν τράπεζα, χτίστηκε καὶ τὸ Καμπαναριό.

Ἀνάμεσα στὸ Καθολικό, καὶ στὴν Τράπεζα, βρίσκεται ἡ Φιάλη. Χρονολογεῖται ἀπὸ τὸ 1865. Ἡ παλαιότερη φιάλη τοῦ 1614 καταστράφηκε στὴν πυρκαγιά. Στὴν σημερινὴ φιάλη ἔχουν ἐνσωματωθεῖ θωράκια ἀπὸ τὸ παλαιὸ καθολικό. Οἱ δυτικότροπες τοιχογραφίες εἶναι ἔργο τοῦ ζωγράφου Φιλίππου τὸ 1878.

Ὁ πενταώροφος ἀμυντικὸς πύργος τῆς νότιας πτέρυγας τοῦ 1513, ἀποτελοῦσε παλαιὰ τὴν νοτιοδυτικὴ γωνία τοῦ μοναστηριακοῦ συγκροτήματος, τὸ ὁποῖο ἐπεκτάθηκε δυτικὰ τοῦ πύργου τὸ 1804-1806. Φαίνεται ὅμως ὅτι ὑπῆρχε προγενέστερος πύργος, στὸν ὁποῖοι κατέφυγαν οἱ μοναχοί γιὰ νὰ γλιτώσουν ὅταν ἡ Μονὴ λεηλατήθηκε ἀπὸ Καταλανοὺς καὶ Ἀγαρηνοὺς πειρατές. Ὁ πύργος ὑπέστη σοβαρὲς ζημιές ἀπὸ τὸν σεισμὸ τοῦ 1905 καὶ εἶναι πιθανόν νὰ κατεδαφίστηκε ἐν μέρει ἀπὸ τοὺς μοναχούς, γιὰ νὰ ἀποφευχθεῖ ὁ κίνδυνος κατάῤῥευσης. Τὸ κεντρικὸ τμῆμα τῆς νότιας πτέρυγας ἀνακαινίστηκε καὶ στεγάζει βιβλιοθήκη, σκευοφυλάκιο καὶ συνοδικό. Ὁρισμένα ἀπὸ τὰ κελλιὰ τῆς πτέρυγας αὐτῆς χρονολογοῦνται ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ποὺ ἡ Μονὴ ἦταν ἰδιόῤῥυθμη, καὶ διασώζουν τὸ πατάρι ὅπου κοιμόταν ὁ υποτακτικὸς τοῦ γέροντα.

Τὸ σκευοφυλάκιο βρίσκεται πάνω ἀπὸ τὴν Λιτή. Τὸ σκευοφυλάκιο εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ σπουδαία τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Φυλάσσονται χρυσοκέντητα ἄμφια, ἐκκλησιαστικὰ σκεύη, ἡ ἀρχιερατικὴ στολὴ τοῦ πατριάρχη Διονυσίου Δ΄, ὁ μανδύας τοῦ πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄, μία θαυμάσια χρυσοκέντητη πύλη μὲ παράσταση τῆς Κοιμήσεως τοῦ Θεοτόκου ἔργο τῆς κεντήτριας Κοκκόνας Ὡρολογᾶ ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη. Φυλάσσεται ἐπίσης ὁ αὐτοκρατορικὸς σάκκος τοῦ Ἰωάννου Τσιμισκῆ, ποὺ πιθανόν νὰ πρόκειται γιὰ ἀρχιερατικὸ ἔνδυμα τοῦ 15ου αἰῶνος, καὶ τμῆμα τῆς πανοπλίας τοῦ στρατηγοῦ Τορνικίου. Φυλάσσεται ἐπίσης ἐπίχρυσο δισκοπότηρο (1587-88) μὲ μικρογραφίες τοῦ Δωδεκάορτου, σπάνιο δεῖγμα μικροτεχνίας. Παραστάσεις τοῦ Δωδεκάορτου συναντᾶμε ἐπίσης στὸ ἐπίχρυσο κάλυμμα Εὐαγγελίου (1578-1605) δῶρο τοῦ πατριάρχη Ἀμπχαζίας Εὐθυμίου. Ἀξιόλογη εἶναι μία φορητὴ εἰκόνα τῆς Γεννήσεως τοῦ 18ου αἰῶνος, ἔργο ἁγιορείτικου ἐργαστηρίου, ἡ θεματογραφία καὶ ἡ τεχνοτροπία τῆς παραπέμπουν στὴν τέχνη τοῦ 14ου αἰῶνος, ἀλλὰ ταυτόχρονα ὑπάρχουν στοιχεῖα προσωπικοῦ ὕφους. Ἀξιοπρόσεχτο ἐπίσης εἶναι τὸ ὠμοφόριο τοῦ Ἰωαννικίου τοῦ 18ου αἰῶνος, ποὺ φέρει παραστάσεις σχετικές μὲ τὶς δύο φύσεις τοῦ Χριστοῦ. Περίφημο καύχημα τῆς Μονῆς εἶναι ἡ ἑπτάφωτη λυχνία σὲ σχῆμα λεμονιάς, ὕψους περίπου ἑνάμιση μέτρου μὲ τριάντα ἐπάργυρα λεμόνια καὶ ἑπτὰ κηροπήγια. Ἡ ἐπιγραφή της στὰ ἑλληνικὰ καὶ ῥωσσικά, δηλώνει ὅτι δωρήθηκε στὴν Μονὴ ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῆς Μόσχας τὸ 1818. Ὅταν ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Πορταΐτισσας μεταφέρεται ἀπὸ τὸ παρεκκλήσιο στὸ καθολικό, κατὰ τὶς ἑορτὲς τῶν Χριστουγέννων, τοῦ Πάσχα καὶ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, ἡ λυχνία τοποθετεῖται μπροστὰ στὴν εἰκόνα καὶ ἀγλαΐζει τὸν ναό.

Ἡ καλὰ ὀργανωμένη Βιβλιοθήκη, στεγάζεται σὲ ἰσόγειο αὐτοτελὲς κτίσμα, δίπλα στὴν Τράπεζα. Φυλάσσονται περίπου δύο χιλιάδες χειρόγραφα καὶ δεκαπέντε λειτουργικὰ εἰλητάρια· ἑκατὸν εἴκοσι τρεῖς κώδικες εἶναι περγαμηνοί, καὶ οἱ υπόλοιποι βομβύκινοι ἢ χαρτῶοι. Περίπου ἑκατὸ κώδικες εἶναι γεωργιανοί, ἐνῶ ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς περιέχει τὸ ἀρχαιότερο χειρόγραφο τοῦ Λειμωναρίου τοῦ Ἰωάννου Μόσχου.

Ἐκτὸς Μονῆς, πρὸς τὰ δυτικά, βρίσκεται λιθόχτιστο γεφύρι μὲ τρεῖς καμάρες, καθὼς καὶ τὸ ὑδραγωγεῖο, ποὺ κτίστηκε κατὰ τὰ ἔτη 1617-1619, ἐπὶ ἡγουμενίας Γαβριήλ, μὲ διπλή σειρὰ τόξων. Ἐκεῖ κοντὰ εἶναι τὸ λεπροκομεῖο τῆς Μονῆς καὶ πιὸ πέρα ἐργατόσπιτα καὶ ξενῶνες.

Τὰ ἐξαρτήματα τῆς Μονῆς, περιλαμβάνουν τὴν ἰδιόῤῥυθμη Σκήτη τοῦ Τιμίου Προδρόμου, Καθίσματα καὶ Κελλιὰ στὶς πλαγιές τοῦ Ἰβηρίτικου Λάκκου πρὸς τὶς Καρυές, πρὸς τὴν κατεύθυνση τῆς Μονῆς Φιλοθέου καὶ Κελλιά μέσα καὶ γύρω ἀπὸ τὶς Καρυές. Τὸ Κελλί τοῦ Ἁγίου Δημητρίου χρησιμοποιείται ὡς ἀντιπροσωπεῖο. Κάποια ἀπὸ τὰ κελλιά, ἦταν ἀρχαῖα μονύδρια, ὅπως τοῦ Σαραβάρη καὶ τῶν Τεσσαράκοντα Μαρτύρων. Τὸ Κελλὶ τῆς Ἁγίας Ζώνης στὴν θέση Μαγουλᾶ, κοντά στὴν Μονὴ Φιλοθέου, ἦταν τὸ ἡσυχαστήριο τοῦ Χάλδου, ποὺ ἤκμασε κατὰ τὸν 10ο αἰῶνα. Ἐκεῖ κοντὰ ἦταν καὶ τὰ μονύδρια τοῦ Κάσπακα καὶ τοῦ Ἀτζιπάνου. Παλαιότερα ὑπῆρξε καὶ Σκήτη Μαγουλᾶ, τῆς ὁποίας τὸ Κυριακὸ ἦταν ἐκεῖ ποὺ βρίσκεται σήμερα τὸ Κελλί τῶν Ἁγίων Πέτρου καὶ Ὀνουφρίου.

Μετόχια τῆς Μονῆς, ἀναφέρονται στὴν Μόσχα, στὴν Τιφλίδα τῆς Γεωργίας, στὴν Ἱερισσό, στὴν Καλάνδρα τῆς Κασσάνδρας, στὸ Ζαγκλιβέρι τῆς Χαλκιδικῆς, στὸ Μελένικο τῆς Βουλγαρίας, στὴν Ἀδριανούπολη καὶ στὴν Ῥουμανία. Ἰδιαίτερα σημαντικὸ εἶναι τὸ γυναικεῖο μετόχι τῆς Παναγίας τῆς Κορνοφωλιάς στὸ Σουφλί τοῦ Ἔβρου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ.

  Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ. Ὁ ἱερομόναχος Ἄνθιμος Παντοκρατορινός (κατὰ κόσμον Ἀντώνιος Κατσαλιάκης,...