ΣΚΗΤΗ ΑΓΙΟΥ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ
Ἡ Σκήτη τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, βρίσκεται στὴν βόρεια πλαγιὰ τοῦ Ἰβηρίτικου Λάκκου καὶ ἔχει ὑπέροχη θέα πρὸς τὶς Καρυές, καὶ πρὸς τὴν θάλασσα. Ἡ πληθώρα τῶν Κελλιῶν τῆς περιοχῆς, καθιστᾶ δυσδιάκριτα τὰ ὅριά της, ἀλλὰ εὔκολα ἐντοπίζεται ἀπὸ τὰ δύο πελώρια δίδυμα κυπαρίσσια ποὺ ὑψώνονται μπροστὰ στὸ Κυριακό. Σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, εἶναι ηλικίας 770 καὶ 220 χρονῶν.
Φτάνεις κανεὶς στὴν Σκήτη, εἴτε ἀκολουθῶντας τὸν κατηφορικὸ δρόμο ἀπὸ τὴν εἴσοδο τῆς Μονῆς Κουτλουμουσίου, ἀφήνοντας στὰ δεξιὰ τὸ μονοπάτι πρὸς Μονὴ Ἰβήρων, εἴτε στρίβοντας δεξιά, ἀπὸ τὸν ἁμαξιτὸ δρόμο Καρυἐς-Ἰβήρων. Τὸ σύνορο τῆς περιοχῆς τῆς Σκήτης ὁρίζει τὸ προσκυνητάρι τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος· μέχρι ἐκεῖ φτάνει ἡ λιτάνευση τῆς εἰκόνας τοῦ Ἄξιόν Ἐστί, καὶ κατόπιν ἀνηφορίζει γιὰ νὰ ἐπιστρέψει στὸ Πρωτάτο.
Ἀρχικά, ἡ Σκήτη ἦταν Κελλὶ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, τὸ ὁποῖο βρισκόταν στὴν θέση τοῦ σημερινοῦ Κυριακοῦ καὶ γύρω του ὑπῆρχαν καλύβες ἀσκητῶν. Τὸ 1780, ὁ ἱερομόναχος Χαράλαμπος, ζήτησε ἀπὸ τὴν Μονὴ τὸ Κελλί, γιὰ νὰ συγκροτήσει Σκήτη. Τὸ ἀγόρασε γιὰ ἑκατὸν δέκα γρόσια. Σύντομα, ἡ Σκήτη ἀριθμοῦσε τριάντα μὲ σαράντα μοναχούς.
Τὸ Κυριακό, θεμελιώθηκε τὸ 1782, καὶ ἐγκαινιάστηκε τὸ 1790. Μεγάλο μέρος τῆς δαπάνης, ἀνέλαβαν χριστιανοὶ ἀπὸ τὴν Ἀντίγονο τῶν Πριγκηποννησίων. Ἡ ἔλλειψη σαφοὺς καταστατικοῦ, ὁδήγησε σὲ προστριβὲς μὲ τὴν Μονή. Τὸ 1779 μὲ σιγίλλιο τοῦ πατριάρχη Νεοφύτου, ἀναγνωρίστηκε ἐπισήμως ὡς Σκήτη.
Τὸ 1799, ἐγκαταβίωσε στὴν Σκήτη ὁ ὀνομαστὸς πνευματικὸς Κύριλλος Καστανοφύλλης, ποὺ διετέλεσε γραμματέας τοῦ Ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου. Τὸ 1808, ἦρθε καὶ μόνασε κοντά του ἐπὶ τέσσερα χρόνια, ὁ Ὁσιομάρτυς Γεράσιμος ὁ Νέος, ἀπὸ τὸ Μεγάλο Χωριὸ Εὐρυτανίας, ποὺ μαρτύρησε τὸ 1812 στὴν Κωνσταντινούπολη· τμῆμα τοῦ λειψάνου του δωρήθηκε τὸ 1903 στὴν Σκήτη ἀπὸ τὴν Μονὴ Προυσοῦ. Τὸ 1895, μόνασε στὴν Καλύβη τῆς Ὑπαπαντῆς, ὁ πρώην μητροπολίτης Κάσου καὶ Καρπάθου Νεῖλος.
Τὸ Κυριακὸ τῆς Σκήτης, τοῦ 1790, εἶναι ἀφιερωμένο στὸν Ἅγιο Παντελεήμονα, ὁ ὁποῖος ἐπιτέλεσε καὶ ἐπιτελεῖ πολλὰ θαύματα. Χάρη σὲ θαῦμά του, μετὰ ἀπὸ ὁλονύκτια παράκληση ἀνέβλυσε νερὸ στὸ φρεσκοσκαμμένο πηγάδι τῆς Σκήτης, ἡ ὁποία μαστιζόταν ἀπὸ λειψυδρία, τὸ νερό μάλιστα εἶχε χρῶμα γάλακτος, ὅπως τὸ γάλα ποὺ ἔρευσε ἀντὶ γιὰ αἷμα ὅταν ἀποκεφαλίστηκε ὁ Ἅγιος. Μία ἀπὸ τὶς ἀσημένιες καντῆλες στὸν ναό, φέρει τὴν ἐπιγραφή: Λόγῳ εὐλαβείας τῷ Ἁγίῳ Παντελεήμονι, ἀφιερώθη παρὰ τοῦ γέροντος Ματθαίου Κομβολογά, κελλίον διονυσιάτικον Γέννησις τῆς Θεοτόκου, 1921. Ἡ αφιέρωση ἀναφέρεται στὴν θαυματουργικὴ ἴαση τοῦ γέροντος, ὁ ὁποῖος τιμωρήθηκε μὲ βαριὰ ἀῤῥώστια καὶ φρικτοὺς πόνους, ὅταν δὲν έδωσε στοὺς σκητιῶτες πατέρες τὸ σωστὸ ἀντίτιμο γιὰ τὶς τέσσερις ὀκάδες τούρκικα ἀσημένια νομίσματα ποὺ βρῆκε, πέφτοντας ἀπὸ μία συκιά, ἕνας μοναχὸς τῆς Καλύβης τῶν Ἁγίων Πάντων.
Γιὰ νὰ ἐπισκεφθεῖτε τὸ Κυριακό, πρέπει νὰ βρεῖτε τὸν Δικαίο, σὲ κάποια ἀπὸ τὶς τριγύρω καλύβες. Στὸ ὑπέρθυρο τῆς νότιας εἰσόδου, κάτω ἀπὸ τὸ κιονωτὸ πρόστεγο, σώζεται ἐπιζωγραφισμένο λιθανάγλυφο τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος. Τὸ συγκρότημα τοῦ Κυριακοῦ συμπεριλαμβάνει τράπεζα καὶ ἀρχονταρίκι. Στὸ ὑπέρθυρο τοῦ ἐξωτερικοῦ δυτικοῦ τοίχου εἰκονίζεται ὁ Ἅγιος Παντελεήμονας, ἔργο τοῦ Ἁγιαννανίτη μοναχοῦ Σωφρονίου, τὸ 1852, ἐπὶ Δικαίου Δαμιανοῦ. Ὁ ναός εἶναι σκοτεινός, καὶ τοιχογραφημένος. Ὁ τροῦλλος καὶ ὁ δεξιὸς χορός, ἱστορήθηκαν τὸ 1868. Οἱ εἰκόνες τοῦ τέμπλου χρονολογοῦνται ἀπὸ τὸ 1791. Ἡ μεγάλη θαυματουργὴ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, τοῦ 18ου αἰῶνος, φέρει ἀσημένιο πουκάμισο. Ὑπάρχει ἐπίσης εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, τοῦ 13ου ἢ 14ου αἰῶνος, μὲ ἀσημένιο πουκάμισο στὸ ἱερὸ βῆμα, καθὼς καὶ εἰκόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου τοῦ 11ου ἢ 12ου αἰῶνος, παλαιοσλαβονικῆς τέχνης. Ἐξαιτίας τῆς μεγάλης ὑγρασίας, μεγάλο τμῆμα τοῦ εἰκονογραφικοῦ διακόσμου εἶναι πάνω σὲ φύλλα λαμαρίνας, προσαρμοσμένα στὸν τοῖχο. Νοτιοδυτικὰ τοῦ Κυριακοῦ, βρίσκεται τὸ τριώροφο καμπαναριό. Εἶναι αὐτοτελὲς κτίσμα τοῦ 1792 ποὺ οἰκοδομήθηκε πάνω στὴν στέρνα. Ἡ μεγάλη καμπάνα ἀγοράστηκε τὸ 1883 μὲ συνδρομὴ τῶν σκητιωτῶν μοναχῶν. Ἡ βιβλιοθήκη τῆς Σκήτης, τοῦ 1848, περιλαμβάνει σαράντα χαρτῶα χειρόγραφα, ἐκκλησιαστικοῦ περιεχομένου.
Νοτιοανατολικὰ τοῦ Κυριακοῦ, βρίσκεται ὁ κοιμητηριακὸς ναὸς τῆς Σκήτης, τοῦ 1799, ἀφιερωμένος στὸ Γενέσιο τοῦ Τιμίου Προδρόμου, ποὺ χτίστηκε ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Σεῤῥῶν Κωνσταντῖνο καὶ τὸν ἱερομόναχο Σωφρόνιο. Ἡ ἐπιγραφὴ στὸ ὑπέρθυρο λέει: «Βλέπων τὰ ὀστὰ ἐν τῷ κοιμητηρίῳ τούτῳ πατερών, θρηνῷ τε καὶ δακρύῳ, οἴμοι! Θάνατε, πῶς φόβον σου ἐνέγκω, πῶς ἄλλως; ἢ σοῦ πάντοτε μνημονεύω. Λοιπὸν ἀδελφοὶ μνήμην ἀεὶ θανάτου ἔχοντες, τὸν φόβον ἐκβάλετε θανάτου.
***
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου