ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ
Γνωστὴ καὶ ὡς Ῥωσσικό, ἡ Μονὴ Ἁγίου Παντελεήμονος, μεταφέρθηκε στὴν σημερινή της τοποθεσία στὶς ἀρχὲς τοῦ 19ου αἰῶνα.
Στὴν ἰδιαιτερότητα τῆς ἀρχιτεκτονικῆς τῶν ναῶν τῆς, ποὺ ἀκολουθοῦν τὸν ῥωσικὸ ῥυθμό, καὶ ἔχουν βολβόσχημους τρούλους, προστίθεται τὸ γεγονός ὅτι οἱ στέγες τῶν ναῶν δὲν εἶναι μολυβδοσκέπαστες, ὅπως συνηθίζεται, ἀλλὰ σκεπασμένες μὲ φύλλα χαλκοῦ ποὺ ὀξειδώνονται καὶ ἀποκτοῦν πράσινο χρῶμα.
Ἡ γιγάντια κλίμακα τῶν κτισμάτων, ἐντυπωσιάζει. Στὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰῶνα, ὅταν γνώρισε τὴν μεγαλύτερή της ἀκμή, στὴν Μονὴ ἐγκαταβίωναν περισσότεροι ἀπὸ δύο χιλιάδες μοναχοί. Τὸ πολυώροφο κτίσμα στὴν παραλία, ἦταν νοσοκομεῖο γιὰ μοναχούς. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, διηγεῖται ὁ Μωραϊτίδης, ἄποροι κελλιῶτες καὶ σκητιῶτες μοναχοί, ἔρχονταν μὲ κωπήλατες βάρκες ἀπὸ τὴν ἄκρη τῆς χερσονήσου γιὰ νὰ πάρουν τὶς ἐλεημοσύνες ποὺ μοίραζε τὸ Ῥωσσικὸ Μοναστήρι. Στὸ κτήριο μὲ τοὺς ἐξώστες δίπλα στὸ νοσοκομεῖο, μόνασε ὁ Ὅσιος Σιλουανὸς ὁ Αθωνίτης, ποὺ ἑορτάζει στὶς 24 Σεπτεμβρίου.
Ἡ κάτοψη τῆς Μονῆς, σχηματίζει τετράπλευρο. Ἰδιαίτερα ἐπιβλητικὴ εἶναι ἡ πολυώροφη βόρεια πτέρυγα. Ὁ ἀρχικὸς κτηριακὸς πυρήνας ἦταν πολὺ μικρότερος, καὶ σχημάτιζε ἕνα ὀρθογώνιο γύρω ἀπὸ τὸ καθολικό. Ἡ ἐπέκτασή του ὁδήγησε στὴν διεύρυνση τοῦ περιβόλου καὶ στὴν ἐνσωμάτωση τῶν πολυώροφων κτισμάτων ποὺ εἶχαν ἀνεργεθεῖ στὴν παραλία. Ὑπῆρχαν σχέδια οἰκοδόμησης ἑνὸς μεγαλύτερου Καθολικοῦ, ἀλλὰ οἱ πολιτικὲς ἐξελίξεις στὴν Ῥωσσία, δὲν ἐπέτρεψαν τὴν ὑλοποίησή τους.
Τὸ 1143, παραχωρήθηκε, μὲ ἀπόφαση τοῦ Πρώτου, ἡ Μονὴ τοῦ Ξυλουργοῦ– ἡ σημερινὴ Σκήτη Βογορόδιτσας- σὲ Σέρβους μοναχοὺς ἀπὸ τὸ Ῥαοῦστο –σημερινό Κότορ, στὸ Μαυροβούνιο. Εἴκοσι πέντε χρόνια ἀργότερα, οἱ Σέρβοι μοναχοὶ πληθύνθηκαν, καὶ τὸ 1169 τοὺς παραχωρήθηκε ἡ Μονὴ τοῦ Θεσσαλονικέως, στὴν ὁποία μετακόμισαν, κρατώντας τὴν Μονὴ Ξυλουργοῦ ὡς Σκήτη. Ἡ Μονή, ἔχαιρε τῆς προστασίας τῶν Σέρβων ἡγεμόνων, ἐκεῖ ἐκάρη μοναχὸς ὁ πρίγκιπας Ῥάτκο, γιός τοῦ κράλη Στέφανου Νεμάνια, καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Σάββας. Μετὰ τὴν πτώση τοῦ βασιλείου τῶν Σέρβων τὸ 1509, ἡ χήρα τοῦ κράλη Στέφανου, Ἀγγελίνα, ἐκάρη μοναχή καὶ ζήτησε ἀπὸ τὸν Ῥῶσσο Μέγα Πρίγκιπα Βασίλειο Γιοβάνοβιτς (1505-33) νὰ θέσει τὴν Μονὴ τοῦ Θεσσαλονικέως ὑπὸ τὴν προστασία του. Ἔκτοτε, οἱ δεσμοὶ μὲ τὴν Ῥωσσία ἔγιναν στενοί, καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν Ῥώσσων μοναχῶν αὐξανόταν μετὰ τὴν ἐκδίωξη τῶν Μογγόλων ἀπὸ τὴν Ῥωσσία τὸ 1497. Στὸ Γ΄ Τυπικό τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἡ Μονὴ κατεῖχε τὴν 5η θέση στὴν ἱεραρχία. Στὰ μέσα τοῦ 16ου αἰῶνα ἡ Μονή, ἀντιμετώπισε οἰκονομικά προβλήματα τόσο σοβαρά, ὥστε ἀναγκάστηκε νὰ κλείσει. Ὁ Ῥῶσσος περιηγητὴς Β. Γ. Μπάρσκι ἀναφέρει ὅτι, στὸ πρῶτο ταξίδι του τὸ 1725/6, βρῆκε μόνο δύο Ἕλληνες μοναχούς, καὶ δύο Βουλγάρους, ἐνῶ στὸ δεύτερο ταξίδι του τὸ 1744, δὲν βρῆκε κανέναν. Ἡ Μονὴ περιῆλθε ξανά σὲ χέρια Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι, τὸ 1765, ἐπὶ πατριάρχη Σαμουήλ Β΄ τοῦ Χαντζερή, αποφάσισαν νὰ μετεγκατασταθεῖ ἡ Μονὴ στὴν σημερινή θέση, ὅπου βρισκόταν ὁ ἀρσανὰς καὶ ὁ παραθαλάσσιος πύργος τῆς Μονῆς τοῦ Θεσσαλονικέως, καὶ ὅπου τὸ 1667 ὁ ἐπίσκοπος Ἱερισσοῦ Χριστοφόρος, εἶχε χτίσει ναΐδριο ἀφιερωμένο στὴν Ἀνάσταση. Γενναιόδωρες δωρεὲς μίας σειρὰς ἡγεμόνων τῆς Μολδοβλαχίας ποὺ προέρχονταν ἀπὸ τὴν οἰκογένεια Καλλιμάχη, επέτρεψαν στὴν Μονὴ νὰ ὀρθοποδήσει οἰκονομικά, καὶ νὰ ἐπεκταθεῖ. Ἡ συνδρομή τους ἦταν τόσο μεγάλη ὥστε τὸ 1806 ἡ Μονὴ ὀνομάστηκε αὐθεντικὸ Κοινόβιο τῶν Καλλιμάχηδων (αὐθεντικό, προέρχεται ἀπὸ τὴν λέξη αὐθέντης/ἀφέντης) καὶ καταργήθηκε ἡ προσωνυμία Ῥωσσικό, ποὺ τῆς εἶχε αποδοθεί λόγω τῆς ἐθνικῆς καταγωγῆς τῶν μοναχῶν τῆς.
Ἡ Μονή, ἀναγνωρίζεται ὡς κοινοβιακὴ τὸ 1803, μὲ σιγίλιο τοῦ Πατριάρχη Καλλινίκου τοῦ Ε΄. Πρῶτος ἡγούμενος τῆς κοινοβιακῆς Μονῆς ἀναλαμβάνει ὁ Ξενοφωντινὸς ἱερομόναχος Σάββας ὁ Πελοποννήσιος. Μὲ τὴν συνδρομή τοῦ Σκαρλάτου Καλλιμάχη, οἰκοδομήθηκαν πολλὰ νέα κτίρια, καθὼς καὶ τὸ Καθολικό, ποὺ ἐγκαινιάστηκε τὸ 1805 ἀπὸ τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη Γρηγόριο τὸν Ε΄. Ὁ τελευταίος Ἕλληνας ἡγούμενος ἦταν ὁ ἱερομόναχος Γεράσιμος, ὁ ὁποῖος ἐξελέγη τὸ 1832. Ἡ σοβαρὴ ἔνδεια στὴν ὁποία περιῆλθαν οἱ ἐλάχιστοι πλέον μοναχοὶ τῆς Μονῆς, τοὺς ἔκανε νὰ δεχτοῦν τὸ 1838 νὰ κοινοβιάσουν στὴν Μονὴ Ῥῶσσοι μοναχοί, ποὺ μόναζαν σὲ κελλιὰ τῆς Καψάλας. Ὁ αριθμός τῶν Ῥώσσων αὐξήθηκε ῥαγδαῖα· τὸ 1869 ἦταν ἤδη διακόσιοι πενήντα μὲ τριακόσιοι, ἔναντι ἑκατὸν ἐνενήντα Ἑλλήνων. Ὁ πρῶτος Ῥῶσσος ἡγούμενος, ἀρχιμανδρίτης Μακάριος, ἐξελέγη τὸ 1875. Ἡ αὔξηση αὐτή, δημιούργησε προστριβές, καὶ τὸ θέμα ἔφτασε στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο. Παρά τὶς πρὸς τὸ ἀντίθετο συστάσεις τοῦ Ἀντωνίου Ψυχάρη, μέλους τοῦ κληρικολαϊκοῦ συμβουλίου, τὸ Πατριαρχεῖο, ἀναγνώρισε τὴν ἐπικυριαρχία τῶν Ῥώσσων καὶ ὀνόμασε τὴν Μονἠ· Ῥωσσικό Κοινόβιο τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος. Οἱ Ἕλληνες μοναχοί, διασκορπίστηκαν σὲ ἄλλες Μονὲς τοῦ Ἄθω καὶ σὲ ὁρισμένες περιπτώσεις ἀπομακρύνθηκαν διὰ τῆς βίας ἀπὸ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα. Μέσα σὲ τριάντα χρόνια, ὁ ἀριθμὸς τῶν Ῥώσσων ἔφτασε τὶς δύο χιλιάδες. Τὸ πλῆθος τῶν βοηθητικῶν κτισμάτων, ἀντανακλὰ τὶς ἀνάγκες τοῦ μεγάλου αὐτοῦ πληθυσμοῦ. Ἡ Μονή, εἶχε στὴν κατοχή της ἀτμοκίνητο σκάφος, ἱστιοφόρο, φορτηγίδες, ἐνῶ ἦταν ἐξοπλισμένη μὲ πυροσβεστικες ἀντλίες. Ἐπίσης, εἶχε πλῆρες καὶ ὀνομαστὸ φωτογραφικὸ ἐργαστήριο, καὶ διατηροῦσε γραφεῖο ἐπιστολογραφίας, τὴν ὁποία διεκπεραίωναν ὀγδόντα μὲ ἑκατο μοναχοί.
Στὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰῶνα ἐξαπλώθηκε, κυρίως μεταξὺ τῶν κελλιωτῶν Ῥώσσων μοναχῶν, ἡ δοξασία τῆς ὀνοματολατρίας, ἡ πίστη δηλαδὴ ὅτι, οἱ ἴδιοι οἱ φθόγγοι τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ, ἁγιάζουν ἑκεῖνον ποὺ τοὺς προφέρει. Ἡ Ἱερὰ Κοινότητα, δὲν ἄργησε νὰ καταδικάσει τὴν δοξασία ὡς αἵρεση καὶ πλάνη· ἡ γενικὴ ἄποψη τῶν Ἁγιορειτῶν ἦταν ὅτι, οἱ μοναχοί αὐτοί, ἄφησαν τὸ κεφάλι καὶ προσκυνοῦν τὴν σκούφια. Ὁ ἀριθμὸς τῶν ὀνοματολατρῶν αὐξήθηκε στὸ Ῥωσσικὸ Μοναστήρι, καὶ καθὼς οἱ ὀνοματολάτρες ἀρνοῦνταν νὰ μνημονεύσουν τὸν τσάρο, ὁ τσάρος Νικόλαος ὁ Β΄, ἔστειλε τὸ 1913 ἀντιτορπιλικό, τὸ ὁποῖο ἀπέκλεισε τὴν Μονὴ ἀπὸ τὴν θάλασσα καὶ ἐνδεχομένως τὴν βομβάρδισε. Στρατιωτικὰ τμήματα συνέλαβαν τοὺς ὀνοματολόγους μοναχούς, κάποιοι ἀπὸ τοὺς οποίους βρῆκαν τὸν θάνατο στὶς ταραχές. Οἱ μοναχοί, ἐξορίστηκαν στὸν Καύκασο, ὅπου λίγο ἀργότερα οἱ περισσότεροι ἐκτελέστηκαν ἀπὸ τοὺς μπολσεβίκους. Ἡ πράξη τοῦ τσάρου ἀποτελοῦσε, βέβαια, κλασικὸ καὶ κυριολεκτικὸ παράδειγμα διπλωματίας τῆς κανονιοφόρου, σὲ μία ἐποχὴ ποὺ τὸ διεθνὲς καθεστὼς τοῦ Ἁγίου Ὄρους δὲν εἶχε ἀκόμη παγιωθεῖ μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσή του ἀπὸ τὸν τουρκικὸ ζυγό. Ἡ πράξη του αὐτὴ ὅμως, διόλου δὲν ἔχει ἐπηρεάσει τοὺς μοναχοὺς τῆς Μονῆς, οἱ ὁποῖοι ἀναγνωρίζουν τὴν ἀνακήρυξή του σὲ Ἅγιο καὶ τὸν τιμοῦν ὅπως ὀφείλεται. Ἡ Μονή, ἀκολούθησε πορεῖα παρακμῆς μετὰ τὴν Ὀκτωβριανή Ἐπανάσταση τοῦ 1917 καὶ ἔφτασε στὰ ὅρια τῆς ἐρήμωσης. Τὸ 1968, ὑπέστη τεράστια καταστροφὴ ἀπὸ πυρκαγιά. Μετὰ τὶς πολιτικὲς ἀνακατατάξεις στὴν Ῥωσσία τὸ 1989, αὐξάνεται ὁ ἀριθμὸς τῶν νέων μοναχῶν, ποὺ εἶναι στὴν πλειοψηφία τους οὐκρανικῆς καταγωγῆς.
Στὴν Μονή, ἐγκαταβίωσαν γιὰ κάποιο διάστημα οἱ Ἅγιοι Νεομάρτυρες· Νικήτας ποὺ μαρτύρησε στὶς Σέῤῥες τὸ 1810 καὶ Παῦλος ποὺ μαρτύρησε στὴν Τρίπολη τὸ 1818. Ἐκεῖ μόνασε ὁ Ὅσιος Σιλουανὂς ὁ Αθωνίτης. Συχνά τὴν ἐπισκεπτόταν καὶ ἐκεῖ εκοιμήθη τὸ 1867 ὁ ἱερομόναχος Ἄνθιμος ἀπὸ τὴν Σόφια τῆς Βουλγαρίας, ὁ διὰ Χριστὸν σαλλός.
Στὴν Μονὴ φυλάσσονται οἱ τίμιες κάρες τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος καὶ τοῦ Ὁσιομάρτυρος Στεφάνου τοῦ νέου, ποὺ ἑορτάζει στὶς 28 Νοεμβρίου καὶ ποὺ ἀφιερώθηκε τὸ 1815 ἀπὸ τὴν σύζυγο τοῦ Σκαρλάτου Καλλιμάχη Δόμνα Ῥωξάνδρα. Φυλάσσεται ἐπίσης ἡ τιμία κάρα τοῦ Ὁσίου Σιλουανοῦ, καθὼς καὶ τμήματα λειψάνων μεταξὺ ἄλλων τῶν Ἀποστόλων· Πέτρου, Θωμᾶ καὶ Βαρθολομαίου, τῶν Ἁγίων· Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, Γρηγορίου Νύσσης, Τύχωνος Ζαντόνσκ, Βαρσανουφίου καὶ Γουρία τῶν ἐκ Καζάν.
***
Ἡ κύρια εἴσοδος βρίσκεται στὴν νότια πτέρυγα. Ἔχει προστώο μὲ πρόσφατες τοιχογραφίες. Μπροστά της σχηματίζεται μεγάλη αὐλή, ποὺ περιβάλλεται ἀπὸ τὶς παραθαλάσσιες πτέρυγες καὶ τὸ ανακαινισμένο ἀρχονταρίκι. Ἕνα διαβατικὸ μὲ σταυροθόλιο, ὁδηγεῖ στὴν αὐλή. Ἡ αὐλή εἶναι εὐρύχωρη, πλακοστρωμένη μὲ πολλά ὀπωροφόρα δένδρα σὲ παρτέρια.
Ἡ ἀνατολικὴ πτέρυγα, τὸ παλαιό ἀρχονταρίκι, τμήματα τῆς βορειανατολικῆς καὶ νοτιοανατολικῆς πτέρυγας ἐξακολουθοῦν νὰ εἶναι σὲ ἐρειπιώδη κατάσταση μετὰ τὴν καταστροφικὴ πυρκαγιὰ τοῦ 1968. Στὸν πάνω ὅροφο τῆς βόρειας πτέρυγας βρίσκεται τὸ παρεκκλήσιο τῆς Ἁγίας Σκέπης μὲ τὸ ψηφιδωτὸ στὸ ἀέτωμα κάτω ἀπὸ τὸν τροῦλλο, καὶ ἐκεῖνο τοῦ Ἁγίου Ἀλεξάνδρου Νέφσκι. Οἱ κάτω τρεῖς ὅροφοι, φιλοξενοῦν κελλιά μοναχῶν. Ἡ νότια πτέρυγα, ποὺ πρόσφατα ἀνακαινίστηκε, στεγάζει τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Τιμίου Προδρόμου, τὸ νέο ἀρχονταρίκι καὶ τὸν νέο ξενώνα, καθὼς καὶ κελλιά μοναχῶν. Στὸ δυτικό τμῆμα τῆς νότιας πτέρυγας βρίσκεται τὸ συνοδικό, ὅπου ὑπάρχουν φωτογραφίες καὶ πορτρέτα κτητόρων, ἡγουμένων καὶ τσάρων.
Τὸ Καθολικό, εἶναι ἀφιερωμένο στὸν Ἅγιο Παντελεήμονα. Σύμφωνα μὲ ἐπιγραφὴ στὸ ὑπέρθυρο τῆς Λιτῆς, ἡ οἰκοδόμηση ἄρχισε τὸ 1812 καὶ ὁλοκληρώθηκε τὸ 1821. Ἡ ἐπιγραφὴ ἀναφέρεται στὸν Σκαρλάτο Καλλιμάχη, ἡγεμόνα τῆς Μολδοβλαχίας (1809-1889), κτήτορα τῆς Μονῆς.
Ἡ τοιχοποιΐα χαρακτηρίζεται ἀπὸ ἰσόδομη λιθοδομή, καὶ τὸ Καθολικό, ἀκολουθεῖ τὸν ἀθωνικὸ τύπο, συνδυάζοντας ἑλληνικὰ καὶ ῥωσσικὰ ἀρχιτεκτονικά στοιχεῖα. Τὸ καθολικό ἔχει ὀκτὼ βολβόσχημους, ῥωσσικοῦ τύπου τρούλλους. Ἀνάλογους τρούλλους συναντάμε καὶ στὰ παρεκκλήσια. Τὸ τέμπλο φέρει πλούσιο διάκοσμο καὶ προέρχεται ἀπὸ τὴν Ῥωσσία. Λιτὴ καὶ κυρίως ναός, εἶναι κατάγραπτοι μὲ τοιχογραφίες τοῦ 1855, ἐπὶ ἡγουμενίας Γερασίμου. Πολλὲς ἐπιζωγραφήθηκαν σύμφωνα μὲ τὶς ἐπιταγὲς τῆς ῥωσσικῆς ἁγιογραφικῆς τέχνης. Πατριαρχικό σιγίλιο τοῦ 1875 ὅρισε οἱ λειτουργίες στὸ Καθολικὸ νὰ τελοῦνται ἐναλλὰξ στὰ ῥωσσικὰ καὶ στὰ ἑλληνικά. Λέγεται καὶ ἑλληνικὸ Καθολικό, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Μητροφάνη τοῦ Βερονέζ, ποὺ χρησιμοποιοῦσαν ὡς καθολικὸ οἱ Ῥῶσσοι ἀπὸ τὸ 1858.
Στὴν Μονή, ὑπάρχουν τριάντα ἕξι παρεκκλήσια. Τὸ παρεκκλήσιο τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου εἶναι αὐτοτελὲς κτίσμα πίσω ἀπὸ τὸ Καθολικό. Οἱ λειτουργίες ἐκεῖ τελοῦνται στὰ ἑλληνικά. Στὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Μητροφάνους, δυτικά τῆς βιβλιοθήκης, οἱ λειτουργίες τελοῦνται στὰ ῥωσσικά. Στὴν βόρεια πτέρυγα, βρίσκονται ἐννέα παρεκκλήσια, μεταξὺ τῶν ὁποίων τῆς Ἀναλήψεως, τοῦ Ἁγίου Σεργίου, τοῦ Ἁγίου Δημητρίου καὶ τοῦ Ἁγίου Ἀλεξάνδρου Νέφσκι, τὸ ὁποῖο εφάπτεται στὸ μεγάλο καὶ επιβλητικό παρεκκλήσιο τῆς Ἁγίας Σκέπης τοῦ 1888 καὶ χωρά δύο χιλιάδες ἄτομα, μὲ τὸν πλούσιο διάκοσμο, τὸ ἐπίχρυσο τέμπλο καὶ τὶς πολλές φορητές εἰκόνες μὲ ἀργυρεπίχρυσες ἐπενδύσεις. Μεταξὺ τῶν φορητῶν εἰκόνων εἶναι καὶ ἡ ὀνομαστή ψηφιδωτὴ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Ἀλεξάνδρου Νέφσκι. Στὴν νότια πτέρυγα βρίσκονταν ὀκτὼ παρεκκλήσια· μόνο τρία σώζονται μετὰ τὴν πυρκαγιά, τοῦ Ἁγίου Σάββα, τοῦ Ἁγίου Νικολάου καὶ τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Τὰ ὑπόλοιπα παρεκκλήσια εἶναι ἐκτὸς τοῦ περιβόλου.
Ἡ Φιάλη, βρίσκεται ἀνάμεσα στὸ Καθολικὸ καὶ στὴν Τράπεζα. Εἶναι ἀσυνήθιστη, μιὰ καὶ δὲν ἔχει οὔτε θόλο οὔτε περιστύλιο. Ἔχει τέσσερις ἀνάγλυφες λεκάνες, σὲ διάφορα ἐπίπεδα. Ἦταν δῶρο τῆς ἀδελφότητος τῶν Ἰωασαφαίων πρὸς τὴν Μονή, στὰ τέλη τοῦ 19ου αἰῶνος.
Ἡ Τράπεζα, βρίσκεται στὸ δυτικὸ τμῆμα τῆς αὐλῆς, ἀπέναντι ἀπὸ τὸ Καθολικό. Εἶναι αὐτοτελὲς ὀρθογώνιο κτίσμα τοῦ 1893. Χωράει περίπου χίλια ἄτομα. Τὸ Καμπαναριό, τοῦ 1893, βρίσκεται πάνω ἀπὸ τὴν εἴσοδο τῆς Τράπεζας. Πρόκειται γιὰ ὑψηόλὸ κτίριο, στέρεα χτισμένο ὥστε νὰ ἀντέχει τὸ βάρος, τὸ πάνω ἀπὸ εἴκοσι τόνους, τῶν τριάντα δύο καμπανῶν. Ἡ μεγάλη καμπάνα στὸν πρῶτο ὅροφο πάνω ἀπὸ τὴν Τράπεζα, ἔχει διάμετρο δύο μέτρα καὶ ἑβδομήντα ἑκατοστά καὶ περιφέρεια ὀκτὼ μέτρα καὶ ἑβδομήντα ἑκατοστά. Εἶναι ἀφιερωμένη στὴν μνήμη τοῦ Ἀντρέι Δημητριέβιτς Σαμγκίν, καὶ διασώζει τὸ ὄνομα τοῦ τεχνίτη της, Ἰωακεὶμ Βορόβιεφ. Στὸν ἴδιο ὅροφο, ὑπάρχουν τρεῖς ἀκόμη καμπάνες, καθεμιὰ ἀπὸ τὶς ὁποίες ζυγίζει τρεῖς τόνους. Πολλὲς μικρότερες καμπάνες βρίσκονται στὸν δεύτερο ὅροφο τοῦ καμπαναριοῦ καὶ εἶναι συνδεδεμένες μὲ τὸ ῥολόϊ τοῦ καμπαναριοῦ.
Τὸ Σκευοφυλάκιο, βρίσκεται σὲ διώροφο κτίσμα ποὺ ἐφάπτεται στὴν βόρεια πλευρά τῆς τράπεζας. Φυλάσσονται λειψανοθήκες, ἄμφια, σταυροί, ἀργυρεπίχρυσα, ἱερὰ σκεύη.
Τὸ Εἰκονοφυλάκιο, βρίσκεται βορείως τοῦ Καθολικοῦ, σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸ παρεκκλήσιο τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Μεταξὺ τῶν εἰκόνων ποὺ φυλάσσονται εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας Ἱεροσολυμίτισσας. Ἡ ἰδιαίτερα πλούσια Βιβλιοθήκη, στεγάζεται σὲ αὐτοτελὲς διώροφο κτίσμα στὴν αὐλή. Φυλάσσονται περίπου χίλιοι τριακόσιοι κώδικες, ἀπὸ τοὺς οποίους οἱ ἑκατὸν δέκα εἶναι περγαμηνοί. Ἑξακόσιοι κώδικες εἶναι στὰ σλαβονικά. Φυλάσσονται ἐπίσης περίπου τριάντα χιλιάδες ἔντυπα βιβλία.
Ἡ Μονή, ἔχει δύο κοιμητηριακούς ναούς. Ὁ παλαιότερος, τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου, οἰκοδομήθηκε τὸ 1820, τὴν ἴδια ἐποχὴ μὲ τὸ Καθολικό. Ἀκολουθεῖ τὴν τυπολογία τοῦ ἐγγεγραμμένου σταυροειδοὺς μὲ τροῦλλο. Ὁ τροῦλλος εἶναι ἁγιογραφημένος, τὸ ὀστεοφυλάκιο εἶναι στὸ ἰσόγειο. Ὁ νεότερος ναός, χτίστηκε τὸ 1896-98. Πρόκειται γιὰ διώροφο κτίσμα ποὺ περιλαμβάνει δύο ναούς, ὀστεοφυλάκιο, καὶ δύο ἀνεξάρτητα κελλιά. Ἀκολουθεῖ τὸν ἐκλεκτικιστικὸ ῥυθμὸ τῆς ῥωσσικῆς ἀρχιτεκτονικῆς τοῦ 19ου αἰῶνα. Ὁ ναὸς στὸν πάνω ὅροφο εἶναι ἀφιερωμένος στοὺς Ἁγίους Ἀρχαγγέλους, ὁ ναός τοῦ ἰσογείου τιμᾶται στὴν μνήμη τοῦ Ἁγίου Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ καὶ τοῦ Ἁγίου Θεοδοσίου τοῦ Τσέρνικγωφ.
Ὁ παλαιὸς ἀρσανάς τῆς Μονῆς, βρισκόταν σὲ κάποια ἀπόσταση ἀπὸ τὴν Μονή, πρὸς τὴν κατεύθυνση τῆς Δάφνης. Καταστράφηκε ὅταν ὁ παρακείμενος χείμαῤῥος πλημμύρισε. Ὁ νέος ἀρσανάς, ἦταν μία πρόχειρη ξύλινη κατασκευή, ποὺ διατηρήθηκε μέχρι τὸ 1998. Ἀντικαταστάθηκε ἀπὸ λιθόκτιστο οἰκοδόμημα στὴν ἴδια θέση.
Τὰ ἐξαρτήματα τῆς Μονῆς, περιλαμβάνουν τὴν Σκήτη τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Βογορόδιτσα, δώδεκα κελλιά, μεταξὺ αὐτῶν τὸ Κελλί τοῦ Ἁγίου Στεφάνου ποὺ ἔχει ἁγιογραφημένο ναό καὶ τὸ ἀντιπροσωπεῖο στὶς Καρυές καὶ δύο καθίσματα, ἕνα ἐκ τῶν ὁποίων εἶναι τὸ Παλαιομονάστηρο. Στὴν Μονὴ ἐπίσης ἀνήκουν ἡ Γουρνοσκήτη ἢ Νέα Θηβαΐδα καὶ ἡ Χρωμίτσα.
Μονοπάτια/Δρόμοι:
Μονοπάτι Μονὴ Ἁγίου Παντελεήμονος-Ξενοφῶντος: 5χλμ., 1 ὥρα, διαδρομὴ ὡραία, εὔκολη, βατή.
Μονοπάτι Μονὴ Ἁγίου Παντελεήμονος-Ξηροποτάμου: 2χλμ, 30 λεπτά, διαδρομὴ ὡραία, εὔκολη, βατή.
Δρόμος Μονὴ Ἁγίου Παντελεήμονος-Καρυές: 15 χλμ., 3 ώρες καὶ 30 λεπτά, διαδρομὴ πολύ ὡραία, μετρίως δύσκολη, βατή
***
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου