Θαῦμα Ἁγίου Νεκταρίου στον Γέροντα Νεκτάριο, τοῦ Ἰβηρίτικου Κελλίου τοῦ Ὁσίου Ὀνουφρίου.
Τὸν μῆνα Ἀπρίλιο τοῦ ἔτους 1981, μετὰ ἀπὸ δεκαετεῖς ἐν κόσμῳ προσπάθειες γιὰ ὅσο τὸ δυνατὸ μοναχοπρεπέστερη διαβίωση, πεισθήκαμε, οἱ περὶ τὸν ἱερομόναχο Κύριλλο, ὅτι τὰ δεδομένα καὶ οἱ συναφεῖς συγκυρίες δὲν ‘μποροῦσαν νὰ συμβάλουν σ’ αὐτὸ ποῦ διακαῶς ‘ζητοῦσε ἡ ψυχή μας. Γιὰ αὐτὸ ἀποφασίσαμε νὰ ἀναχωρήσουμε καὶ νὰ ἔλθουμε πρὸς ὁριστικὴ ἐγκαταβίωση στὸ Ἅγιο Ὄρος, στὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας, στὴν ὡραιότερη σὲ τοῦτον τὸν κόσμο πνευματικὴ πατρίδα ἐκείνων ποὺ θέλουν νὰ ζήσουν ὡς μοναχοὶ καὶ νὰ πεθάνουν ὁσιοπρεπῶς.
Πρὶν καταλήξουμε ὁριστικὰ στὸ Κελλὶ ποὺ ‘βρισκόμεθα σήμερα, τοῦ Ἁγίου Νικολάου στὸ Μπουραζέρη, περιδιαβαίναμε καὶ ἐρευνοῦσαμε τὰ ὁπουδήποτε ἔρημα κελλιά, γιὰ νὰ ‘δοῦμε ποῦ καὶ ποιὸ θὰ διαλέγαμε πρὸς ὁριστικὴ διαμονή.
Σὲ ἐκεῖνες τὶς προσπάθειες καὶ τὶς ἀνὰ τὴν ἱερὴ χερσόνησο πορεῖες, ‘βρεθήκαμε νὰ περνᾶμε ἔξω ἀπὸ τὴν καγκελόπορτα τοῦ Ἰβηρίτικου Κελλιοῦ τοῦ Ὁσίου Ὀνουφρίου, τὸ ὁποῖο γειτονεύει μὲ τὴν Μονὴ Φιλοθέου, καὶ εἴδαμε στὸν κῆπό του ἕναν ἡλικιωμένο μοναχό, κάθιδρο καὶ ἐντελῶς ἀτημέλητο, ποὺ μὲ κινήσεις ὅμως ποὺ ‘πρόδιδαν πολυχρόνια καλλιεργητικὴ πεῖρα καὶ μυϊκὴ σιγουριὰ στὸ ἀνεβοκατέβασμα τῆς μακροστύλιαρης δικέλλας, ἔσκαβε κατάβαθα καὶ ἀναποδογύριζε τελείως τὸ πολλὰ ὑποσχόμενο χῶμα· στὶς δὲ καταπράσινες ἁπλωσιὲς τῆς ἀντικρυνῆς πλευρὰς τοῦ κτήματος, δύο καλοθρεμμένα μουλάρια, ‘ξεσαμάρωτα καὶ ἀμολυτά, νὰ καταχαίρονται τὶς ἀνοιξιάτικες γλυκοζεστασιὲς καὶ ‘ξένοιαστα νὰ μασουλᾶνε τὶς ποικίλες χλωροτρυφεράδες.
Τὸ παρουσιαστικό του, σὲ συνάρτηση μὲ κάποιες ἐπιφυλακτικότητες καὶ προκαταλήψεις ποὺ ‘κουβαλούσαμε ἀπὸ τὸν κόσμο, αὐτομάτως ‘μόρφωσε μέσα μας τὴν γνώμη καὶ τὴν ἀπόφασι νὰ τὸν προσπεράσουμε ὅσο τὸ δυνατὸ πιὸ βιαστικὰ καὶ νὰ συνεχίσουμε τάχα ἀδιάφοροι τὸν δρόμο.
Σταμάτησε ὅμως ἀμέσως ἐκεῖνος τὸ σκάψιμο καὶ τὸ βολοκόπημα καὶ ἀτενίζοντάς μας, πρότεινε νὰ περάσουμε «μέσα, γιὰ ἕνα ποτήρι νερό».
Μᾶς ‘ξάφνιασε ἡ πρότασις, καὶ ὡς διὰ μαγείας ἄλλαξε τοὺς λογισμοὺς τῆς ἐπιφυλακτικότητος καὶ τῆς «συνέσεώς» μας. Μᾶς ‘φάνηκε δὲ καὶ τόσο φιλάδελφη καὶ καλωσυνάτη ἡ πρόσκλησίς του, ὥστε καταλάβαμε ὅτι θὰ διαπράτταμε ἀγλενεια ἂν ἀδιαφορούσαμε, προσποιούμενοι ἐπὶ πλέον καὶ τούς...κωφούς. Παραμερίσαμε, λοιπόν, κάθε ἐνδοιασμὸ καὶ ἀδίστακτα ‘βηματίσαμε πρὸς τὸ Κελλί του.
Προσκυνήσαμε κατὰ τὰ ἐθισμένα στὸ ἐκκλησάκι καὶ ἀκολούθως ἀπολαμβάναμε στὸ ἀρχονταρίκι του τὸ «ἁγιορείτικο» κέρασμα καὶ τὸν μεστὸ ἁπλότητος καὶ ἁγιωσύνης, ὅπως ἀποδείχθηκε, λόγο του.
Τώρα ποὺ τὸν βλέπαμε ἀπὸ τόσο κοντά, διαπιστώναμε ἐντελῶς διαφορετικὰ πράγματα ἀπ’ ἐκεῖνα ποὺ ‘νομίσαμε στὴν ἀρχὴ καὶ ἐκ τοῦ μακρόθεν. Τὸ ὕφος τοῦ πατρὸς Νεκταρίου –αὐτὸ ἦταν τὸ ὄνομα τοῦ Γέροντος- καὶ ἡ ἐκφορὰ τοῦ λόγου του, παρέπεμπαν σὲ χρόνους καὶ γεροντᾶδες τοῦ Λαυσαϊκοῦ καὶ ‘θύμιζαν σκηνικὰ καὶ δεδομένα περιγραφῶν τοῦ Εὐεργετινοῦ...
Πῶς μποροῦσε νὰ ἔχῃ τόση ἠρεμία καὶ ἱλαρότητα τὸ πρόσωπο ἑνὸς ὀρεσίβιου σκαφιὰ καὶ σκληροδίαιτου ξωμάχου; Καὶ ‘ μιλοῦσε μὲ τόση ἁπλότητα καὶ γαλήνη! Καὶ παρουσίαζε μία ἐσωτερικὴ καλλιέργεια καὶ εὐγένεια ψυχῆς, ποὺ καθόλου, μὰ καθόλου, δὲν συμφωνοῦσε μὲ τὸν ἄξεστο καὶ ἀγροῖκο τῆς κορμοστασιᾶς του καὶ μὲ τὸ ἀπαράδεκτο τῆς ἐνδυμασίας καὶ τῆς ὑποδήσεώς του.
***
Μεταξὺ ἄλλων, μᾶς εἶπε:
«Πατέρες, μοῦ φαίνεστε καλλιεργημένοι καὶ γραμματιζούμενοι. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω γράμματα. Γιὰ αὐτὸ θὰ σᾶς διηγηθῶ ἕνα θαῦμα ποὺ ἔγινε σὲ ἐμένα τὸν ἀνάξιο ἀπὸ τὸν Ἅγιο Νεκτάριο μὲ ἐντολὴ ὅμως τῆς Παναγίας μας, καὶ σεῖς, παρακαλῶ, νὰ τὸ γράψετε στὸ περιοδικὸ ποὺ γράφουν ὅλα τὰ θαύματα τοῦ Ἁγίου καὶ τῆς Προστάτισσας τοῦ τόπου μας.
Κατὰ τὸν Φεβρουάριο ποὺ μᾶς ‘πέρασε (1981), εἶχα ἀῤῥωστήσει βαρειά. Ἤμουν πολὺ κρυωμένος καὶ μὲ μεγάλο πόνο στὸ στῆθος· καὶ ἡ καρδιά μου ‘πονοῦσε συχνὰ καὶ δυνατά, ὥστε ἔφτασα στὸ σημεῖο νὰ ἀναγκασθῶ νὰ ζητήσω βοήθεια γιατροῦ, πρᾶγμα ποὺ ποτὲ δὲν τὸ συνηθίζω.
Ἔστειλα ἕναν ἐργάτη στὴν Μονὴ Φιλοθέου, ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ξυλεύουν στὰ ἐδῶ ἕνα γύρο, καὶ ‘κάλεσα τὸν πατέρα Σάββα. Ὅταν ἦρθε παρέα μὲ ἕνα καλογέρι, εἶχε ἀρχίσει νὰ σκοτεινιάζῃ. Μὲ ἐξέτασε προσεκτικὰ καὶ μοῦ εἶπε ὅτι ἔχω πνευμονικὸ οἴδημα· πὼς εἶναι πολὺ σοβαρὴ ἡ κατάστασις, καὶ πὼς ἔπρεπε ἀμέσως νὰ βγῶ ἔξω καὶ εἰ δυνατὸν μάλιστα μὲ ἑλικόπτερο, γιὰ νὰ ‘μπῶ τὸ συντομότερο στὸ Νοσοκομεῖο.
Τοῦ εἶπα, πὼς ἀπὸ τότε ποὺ ἦρθα στὸ Ἁγιονόρος, σαράντα τόσα χρόνια, δὲν πἠγα στὸν κόσμο. Ἀφοῦ καὶ στὶς Καρυὲς ἔχω νὰ πάω ἑπτὰ χρόνια, μιὰ καὶ οἱ γείτονες καὶ οἱ ἐργάτες ποὺ δουλεύουν στὸ Φιλοθεΐτικο δάσος, πρόθυμα μὲ ἐξυπηρετοῦν σ’ ὅ,τι χρειάζομαι. Δὲν μοῦ ἀρέσει αὐτὴ ἡ ἰδέα. Ἀλλὰ ἂς περάσῃ τούτῃ ἡ δύσκολη νύκτα νὰ σκεφθῶ καλὰ καὶ τὸ πρωΐ τὰ ξαναλέμε τοῦ εἶπα. Ἔφυγε καὶ ἔμεινα μονος.
Ἔκανε πολὺ κρύο. Δὲν εἶχα κουράγιο οὔτε ξύλα νὰ πάρω ἀπὸ τὴν στοίβα καὶ νὰ τὰ ῥίξω στὴν σόμπα. Ὑπέφερα καὶ εἶπα: Ἂς πάω νὰ ἀνάψω τοὐλάχιστον τὰ καντήλια, νὰ πῶ δύο λόγια στὴν Παναγία καὶ νὰ ξαπλώσω.
Σβαρνιστὸς περισσότερο παρὰ βαδίζοντας, ‘πῆγα στὸν ναό· ἄναψα τὰ καντήλια, ‘στάθηκα μπροστὰ στὸ προσκυνητάρι ποὺ εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας καὶ παραδίπλα της τοῦ Ἁγίου μου Νεκταρίου, καὶ μὲ παράπονο τῆς εἶπα:
-Παναγία μου, ‘δὲς πῶς πονῶ καὶ πόσο ὑποφέρω. Δὲν ἔχω καμμία βοήθεια. Στὴν ζωή μου δὲν ἤμουν ἐπιμελής, γιὰ νἄχω τώρα δικαίωμα καὶ παῤῥησία νὰ σοῦ ζητήσω ἐκεῖνα ποὺ ὑποσχέθηκες στοὺς ἁγιορείτας μοναχούς, στὰ παιδιά Σου.
Ἐκείνη τὴν ὥρα ‘θορύβησαν παράξενα καὶ ‘χλιμίντρισαν πολὺ παραπονιάρικα τὰ μουλάρια μου, ποὺ τὰ εἶχα κλεισμένα στὸν σταῦλο καὶ ἐπὶ δύο ἡμέρες οὔτε τὰ τάϊσα καὶ οὔτε τὰ ‘πότισα καθόλου. Τῆς λέω τὸ λοιπόν:
-Τ’ άκοῦς; Καὶ αὐτὰ βοήθεια, τροφὴ καὶ νεράκι ζητοῦν ἀπὸ ἐμένα. Ξέρω ὅτι δὲν εἶμαι ἄξιος βοηθείας· δὲν ἀξίζω περισσότερο ἀπὸ ὅ,τι αὐτά. Ἀλλ’ ἂν μὲ κοιτάξῃς μὲ τόσο ἐνδιαφέρον, ὅσο καὶ ἐγὼ θὰ ἔδειχνα σὲ αὐτά, θὰ μοῦ ἦταν ἀρκετό· ἂν καὶ οὔτε καὶ αὐτὸ τὸ ἀξίζω. Ὅ,τι νομίζεις κάνε· Ἐσὺ εἶσαι ἡ Μάνα, ὁ γιατρὸς καὶ τ’ ἀφεντικὸ σὲ τοῦτον τὸν τόπο.
Προσκύνησα, ‘γύρισα στὴν κέλλα μου καὶ ‘ξάπλωσα στὸ κρεββάτι. Ἔκανε φαρμακερὸ κρύο. ‘Πονοῦσα πολὺ καὶ ‘θυμᾶμαι, πὼς ὅταν ἔβηχα, ἔφτυνα καὶ αἷμα. Σκεπάστηκα μὲ τὴν μπατανία καὶ προσπάθησα νὰ ζεσταθῶ καὶ νὰ ἡσυχάσω. Σὲ ‘λίγο ὅμως αἰσθάνθηκα κάτι περίεργο. Παρουσία ἀνθρώπου στὰ διπλανά μου, καὶ πὼς κάποιος μὲ ἄγγιζε καὶ στὸ πλευρό. Γυρίζω, κοιτάζω καὶ τί νὰ ‘δῶ· τὸν Ἅγιο Νεκτάριο, ὅπως εἶναι στὴν εἰκόνα του.
Μοῦ λέει:
-Πονᾷς πολύ;
-Ναὶ Ἅγιέ μου. Ὑποφέρω
-Ἡ Παναγία μας, μὲ ἔστειλε νὰ σὲ κάνω καλά. Ποῦ πονᾷς; Ἐδῶ;, μὲ ἐρώτησε, καὶ πίεσε καὶ σταύρωσε τὸ στῆθός μου. Καὶ ὕστερα, ἀφοῦ μὲ εὐλόγησε σταυροειδῶς ὅλον, μοῦ εἶπε:
-Εἶσαι πλέον καλά· συνέχισε τὸν ἀγῶνά σου.
-Ἅγιέ μου σὲ εὐχαριστῶ, ‘πρόλαβα νὰ πῶ καὶ αὐτόματα ‘χάθηκε ἀπὸ ‘μπρός μου.
‘Σηκώθηκα καὶ κατάλαβα πὼς ἥμουν ὁλότελα καλά. Δὲν αἰσθανόμουν κανέναν πόνο. Εὐχαρίστησα τὴν Παναγία καὶ τὸν Ἅγιο καὶ ‘φρόντισα τὰ ζῶά μου.
Τὸ πρωΐ μοῦ ξανἄρθαν οἱ Φιλοθεΐτες, ἀλλὰ τὸ μόνο ποὺ ἔκαναν ἦταν νὰ ἀποροῦν, νὰ σταυροκοπιοῦνται καὶ νὰ ὑμνολογοῦν τὴν προστάτισσα τοῦ Ὄρους μας Παναγία καὶ τὸν Ἅγιό μου. Καὶ ἀπὸ τότες καὶ μέχρι τώρα, ὅπως βλέπετε, τίποτα δὲν ἔχω· καὶ τὸν κῆπό μου σκάβω, καὶ οὖλες τὶς δουλειὲς τοῦ Κελλιοῦ μου κάνω. Δόξα τῷ Θεῷ...»
***
Πιστεύουμε πὼς ἐκείνη ἡ συνάντησις, μᾶς συνέβη κατὰ χάριν Θεοῦ, καὶ τὴν ἐκλάβαμε ὡς εὔνοια καὶ εὐλογία τῆς Παναγίας. Φρονοῦμε ὅτι ἐπιβεβαιωτικώτερος τρόπος ἀποδείξεως τῆς εἰδικῆς γιὰ τοὺς ἁγιορείτας μοναχοὺς προνοίας τῆς Παρθένου καὶ Θεοτόκου Μαρίας, σύμφωνα μὲ τὶς ὑποσχέσεις Της, δὲν θὰ ‘μποροῦσε νὰ ὑπάρξῃ.
Φρονοῦμε ἐπίσης, ὅτι ψυχωφελέστερο καὶ διδακτικώτερο μάθημα διορθώσεων τῶν ἐγωϊστικῶν ἀπόψεων καὶ προκαταλήψεών μας γιὰ πρόσωπα καὶ καταστάσεις, κανεὶς ἄλλος ἐκ τῶν λογιζομένων ὡς σοφῶν καὶ νοημόνων δὲν θὰ μποροῦσε νὰ μᾶς ‘δώσῃ· καί, τέλος, ἐν μετανοίᾳ ἐξομολογούμεθα, ὅτι τοὐλάχιστον μέχρι τότε συμπεριφερόμασταν κατὰ παράβασι τῆς ῥητῆς ἐντολῆς τοῦ Κυρίου: «Μῆ κρίνετε κατ’ ὄψιν, ἀλλὰ τὴν δικαίαν κρίσιν κρίνετε» (Ἰωάννης Ζ, 24), καὶ οὐδόλως, φεῦ, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τὴν τόσο σημαντικὴ καὶ παραπονετικὴ ἐπισήμανσί Του, ὅτι: «Ὑμεῖς κατὰ σάρκα κρίνετε» (αὐτόθι Η, 15).
Εὐθὺς μετὰ τὴν ἀναχώρησίν μας καὶ καθ’ ὁδόν, σχολιάζοντες τὸ ἐξαίσιο γεγονός, ‘θαυμάζαμε τὴν ἐκπληκτικὴ ἁπλότητα τοῦ μονολόγου τοῦ πατρὸς Νεκταρίου στὴν Θεοτόκο καὶ τὴν ἔκφρασι τῆς τελείας ταπεινώσεώς του, ἡ ὁποία καὶ ‘τελεσφόρησε ἀμέσως. Γιατί, μόλις ἔβαλε τὸν ἑαυτό του πιὸ κάτω καὶ ἀπὸ τὰ μουλάρια, τότε τὸν ἐπισκέφθηκε ἡ χάρις τῆς Παναγίας μας καὶ τὸν ‘λύτρωσε ἀπὸ τὴν δεινότητα τῆς καταστάσεώς του.
Καὶ ὢ τῆς χάριτος καὶ τῆς καταξιώσεως! Μιὰ κατὰ τοὺς ὑπερκοσμίους καὶ θείους νόμους ἐπισυμβαίνουσα ἁγιοφάνεια καὶ ἕνα τόσο σημαντικὸ θαῦμα, γιὰ τὸν ἁπλὸ στὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιὰ γέροντα, σἂν νὰ ἦταν ἕνα συμβὰν τῆς καθημερινότητάς του! Ἐνωπιότης, συμπεριφορὰ καὶ συνομιλία μὲ τὸν ἀπὸ τὴν Παναγία μας σταλέντα Ἅγιο Νεκτάριο, ποὺ ἐνῷ ἐμᾶς μᾶς καταπλήττει καὶ μᾶς κάνῃ νὰ χάνουμε τὸν νοῦ μας, γιὰ ἐκεῖνον ὡσεὶ νὰ ἦταν ἀναμενόμενος ἐρχομὸς φίλου ἀπὸ τὰ παληά.
Πλήρης παραθεώρησις καὶ κατάργησις, λοιπόν, τῆς μεταξὺ τῶν βιολογικῆς καὶ ὀντολογικῆς διαφορᾶς καὶ ἀποστάσεως. Εὔκολη ἡ ἄφιξις καὶ γρήγορη ἡ εἴσοδος καὶ παρουσία τοῦ Ἁγίου στὸ Κελλὶ καὶ στὸ δωμάτιο, ὅπως τοῦ Κυρίου ἡ ἕλευσις στὸ ὑπερῶο τὸ πάλαι, «καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων» (Ἰωάννης Κ, 19). Κανέναν ‘ξάφνιασμα γιὰ τὴν «ἐπίσκεψη», φυσικώτατη ἡ «ὑποδοχή», ἄμεση ἡ ἐπικοινωνία ἐκ μέρους τοῦ ἀλγοῦντος καὶ κατακεκλιμένου, φυσιολογικώτατη καὶ τῆς ἐξαισίου ἰάσεως ἡ ἀποδοχή.
Καὶ ὕστερα; Ὄχι ἐξαλλοσύνες, ὄχι διακωδωνίσεις καὶ δημοσιότητες οὔτε κομπασμοί, μεγάλα λόγια καὶ πανηγυρισμοί. Ἁπλῶς, εὐχαρίστησε τὴν Παναγία καὶ τὸν Ἅγιό του καὶ ‘πῆγε νὰ φροντίσῃ τὰ ζῶά του! Λέγει ὅμως τὸ Πανάγιο Πνεῦμα διὰ τοῦ Προφήτου Του: «Καὶ ἐπὶ τίνα ἐπιβλέψω ἀλλ’ ἢ ἐπὶ τὸν ταπεινὸν καὶ ἡσύχιον καὶ τρέμοντα τοὺς λόγους μου; (Ἡσ ΞΣΤ,2)
***
Φροντίσαμε νὰ διασταυρώσουμε τὰ λεχθέντα γιὰ τὸ θαῦμα ἀπὸ πλευρᾶς Φιλοθεϊτῶν Πατέρων καὶ δὴ ἀπὸ τὸν πατέρα Σάββα, ποὺ ἦταν γιατρὸς πολύπειρος στὴν Θεσσαλονίκη καὶ μὲ λαμπρὴ θητεία στὸ Νοσοκομεῖο ΑΧΕΠΑ. Ἐπιβεβαιώθηκαν ὅλα. Ὁ πατὴρ Σάββας μάλιστα ‘πρόσθεσε, ὅτι τὰ εὑρήματα τὸν ἔκαναν νὰ εἶναι κἄτι παραπάνω ἀπὸ βέβαιος, πὼς τὸ ἑπόμενο πρωΐ θὰ τὸν εὕρισκαν πεθαμένο.
Τὰ τέλη του, ὁ Γέροντας Νεκτάριος, τὰ ‘πέρασε στὸ ἐπίσης Ἰβηρίτικο Κελλὶ τοῦ Ἁγίου Γοβδελᾶ. Ὁ Γέροντας Παῦλος καὶ οἱ πατέρες τῆς συνοδείας, τὸν ἔπεισαν πρὸς μετοίκισι καὶ τὸν περιέθαλψαν μέχρι τῆς ἐν Κυρίῳ κοιμήσεώς του, ἤτοι τὸ 1990.
(Ῥοδοστόλου Χρυσοστόμου, Τόμος Στ΄)
***
.jpg)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου