Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2025

ΜΟΝΗ ΣΤΑΥΡΟΝΙΚΗΤΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

 

ΜΟΝΗ ΣΤΑΥΡΟΝΙΚΗΤΑ

 

 Ἀπὸ τὴν Μονὴ Ἰβήρων, παίρνοντας τὸ μονοπάτι, καταλήγεις, τὸ πολὺ σὲ μία ὥρα, στὴν Μονὴ Σταυρονικήτα. Ἀπὸ Καρυές, εἴτε πάρεις τὸ μονοπάτι ποὺ περνάει μπροστὰ ἀπὸ τὸ Κελλὶ τοῦ Ἁγίου Νικολάου τοῦ Μπουραζέρη καὶ ποὺ κάποια στιγμὴ καταλήγει στὸν ἁμαξιτὸ δρόμο, εἴτε πάρεις κατευθεῖαν τὸν ἁμαξιτὸ δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ στὴν Ἰβήρων, φτάνεις σὲ ἕνα τσιμεντένιο γεφυράκι. Ἐκεῖ ὁ δρόμος, σχηματίζει διχάλα. Ἀριστερά, ὁ ἁμαξιτὸς δρόμος, πάει πρὸς Σκήτη Προφήτη Ἠλία καὶ Μονὴ Παντοκράτορος· ταυτόχρονα, ὁρίζει καὶ τὰ ὅρια τῶν δύο Μόνων Σταυρονικήτα καὶ Παντοκράτορος. Τὸ μονοπάτι, διαγωνίως ἀριστερά, ὁδηγεῖ στὸ Σταυρονικητιανὸ Κελλὶ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, ὅπου ἔζησε ὁ πατὴρ Ἰσαὰκ ὁ Λιβανέζος. Ἀκολουθῶντας τὸν δρόμο, συναντάμε στὰ ἀριστερὰ τὸ Σταυρονικητιανὸ Κελλὶ τῆς Παναγίας τοῦ Καζάν. Λίγο μετά, ὁ δρόμος διασταυρώνεται στὰ ἀριστερά, μὲ ἄλλον δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ στὴν Μονὴ Σταυρονικήτα. Παίρνοντας αὐτόν, μετὰ ἀπὸ λίγο, στὰ δεξιά, ἕνας δρόμος ὁδηγεῖ στὸ Κελλί τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ὅπου ἐγκαταβίωνε καὶ εἶναι θαμμένος ὁ Ῥῶσσος ἱερομόναχος Τύχων (1884-1968), καὶ ἀργότερα ἐγκαταβίωσε ὁ γέροντας Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης. Λίγο πιὸ κάτω στὰ δεξιά, συναντᾶμε τὸν ἡμιτελῆ ἀναστηλωμένο ναὸ τοῦ  παλιοῦ Ῥώσσικου Κελλιοῦ τῆς Ἁγίας Τριάδος. Στὰ ἀριστερά, φαίνεται στὸν λοφίσκο, τὸ ἡμιτελὲς ἀναστηλωμένο καὶ αὐτὸ σταυρονικητιανό Κελλὶ τοῦ Προφήτη Ἠλία, ἱστορικὸ Κελλί, ποὺ ἀγοράστηκε ἀπὸ τὸν Ἰωάννη Οὐγγλέση, ὁ ὁποῖος τὸ δώρησε στὴν Σιμωνόπετρα, ἐνῶ στὶς ἀρχὲς τοῦ 18ου αἰῶνος πουλήθηκε στὴν Μονὴ Σταυρονικήτα. Ἕνα προσκυνητάρι στὰ δεξιὰ μετὰ ἀπὸ λίγο, θυμίζει αὐτοκινητιστικὸ ἀτύχημα.

***

Ἡ Μονὴ Σταυρονικήτα, ἕνα ἀπὸ τὰ μικρότερα ἀθωνικὰ μοναστηριακὰ συγκροτήματα, εἶναι χτισμένη σὲ ὑψηλὸ βράχο ποὺ προεξέχει λίγο στὸ πέλαγος. Ἡ κάτοψη τῆς Μονῆς εἶναι τετράπλευρη. Οἱ πτέρυγες εἶναι τριώροφες. Ἡ ἀνατολικὴ πτέρυγα ἔχει ἐξώστες καὶ σαχνισιὰ στὴν ἐξωτερική της ὄψη. Ἡ δυτικὴ πτέρυγα ἔχει τόξα στὴν ἐσωτερική της ὄψη καὶ κεραμοπλαστικὸ διάκοσμο. Ἀναστηλώθηκε τὸ 1986-1988. Ἡ βόρεια πτέρυγα ἔχει τρεῖς ὁρόφους στὴν ἐσωτερική της ὄψη καὶ ὑπερυψωμένο ἰσόγειο. Ἡ νότια πτέρυγα ἔχει δύο ὁρόφους, ἔκδηλο ὀχυρωματικὸ χαρακτῆρα καὶ ἐκεῖ βρίσκονται εἴσοδος καὶ πύργος. Ἡ τυπολογία της ὑπαγορεύτηκε ἀπὸ τὴν μορφολογία τοῦ ἐδάφους, ὁ συνεπτυγμένος ἐσωτερικὸς χώρος δημιουργεῖ κλίμα οἰκειότητας, ἀλλὰ οἱ ἐξωτερικὲς ὄψεις διατηροῦν τὸν ὀχυρωματικό τους χαρακτῆρα καὶ εμφανίζουν μία προσεκτικὴ ἰσοῤῥοπία δομικῶν ὄγκων. Ἡ θέση της, οἱ διαστάσεις καὶ οἱ ἀναλογίες της τὴν καθιστοῦν ἕνα ἀπὸ τὰ κομψότερα ἀρχιτεκτονικὰ σύνολα. Πολλοί περιηγητές, ἔχουν παρομοιάσει τὴν Μονὴ μὲ ἰταλικὸ καστέλο. Δεσπόζει ὁ πύργος, ὁ ὁποῖος ἴσως προϋπῆρχε τῆς Μονῆς καὶ χρησιμοποιεῖτο ὡς παρατηρητήριο. Ἡ θέση τῆς Μονῆς ἐξηγεῖται ἀπὸ τὴν ἀνάγκη προστασίας ἀπὸ πειρατικὲς ἐπιδρομές, ἡ ἀγκύρωση ὅμως τῶν θεμελίων στὸ βράχο τῆς επιφύλαξε σοβαρὰ στατικὰ προβλήματα μετὰ τὸν σεισμὸ τῆς Ἱερισσοῦ τὸ 1932, οἱ ῥωγμὲς ποὺ δημιουργήθηκαν στὸν βράχο ἀντιμετωπίστηκαν μὲ στερεωτικὴ ἐπέμβαση μεγάλης κλίμακας κατὰ τὰ ἔτη 1996-2000. Στὴν βάση τοῦ βράχου πρὸς τὴν θάλασσα φαίνονται οἱ ἀντηρίδες καὶ οἱ ἀναλειμματικοί τοίχοι ἀπὸ ὁπλισμένο σκυρόδεμα ποὺ χρησιμοποιήθηκαν γιὰ τὴν ἀντιστήριξη.

***

Ἡ ἀρχαιότερη ἀναφορὰ στὴν Μονὴ βρίσκεται σὲ ἔγγραφο τοῦ 1012 στὸ ἀρχεῖο τῆς Μεγίστης Λαύρας, ποὺ φέρει τὴν ὑπογραφὴ τοῦ μοναχοῦ Νικήτα τοῦ Στραβονικήτα. Ἡ μνεία αὐτή, ἐνισχύει τὴν ἄποψη ὅτι ἡ ὀνομασία τῆς Μονῆς προέρχεται ἀπὸ κάποιον ἄγνωστο κτήτορα μοναχό Νικήτα, μονόφθαλμο ἢ αλλήθωρο, καὶ ἄλλαξε μὲ ἕναν ἀναγραμματισμὸ γιὰ νὰ καταστεῖ εὐφωνικότερη. Ἄλλες ἐτυμολογήσεις τῆς ὀνομασίας ἀναφέρονται στὴν ἑορτὴ τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ καὶ σὲ ἐκείνη τοῦ Μάρτυρος Νικήτα ποὺ τιμάται τὴν ἑπομένη· στὸ οἰκογενειακὸ ὄνομα κάποιου ἀξιωματικοῦ τοῦ αὐτοκράτορος Ἰωάννου Τσιμισκή ποὺ ὑπῆρξε ἐνδεχομένως κτήτορας· στὸ ενδεχόμενο κτήτορες νὰ ἦταν δύο μοναχοί, Σταῦρος καὶ Νικήτας· στὴν παραφθορὰ τοῦ Σταῦρος Ἀνίκητος. Ἡ σημερινὴ μορφὴ τῆς ὀνομασίας, χρονολογεῖται ἀπὸ τὸ 1018-19.

Ἡ ἵδρυση τῆς Μονῆς ἀνάγεται στὸ δεύτερο μισὸ τοῦ 10ου αἰῶνος καὶ κατὰ συνέπεια ἡ Μονὴ Σταυρονικήτα ἀνῆκει στὴν χορεία τῶν παλαίφατων ἀθωνικῶν Μονῶν. Ἡ περαιτέρω ἱστορικὴ πορεία της ὅμως, ὑπῆρξε ἀρκετὰ διαφορετική, καὶ τῆς ἐπιφύλαξε ἀφανισμὸ ἀλλὰ καὶ ἀνάσταση. Ὅπως φαίνεται, καταστράφηκε ὁλοσχερῶς ἀπὸ τὶς λῃστρικὲς ἐπιδρομὲς τῶν Καταλανῶν τοῦ 14ου αἰῶνος καὶ σύμφωνα μὲ τὸ ἁγιορείτικο δίκαιο, περιῆλθε στὴν δικαιοδοσία τοῦ Πρώτου, ὁ ὁποῖος τὴν παραχώρησε στὴν Μονὴ Κουτλουμουσίου, μὲ τὴν προϋπόθεση ὅτι οἱ Κουτλουμουσιανοὶ θὰ φρόντιζαν καὶ θὰ ἀναστήλωναν τὴν ἐρειπωμένη Μονὴ. Πράγματι, ἡ Μονὴ ἀνακαινίστηκε, ἀλλὰ ἀργότερα περιῆλθε ξανά στὴν δικαιοδοσία τοῦ Πρώτου καὶ παραχωρήθηκε ὡς κάθισμα στὴν Μονὴ Φιλοθέου, ποὺ ἤδη ἐκμεταλλευόταν τὶς κτηματικὲς ἐκτάσεις της.

Τὸ 1533, ὁ μοναχός Γρηγόριος, ἡγούμενος τῆς Μονῆς Γηρομερίου Θεσπρωτίας, ζήτησε καὶ ἀγόρασε τὸ ἐρείπιο τῆς Μονῆς Σταυρονικήτα ἀπὸ τοὺς Φιλοθεΐτες μὲ σκοπό νὰ τὴν ἀναστηλώσει. Ἔχτισε κελλιά, περιτείχισε τὴν Μονὴ καὶ ἐπισκεύασε τὸ καθολικό. Μετὰ ἀπὸ αἴτημά τοῦ, ὁ οικουμενικός πατριάρχης Ἱερεμίας ὁ Α΄, ἐξέδωσε σιγίλλιο, ἐπικυρώνοντας τὴν ἀνακαίνιση καὶ τὶς κτήσεις τῆς Μονῆς. Τότε ἐνσωματώθηκε στὴν Μονὴ Σταυρονικήτα τὸ ἀρχαῖο μονύδριο τοῦ Φακηνοῦ. Ὁ Γρηγόριος, ἐκοιμήθη λίγο ἀργότερα, χωρὶς νὰ προλάβει νὰ ὁλοκληρώσει τὸ ἔργο του, τὸ ὁποῖο συνέχισε ὁ πατριάρχης Ἱερεμίας (1522-46), ποὺ θεωρεῖται δεύτερος καὶ κύριος κτήτορας τῆς Μονῆς. Τὸ 1546, εἶχε ὁλοκληρωθεῖ ἡ οἰκοδόμηση τοῦ νέου Καθολικοῦ στὴν θέση καὶ στὶς διαστάσεις τοῦ παλαιοῦ, καθὼς καὶ ἡ ἁγιογράφηση ἀπὸ τὸν ζωγράφο Θεοφάνη τὸν Κρήτα. Τέλη τοῦ 17ου αἰῶνος χτίστηκε τὸ τοξωτὸ ὑδραγωγεῖο μὲ δαπάνη τοῦ ἡγεμόνα τῆς Βλαχίας Σερμπὰν Καντακουζηνοῦ (1679-88), ἐνῶ ἀργότερα ὁ ἡγεμόνας τῆς Βλαχίας Γκίκας (1727-40) δώρησε στὴν Μονὴ ὡς μετόχι τὴν πλούσια Μονὴ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων στὸ Βουκουρέστι. Ἡ Μονή, ποὺ στὶς ἀρχὲς τοῦ 17ου αἰῶνος μετατράπηκε σὲ ἰδιόῤῥυθμη, παρέμεινε ὡστόσο μία ἀπὸ τὶς φτωχότερες τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Οἱ Σταυρονικητιανοὶ μοναχοί, ἔπρεπε νὰ ἀντεπεξέλθουν στὶς καταστροφὶς ποὺ προκάλεσαν τρεῖς μεγάλες διαδοχικὲς πυρκαγιές (1607, 1741, 1879) καθὼς καὶ στὴν γενικὴ ἐρήμωση καὶ στὶς οἰκονομικὲς δυσχέρειες ποὺ ἔφερε ἡ εἴσοδος καὶ ἐγκατάσταση χιλιάδων Τούρκων στρατιωτῶν στὸ Ἅγιον Ὄρος τὸ Δεκέμβριο τοῦ 1821. Τὸ 80% τοῦ μοναχικοῦ πληθυσμοῦ, ἐγκατέλειψε τότε τὸν Ἄθω καὶ τέσσερις Μονές, ἐρημώθηκαν τελείως. Περαιτέρω, οἰκονομικὲς δυσχέρειες προκάλεσε ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωση ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸ κράτος τῶν μετοχίων τῆς Μονῆς ὑπὲρ τῶν προσφύγων. Στὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ 1960, ἡ Μονὴ αναγκάστηκε νὰ πουλήσει τὸ προσοδοφόρο μετόχι της στὴν Κασσάνδρα. Τὸ 1965 εἶχε ἕνδεκα μοναχούς, καὶ τὸ 1967 μόνον τέσσερις. Ἡ Ἱερὰ Κοινότητα ἀποφάσισε τότε νὰ ἐπανδρωθεῖ ἡ Μονὴ μὲ μία συνοδεῖα ποὺ μόναζε στὴν Ἰβηρίτικη Σκήτη τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Ἡ μετατροπή της σὲ κοινόβιο τὸ 1968 ἔγινε μὲ σιγίλλιο τοῦ οἰκουμενικοῦ πατριάρχη Ἀθηναγόρα Α΄.

Στὴν Μονή, ἐγκαταβίωσαν γιὰ κάποιο διάστημα οἱ Ἅγιοι Νεομάρτυρες· Λουκᾶς ὁ Μυτιληναίος ποὺ μαρτύρησε τὸ 1802 στὴν Μυτιλήνη καὶ Εὐθύμιος ὁ Πελοποννήσιος ποὺ μαρτύρησε τὸ 1814 στὴν Κωνσταντινούπολη.

Στὴν Μονὴ φυλάσσονται τίμια λείψανα τῆς Ἁγίας Θεοπρομήτορος Ἄννης, τοῦ Τιμίου Προδρόμου, τῶν Ἁγίων Δισμυρίων Μαρτύρων τῆς Νικομηδείας, τῶν Ἁγίων Ἱερομαρτύρων Φωκᾶ καὶ Χαραλάμπους, τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Τρύφωνος καὶ Χριστοφόρου, τοῦ Ἁγίου Ἰωάσαφ βασιλέως τῶν Ινδιών, τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Παντελεήμονος καὶ Ἀρτεμίου, τῆς Ἁγίας Ὁσιοπαρθενομάρτυρος Παρασκευῆς, τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρος Λουκᾶ καὶ τοῦ Ὁσίου Ἀρσενίου τοῦ Καππαδόκη.

***

Ἀρσανάς, εἶναι ἰδιαίτερα γραφικός. Ὑπάρχει διώροφο κτίσμα ποὺ στὸ ἰσόγειο ἔχει νεώριο μὲ θολωτὴ ὁροφή. Τὰ δύο λιθόχτιστα κτήρια στὰ δεξιά του, στὸ μονοπάτι γιὰ τὴν Μονή, στεγάζουν τὸ μηχανουργεῖο μὲ τὶς γεννήτριες καὶ τὸ ξυλουργεῖο.

Ἀνεβαίνοντας τὸ καλντερίμι πρὸς τὴν Μονή, συναντάμε μέσα σὲ περίβολο τὸν κοιμητηριακὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου. Πρόσφατα προστέθηκε νέος μεγαλύτερος νάρθηκας στὴν θέση τοῦ παλαιοῦ. Ἀπὸ τὸν παλαιό νάρθηκα προέρχονται οἱ δύο κίονες στὴν εἴσοδο τοῦ περιβόλου. Ἔχει τοιχογραφίες τοῦ 1798 ποὺ ἔγιναν μὲ δαπάνη τοῦ προηγουμένου καὶ σκευοφύλακα Διονυσίου τοῦ ἐκ Μυτιλήνης. Κάτω ἀπὸ τὸν ναό, εἶναι τὸ ὀστεοφυλάκιο.

Ἡ εἴσοδος τῆς Μονῆς εἶναι στὴν νότια πτέρυγα. Ἀπὸ τὴν πλατιά πεζούλα μπροστὰ στὴν εἴσοδο ἔχει κανείς ἐξαιρετικὴ θέα στὸ Αἰγαίο, βλέπει ἐπίσης τὸ φροντισμένο περιβόλι τῆς Μονῆς καὶ τὸ ἰδιαίτερα ἀξιοθέατο τοξωτό ὑδραγωγεῖο μὲ τὶς στέρνες του.

Τὸ Καθολικό, εἶναι μοναδικὸ στὸ Ἅγιον Ὄρος ποὺ ἐξαιτίας τῆς στενότητας τοῦ χώρου δὲν ἔχει τὸ σήμα κατετεθὲν τοῦ ἀθωνικοῦ ναοῦ, τὶς πλευρικὲς κόγχες γιὰ τοὺς χορούς τῶν ψαλτῶν. Στὴν εἴσοδο, ὑπάρχει στὰ ἀριστερά, μεγάλη νέα τοιχογραφία ποὺ εὀκονίζει τὸν Ἅγιο Νικόλαο καὶ τὸν Κτήτορα Ἅγιο Ἱερεμία. Ναὸς καὶ Λιτή, εἶναι κατάγραπτοι μὲ τοιχογραφίες τοῦ Θεοφάνη τοῦ Κρητός. Δεξιά τῆς εἰσόδου τῆς Λιτής εἰκονίζεται ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Λουκᾶς ὁ Μυτιληναίος. Στὴν Δέηση, στὸ ὑπέρθυρο τῆς εἰσόδου στὸν ναὸ ἀπὸ τὴν λιτή, ὁ Χριστός εἰκονίζεται ἀνάμεσα στὴν Θεοτόκο καὶ στὸν Ἅγιο Νικόλαο. Ἀριστερὰ καὶ δεξιά, εἰκονίζονται οἱ Α΄ καὶ Ζ΄ Οἰκουμενικές Σύνοδοι. Στὸ ὑπέρθυρο τοῦ δυτικοῦ τοίχου τοῦ ναοῦ, εἰκονίζεται ὁ Ἀναπεσών, καὶ στὸν τοῖχο δίπλα ὁ πατριάρχης Ἱερεμίας Α΄ στὸν τύπο τοῦ κτήτορος μὲ σκάριφο τῆς Μονῆς. Στὴν παράσταση τῆς Βαϊοφόρου, οἱ μορφὲς ἔχουν ἀντιστραφεῖ γιὰ νὰ ἰσοῤῥοπήσουν οἱ ὄγκοι στὴν συγκεκριμένη θέση. Ὁ Χριστός, πλησιάζει στὰ Ἱεροσόλυμα ἀπὸ τὰ δεξιά. Ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον παρουσιάζουν οἱ μορφὲς τῶν παιδιῶν σὲ διαδοχικὲς φάσεις ἀφαίρεσης τοῦ ιματίου, ποὺ τελικὰ στρώνεται γιὰ νὰ περάσει ὁ ἐπὶ πώλου ὄνου Χριστός. Ὁ Χριστὸς Παντοκράτωρ, περιβάλλεται ἀπὸ ἀπεικόνιση τῆς λειτουργίας τῶν Ἀγγέλων. Ἀξιοπρόσεχτος εἶναι ὁ Ἄγγελος ποὺ εἰκονίζεται μετωπιαίος στὸ ὕψος τοῦ ἀριστεροῦ ὤμου τοῦ Παντοκράτορος καὶ ἔχει τὰ χέρια ὑψωμένα. Στὶς κολόνες ἀριστερὰ καὶ δεξιά, βρίσκονται σὲ μεγάλου σχήματος δεσποτικὲς εἰκόνες τῆς Θεοτόκου καὶ τοῦ Χριστοῦ. Προέρχονται κατὰ πάσα πιθανότητα ἀπὸ τὸ Κελλί τῶν Ἁγίων Πάντων, τὸ ἀντιπροσωπεῖο τῆς Μονῆς στὶς Καρυές. Στὸ δεξιὸ ανατολικό κίονα, βρίσκεται σὲ προσκυνητάρι ἡ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Νικολάου τοῦ Στρειδά, ἡ ἐφέστια εἰκόνα τῆς Μονῆς. Εἶναι ψηφιδωτὴ εἰκόνα ποὺ πιάστηκε στὰ δίχτυα τῶν ψαράδων τῆς Μονῆς· ἕνα στρείδι βρέθηκε κολλημένο στὸ μέτωπο τοῦ Ἁγίου ἐκεῖ ποὺ σήμερα διακρίνεται ἕνα τραῦμα καὶ κατὰ τὴν παράδοση, ὅταν ξεκόλλησε τὸ στρείδι, έτρεξε αἷμα. Τὸ στρείδι φυλάσσεται σὲ ἀσημένιο πλαίσιο, καὶ πάνω του εἶναι γραμμένοι στὰ σλαβονικά στίχοι τοῦ Ἄξιόν Ἐστο. Στὸν ἀριστερὸ ἀνατολικὸ κίονα, βρίσκεται ἡ εἰκόνα τοῦ Τιμίου Προδρόμου, ἀρχηγοῦ τοῦ τάγματος τῶν μοναχῶν. Τὸ τέμπλο τοῦ 1743 εἶναι ξύλινο ἐπίχρυσο καὶ ἰδιαίτερα ὑψηλὸ. Φέρει τὶς περίφημες εἰκόνες τοῦ Δωδεκάορτου, τὸν Ἐσταυρωμένο καὶ τὰ λυπηρὰ τοῦ Θεοφάνη τοῦ Κρητός, ποὺ προφανῶς κοσμοῦσαν τὸ παλαιότερο τέμπλο. Τὸ μαρμαροθέτημα στὸ δάπεδο, οἱ πολυέλαιοι καὶ τὰ σκαλιστά ἀναλόγια μὲ τὸ ἔνθετο σεντέφι, τὸ λιγοστὸ φῶς ὅπου μπαίνει ἀπὸ τὰ παράθυρα τοῦ τρούλλου καὶ ἔχει χροιὰ γκριζωπὴ ἐξαιτίας τῆς ἀνταύγειας τῶν σχιστολιθικῶν πλακών ποὺ σκεπάζουν τὶς ὁροφές, συμβάλλουν στὴν δημιουργία μίας ἀτμόσφαιρας κατανυκτικῆς.

Τὸ καμπαναριό, βρίσκεται στὴν νοτιοανατολικὴ πτέρυγα, δεξιὰ ἀπὸ τὴν εἴσοδο. Λόγω τῆς στενότητας τοῦ χώρου, δὲν ὑπάρχει φιάλη.

Ἐντὸς τῆς Μονῆς, βρίσκονται ἕξι παρεκκλήσια· τῶν Ἁγίων Ἀρχαγγέλων τοῦ 1667 στὴν νότια πτέρυγα ἀπέναντι ἀπὸ τὸ δωμάτιο ὅπου κατέλυε ὁ πατριάρχης Ἱερεμίας· τῆς Παναγίας τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς τοῦ 1840 στὴν νοτιοανατολικὴ πτέρυγα ὅπου ὁ τροῦλλος εἶναι μολυβδοσκέπαστος καὶ ὁρατὸς εξωτερικά ἐνῶ αξιόλογη εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου ὡς Πλατυτέρας πλαισιωμένη ἀπὸ προφήτες· τοῦ Ἁγίου Ἐλευθερίου τοῦ 1840 στὴν νοτιοανατολική πτέρυγα ἐντὸς τῆς Τράπεζας ἀριστερά, καὶ δεξιά του εἶναι τοῦ Τιμίου Προδρόμου τοῦ 1546, μὲ τοιχογραφίες ποὺ ἀποδίδονται στὸν Θεοφάνη καὶ τὸ παρεκκλήσιο τῆς Ἁγίας Θεοπρομήτορος Ἄννης στὸν τέταρτο ὅροφο τοῦ πύργου τὸ ὁποῖο χτίστηκε μεταξὺ 1546 καὶ 1607. Τέλος, στὸ ἰσόγειο, βρίσκεται τὸ πρόσφατα διαμορφωθὲν παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ.

Ἐκτὸς Μονῆς, σὲ ἀπόσταση δέκα λεπτὰ δρόμου βορειοδυτικά, βρίσκεται τὸ παρεκκλήσιο τῶν Ἁγίων Πέντε Μαρτύρων, τοῦ 1785. Παλαιότερα εἶχε κελλιά, καὶ χρησιμοποιεῖτο ὡς ἡσυχαστήριο.

Ἡ αὐλή, εἶναι ἡ μικρότερη στὸ Ἅγιον Ὄρος. Στὸ ἀνατολικὸ μέρος, ὅπου βρίσκεται τὸ Λαθολικό, οὐσιαστικὰ δὲν εἶναι μεγαλύτερη ἀπὸ διάδρομο. Τὴν οὐσιαστικὴ απουσία τῆς αὐλῆς, ἀναπληρώνει κάπως ἡ φαρδιὰ πεζούλα μπροστὰ στὴν εἴσοδο. Σὲ αὐτὴ τὴν πεζούλα βρίσκεται τὸ ὑδραγωγεῖο μὲ τὶς στέρνες μὲ χρυσόψαρα καὶ χαμηλότερα μπροστά της απλώνονται οἱ κήποι τῆς Μονῆς.

Ἡ Τράπεζα, βρίσκεται στὸν πρῶτο ὅροφο τῆς νοτιοανατολικής πτέρυγας. Στὸ ἀνατολικό ἄκρο ὑπάρχει κόγχη μὲ δίλοβο παράθυρο. Πάνω ἀπὸ τὴν εἴσοδο ὑπάρχει ἐπιγραφὴ τοῦ 1744. Οἱ τοιχογραφίες τῆς κόγχης καὶ τοῦ νότιου τοίχου εἶναι ἔργο τοῦ Θεοφάνη. Στὸ Προσκυνητάριο τοῦ 1701, ὁ ιατροφιλόσοφος Ἰωάννης Κομνηνός, κάνει λόγο γιὰ παραστάσεις στοὺς τοίχους μὲ τὴν Σίβυλλα καὶ φιλοσόφους τῆς αρχαιότητας, ποὺ δὲν σώζονται πλέον.

Τὸ εἰκονοφυλάκια, στεγάζεται σὲ ἕνα ὑπόγειο καὶ ἐκεῖ φυλάσσονται ἀξιόλογα σκεύη, χρυσοκέντητα ἄμφια, σταυροί, ξυλόγλυπτα καὶ ἐγκόλπια. Ἀξιόλογες φορητὲς εἰκόνες τοῦ Ἁγίου Νικολάου, τῆς Μετάστασης, τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, τῶν Ἁγίων Πέτρου καὶ Παύλου, τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, τῶν Ἁγίων Ἀνδρέου καὶ Μάρκου, τοῦ Ἁγίου Αὐξεντίου, τοῦ Ἁγίου Ἀντύπα, τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα, τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, τῆς Ὑψώσειως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, τοῦ Ἁγίου Εὐστρατίου, τῆς Παναγίας τῆς Βρεφοκρατούσας, τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Προφήτου Ἠλία, τῶν Ἁγίων Μαρδαρίου καὶ Ὀρέστου, τῶν Ἁγίων Πάντων.

Ἡ βιβλιοθήκη, βρίσκεται στὸ ἰσόγειο τῆς βόρειας πτέρυγας. Φυλάσσονται ἑκατὸν ἑξήντα ἐννέα ἑλληνικοὶ κώδικες, ἐκ τῶν ὁποίων πεντήντα ὀκτὼ περγαμηνά, δύο βομβύκινοι καὶ 109 χαρτῶοι μὲ θεολογικά, λειτουργικά, ἢ μουσικά κείμενα.

Ὁ πύργος βρίσκεται πλάἱ στὴν κύρια εἴσοδο, στὸ μέσον τῆς νότιας πτέρυγας. Ἡ κάτοψή του εἶναι τετράγωνη 8,5Χ8,5 μέτρα, μὲ συνολικό ὕψος 25 μέτρα. Ἔχει ἐπίστεψη μὲ ἐπάλξεις καὶ τρεῖς καταχύστρες σὲ κάθε ὄψη.

Τὰ ἐξαρτήματα τῆς Μονῆς περιλαμβάνουν κελλιά στὴν εὐρύτερη περιοχή γύρω ἀπὸ τὴν Μονὴ καὶ στὶς Καρυές. Μεταξύ αὐτῶν εἶναι τὰ Κελλιὰ τῶν Ἀρχαγγέλων, τῆς Αναστάσεως, τοῦ Προφήτου Ἠλία, τοῦ Ἁγίου Κηρύκου, τοῦ Ἁγίου Ὀνουφρίου, τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Στὴν Μονὴ ἀνῆκουν ἐπίσης τριάντα τέσσερις καλύβες στὴν περιοχή τῆς Καψάλας.

***

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ.

  Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ. Ὁ ἱερομόναχος Ἄνθιμος Παντοκρατορινός (κατὰ κόσμον Ἀντώνιος Κατσαλιάκης,...