Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2025

ΜΟΝΗ ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΟΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

 

ΜΟΝΗ ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΟΣ


 

Ἡ Μονὴ Παντοκράτορος, ὑψώνεται πάνω σὲ βραχώδη χερσονησίδα στὸ μέσον τοῦ ὅρμου ποὺ σχηματίζει ἡ εκβολή τοῦ χειμάῤῥου Χρυσοῤῥάρη ἢ Μπότσαρη. Ὁ ὅρμος ξεκινάει ἀπὸ τὸ ἀκρωτήριο Χαλκιᾶς πρὸς τὸν βοῤῥά, καὶ καταλήγει στὸ ἀκρωτήριο Παπαράπης πρὸς τὸ νότο. Ἔχει τοξωτό ὑδραγωγεῖο. Λόγω τοῦ χθαμαλοῦ ἐδάφους της, ἡ γειτνίαση μὲ τὴν θάλασσα εἶναι πιὸ αἰσθητὴ ἀπὸ τὴν γειτονικὴ Σταυρονικήτα.

Πολλοὶ περιηγητές, ὅπως ὁ Τ. Κ. Παπατζώνης, στὸ· Ἄσκηση στὸν Ἄθω, περιέγραψαν μὲ γλαφυρὸ τρόπο τρικυμίες καὶ θαλασσοταραχές στὸ ἀνοιχτὸ πέλαγος μπροστὰ στὴν Μονή. Στὴν νότια πλευρὰ τῆς βραχώδους χερσονησίδας, ὑπάρχει μανδράκι, τὸ μόνο τῆς ἀνατολικῆς ἀκτῆς μετὰ ἀπὸ ἑκεῖνον τῆς Μεγίστης Λαύρας. Ἴσως ἡ παρουσία τοῦ ὑπήνεμου ὅρμου ἐξηγεῖ τὴν ὕπαρξη στὴν περιοχὴ τοῦ ἀρχαῖου πολίσματος Θύρσος, ποὺ καταστράφηκε ὁλοσχερῶς ἀπὸ σεισμὸ τὸν 5ο αἰῶνα π. Χ.

Ἡ κάτοψη τοῦ μοναστηριακοῦ συγκροτήματος ἔχει σχῆμα ἀκανόνιστου πολυγώνου. Τὸ ἀρχικὸ συγκρότημα τοῦ 14ου αἰῶνος περιοριζόταν στὸ σημερινὸ δυτικὸ μέρος τῆς Μονῆς. Ἡ επέκταση ἔγινε τὸν 16ο αἰῶνα. Ἡ δόμηση ἀξιοποιεῖ τὸ ἀνάγλυφο τοῦ ἐδάφους. Τὸ ἀπότομο ἐπικλινὲς ἔδαφος καὶ οἱ βράχοι στὰ ἀνατολικά, χρησιμοποιοῦνταν γιὰ ἀμυντικοὺς σκοπούς· ἡ πιὸ προσβάσιμη δυτικὴ πλευρά, χρησιμοποιοῦταν γιὰ χώρους διαβίωσης. Οἱ πτέρυγες προέρχονται ἀπὸ διαφορετικὲς οἰκοδομικὲς φάσεις καὶ ἀνακαινίσεις. Μέχρι τὰ μέσα τοῦ 18ου αἰῶνος, ἡ Μονὴ διαιροῦνταν σὲ δύο μέρη, ἀπὸ μία πτέρυγα ποὺ σήμερα δὲν ὑπάρχει ἄλλα ἀποτυπώνεται σὲ σχέδιο τοῦ Μπάρσκι τοῦ 1744. Ἡ βόρεια πτέρυγα ἀνακαινίστηκε μὲ ἔξοδα τοῦ σκευοφύλακα Κυρίλλου τὸ 1781 καὶ ξανά τὸ 1999 γιὰ νὰ ἀντιμετωπιστοῦν οἱ νέες ἀνάγκες ποὺ προέκυψαν ἀπὸ τὴν ἐπιστροφὴ τῆς Μονῆς στὸ κοινοβιακὸ σύστημα. Ἡ δυτικὴ πτέρυγα, μὲ τοὺς δύο πύργους, ποὺ στεγάζει τὴν τράπεζα, ἀνακαινίστηκε τὸ 1774 ἀπὸ κάποιον Τριαντάφυλλο, ποὺ ἀνακηρύχθηκε νέος κτήτορας. Κάποια ἀπὸ τὰ κελλιὰ τῶν μοναχῶν στὴν βόρεια καὶ δυτικὴ πτέρυγα εἶναι δίχωρα, κατάλοιπο ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ποὺ ἡ Μονὴ ἦταν ἰδιόῤῥυθμη. Ἡ ἀνατολικὴ πτέρυγα, τοῦ 16ου αἰῶνος, καταστράφηκε ἀπὸ πυρκαγιὰ τὸ 1948 καὶ ἀναστηλώθηκε τὸ 1970. Ὁ ἀμυντικὸς πύργος ποὺ δεσπόζει στὴν βορειοδυτικὴ γωνία ὑπέστη στεγανοποιητικὴ ἐπένδυση τὸ 1996 γιὰ νὰ ἀντιμετωπιστεῖ τὸ πρόβλημα τῆς ὑγρασίας, ποὺ παρέμενε παρὰ τὴν ἀδιαβροχοποίηση τῆς λιθοδομῆς. Οἱ ἐξωτερικὲς πλευρές τοῦ πύργου, καλύφθηκαν μὲ ξύλινη ἐπένδυση, ποὺ ἀγκυρώθηκε στὴν λιθοδομή, καὶ ἐπενδύθηκε μὲ λαμαρίνα, ἡ ὁποία ἐπιχρίστηκε μὲ ἀδιαβροχοποιητικό σοβά. Τὸ πρόβλημα τῆς ὑγρασίας ξεπεράστηκε, ἀλλὰ ἡ ὄψη τοῦ πύργου ἄλλαξε ριζικά, καὶ καταλύθηκε ἡ συνάφεια τῆς δόμησής του μὲ τὴν τοιχοποιΐα τω πτερύγων.

***

Ἡ παράδοση, θεωρεῖ κτήτορα τῆς Μονῆς τὸν αὐτοκράτορα Ἀλέξιο Α΄ Κομνηνό καὶ τοποθετεῖ τὴν ἵδρυσή της ἐπὶ βασιλείας του (1081-1117). Ἔγγραφα πιστοποιοῦν τὴν ὕπαρξη τῆς Μονῆς κατὰ τὴν περίοδο 1283-1328. Γραπτὲς μαρτυρίες ἀναφέρουν ὡς κτήτορες τοὺς ἀδελφοὺς Ἀλέξιο καὶ Ἰωάννη, ἀνώτερους αξιωματούχους, στρατοπεδάρχης καὶ πριμικήριος ἀντίστοιχα, ποὺ δραστηριοποιήθηκαν σὲ στρατιωτικὲς ἐπιχειρήσεις κατὰ τῶν Σέρβων καὶ τῶν Τούρκων στὶς περιοχὲς τῆς κοιλάδας τοῦ Στρυμόνα, τῆς Καβάλας καὶ τῆς Θάσου, ποὺ τὸ 1357 τοὺς παραχωρήθηκαν ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Ἰωάννη Ε΄ μὲ χρυσόβουλλο. Ἔργο τους εἶναι ὁ πύργος τοῦ Μαρμαρίου στὴν Ἀμφίπολη, στὶς ἐκβολὲς τοῦ Στρυμόνα. Οἱ δύο ἀδελφοί, οἰκοδόμησαν ἐκ βάθρων τὴν Μονή. Τὸ 1357, οἱ κτήτορες, ἐξασφάλισαν τὴν ἐνσωμάτωση τοῦ ἀρχαῖου μονυδρίου τοῦ Ῥαβδοῦχου, ποὺ βρισκόταν κοντά στὶς Καρυές. Συνολικά, ἕξι ἀρχαῖα μονύδρια ἐνσωματώθηκαν στὴν Μονή· Φαρακλοῦ ἢ Φαλακροῦ, Κυνόποδος, Δωροθέου, Φακηνοῦ καὶ Ἁγίου Αὐξεντίου. Ὁ Ἀλέξιος, ἐκοιμήθη τὸ 1368/9, ὁ Ἰωάννης συνέχισε τὸ ἔργο τῆς ἀνοικοδόμησης καὶ ἐξακολούθησε νὰ διοικεῖ τὴν περιοχή του· οχύρωσε τὸν Λιμένα τῆς Θάσου, καὶ μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1371-73 κατατρόπωσε, μὲ τὴν βοήθεια τῶν Βενετῶν, Τούρκους πειρατές ποὺ εἶχαν ἐπιτεθεῖ στὸ Ἅγιον Ὄρος. Οἱ δωρεές τοῦ πρὸς τὴν Μονή, ἐπικυρώθηκαν μὲ χρυσόβουλλο τοῦ Ἰωάννη Ε΄ Παλαιολόγου. Ὁ Ἰωάννης, εἰκονίζεται σὲ φορητὴ εἰκόνα (1360-70) τοῦ Χριστοῦ Παντοκράτορος, ποὺ δώρησε στὴν Μονὴ καὶ σήμερα βρίσκεται στὸ Μουσείο Ἐρμιτάζ, στὴν Ἁγία Πετρούπολη. Τὸ 1357, ὁ Ἰωάννης, νυμφεύτηκε τὴν Ἄννα Ἀσανίνα, ἀνιψια της αὐτοκράτειρας Ἑλένης, κόρη τοῦ Ἰωάννη Στ΄ Κατακουζηνοῦ καὶ τῆς Εἰρήνης Ἀνδρονίκου Ἀσάν. Τὸ 1384, ὁ Ἰωάννης εἶχε ἀποσυρθεῖ στὴν Μονὴ Παντοκράτορος, ὅπου ἐκάρη μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Ἰωαννίκιος. Ὁ τάφος τῶν κτητόρων βρίσκεται στὸ Καθολικὸ τῆς Μονῆς.

Ἡ Μονή, εἶναι ἀφιερωμένη στὴν Μεταμόρφωση τοῦ Σωτῆρος. Τὴν ἐγκαινίασε λίγο πρὶν ἀποβιώσει, ὁ οικουμενικὸς πατριάρχης Κάλλιστος Α΄, ποὺ ἐκοιμήθη τοῦ 1363. Μὲ σιγίλλιό τοῦ αναγνωρίστηκε ὡς πατριαρχική. Ἀναγνωρίστηκε ἐπίσης ὡς βασιλική, ἴσως πρὶν τὸ 1367. Τὸ καθεστῶς αὐτό, πάντως, μαρτυρεῖται τὸ ἔτος 1386. Ἐπὶ Τουρκοκρατίας, ἡ Μονὴ πέρασε οἰκονομικὴ κρίση. Κατόρθωσε ὡστόσο νὰ ἀνακάμψει καὶ νὰ ἐπεκταθεῖ πρὸς τὰ βορειοανατολικὰ τὸν 16ο αἰῶνα, χάρη στὶς γενναιόδωρες χορηγίες τοῦ ἄρχοντα τῆς Βλαχίας Νεαγκόε Μπασαράμπ, καὶ τοῦ μεγάλου λογοθέτη τῆς Μολδοβλαχίας Γαβριήλ Tortusanu. Βοήθεια παρεῖχε ἐπίσης τὸ 1762 ἡ Μεγάλη Αἰκατερίνη, ἡ ὁποία ἐπέτρεψε τὴν διεξαγωγὴ ἐράνου ὑπὲρ τῆς Μονῆς στὴν τσαρικὴ ἐπικράτεια. Ἡ Μονή, ὑπέστη μεγάλες ζημιὲς ἀπὸ τὶς πυρκαγιές τοῦ 1773 καὶ τοῦ 1948. Κατέχει τὴν 7η θέση στὴν ἱεραρχία τῶν αγιορείτικων Μονῶν. Τὸ 1992, ἡ Μονὴ ἐπανδρώθηκε ἀπὸ συνοδεῖα Ξενοφωντινῶν μοναχῶν ὑπὸ τὸν ἀρχιμανδρίτη Βησσαρίωνα καὶ ἐπανῆλθε στὸ κοινοβιακὸ σύστημα μὲ σιγίλλιο τοῦ οἰκουμενικοῦ πατριάρχη Βαρθολομαίου Α΄. Ἦταν ἡ τελευταία ἁγιορείτικη Μονὴ ποὺ ἐπανῆλθε στὸ κοινοβιακὸ καθεστῶς.

Στὴν Μονὴ Παντοκράτορος, μόνασε γιὰ μεγάλα ἢ μικρὰ διαστήματα, ὁ οἰκουμενικὸς πατριάρχης Ἅγιος Κάλλιστος Β΄ ὁ Ξανθόπουλος ποὺ ἐκοιμήθη τὸ 1397, κείμενα τοῦ ὁποίου συμπεριλήφθηκαν στὴν Φιλοκαλία τῶν Νηπτικῶν Πατέρων. Ἀσκήτευσε στὸ κάθισμα τοῦ Ἁγίου Ὀνουφρίου. Στὴν περιοχή τῆς Μονῆς ἀσκήτευσε γιὰ μικρὸ διάστημα ὁ μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς.

Ὁ μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Ἅγιος Θεωνᾶς, μόνασε στὸ κάθισμα τοῦ Ὁσίου Ὀνουφρίου, ποὺ ἔκτοτε φέρει τὸ ὄνομά του. Ὁ Ὅσιος Θεόφιλος ὁ Μυροβλύτης ἀσκήτευσε στὴν Καλύβη τοῦ Ἁγίου Βασιλείου στὴν Καψάλα. Ἡ παράδοση ἀναφέρει ὅτι ὁ Ὅσιος Γεράσιμος ὁ ἐν Κεφαλληνίᾳ ἀσκήτευσε στὴν Καψάλα. Στὴν Μονὴ ἀσκήτευσε ὁ μητροπολίτης Τιμισοάρας Ῥουμανίας Ἅγιος Ἰωσήφ. Ὁ Ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ἔλαβε τὸ μέγα καὶ ἀγγελικό σχῆμα στὴν Καλύβη τοῦ Ἁγίου Βασιλείου τῆς Καψάλας, ἐνῶ μαζί τοῦ συνασκήτευσε ὁ Ἅγιος Μακάριος ὁ Νοταρᾶς. Στὴν Σκήτη τοῦ Προφήτη Ἠλία ἀσκήτευσε ὁ Ὅσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκυ. Στὴν Μονὴ ἐγκαταβίωσαν πολλοὶ λόγιοι μοναχοί, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὁ μοναχὸς Καλλίνικος ποὺ μετέφρασε τὰ Ἀσκητικά τοῦ Ἀββᾶ Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου, καὶ ὁ Θεοφάνης, συγγραφέας σημαντικῶν ἔργων γιὰ τὴν παρασημαντικὴ τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς.

Μεγάλη ευλογία γιὰ τὴν Μονὴ ἀποτελεῖ τὸ τμῆμα τοῦ Ἄῤῥαφου Χιτῶνα τοῦ Κυρίου, ποὺ φυλάσσεται σὲ αὐτήν. Φυλάσσονται ἐπίσης οἱ κάρες ἢ τμήματα κάρας τῶν Ἁγίων· Ἰωαννικίου τοῦ ἐν Ὀλύμπῳ, Ἰωάννου τοῦ Ἐλεήμονος, Θεοδώρου τοῦ Στρατηλάτου, Κοσμᾶ καὶ Δαμιανοῦ τῶν Ἀναργύρων. Φυλάσσονται ἐπίσης, μεταξὺ ἄλλων, λείψανα τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου τοῦ Ἀποστόλου, Τρύφωνος, Φωτεινῆς Σαμαρείτιδος, Ἰουλίττης, Κηρύκου, Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ἀναστασίας Φαρμακολυτρίας, Ἑρμολάου, Παρασκευῆς, Παντελεήμονος, Εὐσταθίου, Κωνσταντίνου καὶ Ἑλένης, Νικηφόρου, Μοδέστου, Στεφάνου πρωτομάρτυρος, Ἀθανασίου πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ ἐξ Ἀνδρούσης, Θεοφίλου τοῦ Μυροβλύτου.

***

Ἡ εἴσοδος τῆς Μονῆς, εἶναι στὴν νοτιοδυτικὴ γωνία τοῦ οἰκοδομικοῦ συγκροτήματος. Ἔχει θολωτὸ προστῶο μὲ παράσταση τοῦ Παντοκράτορος. Ἀπέναντι εἶναι τὸ κιόσκι, κτίσμα κτητορικό, ποὺ προσφέρει ἐξαιρετικὴ θέα τῆς ἀνατολικῆς ἀκτῆς καὶ τοῦ Θρακικοῦ πελάγους. Πιὸ πέρα εἶναι ὁ ἀρσανάς, καὶ ὁ χείμαῤῥος Χρυσοῤῥάρης. Δεξιά τοῦ προστῶου τῆς εἰσόδου βρίσκεται μαρμάρινη κρήνη τοῦ 1781. Φέρει φυτικὸ διάκοσμο καὶ ἀχιβάδα, τὸ σμῆα κατετεθὲν τοῦ ῥυθμοῦ ῥοκοκό. Ἡ ἐπιγραφή της λέει: «Ἡ μὲν Σοφία Σολομώντα ἔλθετε πίετε, φησί, ψυχικὸν ἐμὸν πόμα. Πηγὴ δὲ αὕτη ἐκβοὰ ἅπασι τοῖς διψῶσιν, δεῦτε καὶ πίετε σαρκὸς τὴν γλυκυτάτην πόσιν, ἧν παρεσκεύασεν ὑμῖν σὺν δαπάνῃ καὶ πόνῳ ὁ σκευοφύλαξ Κύριλλος ἅμα τῷ Γεωργίῳ, ἀλλὰ τοῦδ’ ἐμφορούμενοι νάματος τοῦ γηΐνου ἐπεύχεσθε τούτους τυχεῖν νέκταρος οὐρανίου». Καθαρισμὸς τῆς κρήνης τὸ 1992 ἔφερε στὸ φῶς τὴν καρκινικὴ ἐπιγραφή: «Εὖ ὦ παγὰ σῶμα νόον ἅμ’ ὡς ἀγαπῶ ὕε» (Ω πηγή, δρόσισε σώμα καὶ νοῦ ὅπως επιθυμώ). Πάνω ἀπὸ τὴν κρήνη αὐτή, εἶναι τοιχογραφία ποὺ εἰκονίζει τὴν Μεταμόρφωση τοῦ Σωτῆρος.

Τὸ διαβατικό, εἶναι ἐλικοειδές, καταλήγει σὲ διπλό τόξο ποὺ στηρίζεται σὲ κομψὸ κιονίσκο. Ἡ αὐλή, εἶναι μικρὴ καὶ πλακοστρωμένη. Στὸ βόρειο τμῆμα της γύρω ἀπὸ τὸ καθολικό, οὐσιαστικὰ καταλήγει διάδρομος. Ἡ στενότητα τοῦ χώρου ἐξηγεῖ τὴν ἀπουσία φιάλης, καὶ διασκεδάζεται κάπως ἀπὸ δύο-τρία δένδρα καὶ τὶς ἐσωτερικὲς ὄψεις τῶν πτερύγων, ποὺ εἶναι ἐπίπεδες μὲ τοξωτὴ τοιχοποιΐα καὶ κεραμικὸ διάκοσμο. Ἀριστερὰ στὴν αὐλή ὑπάρχει ἄλλη κρήνη τοῦ 1819, ἔργο καὶ αὐτὴ τοῦ σκευοφύλακα Κυρίλλου. Φέρει τὴν κλασικὴ καρκινικὴ ἐπιγραφή: «ΝΙΨΟΝ ΑΝΟΜΗΜΑΤΑ ΜΗ ΜΟΝΑΝ ΟΨΙΝ». Ἡ ἔκκεντρη θέση τοῦ Καθολικοῦ στὸ βάθος τῆς Μονῆς προέκυψε ἀπὸ τὴν ἐπέκταση τῆς Μονῆς πρὸς τὰ νοτιοανατολικά.

Τὸ Καθολικό, εἶναι ἀθωνικοῦ τύπου, ἐγγεγραμμένος σταυροειδὴς μὲ τροῦλλο καὶ πλευρικὲς κόγχες. Βρίσκεται στὸ βορειοδυτικὸ τμῆμα τῆς αὐλῆς καὶ χτίστηκε τὸ 1362/3. Οἱ  κόγχες τῆς προθέσεως καὶ τοῦ διακονικοῦ ἔχουν διευρυνθεῖ σὲ κυκλικοὺς χώρους ποὺ στεγάζονται σὲ τρούλλους καὶ ἐξωτερικὰ ἔχουν σχῆμα πολυγωνικό. Λέγονται τυπικαριά, γιατὶ ἐκεῖ φυλάσσονται τὰ τυπικὰ τῆς Μονῆς. Χρονολογοῦνται ἀπὸ τὸ 1614, ὅταν επεκτάθηκε τὸ καθολικὸ πρὸς τὰ ἀνατολικά. Ἡ ἐπιλογὴ τῆς ἀφιέρωσῆς του στὴν Μεταμόρφωση τοῦ Σωτῆρος δὲν εἶναι ἴσως άσχετη πρὸς τὴν κίνηση τοῦ Ησυχασμού.

ἐξωνάρθηκας, περιβάλλει τὴν δυτικὴ καὶ νότια πλευρὰ τῆς λιτῆς. Εἶναι ὑαλόφρακτος καὶ κατασκευάστηκε τὸ 1847. Τὴν ἴδια ἐποχὴ διαμορφώθηκαν τὰ κλασικίζοντα παράθυρα τοῦ Καθολικοῦ. Στὸ βόρειο τμῆμα τοῦ ἐξωνάρθηκα ὑψώνεται τὸ καμπαναριό, ἔργο τοῦ ἀρχιμανδρίτη Μελετίου. Ὁ θρόνος δίπλα στὴν εἴσοδο τῆς λιτῆς εἶναι κατάλοιπο ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ποὺ ἡ Μονὴ λειτουργοῦσε μὲ τὸ ιδιόῤῥυθμο σύστημα.

Λιτή, εἶναι σχετικά μικρή. Ανακαινίστηκε τὸ 1847 μὲ ἔξοδα τοῦ ἀρχιμανδρίτη Μελετίου Παντοκρατορινοῦ. Οὐσιαστικά, προέκυψε ἀπὸ τὴν κατεδάφιση τοῦ μεσότοιχου ποὺ χώριζε παλαιότερα δύο μικροὺς νάρθηκες. Ἡ ὁροφή, στηρίζεται σὲ κίονες καὶ ἔχει τρεῖς τρούλλους. Πάνω ἀπὸ τὴν πύλη εἰσόδου στὸν κυρίως ναό, εἰκονίζεται ἡ μεγαλύτερη τοιχογραφία στὸ Ἅγιον Ὄρος. Τὰ πρόσωπα τοῦ Χριστοῦ, τῆς Θεοτόκου καὶ τοῦ Τιμίου Προδρόμου εἶναι τὰ ἀρχικά, δὲν ἐπιζωγραφίστηκαν ποτέ. Οἱ τοιχογραφίες εἶναι ἔργο τοῦ Ματθαίου Ἰωάννου ἀπὸ τὴν Νάουσα, τοῦ 1854. Ἀξιόλογες εἶναι οἱ παραστάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.

Στὸν βόρειο τοῖχο τῆς λιτῆς, βρίσκεται ὁ τάφος τῶν κτητόρων. Μεταφέρθηκε ἐκεῖ τὸ 1847· προηγουμένως ἦταν στὸν νότιο τοῖχο. Στὸν βόρειο τοῖχο ὑπάρχει τοιχογραφία ποὺ εἰκονίζει τοὺς κτήτορες. Ὁ μοναχὸς Ἰωαννίκιος, κρατάει σκάριφο τοῦ ναοῦ, πρόκειται γιὰ τὸ ἴδιο πρόσωπο μὲ τὸν πριμηκήριο Ἰωάννη, σὲ μεγαλύτερη ἡλικία. Ἡ λάρνακα τῶν λειψάνων, περιέχει τὰ ὀστὰ τῶν κτητόρων, ἀλλὰ καὶ μελῶν τῶν οἰκογενειῶν τους.

Ὁ κυρίως ναός, εἶναι τοιχογραφημένος. Ἰδιαιτερότητά τοῦ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἀνατολικὴ καμάρα ἔχει ἐπιμηκυνθεῖ, μὲ ἀποτέλεσμα ἡ κόγχη τοῦ ἱεροῦ νὰ ἀπέχει ἀσυνήθιστα ἀπὸ τὸ κέντρο τοῦ κυρίως ναοῦ. Τέσσερις μαρμάρινοι κίονες στηρίζουν τὸν κεντρικὸ τροῦλλο. Στὸ δεξιὸ μαρμάρινο προσκυνητάρι, βρίσκεται εἰκόνα τῆς Μεταμόρφωσης τοῦ 1896· στὰ ἀριστερὰ βρίσκεται ἡ ἐφέστια εἰκόνα τῆς Μονῆς, ἡ Παναγία Γερόντισσα. Πρόκειται γιὰ μεγάλου σχήματος εἰκόνα, ὕψους δύο μέτρων, ὅπου ἡ Θεοτόκος εἰκονίζεται χωρὶς τὸν Χριστό. Φέρει ἀσημένιο πουκάμισο. Τὸ πιθάρι ποὺ εἰκονίζεται στὰ πόδια της ὑπενθυμίζει τὸ θαῦμα τῆς Παναγίας, ποὺ γέμισε λάδι τὰ πιθάρια τῆς Μονῆς. Ἡ προσωνυμία ἀναφέρεται σὲ θαῦμα τῆς Παναγίας ποὺ μάλωσε τὸν ἐφημέριο τοῦ ναοῦ γιὰ τὴν ἀργοπορία του καὶ τὸν διέταξε ἀμέσως νὰ πάει νὰ κοινωνήσει τὸν γέροντα ἡγούμενο τῆς Μονῆς. Ἡ εἰκόνα πετάχτηκε ἀπὸ Σαρακηνοὺς πειρατὲς στὸ πηγάδι τῆς Μονῆς καὶ βρέθηκε μετὰ ἀπὸ ὀγδόντα χρόνια, χάρη στὶς οδηγίες ἑνὸς ἀπὸ τοὺς Σαρακηνούς, ποὺ τυφλώθηκε ὅταν προσπάθησε νὰ τὴν κόψει σὲ κομμάτια. Ὅταν ἐντοπίστηκε στὸ πηγάδι, μπροστὰ στὴν εἰκόνα ἔκαιγε ἀκοίμητο καντήλι. Ἡ εἰκόνα τιμάται στὶς 2 Δεκεμβρίου, μὲ μεγάλη πανήγυρι, σὲ ἀνάμνηση θαύματός της, ὅταν κατὰ τὴν πυρκαγιά τοῦ 1948 ἐμφανίστηκε μικρὸ σύννεφο ποὺ ἔφερε βροχὴ ἀκριβῶς πάνω ἀπὸ τὴν Μονή, καὶ ἔσβησε τὴν φωτιά. Τὸ ξυλόγλυπτο τέμπλο ἀνακαινίστηκε τὸ 1640 καὶ ἀντικατέστησε παλαιότερο μαρμάρινο. Φέρει ἐπιγραφὴ ὅπου γιὰ πρώτη φορα ἀναφέρεται ἡ λέξη τέμπλο γιὰ νὰ δηλώσει τὸ σύνολο τοῦ φράγματος ποὺ χωρίζει τὸ ἱερὸ βῆμα ἀπὸ τὸν κυρίως ναό, καὶ ὄχι μόνο τὸ ἐπιστύλιο. Οἱ δεσποτικὲς εἰκόνες τοῦ α΄ μισοῦ τοῦ 16ου αἰῶνος, τοῦ Χριστοῦ Παντοκράτορα καὶ τῆς Παναγίας Ὁδηγητρίας τῆς τῶν Πάντων Χαρᾶς, εἶναι ἔργα τοῦ Θεοφάνη τοῦ Κρητός. Τὸ ἱερὸ βῆμα εἶναι ἰδιαίτερα εὐρύχωρο. Πάνω ἀπὸ τὴν ἁγία τράπεζα ὑπάρχει ξυλόγλυπτο κουβούκλιο. Οἱ τοιχογραφίες τοῦ Καθολικοῦ ἀποδίδονται κατὰ παράδοση στὸν Πανσέληνο. Ἀρχαιολόγοι, τὴν χρονολογοῦν στὴν μετὰ τὸν Πανσέληνο περίοδο τῆς Μακεδονικῆς Σχολῆς (1360-70). Οἱ ἐξαιρετικὲς αὐτὲς τοιχογραφίες ἐπιζωγραφίστηκαν κατὰ τὴν ἀνακαίνιση τοῦ Καθολικοῦ τὸ 1854. Οἱ τοιχογραφίες τοῦ τρούλλου καὶ τῶν θόλων εἶναι ἀποκλειστικὰ ἔργο τοῦ Ματθαίου Ἰωάννου. Τοῦ 14ου αἰῶνα εἶναι οἱ τοιχογραφίες τοῦ κυρίως ναοῦ, ἡ έξοχη Κοίμηση τῆς Θεοτόκου στὸν δυτικὸ τοῖχο καὶ οἱ μορφές τῶν Ἁγίων στοὺς τοίχους τοῦ ναοῦ καὶ στὰ τόξα· Ἅγιος Ἀντώνιος, Εὐθύμιος, Θεοδόσιος ὁ κοινοβιάρχης, Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, Ἰωάννης ὁ Θεολόγος.

Στὴν βόρεια πλευρὰ τῆς Λιτῆς, βρίσκεται τὸ παρεκκλήσιο τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Σύμφωνα μὲ ἐπιγραφὲς στὰ υπέρθυρα, χτίστηκε τὸ 1538 καὶ ἁγιογραφήθηκε τὸ 1868. Σώζεται παλαιότερο στρώμα τοιχογραφιῶν, κυρίως στὸ ἱερὸ βῆμα, ποὺ φαίνεται νὰ χρονολογοῦνται ἀπὸ τὸ 1538, ἂν καὶ ἔχει διατυπωθεῖ ἡ ἄποψη ὅτι πρόκειται γιὰ ἔργα τοῦ 15ου αἰῶνος. Στὸ τέμπλο τοποθετήθηκε τὸ 1982 ἡ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Φανερωμένου, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸ ὁμώνυμο κελλί.

Στὰ δεξιὰ τῆς εἰσόδου τῆς Μονῆς, βρίσκεται τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Νικολάου, μὲ τοιχογραφίες τοῦ 18ου αἰῶνος. Στὴν βορειοανατολικὴ γωνία, βρίσκεται τὸ παρεκκλήσιο τῶν Ἁγίων Ἀνδρέα καὶ Ἰωαννικίου τοῦ 1781 καὶ ἀκριβῶς ἀπὸ πάνω του κοντά στὸ παλαιό συνοδικό, τὸ παρεκκλήσιο τῶν Ἀρχαγγέλων τοῦ 1781. Στὴν κορυφή τοῦ μεγάλου πύργου, βρίσκεται τὸ παρεκκλήσιο τῆς Ἀναλήψεως. Στὴν δυτικὴ πτέρυγα, ὅπου ὑπῆρχε παλαιότερα πύργος, βρίσκεται τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Τιμίου Προδρόμου τοῦ 18ου αἰῶνος. Στὸν πύργο πάνω ἀπὸ τὴν εἴσοδο τῆς Μονῆς βρίσκεται τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος

Ἐκτὸς Μονῆς, πάνω σὲ ἀπόκρημνο βράχο πρὸς τὴν θάλασσα στὰ νοτιοανατολικά, βρίσκεται τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ὁσίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου. Εἶναι κτίσμα τοῦ 14ου αἰῶνος, ἴσως κτητορικό, καὶ παλαιότερα λειτουργοῦσε ὡς κοιμητηριακὸς ναός. Στὸ υπόγειό του ἐξακολουθεῖ νὰ βρίσκεται τὸ ὀστεοφυλάκιο. Ἡ κατακρήμνιση τῆς ἐπιφάνειας τοῦ κοιμητηρίου λόγω τῆς ἰσχυρῆς κλίσης τοῦ ἐδάφους ὁδήγησε στὴν ἐγκατάλειψή του. Ὁ ναὸς εἶναι μικρός, μονόχωρος, καμαροσκέπαστος μὲ δίριχτη στέγη. Στὸ ἐσωτερικό του σώζονται πολλὰ ὄψιμα παλαιοχριστιανικὰ μέλη τοῦ 10ου αἰῶνος σὲ δεύτερη χρήση.

Ὁ σημερινὸς κοιμητηριακὸς ναός τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων τοῦ 1771, βρίσκεται ἐπίσης ἐκτὸς Μονῆς. Εἶναι χτισμένος στὸν τύπο τοῦ συνεπτυγμένου σταυροειδοὺς μὲ τροῦλλο καὶ δὲν εἶναι ἁγιογραφημένος. Ὑπῆρξε ναός παλαιοῦ κελλιοῦ τῆς Μονῆς.

Ἐκτὸς Μονῆς βρίσκονται ἐπίσης τὰ παρεκκλήσια· τοῦ Ὁσίου Ὀνουφρίου κάθισμα ὅπου μόνασε τὸν 16ο αἰῶνα ὁ μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Ἅγιος Θεωνᾶς, τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, τῆς Ἁγίας Ἄννας, τοῦ Ἁγίου Τρύφωνος στὸν κήπο τῆς Μονῆς, καθὼς καὶ τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Μεγάλου, ὅπου σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, ἐτέθη ὁ θεμέλιος λίθος τῆς Μονῆς ἐπὶ αὐτοκράτορος Ἀλεξίου Α΄ Κομνηνοῦ, ἀλλὰ ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Γερόντισσας καὶ τὰ ἐργαλεῖα τῶν οἰκοδόμων, μεταφέρονταν θαυματουργικὰ στὸ σημεῖο ὅπου εἶναι σήμερα ἡ Μονὴ.

Τράπεζα, βρίσκεται στὸν πρῶτο ὅροφο τῆς δυτικῆς πτέρυγας, ἀπέναντι ἀπὸ τὸ καθολικό. Μεταφέρθηκε ἐκεῖ τὸ 1744, ἀπὸ τὸν ἰσόγειο χῶρο ποὺ σήμερα στεγάζει τὸ δοχειό. Ἔχει ξύλινη διακοσμημένη ὁροφή, κάτοψη ὀρθογώνια καὶ ἀπολήγει σὲ τρίκογχο στὸν ανατολικό τοῖχο, ὅπου εἰκονίζονται ἡ Κοίμηση καὶ ὁ Ευαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου καὶ ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Σωτῆρος. Εἰκονίζονται ἐπίσης στοὺς τοίχους εὐαγγελικὲς σκηνές, ὁλόσωμοι ἱεράρχες μὲ μοναχικό ἔνδυμα καὶ Ἅγιοι σὲ ῥοζέτες. Οἱ τοιχογραφίες τοῦ 1749 εἶναι ἔργο τῶν ἁγιογράφων Σεραφείμ, Κοσμᾶ καὶ Ἰωαννικίου ἀπὸ τὰ Γιάννενα καὶ ἀντανακλοῦν τὶς ἐπιταγὲς τοῦ βιβλίου τοῦ Διονυσίου τοῦ ἐκ Φουρνᾶ τοῦ 1708: «Ἑρμηνεία τῆς ζωγραφικῆς τέχνης». Τὴν δαπάνη τῆς ἁγιογράφησης ανέλαβε ὁ μοναχός Τιμόθεος ἀπὸ τὴν Λήμνο, ποὺ εἰκονίζεται σὲ μία παράσταση. Ὁ δυτικός τοῖχος κατέῤῥευσε ἀπὸ τὸν σεισμὸ τοῦ 1905 καὶ ἁγιογραφήθηκε ἐκ νέου τὸ 1980 ἀπὸ ἀδελφοὺς τῆς Μονῆς.

πύργος, ἔχει ἐπίστεψη μὲ ἐπάλξεις, οἱ ὁποίες δὲν προβάλλουν ἔξω ἀπὸ τὸν περιμετρικὸ τοῖχο. Θυμίζει τοὺς ἀντίστοιχους πύργων τῶν Μονῶν Γρηγορίου καὶ Κωνσταμονίτου καὶ τὸν πύργο τοῦ Ῥωσσικοῦ Παλαιομονάστηρου. Εἶναι πενταώροφος. Ἡ κάτοψή του εἶναι σχεδὸν τετράγωνη 10,5Χ11,5 μέτρα καὶ τὸ ὕψος του εἴκοσι τεσσάρων μέτρα. Στὴν ἀνατολικὴ ὄψη βρίσκεται τὸ κλιμακοστάσιο. Ἡ τοιχοποιΐα εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου ἀργολιθοδομή, ὁ περιμετρικὸς τοῖχος ἔχει μῆκος δύο μέτρα. Ἡ εἴσοδος εἶναι στὴν ἀνατολικὴ ὄψη καὶ προστατεύεται ἀπὸ τριγωνική καταχύστρα. Ἀνακαινίστηκε μὲ δαπάνη τοῦ ἐπιχειρηματία Πρόδρομου Ἐμφιετζόγλου καὶ στεγάζει τὸ σκευοφυλάκιο καὶ τὸ εἰκονοφυλάκιο τῆς Μονῆς

Ἡ βιβλιοθήκη, περιλαμβάνει περίπου τριακόσιους πενήντα χειρόγραφους κώδικες καὶ τρεισήμισι χιλιάδες ἔντυπα βιβλία. Ἑξήντα ὀκτὼ κώδικες εἶναι περγαμηνοί, οἱ ὑπόλοιποι εἶναι χαρτῶοι καὶ βομβύκινοι. Οἱ πιὸ σπουδαῖοι κώδικες φυλάσσονται, μαζί μὲ φορητές εἰκόνες καὶ ἄλλα κειμήλια καὶ ἱερὰ σκεύη στὸ ἐξαιρετικὰ διαμορφωμένο σκευοφυλάκιο/εἰκονοφυλάκιο· ἕνα Ψαλτήρι τοῦ 9ου αἰῶνος σὲ περγαμηνή, παλίμψηστο, μὲ ἐνενήντα ἑπτὰ μικρογραφίες· τὸ λεγόμενο Εὐαγγέλιο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Καλυβίτου τοῦ 12ου-13ου αἰῶνος, σὲ λεπτότατη περγαμηνὴ ἀπὸ κοιλιές ἐμβρύων κατσικιῶν, 12Χ17 ἑκατοστά, μὲ μικροσκοπικὴ γραφή, περιλαμβάνει τὰ Ευαγγέλια, Ἀπόστολο, Ψαλτήρι, πατερικὰ κείμενα καὶ Νεαρές, καὶ κοσμεῖται μὲ μικρογραφίες Ἀποστόλων καὶ Ἁγίων, λέγεται δὲ ὅτι χαρίστηκε ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο Θ΄ Μονομάχο στὸν Μιχαὴλ Ψελλό· Εὐαγγελιστάριο τοῦ 12ου αἰῶνος μὲ ἐπίτιτλα καὶ φυτικὰα διακοσμητικά· Τετραευάγγελο τοῦ 1301, ἔργο τοῦ Θεόδωρου ἁγιοπετρίτη, μοναδικὸ στὸ Ἅγιον Ὄρος, μὲ ἀναγεννησιακὰ στοιχεῖα πολύ πρὶν τὴν Ἀναγέννηση.  Στὸ ἀρχεῖο τῆς Μονῆς φυλάσσονται ἑλληνικὰ καὶ τουρκικὰ ἔγγραφα. Πολλά, ἀφοροῦν μετόχιά της. Τὸ ἀρχαιότερο ἔγγραφο τοῦ 1039 ἀφορᾶ στὸ μονύδριο τοῦ Φαλακροῦ. Σώζεται ἐπίσης ἕνα ἔγγραφο τοῦ 1627 στὰ ῥουμανικά.

Ἰδιαίτερα ἀξιόλογες εἰκόνες τῆς περιόδου 14ου-19ου αἰῶνος, εἶναι· εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ Παντοκράτορος τοῦ γ΄ τετάρτου τοῦ 14ου αἰῶνος, χαρακτηριστικὸ δεῖγμα κωνσταντινουπολίτικου ἐργαστηρίου· γραπτὸς ξύλινος σταυρὸς τῶν τελῶν τοῦ 14ου αἰῶνος, μὲ σπάνια παράσταση τῆς Θεοτόκου Βρεφοκρατοῦσας στὴν μία ὄψη καὶ τοῦ Τιμίου Προδρόμου στὴν ἄλλη· εἰκόνα τῆς Παναγίας Ὁδηγήτριας τῶν τελῶν τοῦ 14ου-ἀρχῶν τοῦ 15ου αἰῶνος· ἔργο τοῦ ἰδίου καλλιτέχνη εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ Παντοκράτορος· εἰκόνα τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ α΄ μισοῦ τοῦ 16ου αἰῶνος τῆς Κρητικής Σχολῆς, ἀποδίδεται στὸν ἴδιο καλλιτέχνη· εἰκόνα τῆς Βάπτισης, τῆς Κρητικής Σχολῆς· εἰκόνα τοῦ Ἐπιτάφιου Θρήνου τῶν τελῶν τοῦ 16ου-ἀρχῶν τοῦ 17ου αἰῶνος, τῆς Κρητικής Σχολῆς· ἀμφιπρόσωπη εἰκόνα μὲ παραστάσεις τῆς θεραπείας τοῦ Παραλυτικοῦ καὶ τοῦ Τυφλοῦ τῆς Κρητικής Σχολῆς· ἀμφιπρόσωπη εἰκόνα μὲ παράσταση τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Σαμαρείτιδος στὴν μία ὄψη καὶ τοῦ Χριστοῦ νὰ διδάσκει στὸν ναὸ στὴν ἄλλη· ἐπιστύλιο μὲ τριάντα μία εἰκόνες ἀπὸ τὸ τέμπλο τοῦ Καθολικοῦ τοῦ 16ου -17ου αἰῶνος, μὲ παραστάσεις ἀπὸ τὸ Δωδεκάορτο, τὰ Πάθη καὶ τὰ Θαύματα τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸν βίο τῆς Θεοτόκου τῆς Κρητικῆς Σχολῆς, τεχνοτροπία Φράγκου Κατελάνου· δύο σπάνιες κεντητές εἰκόνες τοῦ Ἁγίου Μάρκου καὶ τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους. Φυλάσσονται ἐπίσης στὸ σκευοφυλάκιο· μικρὸ τμῆμα χάλκινης ασπίδας μὲ παραστάσεις, τὸ ὁποῖο κατὰ τὴν παράδοση ἀνῆκε στὸν Ἅγιο Μερκούριο· ὑστεροβυζαντινὸς Ἐπιτάφιος μὲ παράσταση τοῦ Χριστοῦ καὶ τεσσάρων Ἀγγέλων· τμῆμα τοιχογραφίας μὲ παράσταση τοῦ Προφήτη Ἰεζεκιήλ, ποὺ κατὰ τὴν παράδοση, προέρχεται ἀπὸ τὴν τράπεζα, ἀλλὰ μᾶλλον προέρχεται ἀπὸ κάποιον τροῦλλο, εἶναι ἔργο τῆς Κρητικής Σχολῆς τῶν ἐτῶν 1520-30· ἄμφια ἀπὸ περσικὸ μετάξι καὶ μαργαριτάρια, περίπου τοῦ 1480, τὸ ἀρχαιότερο ὕφασμα τῆς Μονῆς· καὶ ἕνα ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα στὸν κόσμο βάζα τεχνοτροπίας Ἰζνίκ, οἱ πατέρες τὸ χρησιμοποιοῦσαν γιὰ τὸν ἁγιασμό.

Ὁ ἀρσανὰς τῆς Μονῆς εἶναι ἀπὸ τοὺς ἀσφαλέστερους στὴν χερσόνησο. Ἕνας κυματοθραύστης, συνδέει τὴν ἀκτὴ μὲ μία βραχονησίδα καὶ δημιουργεῖ ἕνα ὑπήνεμο λιμάνι, πολὺ ἀνάλογο μὲ τὸ μανδράκι τῆς Λαύρας. Τὰ κτήρια τοῦ ἀρσανὰ σώζονται σὲ πολὺ καλή κατάσταση καὶ μπορεί κανείς νὰ θαυμάσει τὶς ῥάμπες καὶ τὶς σχάρες ποὺ χρησιμοποιοῦνταν γιὰ τὴν ἀνέλκυση τῶν πλοίων. Στὴν ῥίζα τοῦ βράχου τῆς Μονῆς σώζονται ἐρείπια ἀπὸ καραβοστάσια τῆς Βυζαντινῆς ἐποχῆς. Σώζονται ἐπίσης ἴχνη μίας λαξευτῆς ὁρμησιάς –φυσικοῦ αὐλακιοῦ ἀνάμεσα σὲ βράχους ποὺ διευρύνθηκε μὲ λατόμηση ὥστε νὰ ἐπιτρέπει τὸν ἐλλιμενισμό μικρῶν πλοιαρίων. Τὸ κτῆριο μὲ τὸν σκεπαστὸ ἐξώστη χρησίμευε γιὰ τὴν ἐπόπτευση τοῦ λιμανιοῦ, καθὼς καὶ γιὰ τὴν διεξαγωγὴ ἐμπορικῶν συναλλαγῶν. Τὸ διπλανὸ κτίσμα, λέγεται ὅτι ἦταν τουρκικὸ τελωνειακὸ φυλάκιο. Ὁ ἀρσανάς, ἐξυπηρετεῖ ἐπίσης τὶς ἀνάγκες τῆς Σκήτης. Τὸ ἀρσανόσπιτο τῆς Σκήτης εἶναι τὸ κτίσμα στὸ μυχὸ τοῦ λιμανιού. Πίσω ἀπὸ τὰ κτήρια τοῦ ἀρσανά, διακρίνονται οἱ κῆποι τῆς Μονῆς. Ἐκεῖ βρίσκεται καὶ τὸ θαυματουργὸ πηγάδι τῆς Παναγίας τῆς Γερόντισσας, ποὺ συνδέεται μὲ τὴν ἐφέστια εἰκόνα τῆς Μονῆς. Τὸ, ἀρσανὰ ζωγράφισε τὸ 1923 ὁ Σπύρος Παπαλουκᾶς.

Στὰ ἐξαρτήματα τῆς Μονῆς Παντοκράτορος περιλαμβάνονται· μία Σκήτη, αὐτὴ τοῦ Προφήτου Ἠλία, δώδεκα κελλιά, καλύβες, καθίσματα. Τὰ μισὰ κελλιά, βρίσκονται στὴν περιοχὴ τῶν Καρυῶν καὶ τὰ υπόλοιπα στὴν περιοχὴ τῆς Καψάλας. Τὸ Κελλὶ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν στὶς Καρυές, χρησιμοποιεὶται ὡς ἀντιπροσωπεῖο. Στὴν περιοχή τῶν Καρυῶν, κοντὰ στὴν Μονὴ Κουτλουμουσίου, βρίσκεται τὸ Κελλὶ τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου τοῦ Ῥαβδούχου. Στὸν Λάκκο τοῦ ᾌδειν στὴν περιοχὴ τῆς Καψάλας, βρίσκεται τὸ Κελλὶ τοῦ Ἄξιόν Ἐστι. Στὴν περιοχὴ τῆς Καψάλας, ἔχει ἐπίσης τριάντα ὀκτὼ Καλύβες, οἱ ὁποίες παλαιότερα ἀποτελοῦσαν τὴν ἄτυπη Σκήτη τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου, ἡ ὁποία στὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰῶνος ἀριθμοῦσε περίπου τριακοσίους ἀσκητές.

Μετόχια τῆς Μονῆς ἀναφέρονται στὴν Λῆμνο, στὴν Ἀδριανούπολη, στὴν Λέσβο, στὴν Κασσάνδρα καὶ στὴν Νικήτη τῆς Χαλκιδικῆς, στὶς Σέῤῥες, στὸ Παγγαῖο, καὶ στὸ Σύμβολον ὄρος, στὴν Θάσο, στὶς Κυδωνιὲς τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ στὴν Ῥουμανία. Τὰ μετόχια αὐτά, ἀπαλλοτριώθηκαν, καταπατήθηκαν ἢ δημεύτηκαν καὶ σήμερα ἡ Μονὴ στερεῖται μετοχίων.

***

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ.

  Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ. Ὁ ἱερομόναχος Ἄνθιμος Παντοκρατορινός (κατὰ κόσμον Ἀντώνιος Κατσαλιάκης,...