ΜΟΝΗ ΒΑΤΟΠΕΔΙΟΥ
Συνεχίζοντας στὸν δρόμο γιὰ τὴν Μονὴ Βατοπεδίου, βλέπουμε στὰ δεξιά της, λίγο πρὶν φθάσουμε, τὸ ἰδιαίτερα ἐντυπωσιακὸ ὑδραγωγεῖο καὶ τὰ ἐρείπια τῆς Ἀθωνιάδας Ἀκαδημίας, στὴν πλαγιά τοῦ λόφου, στὰ νοτιοανατολικὰ τῆς Μονῆς. Στὸ κέντρο τῶν ἐρειπωμένων πτερύγων τῆς Ἀθωνιάδας, ποὺ στέγαζαν ἑκατὸν ἑβδομήντα κελλιά, καὶ δωμάτια γιὰ τοὺς καθηγητές, βρίσκεται ὁ ναὸς τοῦ Προφήτη Ἠλία, ποὺ ἀνακαινίστηκε. Ὁ δρόμος, περνάει μπροστὰ ἀπὸ τὴν νότια πτέρυγα τοῦ 1818 καὶ τὴν νοτιοδυτικὴ τοῦ 1864, μὲ τὴν ἰσόδομη λιθοδομή, καὶ τὰ συμμετρικὰ παράθυρα μὲ τὰ μαρμάρινα πλαίσια, μπροστὰ ἀπὸ τὸ κτιστὸ ὑπόστεγο τοῦ 1877 μὲ τὸ πηγάδι τῆς Μονῆς, ὅπου τὴν Τρίτη τῆς Διακαινησίμου γίνεται ἁγιασμὸς καὶ λιτάνευση τῆς εἰκόνας τῆς Παναγίας Βηματάρισσας, καὶ καταλήγει στὴν κυρία εἴσοδο τῆς Μονῆς Βατοπεδίου.
Ἀναμφισβήτητα, ἡ θέα τῆς Μονῆς ἀπὸ τὴν θάλασσα, εἶναι πολὺ πιὸ ἐπιβλητικὴ ἀπὸ ὅ,τι ἡ θέα ποὺ ἐπιφυλάσσει ἡ ἄφιξη ἀπὸ τὴν ἐνδοχώρα. Ὁ φαρδὺς ὅρμος, ἀνάλογος μὲ ἑκεῖνον τῆς Μονῆς Χιλανδαρίου, προετοιμάζει τὸν ἐπισκέπτη. Στὴν ἀριστερὴ ἄκρη τοῦ ὅρμου, σὲ ὑψόμετρο εἴκοσι μέτρων, βρίσκεται ἡ Μονή, δίπλα στὴν ἐκβολὴ τοῦ χειμάῤῥου Λυκόῤῥεμα ποὺ κατεβαίνει ἀπὸ τὸν ὀρεινὸ ὄγκο τοῦ Κρετοβουνίου ἢ Κρυοβουνίου. Σαστίζει τὸ μάτι βλέποντας τὶς πολλαπλὲς πτέρυγες, τοὺς τρούλλους, τοὺς πύργους. Ἡ μακρὰ βόρεια πτέρυγα μὲ τοὺς ἐξώστες καὶ τὰ σαχνισιά, στέφει σὰν διάδημα τὴν πληθώρα τῶν ψαρόσπιτων, ἀρσανόσπιτων, ἐργατόσπιτων καὶ λοιπῶν βοηθητικῶν κτισμάτων τῆς παραλίας. Πολλοὶ περιηγητές ἔχουν περιγράψει τὴν θέα αὐτή, ὑπογραμμίζοντας ὅτι δίνει τὴν ἐντύπωση πολιτείας ὁλόκληρης, καὶ ὄχι ἁπλῶς μίας Μονῆς. Στὴν μεγαλοπρέπεια τῆς θέας ἀπὸ τὴν θάλασσα, συμβάλλει καὶ ὁ νέος μεγάλος ναός τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Πιὸ πέρα στὸν ὅρμο, ἁπλώνεται μία μεγάλη ἀμμουδιά, τὸ Μεγάλο Καλαμίτσι. Ἐκεῖ βρίσκεται ἕνας βράχος ποὺ λίγο ἐξέχει ἀπὸ τὸν νερὸ καὶ ἔχει ἕναν σταυρό καὶ ἕνα ἐκκλησάκι. Λέγεται Ἡγούμενος καὶ ὑπενθυμίζει τὸν μαρτυρικὸ θάνατο τοῦ ἡγουμένου Εὐθυμίου στὰ χέρια τῶν λατινοφρόνων, οἱ ὁποῖοι τὸν έδεσαν μὲ ἁλυσίδες καὶ τὸν ἔῤῥιξαν στὴν θάλασσα. Μαζί του μαρτύρησαν δώδεκα ἀδελφοὶ τῆς Μονῆς, ποὺ ἀπαγχονίστηκαν στὴν θέση Φουρκοβοῦιν καὶ ἑορτάζουν στὶς 4/1.
Ὁ ὅρμος τῆς Μονῆς, ἀποτελεῖ ἀσφαλὲς λιμάνι. Πολλοὶ προσκυνητὲς σὲ παλαιότερες ἐποχές, ἔφταναν κατευθεῖαν ἐδῶ, προερχόμενοι ἀπὸ Κωνσταντινούπολη καὶ Καβάλα. Μὲ αὐτοκρατορικὸ χρυσόβουλλο, ἐπετράπη στὴν Μονὴ νὰ ἔχει στὴν κατοχή της μεγάλα σκάφη, προνόμιο ποὺ ἴσχυσε καὶ ἐπὶ Τουρκοκρατίας. Τὸ διώροφο κτίσμα τοῦ μεγάλου ἀρσανὰ στὴν ἀριστερὴ πλευρὰ τῆς προβλήτας εἶναι τὸ παλαιότερο. Τὸ ἰσόγειο τμῆμα ποὺ ἀντιστοιχεῖ στὴν μεγάλη μποῦκα χτίστηκε ἀπὸ τὸν Στέφανο Βοεβόδα τὸ 1496 καὶ ἀνακαινίστηκε τὸ 1672 ἀπὸ τὸν προηγούμενο Διονύσιο. Στὴν ὄψη τοῦ ἀρσανά, βρίσκεται ἐντοιχισμένο ἀνάγλυφο ποὺ εἰκονίζει τὸν βοεβόδα μὲ ξίφος καὶ περικεφαλαία νὰ προσφέρει ναὸ στὴν Θεοτόκο. Τὸ τμῆμα τῆς μικρότερης μποῦκας προστέθηκε στὰ ἀνατολικὰ τοῦ τὸ 1872 καὶ συμπεριλαμβάνει τὸ ἐνσωματωμένο παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Νικολάου. Δίπλα βρίσκεται ἡ σιταποθήκη ποὺ χτίστηκε ἀπὸ τὸν βοεβόδα Σκαρλάτο Καλλιμάχη τοῦ 1820. Ὑπάρχει ἐπίσης μία καμαροσκεπῆς κρήνη. Τὰ υπόλοιπα κτίσματα τῆς περιοχῆς τοῦ ἀρσανὰ εἶναι· ἀρσανόσπιτα, ψαρόσπιτα, ἐργατόσπιτα, ξηραντήριο ξυλείας, ξυλουργεῖο, ἐλαιοτριβεῖο καὶ χρονολογοῦνται ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ 19ου αἰῶνος, ὅταν ὁ ἀρσανὰς ἐξυπηρετοῦσε τὶς ἀνάγκες τοῦ ἐργοταξίου ποὺ ἔκτιζε τὴν Σκήτη τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα στὶς Καρυές.
Ἡ ἀπόσταση τῶν ἑπτακοσίων μέτρων ποὺ χωρίζουν τὸν ἀρσανὰ ἀπὸ τὴν Μονή, στρώθηκε μὲ χαλί τὸ 1930 γιὰ τὴν υποδοχή τοῦ πρωθυπουργοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου. Τὸ χαλί, μὲ τὸ μονόγραμμα τῆς Μονῆς καὶ δικέφαλους ἀετούς, ὑφάνθηκε τὸ 1913 καὶ προοριζόταν γιὰ τὸν βασιλέα Κωνσταντῖνο, ὁ ὁποῖος ὅμως δὲν ἐπισκέφτηκε τελικὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος.
Τὸ μοναστηριακὸ συγκρότημα εἶναι ἐξαιρετικὰ ἐντυπωσιακό, λόγω τοῦ μεγέθους καὶ τοῦ τρόπου δόμησης. Οἱ πτέρυγες εἶναι πολυώροφες καὶ σχηματίζουν ἀκανόνιστο τρίγωνο. Ὁ φρουριακὸς χαρακτῆρας εἶναι ἔκδηλος. Ἡ βόρεια πτέρυγα, τῶν μέσων τοῦ 17ου αἰῶνος ἔχει μῆκος διακόσια μέτρα. Εἶναι ἡ μακρύτερη πτέρυγα τῆς Μονῆς. Ὑπέστη ζημιὲς ἀπὸ πυρκαγιὲς καὶ πρόσφατα ἀνακαινίστηκε. Ὁ ὀχυρωματικὸς περίβολος ἔχει ἐπάλξεις καὶ ἐννέα πύργους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους οἱ τρεῖς διατηροῦν τὴν ἐπίστεψή τους. Τὸ κτηριακὸ συγκρότημα ὑπέστη καταστροφὲς ἀπὸ τὶς πυρκαγιὲς τοῦ 1854 καὶ 1882.
Ὑπάρχει διχογνωμία γιὰ τὸ ἂν τὸ Βατοπέδι γράφεται μὲ ἐ ἢ μὲ αἱ. Ἡ γραφή μὲ ἐ εἶναι ἡ ἀρχαιότερη καὶ ἀπαντάται στὰ πρῶτα ἔγγραφα. Σημασιολογικὰ συνδέει τὸ βάτο μὲ τὸ πεδίον. Ἡ γραφή μὲ αἱ συνδέει τὸ βάτο μὲ τὸ παιδίον καὶ ἀναφέρεται στὴν παράδοση, ὅτι πηγαίνοντας ἀπὸ τὴν Ῥώμη στὴν Κωνσταντινούπολη, ὁ γιὸς τοῦ Μεγάλου Θεοδοσίου Ἀρκάδιος ναυάγησε ἔξω ἀπὸ τὴν Ἴμβρο, σώθηκε ἀπὸ θαῦμα καὶ βρέθηκε σῶος καὶ ἀβλαβῆς κάτω ἀπὸ ἕναν βάτο τῆς ἀκτῆς αὐτῆς. Εἰς μνήμη τῆς διάσωσής του, ὁ Ἀρκάδιος ἵδρυσε Μονὴ στὰ ἐρείπια τοῦ ναοῦ ποὺ εἶχε ἀναγείρει ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος καὶ κατεδάφισε ὁ Ἰουλιανὸς ὁ Παραβάτης. Τὸ ἀτεκμηρίωτο τῆς παράδοσης ὁδήγησε πολλοὺς νὰ ἐπιλέξουν τὴν γραφή μὲ ἐ. Πρόσφατα, ὡστόσο, ἀνασκαφες στὴν αὐλὴ τῆς Μονῆς, ἔφεραν στὸ φῶς ἐρείπια παλαιοχριστιανικοῦ ναοῦ ποὺ ἐκτείνεται κάτω ἀπὸ τὸ Καθολικό, τοῦ 10ου αἰῶνος, γεγονός ποὺ σημαίνει ὅτι ἡ ὅλη παράδοση πρέπει νὰ ἐπανεξεταστεῖ. Ἡ νέα ἀδελφότητα ποὺ ἐπάνδρωσε τὴν Μονή, πάντως, προτιμάει τὴν γραφὴ μὲ αἱ. Ἔτσι, ὅμως, τὸ ὑποκοριστικὸ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι Βατοπαιδινός, ἀλλὰ Βατοπαιδικός, καθὼς τὸ ὑποκοριστικὸ τοῦ παιδίου εἶναι παιδικός, ἐνῶ τοῦ πεδίου πεδινός.
***
Στὴν θέση τῆς σημερινῆς Μονῆς, βρισκόταν τὸ ἀρχαῖο πόλισμα Δῖον, ἀπὸ τὸ ὁποῖο σώζονται διάφορες λάρνακες, ἀνδριάντες καὶ ἀνάγλυφα, ὅπως ἐκεῖνο στὸ πρόστυλο τοῦ Καθολικοῦ.
Ἡ παράδοση συνδέει τὴν ἵδρυση τῆς Μονῆς μὲ τὸν Μεγάλο Κωνσταντῖνο, ὁ ὁποῖος ἔκτισε ἐκεῖ ναὸ τὸ 321, ποὺ καταστράφηκε ἀπὸ τὸν Ἰουλιανὸ τὸν Παραβάτη. Τὸν ναὸ ἀνακαίνισε ὁ αὐτοκράτορας Θεοδόσιος ὁ Μέγας ἀπὸ εὐγνωμοσύνη γιὰ τὴν θαυματουργικὴ διάσωση τοῦ γιοῦ του Ἀρκαδίου. Τὰ ἱστορικὰ δεδομένα δὲν ἐπιβεβαιώνουν τὴν παράδοση αὐτή, οὔτε τὴν παράδοση ὅτι ὁ Μέγας Θεοδόσιος δώρησε χρυσὰ καὶ ἀργυρὰ σκεύη στὴν Μονή. Σύμφωνα μὲ ἄλλη παράδοση, ἡ κόρη τοῦ Μεγάλου Θεοδοσίου Γάλα Πλακιδία, ἐπισκέφθηκε τὸ Βατοπέδι καὶ ἡ φωνὴ τῆς Παναγίας τὴν ἐμπόδισε νὰ εἰσέλθει στὸ Καθολικό, ὁπότε ἡ Γάλα Πλακιδία ἔκτισε τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Δημητρίου καὶ ἔδωσε εντολή νὰ κατεδαφίσουν κάποιους τοίχους καὶ νὰ γίνουν τὰ σημερινᾶ κατηχούμενα, ἀπὸ ὅπου εἶδε τὸ ἐσωτερικὸ τοῦ ναοῦ.
Ἡ ἀρχαιότερη μνεῖα τῆς Μονῆς, βρίσκεται σὲ ἔγγραφο τοῦ 985 τοῦ Πρώτου, ποὺ φέρει τὴν ὑπογραφὴ τοῦ μοναχοῦ Νικολάου ὡς ἡγουμένου. Στὸν Βίο τοῦ Ὁσίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου, ἀναφέρονται τρεῖς ἄρχοντες ἀπὸ τὴν Ἀδριανούπολη –Ἀθανάσιος, Νικόλαος καὶ Ἀντώνιος- ποὺ ἦρθαν στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἐπιθυμῶντας νὰ ἀφιερώσουν τὴν περιουσία τους γιὰ τὴν ἵδρυση μίας Μονῆς. Μὲ προτροπὴ τοῦ Ὁσίου Ἀθανασίου, ὁ ὁποῖος γνώριζε ὅτι ἡ Μονὴ Βατοπεδίου εἶχε καταστραφεῖ ἀπὸ πειρατές, ἦρθαν στὴν Μονὴ γιὰ νὰ τὴν ἀνακαινίσουν. Ἡ Μονὴ Βατοπεδίου, δὲν ἀναφέρεται στὸ Α΄ Τυπικό τοῦ Ἁγίου Ὄρους τοῦ 972, ἡ ἵδρυσή της λοιπόν, πρέπει νὰ τοποθετηθεῖ στὸ διάστημα 972-985. Στὴν περίοδο 999-1002, ἡ Μονὴ βρισκόταν σὲ διένεξη μὲ τὸ γειτονικὸ μονύδριο τοῦ Φιλαδέλφου, τὸ ὁποῖο ἱδρύθηκε μετὰ τὴν ἐρήμωση τῆς Μονῆς ἀπὸ τοὺς πειρατὲς καὶ καταπάτησε τὴν ἐδαφικὴ ἔκταση τῆς Μονῆς Βατοπεδίου. Μὲ ἀπόφαση τοῦ Πρώτου τὸ μονύδριο τοῦ Φιλαδέλφου ἀποδόθηκε στὴν Μονή, γεγονὸς ποὺ ἐπιβεβαιώνει τὴν παράδοση ὅτι οἱ τρεῖς κτήτορες δὲν ἵδρυσαν ἀλλὰ ἀνακαίνισαν τὴν ἤδη ὑπάρχουσα Μονὴ. Στὸ Β΄ Τυπικὸ τοῦ Ἁγίου Ὄρους τοῦ 1045, ἡ Μονὴ ἀναφέρεται στὴν 2η ἱεραρχικὴ θέση, τὴν ὁποία κατέχει ἔκτοτε. Ἀπέκτησε τότε προνόμια, ὅπως ἡ κατοχὴ πλοίου καὶ ζεύγους βοδιῶν. Ὁ αὐτοκράτορας Κωνσταντῖνος Ε΄ Μονομάχος, (1045-55) καθιέρωσε ἐτήσια χορηγία ὀγδόντα χρυσῶν ὑπέρπυρων. Ὁ ἀριθμὸς τῶν μοναχῶν αὐξανόταν ῥαγδαῖα καὶ ἡ Μονὴ προσάρτησε τὰ μονύδρια Ἱεροπάτορος, Βεῤῥοιώτη, Καλέτζη, Ξύστρη, Τριπολίτη, Χαλκέως καὶ Τροχαλά. Ἀπέκτησε ἐπίσης τὰ μετόχια Προσφορίου στὴν Οὐρανούπολη, Περιθεωρίου στὴν Ξάνθη, Χρυσούπολη Καβάλας, Ἁγίου Δημητρίου Κασσάνδρας. Ἐπὶ Ἀλεξίου Κομνηνοῦ (1081-1118) ἐξαιτίας τῶν συχνῶν πολέμων, ἔχασε κάποια ἀπὸ τὰ μετόχιά της καὶ ὁ αὐτοκράτορας τῆς παραχώρησε τὴν Μονὴ Ἁγίων Ἀναργύρων Δράμας. Σημαντικὴ βοήθεια παρεῖχαν στὴν Μονὴ οἱ Σέρβοι Ἅγιοι Σάββας καὶ Συμεών, ποὺ μόνασαν ἐκεῖ καὶ ἔχτισαν ἕξι παρεκκλήσια μέσα στὴν Μονή, πρὶν τοὺς παραχωρηθεῖ τὸ Κελλί τοῦ Χελανδαρίου καὶ χτίσουν ἐκεῖ τὴν Μονή τους. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἡ Μονὴ γνώρισε μεγάλη ἀκμή καὶ ἀριθμοῦσε ὀκτακόσιους μοναχούς. Τὴν ἀκμή ἀνέστειλαν οἱ ἐπιδρομὲς τῶν Καταλανῶν πειρατῶν καὶ τὰ δεινὰ ποὺ ἐπέβαλαν οἱ φιλενωτικοὶ λατινόφρονες ἐπὶ Μιχαήλ Ἡ΄ Παλαιολόγου (1282-1328), ὁ ὁποῖος θεωροῦσε τὴν Μονὴ μετὰ τῶν πρώτων κα περιφανῶν τεταγμένη ἀνέκαθεν, καὶ τὴν ἐνίσχυε ὥστε νὰ ἐπανέλθει εἰς τὴν προτέραν εὐδαιμονίαν καὶ κατάστασιν.
Οἱ επιδρομὲς Τούρκων τὸν 14ο αἰῶνα προκάλεσαν τὴν ἐρήμωση πολλῶν καθιδρυμάτων καὶ πολλοὶ ἦταν οἱ ἀσκητὲς ποὺ κατέφυγαν στὴν ὀχυρὰ Μονὴ Βατοπεδίου γιὰ νὰ γλιτώσουν τὶς βιαιοπραγίες. Τὸ 1347, ὁ αὐτοκράτορας Ἰωάννης Στ΄ Κατακουζηνός (1347-13354) τῆς δώρησε τὴν Μονὴ Ψυχοσώστριας στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἐπισκέφθηκε τὴν Μονὴ καὶ δώρησε στὴν βιβλιοθήκη χειρόγραφους κώδικες καὶ ἕναν χρυσοκέντητο ἐπιτάφιο. Ἡ παράδοση ἀναφέρει ὅτι μόνασε στὴν Μονὴ ὡς μοναχός Ἰωάσαφ, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ ἱστορικὲς πηγές. Ὡς μοναχός, ἀποσύρθηκε ἐπίσης στὴν Μονὴ ὁ δεσπότης Θεσσαλονίκης Ἀνδρόνικος Παλαιολόγος, μὲ τὸ ὄνομα Ἀκάκιος.
Ὁ Ὅσιος Μάξιμος ὁ Γραικός, ποὺ ἐκοιμήθη τὸ 1556, καὶ ἑορτάζει στὶς 21 Ἰανουαρίου, χαρακτηρίζει τὴν Μονὴ Λαύρα, καὶ ἀναφέρει ὅτι οἱ μοναχοί ἀκολουθοῦσαν ἡμικοινοβιακό τρόπο ζωῆς. Ἡ ἀρχαιότερη πράξη μετατροπῆς τῆς Μονῆς σὲ κοινόβιο ἀνάγεται στὸ 1449. Τὸ καθεστῶς τῆς ἰδιοῤῥυθμίας, ἀποτελοῦσε ανταπόκριση σὲ οἰκονομικές ἀντιξοότητες καὶ ἐπέτρεπε στοὺς μοναχοὺς νὰ κερδίζουν τὰ πρὸς τὸ ζῆν. Διατηροῦνταν ὁ θεσμὸς τοῦ ἡγουμένου, ὁ ὁποῖος ὅμως εἶχε πνευματικὰ κυρίως καθήκοντα, ἐνῶ τὴν διοίκηση τῆς Μονῆς ἀναλάμβανε ὁ Δικαῖος καὶ ἀργότερα δημιουργήθηκε τὸ ἀξιώμα τοῦ σκευοφύλακα. Ὁ πρῶτος Δικαῖος τῆς Μονῆς Βατοπεδίου ἀναφέρεται τὸ 1316, ὁ πρῶτος σκευοφύλακας τὸ 1633. Τὸ 1573, ἡ Μονὴ ἐπανῆλθε στὸ κοινοβιακὸ σύστημα μὲ σιγίλλιο τοῦ πατριάρχη Ἱερεμία Β΄, χάρη στὶς προσπάθειες τοῦ πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Σιλβέστρου. Τὸ 1661 ὅμως μετατράπηκε ἐκ νέου σὲ ἰδιόῤῥυθμη. Μία ἀπόπειρα μετατροπή της σὲ κοινόβιο μετὰ ἀπὸ αἴτημα τῆς αδελφότητας τὸ 1821, ματαιώθηκε ἀπὸ τὸ ξέσπασμα τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπανάστασης, καὶ ἡ Μονὴ παρέμεινε στὸ καθεστῶς τῆς ἰδιοῤῥυθμίας μέχρι τὸ 1989.
Γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει τὸν κίνδυνο ἀπὸ τὶς πειρατικὲς ἐπιδρομὲς ποὺ συνεχίζονταν αδιάκοπα, ἡ Μονὴ στράφηκε σὲ Δυτικοὺς ἡγεμόνες καὶ ζήτησε τὴν προστασία τους. Ὁ βασιλιάς Ἀλφόνσος τῆς Ισπανίας τὸ 1456, ὁ μαρκήσιος Γουλιέλμος τοῦ Μονφεράτου τὸ 1512, ὁ Γενικὸς Καπετάνιος τῆς Ἑνετικῆς Δημοκρατίας Φραγκίσκος Μοροζίνι τὸ 1664 ἐξέδωσαν διάταγμα ποὺ ἔθεταν τὴν Μονὴ ὑπὸ τὴν προστασία τους. Ὁ πάπας Ῥώμης Εὐγένιος τὸ 1439 συνιστοῦσε στοὺς Ῥωμαιοκαθολικοὺς πιστοὺς νὰ ἐπισκέπτονται τὴν Μονὴ καὶ νὰ τὴν συνδράμουν οἰκονομικά. Τὸν 17ο αἰῶνα, ἐξαιτίας τῆς ἐπαχθοῦς φορολογίας, ἡ Μονὴ ἀναγκάστηκε νὰ πουλήσει πολλὰ κτήματα γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει ἀνάγκες καὶ νὰ συντηρήσει τοὺς περίπου τριακόσιους μοναχοὺς ποὺ ἐγκαταβίωναν ἐκεῖ. Σημαντικὴ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ὑπῆρξε ἡ συμβολή Ῥώσσων Τσάρων καὶ ἡγεμόνων τῶν παραδουνάβιων χωρῶν, ποὺ ἀφιέρωσαν στὴν Μονὴ πολλὰ μετόχια.
Ἡ ἀνάκαμψη ἦρθε τὸν 18ο αἰῶνα. Τρανὸ τεκμήριο τῆς ἄνθησης ἀποτέλεσε ἡ ἵδρυση τῆς Ἀθωνιάδας Ἀκαδημίας καὶ ἡ λειτουργία της μὲ ἔξοδα τῆς Μονῆς κατὰ τὰ ἔτη 1748-1809. Τὸ 1860 ἡ Μονὴ ἔκτισε σχολείο στὸ χωριό Πεδουλὰ τῆς Κύπρου. Τὸ 1880 συνέβαλε στὴν ἀνέγερση τῆς Μεγάλης τοῦ Γένους Σχολῆς στὴν Κωνσταντινούπολη. Τὸ 1908 προέβη σὲ σημαντικὴ δωρεὰ γιὰ τὴν ἀνέγερση τῆς Σχολῆς τῶν Γλωσσῶν, στὴν Κωνσταντινούπολη. Τὸ 1915 προσέφερε σημαντικὸ ποσὸ γιὰ τὴν ἵδρυση τοῦ Βατοπεδινοῦ Διδασκαλείου στὴν Λάρνακα τῆς Κύπρου.
Στὴν Μονή, ἐκάρη μοναχός ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καὶ ἔμεινε τρία χρόνια κοντά στὸν γέροντά του Ὅσιο Νικόδημο, πρὶν ἐγκατασταθεῖ στὴν Μεγίστη Λαύρα. Ἐκεῖ, ἐγκαταβίωσαν ἐπίσης ὁ Ὅσιος Ἰωάσαφ ὁ Μετεωρίτης, ὁ Ὅσιος Σάββας ὁ Βατοπεδινός, ὁ Ὅσιος Θεοφάνης ἐπίσκοπος Περιθωρίου, ὁ Ὅσιος Γεννάδιος ὁ δοχειάρης ποὺ κατέστη μάρτυρας τοῦ θαύματος τῆς Παναγίας τῆς Ἐλαιοβρύτισσας, ὁ Ὅσιος Νεόφυτος ποὺ πῆρε παράταση τοῦ βίου τοῦ κατὰ ἕνα ἔτος ἀπὸ τὴν Θεοτόκο, ὁ Ὅσιος Μακάριος ὁ Μακρῆς ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη ποὺ ἐξελέγη ἡγούμενος τῆς Μονῆς Παντοκράτορος στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ πνευματικὸς τοῦ αὐτοκράτορος Μανουὴλ Β΄ Παλαιολόγου, ὁ Ὅσιος Μάξιμος ὁ Γραικός. Τὴν Μονὴ Βατοπεδίου επισκέφθηκε τὸ 1456 ὁ Γεννάδιος Β΄ Σχολάριος, πρῶτος πατριάρχης μετὰ τὴν Ἅλωση πρὶν μεταβεῖ στὴν Μονὴ Τιμίου Προδρόμου Σεῤῥῶν ὅπου ἐκοιμήθη τὸ 1460. Ὁ Ὅσιος Ἀγάπιος, ποὺ ἀσκήτευε στὴν περιοχὴ τῆς Κολιτσοῦς, αἰχμαλωτίστηκε ἀπὸ πειρατές, πουλήθηκε σκλάβος σὲ ἕναν Ἀγαρηνό· ἔμεινε στὴν δούλεψή τοῦ δώδεκα χρόνια, ἀπελευθερώθηκε μὲ θαῦμα τῆς Παναγίας, γύρισε στὸν γέροντά του, ὁ ὁποῖος τὸν μάλωσε ποὺ ἔφυγε κρυφά ἀπὸ τὸν ἀφέντη του καὶ τὸν ἔκανε νὰ ἐπιστρέψει στὸν Ἀγαρηνό, τὸν ὁποῖο ὁ Ὅσιος ἔπεισε μὲ τὴν πολιτεία του καὶ τὸν ἔφερε στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου ἐκάρη μοναχὸς μαζί μὲ τὰ παιδιά του. Ἐγκαταβίωσαν ἐπίσης οἱ Νέοι Ὁσιομάρτυρες· Μακάριος ποὺ μαρτύρησε τὸ 1507 στὴν Θεσσαλονίκη, καὶ Ἰωάσαφ ποὺ μαρτύρησε τὸ 1536 στὴν Κωνσταντινούπολη, πνευματικὰ ἀναστήματα τοῦ πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ἁγίου Νήφωνα, καθὼς καὶ ὁ Ὅσιος Ἰωακεὶμ ὁ Βατοπεδινὸς ἀπὸ τὴν Ἰθάκη.
Στὴν Μονή, φυλάσσεται τμῆμα τοῦ Τιμίου Ξύλου καὶ μέρος τοῦ καλάμου τῆς Σταύρωσης. Φυλάσσονται ἐπίσης οἱ τίμιες κάρες τῶν Ἁγίων· Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου ὅπου τὸ ἀριστερὸ αὐτὶ δὲν ἔχει λιώσει, Ἰακώβου τοῦ Πέρσου καὶ Μερκουρίου, τμήματα κάρας τῶν Ἁγίων· Σεργίου, Φλώρου, Πελαγίας, Θεοδοσίας, Ἀρέθα, Θεοδώρου τοῦ Στρατηλάτου, Ἀποστόλου Ἀνδρέα καὶ Δαμιανοῦ τοῦ Αναργύρου. Φυλάσσονται ἐπίσης τμήματα λειψάνων, μεταξὺ ἄλλων, τῶν Ἁγίων· Στεφάνου τοῦ Πρωτομάρτυρος, Αἰκατερίνης, Παρασκευῆς, Μαρίνας, Ἀρτεμίου, Γρηγορίου τοῦ Δεκαπολίτου, Προκοπίου καὶ Τρύφωνος. Στὸ ἱερὸ φυλάσσονται ἐπίσης οἱ κάρες τῶν πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως Μαξίμου Δ΄ καὶ Κυπριανοῦ, καθὼς καὶ τοῦ πατριάρχη Ἀντιοχείας Γερασίμου. Φυλάσσεται ολόκληρο τοῦ Ὁσίου Εὐδοκίμου τοῦ νεοφανοῦς. Τὸ λείψανο ἀνακαλύφθηκε στὶς 5 Οκτωβρίου 1841, κατὰ τὴν διάρκεια ἐργασιῶν στὸ κοιμητήριο, σὲ θέση προσευχῆς, νὰ κρατάει στὰ χέρια μία εἰκόνα τῆς Παναγίας. Ἀνέδιδε μία εὐωδία ποὺ γέμισε τὸν πέριξ χῶρο. Ἡ μαρτυρία αυτή, ὅτι εὐδοκίμησε ὁ Θεὸς νὰ θαυματουργήσει, ὑπῆρξε ἀρκετὴ ὥστε οἱ πατέρες τῆς Μονῆς νὰ κατατάξουν τὸν μοναχὸ στὴν χορεία τῶν Ἁγίων καὶ νὰ τὸν ονομάσουν Εὐδόκιμο. Τὸ λείψανο επιτέλεσε ἔκτοτε πολλὰ θαύματα σὲ ἐκείνους ποὺ μὲ πίστη τὸ πλησίαζαν. Κατὰ μία ἐκδοχή, πρόκειται γιὰ τὸ λείψανο τοῦ Ὁσίου Σάββα τοῦ Βατοπεδινοῦ, ὁ ὁποῖος ὅμως ἐκοιμήθη στὴν Μονὴ τῆς Χώρας στὴν Κωνσταντινούπολη.
***
Ἀπέναντι ἀπὸ τὴν κύρια εἴσοδο τῆς Μονῆς, βρίσκεται τὸ κιόσκι, μὲ θέα στὸν ὅρμο καὶ στὸν ἀρσανά. Ἐπιγραφὴ ἀνάμεσα στὰ δύο παράθυρα πληροφορεῖ ὅτι ἀνακαινίστηκε τὸ 1780 μὲ δαπάνη τοῦ μοναχοῦ Κοσμᾶ. Ἀπέναντί του βορειοανατολικά, βρίσκονται βοηθητικὰ κτήρια. Ἱστορικῆς σημασίας εἶναι τὸ λιθόχτιστο κτῆριο μὲ τὴν δίριχτη στέγη καὶ τὸ στρογγυλὸ φεγγίτη. Τώρα στεγάζει τμῆμα τοῦ ξυλουργείου, παλαιότερα ὅμως στέγαζε τὴν ἡλεκτρική γεννήτρια τῆς Μονῆς, ἡ ὁποία ἡλεκτροδοτήθηκε τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1904, πολύ πρὶν ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη. Ἡ ἡλεκτροδότηση εἶχε θεωρηθεῖ τότε ὡς ἀνάρμοστος νεωτερισμός, καὶ προκάλεσε ἀντιδράσεις μεταξὺ τῶν Ἁγιορειτῶν. Τὸ ἴδιο συνέβη ὅταν ἡ Μονὴ υἱοθέτησε τὸ νέο ἡμερολόγιο, τὸ ὁποῖο χρησιμοποιοῦσε μέχρι τὴν δεκαετία τοῦ 1980. Τὸ καινοτόμο πνεῦμα ποὺ συχνὰ χαρακτηρίζει τὴν Μονή, φαίνεται καὶ ἀπὸ τὸ γεγονός ὅτι ἤδη τὸ 1859 ἵδρυσε στὴν ἀνατολικὴ πτέρυγα νοσοκομεῖο, γιὰ τὸ ὁποῖο προσέλαβε λαϊκοὺς γιατρούς. Ὁ πλοῦτος καὶ ἡ χλιδή της, ἔδωσαν τὴν προσωνυμία Παρίσι τοῦ Ἄθω, καὶ ἀφθονοῦν διηγήσεις γιὰ τὰ μεταξωτὰ ῥάσα τῶν μοναχῶν. Ὁ ῥωμαιοκαθολικὸς ἱερέας Amand de Mendietta, ποὺ ἐπισκέφθηκε τὴν Μονὴ τὸ 1949, περιγράφει πὼς τὸν δέχτηκε στὸ κελλί του ἕνας ἐπιφανῆς μοναχός, τὸ κελλί εἶχε ἕξι δωμάτια, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ μεγαλύτερο στέγαζε τὴν προσωπική του βιβλιοθήκη.
Δυτικὰ τῆς κυρίας εἰσόδου, μέσα σὲ περίβολο καὶ συστάδα κυπαρισσιῶν, βρίσκεται ὁ κοιμητηριακὸς ναὸς τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων. Εἶναι ἐπιβλητικό κτῆριο μὲ ἐξωτερικές διαστάσεις 16,5Χ7 μέτρα, τὸ μέγεθος τοῦ ὁποίου ἀνταποκρίνεται στὴν κλίμακα τῶν κτισμάτων τῆς Μονῆς. Στὴν ἀνατολικὴ ὄψη, προεξέχει σὰν τραπέζιο ἡ κόγχη τοῦ ἱεροῦ. Τὸ ὀστεοφυλάκιο βρίσκεται στὸ ἰσόγειο καὶ εἶναι καμαροσκεπές. Ἡ στέγη εἶναι δίριχτη μὲ ἀποτμήσεις πάνω ἀπὸ τὰ ἀετώματα. Ὁ βόρειος τοῖχος στηρίζεται ἀπὸ ἀντηρίδες. Στὸ ἐσωτερικὸ ὑπάρχουν τρία ζεύγη πεσσῶν ποὺ στηρίζουν τὸν θόλο. Ἡ παροῦσα μορφή, εἶναι ἀποτέλεσμα ἀνακαίνισης τοῦ 1683. Οἱ τοιχογραφίες, ἀνάγονται στὶς ἀρχὲς τοῦ 18ου αἰῶνος καὶ παρουσιάζουν πολλὲς φθορές.
Κοντά στοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους, εἶναι τὸ παλαιὸ βουρδουναριὸ τῆς Μονῆς καὶ τὰ παρεκκλήσια· τοῦ Ἁγίου Μοδέστου τοῦ 1818, καὶ τοῦ Ἁγίου Τρύφωνος τοῦ 1882. Σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ τριγύρω λιόδεντρα κρεμάστηκε ἀλλόφρων, τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1822, ὁ στρατιώτης Χουσεΐν, ὁ ὁποῖος μόλις προηγουμένως εἶχε πυροβολήσει τὴν τοιχογραφία τῆς Παναγίας τῆς Ὁδηγητρίας στὸ ὑπέρθυρο τῆς εἰσόδου τῆς Μονῆς, ποὺ ἀπὸ τότε ὀνομάστηκε Παναγία Πυροβοληθεῖσα.
Ἡ κυρία εἴσοδος ἔχει προστῶο τοῦ 1646, ποὺ ἀνακαινίστηκε καὶ τοιχογραφήθηκε τὸ 1858, ποὺ στηρίζεται σὲ τέσσερις κίονες. Φέρει τὴν ἑξῆς ἐπιγραφή: «Τίς ὁ κτήτωρ τοῦ θόλου τούτου καὶ φιλοΐστωρ, ὃν φαιδρῶς τ’ ἀγλαῶς τε κατεκόσμησεν λίαν; Ἐν σπουδῇ δαπάνῃ τε σὺν πόθῳ διαπύρῳ Ἰωαννίκιος ἐστ’ ἰθαγενὴς τῆς Κύπρου, Ἀρχιμανδίτης θ’ ἅμα τῆς δε, ὦ φίλε ξένε + κατὰ μῆνα Ἰούνιον 1858 + Χεὶρ Νικηφόρου». Κοντὰ στὴν εἴσοδο, βρίσκεται μαρμάρινη κρήνη τοῦ 1844, μὲ ἐντυπωσιακὸ ἀνάγλυφο ἀετό, ποὺ παριστάνεται ἕτοιμος νὰ χιμήξει στὴν λεία του. Δεξιὰ τῆς εἰσόδου, ὑψώνεται πύργος μὲ κελλιὰ στὸν τελευταῖό του ὅροφο καὶ παρεκκλήσιο τοῦ Τιμίου Προδρόμου.
Τὸ σημερινὸ διαβατικό, προέκυψε τὸ 1896 ἀπὸ κατεδάφιση τμήματος τοῦ τείχους καὶ διαμόρφωσης χώρων. Τὸ διαβατικὸ ποὺ ὑπῆρχε προηγουμένως ἦταν σκοτεινὸ καὶ ἑλικοειδές.
Ἡ αὐλή, εἶναι ἐξαιρετικά μεγάλη καὶ πλακοστρωμένη. Ὁ νοητὸς ἄξονας τοῦ διαβατικοῦ, χωρίζει τὴν αὐλὴ σὲ δύο τμήματα καὶ ἐπίπεδα· ὁριζόντιο καὶ ἐπικλινές. Τὸ ὁριζόντιο τμῆμα στὰ ἀριστερά, περιλαμβάνει τὸν ἀρχικὸ πυρήνα τῆς Μονῆς, καὶ ἐκεῖ ὑπάρχουν πολλὰ αὐτοτελὴ κτήρια. Τὸ ἐπικλινὲς στὰ δεξιά, ἀποτελεῖ κατοπινὴ ἐπέκταση. Τὸ παλαιὸ ἀρχονταρίκι εἶναι στὴν βόρεια πτέρυγα, ποὺ ἔχει διαδρόμους μὲ τοξωτὰ ἀνοίγματα καὶ σαχνισιά. Τὸ νέο ἀρχονταρίκι εἶναι στὴν νοτιοδυτικὴ πτέρυγα.
Δεξιά, στὰ ἀνηφορικὰ σκαλοπάτια εἶναι τὸ παρεκκλήσιο τῆς Ἁγίας Ζώνης μὲ τὴν κρήνη ποὺ ἀναβλύζει ἀπὸ τὴν κόγχη τοῦ ἱεροῦ. Θεωρεῖται τὸ δεύτερο καθολικὸ τῆς Μονῆς. Χτίστηκε ὡς ναὸς τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου ἀπὸ τὸν ἄρχοντα τῆς Βλαχία Νεαγκόε Μπασαράμπ, τὸ 1526. Ἡ σημερινή του μορφή, εἶναι ἀποτέλεσμα ἐκ νέου ἀνοικοδόμησης ἀπὸ τὸν Θεόφιλο Σωζοπολίτη τὸ 1794. Ἡ ἁγιογράφησή του τὸ 1860 ἔγινε μὲ δαπάνη Νικηφόρου καὶ ἀρχιμανδρίτη Ἀνθίμου. Ἔξοχο εἶναι τὸ τέμπλο τοῦ 1816. Τὰ ἀναλόγια τῶν χορῶν εἶναι δῶρο, σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, τοῦ Ἀνδρόνικου Δ΄ Παλαιολόγου. Στὸ ἕνα εἰκονίζονται οἱ εἴκοσι τέσσερις οἶκοι τοῦ Ἀκάθιστου Ὕμνου καὶ στὸ ἄλλο σκηνὲς ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη.
Πιὸ πέρα, βρίσκεται τὸ παρεκκλήσιο τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων, ποὺ χτίστηκε σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση ἀπὸ τὸν Ἅγιο Σάββα γιὰ νὰ ἐκκλησιάζονται οἱ Σέρβοι μοναχοί, καὶ ἀνακαινίστηκε καὶ ἔλαβε τὴν σημερινή του μορφὴ ἀπὸ τὸν Ἰωάννη Οὐγγλέση τὸ 1364, Οἱ ἀρχικὲς τοιχογραφίες τοῦ β΄ μισοῦ τοῦ 14ου αἰῶνος, ἐπιζωγραφίστηκαν τὸ 1847. Σώζονται οἱ ἀρχικὲς τοιχογραφίες τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγίας στοὺς ανατολικοὺς πεσσοῦς. Ἡ παράσταση τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ἀποτελεῖ τὴν πρωϊμότερη ἴσως ἀπεικόνιση τοῦ Ἁγίου καὶ χρονολογεῖται λίγο μετὰ τὸν θάνατό του. Φαίνεται ὅτι ὁ ζωγράφος εἶχε γνωρίσει προσωπικά τὸν Ἅγιο.
Σὲ περίοπτο σημεῖο τοῦ νότιου τμήματος τῆς αὐλῆς, βρίσκεται ἡ κρήνη μὲ μορφή ἀρχαιοελληνικοῦ τύμβου. Ἔχει ἀνθέμια στὴν στέγη της καὶ τρεῖς κρουνούς. Σχεδιάστηκε καὶ δωρήθηκε στὴν Μονὴ ἀπὸ τὸν Αὐστριακὸ ἀρχιτέκτονα Peter Muller καὶ τὸν συνεργάτη του, οἱ ὁποῖοι ἔφεραν τὸ νερὸ ἀπὸ τὴν Σκήτη τοῦ Ἁγίου Δημητρίου. Φαίνεται ὅτι ἔγιναν κάποιες ἁπλουστεύσεις στὸ ἀρχικὸ σχέδιο καὶ στὸν διάκοσμο. Ἡρω-ἐλεγειακὸ ἐπίγραμμα στὴν ἀνατολικὴ ὄψη, ἔργο τοῦ λόγιου μοναχοῦ Ἰάσονος, πληροφορεῖ ὅτι: «Ὅταν οἱ βαθυῤῥύακες ποταμοὶ καὶ τὰ πολλὰ πηγάδια πήγαιναν νὰ στερέψουν στὶς πηγές τους, φοβούμενο τὴν ξηρασία, τὴν ὁποία ἔδωσε στὴν γῆ ὁ Παντοκράτωρ, ὁργισμένος γιὰ τὶς ἀνομίες τῶν θνητῶν, τὸ ἱερὸ Βατοπαίδιον, καύχημα τῶν μονῶν, μὲ ἀδρὴ δαπάνη ἔφερε τὸ γλυκόπιοτο νερὸ ἀπὸ τὸν γεμάτο πηγὲς λόφο τῆς Σκήτης τοῦ Ἁγίου Δημητρίου μὲ ἀγωγοὺς πολλούς, τοὺς ὁποίους ὁ Πέτρος Μύλλερ ἔφερε ἐδῶ ἀπὸ τὴν μακρινή του γῆ καὶ μὲ σοφία καὶ τέχνη συναρμολόγησε φτιάχνοντας μεγάλη νεροσυρμὴ γεμάτη δίνες ποὺ καταλήγει σὲ τριπλὸ κρουνό, ἀπ’ ὅπου ἐκχύνεται τὸ ἀγλαὸν ὕδωρ είς ἐσαεὶ εὐλογία τῆς Μονῆς». Ἀξιοπρόσεχτη εἶναι ἡ ἀναγραφὴ τῆς χρονολογίας μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες κατὰ τὸ λατινικό σύστημα (Χ ΠΗ ΗΗΗ ΠΔ ΔΔΔΔ=1890). Ὁ Muller εἶναι πιὸ λακωνικός: PATRIBUS VENERABILIBUS FONS HAEC/ DONBTATUM FUIT/ DE PETRO MULLERO ET SOCIO [Πατράσι σεπτοῖς, ἡ κρήνη αὕτη δωρεὰ ἐγένετο παρὰ Πέτρου Μύλλερου καὶ συνεργάτου]
Στὸ βάθος, στὴν νοτιοδυτικὴ γωνία ὑψώνεται ὁ πύργος τῆς Μεταμορφώσεως, γνωστὸς ἐπίσης ὡς πύργος τοῦ Κατακουζηνοῦ, ἐπειδὴ ἀνακαινίστηκε τὸ 1354 ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα. Ἀναφέρεται ὅτι ὁ Ἅγιος Σάββας, ὁ μετέπειτα κτήτορας τῆς Μονῆς Χιλανδαρίου, ἔκτισε μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1184-90 παρεκκλήσιο τῆς Μεταμορφώσεως στὸν πύργο, ὁ ὁποῖος, κατὰ συνέπεια πρέπει ἤδη νὰ ὑπῆρχε. Φαίνεται ὅτι ἀρχικὰ ἦταν αὐτοτελές κτίσμα, ἐντὸς τοῦ ἀμυντικοῦ περιβόλου, ἀλλὰ ἀνεξάρτητος ἀπὸ αὐτόν. Τὸν 19ο αἰῶνα οἰκοδομήθηκαν ἡ δυτικὴ καὶ ἡ νοτιοδυτικὴ πτέρυγα καὶ ὁ πύργος ἐνσωματώθηκε σὲ αὐτές. Οἱ διαστάσεις τῆς κάτοψης εἶναι 7,5Χ12,5 μέτρα, τὸ ὕψος τοῦ εἶναι εἴκοσι πέντε μέτρα ἀπὸ τὸ ἐπίπεδο τῆς αὐλῆς καὶ ἔχει ἕξι ὁρόφους. Στὸ ὑπόγειό του ὑπάρχει στέρνα. Στὸν 5ο ὅροφο ὑπάρχουν δύο κελλιά, ποὺ πρόσφατα ανακαινίστηκαν. Στὸν 6ο ὅροφο βρίσκεται τὸ παρεκκλήσιο τῆς Μεταμορφώσεως. Ἡ στέγη καλύπτεται ἀπὸ σχιστολιθικὲς πλάκες, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν μολυβδοσκέπαστο τροῦλλο τοῦ παρεκκλησίου. Ἡ οἰκοδόμηση τοῦ τρούλλου πρέπει νὰ τοποθετηθεῖ στὴν περίοδο 1860-63. Στὶς ἐξωτερικὲς ὄψεις ὑπάρχουν ἀντηρίδες. Στὴν νότια πλευρά του ὑπάρχει ὀχυρωματικὸς περίβολος ποὺ μᾶλλον προστέθηκε κατὰ τὴν ἐπέκταση τῶν πτερύγων κατὰ τὰ ἔτη 1864-66.
Τὸ αὐτοτελὲς κτίσμα ποὺ ἐκτείνεται στὸ αριστερό τμῆμα τῆς αὐλῆς, ἀπέναντι ἀπὸ τὸ Καθολικό, εἶναι ἡ Τράπεζα. Ἀκολουθεῖ τὴν τυπολογία τῆς τράπεζας τῆς Μεγίστης Λαύρας. Ἡ κάτοψή της σχηματίζει σταυρό. Οἰκοδομήθηκε ἀρχικά τὸν 12ο αἰῶνα ἐπὶ Ἀλεξίου Α΄ Κομνηνοῦ. Οἰκοδομήθηκε ἐκ νέου τὸ 1785 στὴν ἴδια θέση, μὲ δαπάνη τοῦ προηγουμένου Φιλοθέου. Τὸ δάπεδο εἶναι στρωμένο μὲ πλάκες. Οἱ πάγκοι εἶναι ἡμικυκλικοί, τὰ τριάντα τραπέζια εἶναι μαρμάρινα σὲ σχῆμα πετάλου καὶ σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση προέρχονται ἀπὸ τὴν Μονὴ Στουδίου τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Τὸ ταβάνι εἶναι περίτεχνο μὲ ζωγραφιστὲς δοκούς. Οἱ τοιχογραφίες τοῦ 1786 εἶναι ἔργο τοῦ ἱερομονάχου Μακαρίου, ζωγράφου ἀπὸ τὴν Γαλάτιστα. Στὸ κτῆριο τῆς τράπεζας βρίσκεται ἐπίσης τὸ κελλί τοῦ τραπεζάρη.
Τὸ αὐτοτελὲς κτίσμα στὰ νότια ἀπέναντι ἀπὸ τὴν τράπεζα στεγάζει τὸ λαδαριό. Ἡ πρόσοψη χρονολογεῖται ἀπὸ τὸ 1627. Ἐδῶ φυλάσσεται ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας Ἐλαιοβρύτισσας, ποὺ θαυματουργικῶς γέμισε μὲ λάδι τὰ δοχεῖα σὲ ἐποχὴ ἔνδειας. Σώζονται δύο μαρμάρινες σαρκοφάγοι ποὺ χρησιμοποιοῦνται ὡς δοχεῖα λαδιοῦ. Ἡ μία επιγράφεται τοῦ Διονυσίου, ἡ ἄλλη τοῦ 321 τοῦ Γερμανοῦ Ἡρακλᾶ.
Ὁ νοητὸς ἄξονας τοῦ διαβατικοῦ, ὁδηγεῖ κατευθείαν στὴν φιάλη ποὺ βρίσκεται στὴν νοτιοδυτικὴ γωνία τοῦ Καθολικοῦ, μπροστὰ στὸν πύργο τοῦ ῥολογιοῦ. Τὸ διπλὸ περιστύλιό της ἔχει ὀκτὼ κίονες καὶ συνδέεται μὲ τὸν ἐξωνάρθηκα τοῦ Καθολικοῦ. Χτίστηκε τὸν 14ο αἰῶνα μὲ δωρεὰ τοῦ Ματθαίου Κατακουζηνοῦ, ἐνῶ ἡ παροῦσα μορφή της εἶναι ἀποτέλεσμα ἀνακαίνισης τοῦ 1810. Οἱ τοιχογραφίες ἔγιναν τὸ 1842 μὲ δαπάνη τοῦ μητροπολίτου Ἰακώβου. Ἐδῶ γίνεται ὁ ἁγιασμὸς κάθε 1η Κυριακή τοῦ μήνα· φέρνουν ἐπὶ τούτου τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας Βηματάρισσας καὶ τὸν Σταυρὸ τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου.
Πίσω ἀπὸ τὴν φιάλη βρίσκεται ὁ πύργος μὲ τὸ μεγάλο ῥολόϊ. Ἕνα ἀνδρείκελο, ὁ Ἀράπης, χτυπάει τὰ τέταρτα τῆς ὥρας. Τὸ ἀρχικὸ ῥολόϊ, δωρήθηκε τὸ 1815 στὸν πασᾶ τῆς Θεσσαλονίκης.
Νότια τῆς φιάλης βρίσκεται ὁ πύργος τοῦ καμπαναριοῦ τοῦ 1427. Ἔχει ὕψος τριάντα πέντε μέτρα καὶ ὀκτὼ καμπάνες. Εἶναι τὸ ὑψηλότερο καὶ ἀρχαιότερο καμπαναριὸ τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Μόλις διακρίνεται στὴν πρόσοψή του ἡ ἐπιγραφή: «Κώδωνας ἄνω λαμπρὸν ἡχοῦντας φέρει πιστοὺς καλοῦντας εἰς Θεοῦ ὑμνῳδίαν». Προσαρτημένη στὸν πύργο τοῦ καμπαναριοῦ βρίσκεται ἀξιόλογη κρήνη τοῦ 1788 κατὰ πᾶσα πιθανότητα. Ἡ μαρμάρινη ἀνάγλυφη πλάκα της φέρει παράσταση δελφινιοῦ μὲ τρίαινα.
Πίσω ἀπὸ τὸ Καθολικό, στὴν βορειοανατολικὴ γωνία, ὑψώνεται ἀμυντικὸς πύργος. Στὰ νεότερα χρόνια χρησιμοποιήθηκε ὡς βιβλιοθήκη χειρογράφων. Στεγάζει τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Γενεσίου τῆς Θεοτόκου.
Στὶς πτέρυγες, βρίσκονται ἄλλα ἐννέα παρεκκλήσια, μεταξὺ αὐτῶν τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, κοντά στὸ ὁποῖο ἦταν τὰ δωμάτια ὅπου λέγεται ὅτι ἐγκαταβίωσε ὁ Ἰωάννης Στ΄ Κατακουζηνός. Τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα, στὴν εἴσοδο τοῦ ἀρχονταρικιοῦ, χτίστηκε τὸ 1788 μὲ δαπάνη τοῦ μητροπολίτη Δράμας Γερασίμου. Ἀνακαινίστηκε καὶ τοιχογραφήθηκε τὸ 1845 μὲ δαπάνη τοῦ ἡγουμένου Φιλαρέτου. Ἀκριβῶς ἀπὸ κάτω βρίσκεται τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Ἐκτὸς Μονῆς, βρίσκονται δώδεκα παρεκκλήσια.
Τὸ Καθολικό, εἶναι ἀφιερωμένο στὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Θεοτόκου. Παλαιότερα, ἦταν ἀφιερωμένο στὴν Ὑπαπαντὴ τοῦ Χριστοῦ. Ἡ σημερινὴ ἀφιέρωση χρονολογεῖται ἀπὸ τὴν ἐποχὴ μίας μεγάλης πυρκαγιάς, στὴν ὁποία κάηκαν ὅλες οἱ εἰκόνες τοῦ Καθολικοῦ ἐκτὸς ἀπὸ ἐκεῖνες τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Εἶναι κτίσμα τοῦ 10ου αἰῶνος μὲ πολλές κατοπινὲς προσθῆκες. Ἡ τυπολογία, ἀκολουθεῖ ἐκείνη τοῦ Καθολικοῦ τῆς Μεγίστης Λαύρας. Ὁ διώροφος ἐξωνάρθηκας προστέθηκε ἀργότερα. Οἱ τοιχογραφίες του επιζωγραφίστηκαν τὸ 1819. Στὸ χτιστό περιστύλιο τοῦ ἐξωνάρθηκα εἶναι ἐντοιχισμένες δύο μαρμάρινες ἀνάγλυφες πλάκες· ἡ μία εἰκονίζει τὸ κεφάλι τοῦ Τιτάνα Κρείου, μὲ γένια καὶ ὀδοντωτὸ στέμμα, ἀνάμεσα σὲ πλοχμούς· ἡ ἄλλη κεφάλια κριῶν μὲ στριφογυριστὰ κέρατα. Προέρχονται ἀπὸ τὸ ἀρχαῖο πόλισμα Δῖον. Θυμίζουν ἀνάλογα ἀνάγλυφα θραύσματα ποὺ διακοσμοῦν τὶς ἐκτὸς περιβόλου βρύσες στὴν Μονὴ Δοχειαρίου.
Δεξιά τῆς εἰσόδου στὴν Λιτή, βρίσκεται τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Νικολάου. Στὸ ὑπέρθυρο, βρίσκεται ψηφιδωτὴ παράσταση τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ἕνα ἀπὸ τὰ μοναδικὰ ψηφιδωτὰ ἀπὸ τὸν 11ο αἰῶνα, στὸ Ἅγιον Ὄρος. Στὸ παρεκκλήσιο ποὺ ἁγιογραφήθηκε τὸ 1780, σώζεται τμῆμα ἀπὸ τὸ παλαιότερο τέμπλο τοῦ Καθολικοῦ, ποὺ εἶναι μαρμάρινο, χαμηλότερο ἀπὸ τὸ σημερινό, καὶ ἀνάγεται στὴν Βυζαντινὴ ἐποχή. Δεξιότερα, βρίσκεται τοιχογραφία τῆς Βρεφοκρατοῦσας Θεοτόκου, στὴν θέση ὅπου παλαιότερα βρισκόταν ἡ τοιχογραφία τῆς Παναγίας τῆς Παραμυθίας, ἡ ὁποία μετὰ τὸ θαῦμά της μεταφέρθηκε στὸ ὁμώνυμο παρεκκλήσιο.
Ἀριστερὰ τῆς λιτῆς, βρίσκεται τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, μὲ τοιχογραφίες τοῦ 1721 καὶ ἕναν αξιοθέατο ἀρχαῖο κίονα. Στὸν νάρθηκα τοῦ παρεκκλησίου φυλάσσεται ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας Ἐσφαγμένης. Πρόκειται γιὰ τοιχογραφία ποὺ δέχτηκε πλῆγμα μὲ μαχαίρι ἀπὸ τὸν ἐκκλησιάρχη, ὁ ὁποῖος ἀμέσως έχασε τὸ φῶς καὶ τὰ λογικά του. Ἔμεινε σὲ αὐτὴ τὴν κατάσταση ἐπὶ τρία χρόνια, μέχρι ποὺ τὸν συγχώρησε ἡ Θεοτόκος. Ὡστόσο, ὅταν τρία χρόνια μετὰ τὴν κοίμησή του, ἔγινε ἡ ἀνακομιδή του, τὸ δεξί του χέρι, ποὺ φυλάσσεται στὸ Καθολικό, βρέθηκε ἄλιωτο καὶ κατάμαυρο.
Τὰ θυρόφυλλα τῆς εἰσόδου τῆς Λιτῆς, φέρουν ὀρειχάλκινη ἐπένδυση μὲ παράσταση τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καὶ διακοσμητικά μοτίβα. Σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, μεταφέρθηκαν ἀπὸ τὸν ναό τῆς Ἁγίας Σοφίας στὴν Θεσσαλονίκη, μετὰ τὴν ἅλωσή της ἀπὸ τοὺς Τούρκους τὸ 1430. Ἡ λιτή, εἶναι δίχωρη. Ὁ πρῶτος χῶρος, ἡ καθεαυτὴ λιτή, εἶναι φωτεινός. Μπαίνοντας, τὸ βλέμμα καθηλώνεται στὶς δύο ψηφιδωτὲς παραστάσεις τῆς Δέησης καὶ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, τοῦ 11ου ἢ 12ου αἰῶνος. Στὴν Δέηση, στὸ ὑπέρθυρο τῆς εἰσόδου, ὁ Χριστός εἰκονίζεται καθισμένος σὲ θρόνο, ἀνάμεσα στὴν Θεοτόκο καὶ στὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο. Τὸ ὕφος τῆς σύνθεσης ἔχει συγγένειες μὲ τὰ ψηφιδωτὰ τῆς Μονῆς Ὁσίου Λουκᾶ Βοιωτίας. Στὶς παραστάδες τῆς εἰσόδου εἰκονίζεται ὁ Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου· ἀριστερὰ ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ, καὶ δεξιὰ ἡ Παναγία. Ὁ ἐσώτερος χῶρος τῆς λιτῆς, λέγεται μεσονυκτικό, ἐπειδὴ ἐκεῖ τελεῖται ἡ ὁμώνυμη ἀκολουθία. Οἱ τοιχογραφίες ἔγιναν τὸ 1760. Στὸ βάθος δεξιὰ βρίσκεται μαρμάρινη λάρνακα, ὅπου φυλάσσονται τὰ ὀστὰ τῶν κτητόρων ἀπὸ τὴν Ἀδριανούπολη, ποὺ εἰκονίζονται μαζὶ μὲ τοὺς αὐτοκράτορες· Μέγα Θεοδόσιο, Ἀρκάδιο, Ὀνάριο καὶ Ἰωάννη Κατακουζηνό, σὲ τοιχογραφία πάνω ἀπὸ τὸν τάφο. Στὸ βάθος ἀριστερὰ, βρίσκεται ἡ τοιχογραφία τῆς Παναγίας Ἀναφωνητρίας, ποὺ ἀντιφώνησε τὴν ἀπαγορευτικὴ ἐντολὴ πρὸς τὴν Πλακιδία.
Τὰ θυρόφυλλα τῆς εἰσόδου στὸν κυρίως ναό εἶναι περίτεχνα διακοσμημένα μὲ ἐμφυτεύματα. Εἶναι ἔργο τοῦ μοναχοῦ Λαυρεντίου τὸ 1567. Ἡ μεγαλοπρέπεια τοῦ κυρίως ναοῦ κόβει τὴν ἀνάσα. Τὰ ἔξοχα μαρμαροθετήματα τοῦ δαπέδου τοῦ 10ου αἰῶνος πλαισιώνονται ἀπὸ τέσσερις μεγάλους κίονες ἀπὸ πορφυρίτη λίθο ποὺ στηρίζουν τὸν κεντρικὸ τροῦλλο. Ὁ μεγάλος ἀσημένιος πολυέλαιος ποὺ κρέμεται ἀπὸ τὸν κεντρικὸ τροῦλλο κατασκευάστηκε στὴν Βιέννη τὸ 1882 καὶ ἀαντικατέστησε τὸν παλαιὸ χάλκινο πολυέλαιο, ποὺ σήμερα βρίσκεται στὴν λιτή. Οἱ δύο μικρότεροι πολυέλαιοι κατασκευάστηκαν στὴν Μόσχα τὸ 1822 καὶ εἶναι ἀφιερώματα τῶν κατοίκων τῆς Σαντορίνης. Σὲ προσκυνητάρι στὸν δεξιὸ ἀνατολικὸ κίονα, βρίσκεται ἡ εἰκόνα τῆς Φιλοξενίας τοῦ Ἀβραάμ, ποὺ προτυπώνει τὴν Ἁγία Τριάδα. Λέγεται ὅτι ἡ εἰκόνα αυτή, ὅπως καὶ ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας Ὁδηγητρίας, ποὺ βρίσκεται στὸ προσκυνητάρι τοῦ ἀριστεροῦ ἀνατολικοῦ κίονα, προέρχονται ἐπίσης ἀπὸ τὸν ναὸ Ἁγίας Σοφίας τῆς Θεσσαλονίκης. Μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας Ὁδηγητρίας, κρέμεται ἡ μικρή, νεότερη εἰκόνα τῆς Παναγίας Παντάνασσας ποὺ παρέχει θαυματουργῶς ἴαση σὲ ὅσους μὲ πίστη τὴν προσκυνοῦν. Πάνω ἀπὸ τὸν ἀριστερὸ ἡγουμενικὸ θρόνο τοῦ 1619, βρίσκεται ἡ εἰκόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου τοῦ 14ου αἰῶνος, δῶρο τοῦ δεσπότη Ἀνδρόνικου Παλαιολόγου τὸ 1421. Τὸ δρύϊνο ξυλόγλυπτο τέμπλο τοῦ 1768, ἀντικατέστησε τὸ παλαιότερο μαρμάρινο, τμῆμα τοῦ ὁποίου σώζεται στὴν αρχική τοῦ θέση. Στοὺς παραστάδες τῶν ἀνατολικῶν κιόνων τοῦ κυρίως ναοῦ βρίσκεται ψηφιδωτὴ παράσταση τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τοῦ 11ου αἰῶνος, ἀνάλογη μὲ ἐκείνη τῆς λιτῆς. Φέρνει ἔντονα στὸν νοῦ τὰ ψηφιδωτὰ τῆς Νέας Μονῆς Χίου. Φαίνεται ὅτι ὑπῆρχαν καὶ ἄλλες ψηφιδωτὲς παραστάσεις ποὺ ὑπέστησαν φθορές, καὶ ἀντικαταστάθηκαν τὸ 1312, ἐπὶ Ἀνδρονίκου Β΄ Παλαιολόγου, μὲ τοιχογραφίες τῆς Μακεδονικῆς Σχολῆς, οἱ ὁποίες ἐπιζωγραφίστηκαν σὲ μεγάλο βαθμό στὰ 1739 καὶ 1819. Ἡ δεύτερη ἐπιζωγράφιση εἶναι ἔργο τῶν Γαλατσιανῶν ζωγράφων Βενιαμὶν καὶ Ζαχαρία. Οἱ τοιχογραφίες εἰκονίζουν σκηνές ἀπὸ τὸ θεῖο Πάθος καὶ τὴν Ἀνάσταση καὶ ἀποτελοῦν ἕνα μοναδικὸ σύνολο γιὰ τὴν ἀφηγηματικότητα καὶ τὴν ποιότητά τους. Ἔχουν συγγένειες μὲ τὶς τοιχογραφίες τοῦ Πρωτάτου καὶ ἡ διάταξή τους εἶναι ἀνάλογη μὲ ἐκείνη στὸ καθολικὸ τῆς Μεγίστης Λαύρας. Τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς Μακεδονικής Σχολῆς εἶναι εὐκρινέστερα στὶς παραστάσεις τοῦ Ἔνθρονου Χριστοῦ μὲ τοὺς μαθητές, τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου. Ὁ Παντοκράτωρ καὶ οἱ Προφήτες στὸν τροῦλλο, ἔργο τῆς Μακεδονικῆς Σχολῆς, ἐπιζωγραφίστηκαν τὸ 1739. Στὸ σύνθρονο τοῦ ἱεροῦ φυλάσσεται ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας Βηματάρισσας. Κατὰ τὴν διάρκεια μίας ἐπιδρομῆς πειρατῶν τὸν 9ο αἰῶνα, ὁ βηματάρης τὴν έκρυψε σὲ ἕνα πηγάδι μαζί μὲ τὸν σταυρὸ τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου καὶ μία ἀναμμένη λαμπάδα. Οἱ πειρατὲς τὸν αἰχμαλώτισαν καὶ τὸν μετέφεραν στὴν Κρήτη. Ἐλευθερώθηκε μετὰ ἀπὸ ἑβδομήντα χρόνια, καὶ μὲ υπόδειξή του, οἱ νέοι μοναχοί, ποὺ δὲν ἤξεραν γιὰ τὰ κρυμμένα κειμήλια, ἄνοιξαν τὸ πηγάδι καὶ βρῆκαν τὴν εἰκόνα καὶ τὸν σταυρὸ ὄρθια πάνω στὸ νερό, καὶ τὴν λαμπάδα νὰ καίει ἀκόμα. Λέγεται καὶ Κτητόρισσα, ἐπειδὴ ἡ ἀνεύρεσή της ἔγινε τὴν ἐποχὴ τῶν τριῶν κτητόρων τῆς Μονῆς. Σὲ ἀνάμνηση τοῦ θαύματος, κάθε Δευτέρα βράδυ ψάλλεται παρακλητικὸς κανόνας καὶ κάθε Τρίτη τελεῖται στὸ καθολικό Θεία Λειτουργία. Πάνω στὴν Ἁγία Τράπεζα βρίσκεται ὁ σταυρὸς τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου καὶ δεξιά της ἡ ἐπαργυρωμένη λαμπάδα ποὺ βρέθηκε νὰ καίει μπροστὰ στὴν εἰκόνα στὸ πηγάδι. Στὸ ἱερό, φυλάσσονται ἐπίσης δύο εἰκόνες τοῦ 14ου αἰῶνος, ἡ Παναγία Ὁδηγήτρια καὶ ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ. Φυλάσσονται ἐπίσης τὰ Νινιὰ τῆς Θεοδώρας. Πρόκειται γιὰ δύο μικροῦ σχήματος εἰκόνες ποὺ παριστάνουν τὸν Χριστό, εὐλογοῦντα καὶ τὴν Θεοτόκο μὲ τὸν Χριστό. Ἀνῆκαν στὴν Θεοδώρα, σύζυγο τοῦ εἰκονομάχου αὐτοκράτορος Θεοφίλου. Τὶς ἀποκάλεσε νινιά, δηλαδὴ κοῦκλες, ὅταν ὁ γελωτοποιὸς τοῦ παλατιοῦ Δένδερις τὴν αἰφνιδίασε τὴν στιγμή ποὺ τὶς ἀσπαζόταν. Εἶναι δῶρο τῆς Ἄννας Παλαιολογίνας Κατακουζηνῆς τῆς Φιλανθρωπινῆς. Τὰ εἰκονίδια εἶναι συνδεδεμένα σὰν σὲ δίπτυχο καὶ βρίσκονται σὲ ἀργυρὴ θήκη. Στὸ ἱερό, φυλάσσεται καὶ τὸ πλέον ἱερὸ κειμήλιο καὶ σεπτό καύχημα τῆς Μονῆς, ἡ Ἁγία Ζώνη τῆς Παναγίας. Πρόκειται γιὰ τὸ μοναδικό κειμήλιο ἀπὸ τὸν επίγειο βίο τῆς Θεοτόκου, ἡ ὁποία, σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, ἔδωσε τὴν ζώνη στὸν Ἅγιο Ἀπόστολο Θωμᾶ κατὰ τὴν μετάστασή της στὸν ουρανό. Φυλασσόταν στὸν ναὸ τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνών στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἡ σύζυγος τοῦ αὐτοκράτορος Λέοντα Στ΄ τοῦ Σοφού (886-912) τὴν κέντησε μὲ χρυσὴ κλωστή, ἀπὸ εὐγνωμοσύνη γιὰ τὴν θαυματουργική της ἴαση. Τὸν 12ο αἰῶνα καθιερώθηκε ἡ ἑορτὴ τῆς Ἁγίας Ζώνης στὶς 31/8. Λίγο ἀργότερα, μετὰ ἀπὸ ἧττα τῶν Βυζαντινῶν, περιῆλθε στὰ χέρια τοῦ τσάρου τῶν Βουλγάρων, ὁ ὁποῖος τὴν μετέφερε στὴν Βουλγαρία. Τὴν πῆραν κατόπιν οἱ Σέρβοι καὶ ὁ πρίγκηπας Λάζαρος (1373-89) τὴν δώρησε στὴν Μονὴ μαζί μὲ τμῆμα τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Σώζεται σὲ τρία τεμάχια, ἀποτέλεσμα περιπετειῶν ποὺ ὑπέστη στὶς πολλές περιοδεῖες ἐκτὸς Ἁγίου Ὄρους γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση λοιμικῶν ἐπιδημιῶν.
Τὸ Καθολικό, διατηρεῖ τὰ κατηχούμενα. Δίπλα τους εἶναι ἐνσωματωμένα τὰ παρεκκλήσια· τῶν Ἁγίων Ἀρχαγγέλων στὰ δεξιά, καὶ τῆς Ἁγίας Τριάδος στὰ ἀριστερά.
Πάνω ἀπὸ τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, στὴν βόρεια πλευρά, βρίσκεται τὸ παρεκκλήσιο τῆς Παναγίας Παραμυθίας. Χτίστηκε καὶ ἱστορήθηκε τὸ 1678 μὲ δαπάνη τοῦ μητροπολίτη Λαοδικείας Γρηγορίου καὶ ἀνακαινίστηκε τὸ 1846. Ἐκεῖ γινόταν ἡ κουρὰ τῶν μοναχῶν τὴν ἐποχὴ τῆς ἰδιοῤῥυθμίας καὶ ἐκεῖ φυλάσσεται ἡ ὁμώνυμη θαυματουργὴ εἰκόνα. Πρόκειται γιὰ τοιχογραφία τοῦ 14ου αἰῶνος ποὺ ἀρχικὰ βρισκόταν στὸν ἐξωνάρθηκα, μπροστὰ ἀπὸ τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Νικολάου, καὶ μεταφέρθηκε κατόπιν στὸ παρεκκλήσιο αὐτὸ, ὅπου τοποθετήθηκε σὲ προσκυνητάρι. Σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, τὴν ὥρα ποὺ ὁ ἡγούμενος ετοιμαζόταν νὰ δώσει τὰ κλειδιὰ στὸν πορτάρη γιὰ νὰ ἀνοίξει τὴν πύλη τῆς Μονῆς, ἄκουσε τὴν Παναγία νὰ παραγγέλνει νὰ μὴν ἀνοίξουν οἱ πύλες τῆς Μονῆς καὶ νὰ πᾶνε ὅλοι οἱ μοναχοὶ στὰ τείχη γιὰ νὰ ἀποκρούσουν τοὺς πειρατὲς ποὺ εἶχαν περικυκλώσει τὴν Μονή. Ἡ παραγγελία ἀκούστηκε ξανά, καὶ ἔκπληκτος ὁ ἡγούμενος εἶδε τὸν Χριστὸ νὰ προσπαθεῖ νὰ τῆς κλείσει τὸ στόμα μὲ τὸ χέρι του καὶ τὸν ἄκουσε νὰ λέει: «Μή, Μήτερ, ἐπιβλέπης ἐπὶ τοῦ ἁμαρτωλοῦ τούτου ποιμνίου, ἄφες αὐτὸ νὰ διέλθη διὰ τῆς ῥομφαίας τῶν πειρατῶν· ἐπλήθυναν γὰρ αἱ ἀνομίαι αὐτοῦ».
Ἡ βιβλιοθήκη καὶ τὸ ἀρχεῖο, στεγάζονται στὸν βορειοανατολικὸ πύργο, τὸν Πύργο τῆς Παναγίας. Φυλάσσονται δύο χιλιάδες πενήντα χειρόγραφα, τὸ 1/3 περγαμηνά, καθὼς καὶ εἴκοσι πέντε περγαμηνὰ εἰλητάρια. Ἐκεῖ βρίσκεται ὁ κύριος ὄγκος τῶν βιβλίων, γύρω στὰ σαράντα χιλιάδες, ἐκ τῶν ὁποίων πολλὰ ἀρχαιότυπα. Στὸ ἀρχεῖο φυλάσσονται τριακόσιες δέκα χιλιάδες ἔγγραφα, μεταξὺ τῶν ὁποίων αὐτοκρατορικὰ χρυσόβουλλα καὶ πατριαρχικὰ σιγίλλια. Σπουδαιότατο κειμήλιο εἶναι ὁ περγαμηνός κώδικας τοῦ 13ου αἰῶνος, ποὺ περιέχει τὴν Γεωγραφία τοῦ Κλαυδίου Πτολεμαίου (125-161) μὲ σαράντα δύο χάρτες τῆς Εὐρώπης, Ἀφρικῆς καὶ Ἀσίας· πρόκειται γιὰ τὸ ἀρχαιότερο ἀντίγραφο στὸν κόσμο. Μεταξὺ τῶν ὀνομαστῶν κειμηλίων εἶναι ἕνα Ψαλτήριο τοῦ Δαβὶδ τοῦ 11ου αἰῶνος μὲ ὑπογραφὴ τοῦ αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου Μονομάχου, μία Ὀκτάτευχος τοῦ 13ου αἰῶνος μὲ ἑκατὸν ἑξήντα πέντε μικρογραφίες ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη –ὁ πλουσιότερος σὲ εἰκονογράφηση κώδικας τοῦ Ἁγίου Ὄρους-, ἕνα χρυσόβουλλο τοῦ αὐτοκράτορος Ἀνδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου τοῦ 1301, ἕνας παλίμψηστος κώδικας μὲ ὁμιλίες τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου στὴν παλαιότερη γραφὴ τοῦ 8ου ἢ 9ου αἰῶνος, καὶ νεότερη γραφὴ τοῦ 13ου αἰῶνος. Χάρη στὰ μετόχια τῆς Μονῆς στὴν Ῥουμανία, τὸ ἀρχεῖο τῆς Μονῆς εἶναι τὸ πλουσιότερο στὸ Ἅγιον Ὄρος σὲ ῥουμανικὰ ἔγγραφα. Στὸν ἴδιο χῶρο φυλάσσεται καὶ ἕνα θαυμάσιο δεῖγμα βυζαντινῆς τέχνης ἀπὸ ἀτόφιο μονόλιθο ἴασπι μὲ διάκοσμο ἀπὸ χρυσό, ἄργυρο καὶ πολύτιμους λίθους. Στὸ χεῖλος τοῦ ποτηρίου εἶναι γραμμένη ἡ εὐαγγελικὴ φράση: «Ἔδωκε τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ μαθηταῖς καὶ Ἀποστόλοις εἰπών· Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες...» Στὶς τέσσερις ὄψεις τοῦ κώνου τῆς βάσης εἶναι τὰ μονογράμματα τοῦ Μανουὴλ Δεσπότη Κατακουζηνοῦ Παλαιολόγου. Εἰκονίζονται οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες καὶ ὁ μέγας Ἀθανάσιος. Στὸ ποτήρι αὐτό, ποὺ ἦταν τοῦ Μανουὴλ Β΄ Παλαιολόγου (1391-1425), ὁ ὁποῖος παραιτήθηκε ἀπὸ τὸν θρόνο καὶ ἐκάρη μοναχός, φαίνεται ὅτι τὸ δώρησε στὴν Μονὴ ὁ γιὸς καὶ διάδοχός τυῦ Ἰωάννης Ἡ΄ Παλαιολόγος. Λέγεται ὅτι τὸ νερὸ ποὺ μένει ἀποβραδὶς στὸ ποτήρι, τὸ πρωΐ ἔχει χροιᾶ γαλακτώματος καὶ θεραπεύει δήγματα φιδιῶν καὶ σκορπιῶν.
Τὰ ἐξαρτήματα τῆς Μονῆς, περιλαμβάνουν τὴν κοινοβιακὴ Σκήτη τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα στὶς Καρυές, καὶ τὴν ἰδιόῤῥυθμη Σκήτη τοῦ Ἁγίου Δημητρίου. Περιλαμβάνουν ἐπίσης, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ὀκτὼ Κελλιὰ τῆς Κολιτσούς, ἄλλα δεκαεννέα Κελλιά, ἀπὸ τὰ ὁποία πέντε βρίσκονται στὶς Καρυές, καὶ δύο στὴν περιοχή Γυφτάδικα, πρὸς τὴν κατεύθυνση τῆς Μονῆς Παντοκράτορος. Τὸ τοπωνύμιο σχετίζεται μὲ τὴν Αἴγυπτο. Σὲ περίοδο οἰκονομικῆς ἀνέχειας καὶ ὑπέρογκων ὀφειλῶν, ἡ Μονὴ αναγκάστηκε νὰ πουλήσει τὰ Γυφτάδικα στὴν Μονὴ Παντοκράτορος, ἀλλὰ μία γενναία χορηγία τοῦ ἡγεμόνος τῆς Μολδοβλαχίας Σκαρλάτου Γραμματικοῦ, ἐπέτρεψε τὴν ἀνάκτησή τους.
Μετόχια τῆς Μονῆς, ἀναφέρονται· τὸ Προσφόρι στὴν Οὐρανούπολη ὅπου διασώζεται ὁ πύργος, στὴν Ἀμμουλιανή, σὲ Σέῤῥες, Μελένικο Βουλγαρίας, Μουδανιὰ Προποντίδας, Χῖο, Κυδωνιές, Θάσο. Σήμερα, ἡ Μονὴ διατηρεῖ τὸ μετόχι τοῦ Ἁγίου Νικολάου στὴν λιμνοθάλασσα τοῦ Πόρτο Λάγος, τοῦ Ἁγίου Φωκᾶ στὴν Χαλκιδική καὶ ἕνα μετόχι στὴν Σάμο.
***
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου