ΜΟΝΗ ΣΙΜΩΝΟΣ ΠΕΤΡΑΣ
Ὁ χείμαῤῥος τοῦ Δοντὰ στὴν Δάφνη, ποὺ ἡ ὀνομασία του παραπέμπει στοὺς ὀδοντόσχημους βράχους ποὺ πλαισιώνουν τὴν ῥεματιά, ἀποτελεῖ σύνορο τῶν Μονῶν Ξηροποτάμου καὶ Σίμωνος Πέτρας.
Στὸ σιμωνοπετρίτικο τομέα, βρίσκεται ὁ βασικὸς ἀρσανὰς τῆς Μονῆς, ποὺ χρησιμοποιεῖται γιὰ τὴν ἐξαγωγὴ ξυλείας. Τὸ κτῆριο τοῦ ἀρσανὰ τοῦ 1890 ὀρθώνεται πλάϊ σὲ ἕνα νεόδμητο λιμανάκι μὲ μόλο. Στεγάζει τὸν ναό τῶν Ἁγίων Πάντων, τὸν μόνο ναὸ τῆς Δάφνης.
***
Ἀπὸ τὴν Δάφνη καὶ μετά, τὸ ὐψόμετρο τῆς ἀκτῆς ἀνεβαίνει μὲ γεωμετρικὴ πρόοδο. Οἱ βράχοι γίνονται πιὸ ἀπότομοι καὶ ἀπόκρημνοι, οἱ παραλίες εἶναι λιγοστές καὶ μικρές.
Λίγο πιὸ πέρα ἀπὸ τὸ τελευταίο κτίσμα τοῦ σιμωνοπετρίτικου ἀρσανά, βρίσκεται ἕνας ὁρμίσκος. Στὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰῶνα, οἱ Ῥῶσσοι, ἤθελαν νὰ χτίσουν ἀρσανὰ ἐκεῖ, ἀλλὰ ἡ Σιμωνόπετρα δὲν τοὺς ἔδωσε ποτέ τὴν ἄδεια. Ἡ τοποθεσία, εἶναι γνωστὴ ὡς Διονυσιάτικη Τράπεζα, γιατί ἐδῶ κολάτσιζαν οἱ Διονυσιάτες μοναχοὶ ποὺ πήγαιναν μὲ τὴν βάρκα στὸ μετόχι τοῦ Μονοξυλίτη. Ἡ ὀνομασία, ἀποτελεῖ ἐπίσης ὑπαινιγμὸ γιὰ τὸ αὐστηρό, λιτὸ φαγητό, τῆς ἀσκητικότατης Μονῆς Διονυσίου.
Τὴν ἀκτογραμμή, ἀκολουθεῖ ψηλὰ στὴν πλαγιά, ὁ ἁμαξιτὸς δρόμος γιὰ τὴν Μονὴ Σίμωνος Πέτρα. Ὁ κάβος μετὰ τὴν Δάφνη, ἕνας βραχώδης ὄγκος σκεπασμένος μὲ θαμνοβλάστηση, λέγεται Κραβασαρᾶς, καὶ σχηματίζει ἕνα τόξο, τὸ ὁποῖοι διασχίζουν δύο μεγάλοι χείμαῤῥοι, ἡ Δαφνάρα καὶ τὸ Καλαμίτσι. Στὰ ὑψώματα εἶναι καὶ οἱ ἐλαιῶνες τοῦ Κραβασαρᾶ καὶ ὁ ἀμπελῶνας. Τὸ τοπωνύμιο, ἴσως ὀφείλεται σὲ ἐρημίτη μοναχὸ ἀπὸ τὸν Κραβασαρά (Ἀμφιλογία) τῆς Αἰτωλοακαρνανίας ποὺ ἀσκήτευσε σὲ κελλὶ τῆς περιοχῆς. Διακρίνεται τὸ Σιμωνοπετρίτικο Κελλί τοῦ Ἁγίου Μοδέστου, ποὺ ἀνακαινίστηκε καὶ κατοικεῖται ἀπὸ Ῥῶσσους. Ἡ ῥεματιὰ μὲ τὸν μικρὸ καταῤῥάκτη, εἶναι τὸ Καλαμιτσάκι. Πρὶν τὴν πυρκαγιὰ τοῦ 1990, ἦταν σκάλα γιὰ τὴν φόρτωση ξυλείας.
***
Μετὰ τὸ Καλαμίτσι, ἀντικρίζει κανείς, μία ἀπὸ τὶς μεγαλειωδέστερες ἀπόψεις τοῦ Ἄθω, τὴν Σιμωνόπετρα, ποὺ ὀρθώνεται πρὸς τὸν οὐρανό, χτισμένη σὰν φωλιὰ ἀετῶν σὲ ἕναν βράχο, τριακόσια μέτρα πάνω ἀπὸ τὴν θάλασσα. Ἡ ἄποψη αὐτή, ἀποτυπώνεται σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ πρώτα ἀεροπορικὰ γραμματόσημα ποὺ κυκλοφόρησαν στὸ Μεσοπόλεμο, ὅπου εἰκονίζεται ἕνα ἀεροπλάνο νὰ πετάει πάνω ἀπὸ τὴν Μονή. Ἡ Σιμωνόπετρα, ὀρθώνεται σὰν τοὺς βράχους τῶν Μετεώρων καὶ εἶναι ὁρατὴ ἀπὸ ὅλη τὴν ἀκτὴ μέχρι τὰ Καρούλια. Σαστίζει ὁ νοῦς ἀναλογιζόμενος τὸ ἀρχιτεκτονικὸ τόλμημα τῆς οἰκοδόμησής της. Τὸ οἰκοδόμημα, ἔχει ἑπτὰ κατοικήσιμους ὁρόφους καὶ ἄλλους τρεῖς στὰ θεμέλια· στηρίζεται σὲ τοίχους ἀγκυρωμένους στὸν βράχο ποὺ ἔχουν πάχος μεγαλύτερο τῶν δύομιση μέτρων. Ἀποτελεῖται ἀπὸ μία συστοιχία τριῶν πύργων, ποὺ ἔχουν ἀλλεπάλληλους ξύλινους σκεπαστοὺς ἐξώστες (ἁπλωταριές), σὲ ὅλο τὸ πλάτος τῆς ὄψης τους πρὸς τὴν θάλασσα. Ἐξώστες ὑπάρχουν ἐπίσης σὲ ὅλο τὸ πλάτος τῆς δυτικῆς ὄψης. Οἱ πύργοι προεξέχουν κλιμακωτά· ὁ αριστερὸς πύργος στὰ νοτιοδυτικὰ μὲ τέσσερις σειρὲς ἐξώστες προεξέχει περισσότερο, ὁ κεντρικὸς λιγότερο, καὶ ὁ δεξιὸς στὰ ἀνατολικὰ ἀκόμη λιγότερο. Ὁ κεντρικὸς πύργος μὲ τὶς ἑπτὰ σειρές ἐξώστες εἶναι ὁ ἀρχαιότερος, καὶ ἀποτελεῖ τμῆμα τοῦ παλαιοῦ πυρήνα τοῦ περιβόλου τῆς Μονῆς (τέλη 16ου-17ου αἰῶνα)· οἱ ἄλλοι δύο πύργοι εἶναι προσθῆκες, ὁ νοτιοδυτικὸς χτίστηκε τὰ ἔτη 1862-1864 καὶ ὁ ἀνατολικὸς τὰ ἔτη 1897-1902. Δεξιὰ τοῦ ἀνατολικοῦ πύργου, βρίσκεται τὸ καλὰ διατηρημένο ὑδραγωγεῖο.
Στὴν παραλία, στὸ μέσο τῆς χαράδρας ποὺ κατεβαίνει ἀπὸ τὸν βράχο τῆς Μονῆς, εἶναι ὁ ἀρσανάς, καὶ ἀριστερά του, ψηλότερα στὴν πλαγιά, τὸ Κάθισμα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, ποὺ διασώζει τοιχογραφίες τοῦ 1702, καὶ κατοικεῖται ἀπὸ Γεωργιανοὺς μοναχούς. Ἡ χαράδρα, καλύπτεται ἀπὸ πυκνή βλάστηση. Ἡ ζώνη γύρω ἀπὸ τοὺς πρόποδες τῶν πύργων ὡστόσο ἔχει ἀποψιλωθεῖ καὶ εἶναι διαῤῥυθμισμένη μὲ πεζοῦλες ὅπου καλλιεργοῦνται ὀπωροκηπευτικά. Ἡ διαμόρφωση αὐτή, ὑπαγορεύτηκε γιὰ λόγους ἀντιπυρικῆς προστασίας μετὰ τὴν καταστροφικὴ πυρκαγιά τοῦ Αὐγούστου τοῦ 1990. Ἡ πυρκαγιά, ἀποτέφρωσε χιλιάδες στρέμματα δάσους καὶ καλλιεργειῶν τῆς Μονῆς, κατέστρεψε τὸ ἀρδευτικὸ σύστημα καὶ ἔκανε στάχτη ἐννέα Κελλιά, μεταξὺ τῶν ὁποίων τὸ κτητορικό τοῦ Ὁσίου Σίμωνος. Ἐξαιτίας τῆς ἀμφιθεατρικῆς διαμόρφωσης τῆς πλαγιάς, οἱ φλόγες ἀπὸ τὰ δαφνόδεντρα ποὺ καίγονταν φούντωσαν, καὶ σὰν πυρακτωμένα κάρβουνα στροβιλίζονταν φτάνοντας μέχρι τοὺς ἐξώστες τῆς Μονῆς. Ἡ ἐπέμβαση στὸ περιβάλλον μετὰ τὴν πυρκαγιά, ὑπῆρξε τόσο ἤπια καὶ ἀποτελεσματική, ὥστε τιμήθηκε μὲ διεθνὲς βραβεῖο.
Τὸ συγκρότημα τοῦ ἀρσανὰ τῆς Σιμωνόπετρας, περιλαμβάνει πύργο μὲ προσαρτημένο νεώριο, ἐργατόσπιτο καὶ νεότερο ἀρσανόσπιτο μὲ χώρους διαβίωσης στὸν ὅροφο τοῦ 1862, ποὺ ἀνακατασκευάστηκε ἀπὸ σκυρόδεμα τὸ 1961. Τὸ ἐργατόσπιτο, ἦταν ἀρχικά κιόσκι. Ἡ μετατροπή του ἔγινε πρὶν τὸ 1912. Ὁ πύργος τοῦ 1567 εἶναι τετραώροφος. Ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ἀξιόλογα δείγματα ἀρχιτεκτονικῆς τοῦ 16ου αἰῶνα στὸ Ἅγιον Ὄρος. Διατηρεῖται ἀνέπαφος, σὲ ἄριστη κατάσταση. Ἡ τοιχοποιΐα του εἶναι φροντισμένη λιθοδομή. Στὸ κέντρο τῆς κατώτατης στάθμης, ἕνας πεσσὸς στηρίζει τὰ τέσσερα σταυροθόλια ποὺ τὴν καλύπτον. Οἱ δύο ἀνώτεροι ὅροφοι, ἔχουν κάτοψη συνεπτυγμένου σταυροῦ καὶ καλύπτονται ἀπὸ πλίνθινους χαμηλοὺς θόλους. Ὁ ἀνώτατος ὅροφος ἦταν προορισμένος γιὰ κατοικία καθὼς ἔχει μεγάλο τζάκι, ἐξώστη στὴν νότια ὄψη καὶ ναὸ τοῦ Ἁγίου Νικολάου. Στὴν περίμετρό του ὑπάρχουν παράθυρα καὶ καταχύστρες. Ὁ προτελευταῖος ὅροφος ἦταν προορισμένος γιὰ ἄμυνα μὲ βαρύτερα ὅπλα, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὶς 2δύο κανονιοθυρίδες στὴν δυτικὴ καὶ τὴν νότια ὄψη, ποὺ ἐλέγχουν τὴν παραλία.
Ἀπὸ τὸν ἀρσανά, ξεκινάει ἀνηφορικὸ λιθόστρωτο μονοπάτι ποὺ ὁδηγεῖ στὴν Μονὴ. Ἡ ἀνάβαση εἶναι ἰδιαίτερα κοπιώδης.
Ἡ ἀνάβαση ἀπὸ τὸν ἀρσανὰ εἶναι ἡ παραδοσιακή ὁδὸς πρὸς τὴν Μονή. Ἀνεβαίνοντας, διασχίζει κανεὶς ἕνα εἰδυλλιακό τοπίο μὲ ἤπιες, καλαίσθητες, ὅλο μεράκι ἐπεμβάσεις. Στὰ μισά τῆς διαδρομῆς, βρίσκεται ἕνα ὅμορφο προσκυνητάρι μὲ τοιχογραφία τῆς Θεοτόκου στὴν ἁψῖδα καὶ μία ἔμμετρη παραίνεση πρὸς τὸν κοπιόντα μοναχό. Ἐκεῖ, ξεκινάει διακλάδωση στὰ δεξιά, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν Μονὴ Γρηγορίου. Φθάνοντας στὴν στάθμη μὲ τὶς πεζοῦλες, βλέπουμε ἀριστερά, στὴν ἄκρη μιᾶς πεζοῦλας, τὸ κηπόσπιτο, μὲ ἐνσωματωμένο προσκυνητάρι τοῦ Ἁγίου Τρύφωνος. Φαίνεται τώρα καθαρότατα ὅτι τὸ προεξέχον τμῆμα τῆς νοτιοδυτικὴς πτέρυγας καὶ ἡ ἀνατολικὴ πτέρυγα, εἶναι προσθῆκες. Τὸ κτηριακό συγκρότημα ποὺ προέκυψε ἀπὸ τὴν ἀνοικοδόμηση μετὰ τὴν πυρκαγιά τοῦ 1580 ἦταν μικρότερο καὶ φαίνεται ὅτι σὲ παλαιότερες εποχές ἦταν ἀκόμη πιὸ περιορισμένο. Τὸ νεόδμητο αὐτοτελὲς τριώροφο κτῆριο, δεξιὰ τῆς ἀνατολικῆς πτέρυγας, μπροστὰ ἀπὸ τὸ ὑδραγωγεῖο, εἶναι τὸ νέο ἀρχονταρίκι. Δεξιὰ ἀπὸ τὸ μονοπάτι βρίσκεται ἕνα τριώροφο κτῆριο. Ἦταν ἐργατόσπιτο καὶ στὸ ἰσόγειό τοῦ βρισκόταν τὸ χαλκιαδιό, τὸ σιδηρουργεῖο δηλαδὴ τῆς Μονῆς. Ἔχει διασκευαστεῖ σὲ χώρους γραφείων καὶ ἐργαστήρια. Ἐκεῖ στεγάζεται τὸ ὀδοντιατρεῖο τῆς Μονῆς. Δεξιότερα, στὰ νοτιοανατολικά, βρίσκεται ὁ κοιμητηριακὸς ναὸς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τοῦ 18ου αἰῶνος. Ἀκολουθεῖ τὴν τυπολογία τοῦ συνεπτυγμένου σταυροειδοὺς μὲ ἀτύμπανο τυφλὸ τροῦλλο καὶ νάρθηκα· ἀπὸ κάτω, βρίσκεται τὸ ὀστεοφυλάκιο. Δεξιὰ ἀπὸ τὸ νέο ἀρχονταρίκι, σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸ ὑδραγωγεῖο, βρίσκεται τὸ διώροφο παλιὸ βουρδουναριό. Εἶχε στάβλους στὸ ἰσόγειο καὶ ἀποθῆκες χορτονομῆς στὸν ὅροφο. Σήμερα ἔχει διασκευαστεῖ σὲ χώρους ὑποδοχῆς ἐπισκεπτῶν.
Λιγότερο παραδοσιακή, μιὰ καὶ ὁ δρόμος διανοίχτηκε τὶς τελευταίες δεκαετίες, εἶναι ἡ ἄφιξη ἀπὸ τὸν ἁμαξιτὸ δρόμο ποὺ ξεκινάει ἀπὸ τὸν νέο ἀρσανὰ τῆς Μονῆς στὴν Δάφνη. Ἡ διαδρομὴ αὐτὴ ὅμως, εἰσάγει τὸν ἐπισκέπτη στὴν ζωτικὴ ἐνδοχώρα τῆς Σιμωνόπετρας, ξεκινώντας ἤδη ἀπὸ τὸ σύγχρονο πριστήριό της καὶ τὶς ἀποθῆκες ξυλείας, πλάϊ στὸν χείμαῤῥο τοῦ Δοντά, στὴν Δάφνη. Ὁ ἁμαξιτὸς δρόμος, ἔχει διακλαδώσεις ποὺ ὁδηγοῦν στὸ Κάθισμα τοῦ Ἁγίου Μοδέστου, στὸ Κελλὶ τοῦ Ἁγίου Νικολάου Δοντά (1368 τὸ κτῆριο καὶ ναὸς τοῦ 1856, εφοδιάζει τὴν Μονὴ μὲ τὰ αναγκαία οπωροκηπευτικά), στὸ Κελλὶ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου (ναὸς καὶ οἴκημα τοῦ 1923, κοντά τοῦ βρίσκεται ὁ βορός, μία περίπου κυκλικὴ μάντρα ἀπὸ ξηρολιθιά, ποὺ χρησίμευε στὴν στάβλιση ζώων). Ἡ διακλάδωση γιὰ Ἅγιο Δημήτριο, ὁδηγεῖ καὶ στὴν τεχνητὴ λίμνη τῆς Μονῆς, καθὼς καὶ στὰ ὑψώματα κοντά στὸν αὐχένα, ὅπου βρίσκεται ἡ Μονὴ Μπουσδοῦμι. Πλησιάζοντας στὴν Σιμωνόπετρα, ἔχει κανεὶς ὡραία ἄποψη τῆς δυτικῆς πλευρᾶς της, ἐνῶ στὸ βάθος κοντά στὴν θάλασσα διακρίνεται ἡ Μονὴ Γρηγορίου. Ὁ ἐπισκέπτης φτάνει στὴν εἴσοδο περνώντας ἀπὸ τὸν νερόμυλο, τὰ ἐργατόσπιτα, τὴν ὑδροηλεκτρικὴ γεννήτρια, τὸ μηχανουργεῖο καὶ τὸ λαδαριό, κτίσμα τοῦ 19ου αἰῶνος, μὲ τὴν πρέσα τοῦ ἐλαιοτριβεῖου στὸ ὑπόγειο καὶ καταλύματα γιὰ τοὺς ἐργάτες στὸν ὅροφο. Στὴν βόρεια πλευρά του ὑπῆρχε φτερωτή νερόμυλου, ὁ ὁποῖος χρησιμοποιοῦνταν γιὰ τὸ ἀλεύρι τῶν πρόσφορων. Ἀπέναντι ἀπὸ τὸ λαδαριὸ εἶναι τὸ ὑδραγωγεῖο, τὸ ὁποῖο διατηρεῖται σὲ ἄριστη κατάσταση καὶ διασώζει κατασκευαστικὰ στοιχεῖα τῆς ὕστερης Βυζαντινῆς περιόδου τοῦ 14ου αἰῶνος, ἐνῶ ἄλλα τμήματά του κατασκευάστηκαν τὸν 16ο καὶ 19ο αἰῶνα. Φαίνεται ὅτι τὴν περίοδο 1530-1540, τὸ ὑδραγωγεῖο ὑπέστη ζημιές, μὲ ἀποτέλεσμα ἡ Μονὴ νὰ ἀντιμετωπίσει σοβαρό πρόβλημα λειψυδρίας. Τὸ πρόβλημα ξεπεράστηκε μὲ τὴν ἐπισκευή του, ποὺ κατέστη δυνατὴ χάρη στὴν συνδρομὴ τῆς Θεσσαλονικιᾶς ἀρχόντισσας κυρα-Ἀσανίνας, χῆρα Θεοδώρου Γεράκη.
Θὰ μποροῦσε κανείς νὰ πεῖ ὅτι τὸ τμῆμα τοῦ συγκροτήματος τῆς Μονῆς, μπροστὰ ἀπὸ τὸ ὑδραγωγεῖο εἶναι ἡ γραφικὴ ὄψη της, ἐνῶ ἐκεῖνο πίσω ἀπὸ τὸ ὑδραγωγεῖο πρὸς τὴν ἐνδοχώρα φιλοξενεῖ τὴν ὑλικοτεχνικὴ ὑποδομὴ τοῦ καθιδρύματος. Ὡστόσο, τὸ τμῆμα αὐτὸ πρὸς τὴν ἐνδοχώρα περιλαμβάνει ἕναν ἀπὸ τοὺς ἱερότερους τόπους τῆς Μονῆς· πίσω ἀπὸ τὸ νεόδμητο κιόσκι, στὴν πλαγιὰ τοῦ βουνού, ποὺ κλείνει ἀμφιθεατρικά τὴν κοιλάδα, βρίσκεται τὸ κάθισμα τοῦ Ὁσίου Σίμωνος. Χαμηλότερα βρίσκεται τὸ σπήλαιο στὸ ὁποῖο ἀσκήτευσε ὁ Ὅσιος Σίμων.
***
Ἡ ἵδρυση τῆς Μονῆς ἀνάγεται σὲ ὅραμα ποὺ εἶδε, παραμονή Χριστουγέννων, ὁ Ὅσιος Σίμων ὁ Μυροβλύτης, ἀσκητῆς ποὺ ἐγκαταβίωνε σὲ σπήλαιο τῆς περιοχῆς καὶ ἐκοιμήθη τὸ 1257. Ὁ Βίος του διηγεῖται ὅτι, μάστορες ποὺ κάλεσε νὰ ἀναλάβουν τὸ ἔργο ἀρνήθηκαν ἀρχικά, καὶ πείστηκαν μόνο ὅταν ὁ ὑποτακτικὸς του Ὁσίου, ποὺ κατακρημνίστηκε τὴν ὥρα ποὺ τοὺς κερνοῦσε κρασί, ἐμφανίστηκε ξανὰ σῶος καὶ ἀβλαβῆς, μὲ τὴν κανάτα ἀκέραιη καὶ γεμάτη ἀκόμη μὲ κρασί.
Ὑπάρχουν ἀναφορές σὲ μία Μονὴ τοῦ Σίμωνος, σὲ ἔγγραφα τοῦ 1057 καὶ 1169, πρόκειται ὅμως γιὰ ἄλλη Μονὴ σὲ ἀδιάγνωστη τοποθεσία.
Ὁ Ὅσιος Σίμων, ὀνόμασε τὴν Μονὴ Νέα Βηθλεέμ, ὀνομασία ποὺ δὲν ἐπικράτησε, καὶ κατὰ τὴν συνηθισμένη ἁγιορείτικη πρακτική, πῆρε τὸ ὄνομα τοῦ κτήτορά της. Ἀναφέρονται ἐπίσης οἱ τύποι Σιμόπετρα καὶ Ἀσημόπετρα, ποὺ ἀποτελοῦν παραφθορά τῆς ὀνομασίας Σιμωνόπετρα.
Ἡ πρώτη κτηριακὴ ἐπέκταση τῆς Μονῆς, εἶναι ἔργο τοῦ Σέρβου ἡγεμόνα Ἰωάννου Οὐγγλέση, ὁ ὁποῖος, τὸ 1368, ἐξέδωσε κτητορικὸ χρυσόβουλλο καὶ προικοδότησε τὴν Μονὴ μὲ χορηγίες καὶ μετόχια. Στὸ Γ΄ Τυπικό τοῦ Ἁγίου Ὄρους τοῦ 1395, ἡ Σιμωνόπετρα κατεῖχε τὴν 23η θέση μεταξὺ τῶν τότε 25 Μονῶν. Τὸ 1452 καὶ 1471/2 ἀναφέρεται Σιμωνοπετρίτης Πρῶτος τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Τὸ 1489, ὁ Χιλανδαρινὸς Ἡσαΐας, ἀναφέρει ὅτι ἡ Μονὴ εἶχε σαράντα μοναχούς, καὶ ἦταν βουλγαρική. Ὁ ἡγούμενος Ἀνανίας τὸ 1503, ὑπέγραφε σλαβικά. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ἐξέλιπαν ἀπὸ τὴν Μονὴ οἱ Ἕλληνες μοναχοί, ἀφοῦ διάφοροι ἡγούμενοι (1494, 1518, 1527, 1528) ὑπέγραφαν ἑλληνικά. Λίγο ἀργότερα, ἡγούμενός της εξελέγη ὁ Κασσιανός, ὁ ἐπικαλούμενος Ἄραβας. Τὸ 1567, ὁλοκληρώθηκε ὁ πύργος τοῦ ἀρσανά.
Τὸ 1580, ἡ Μονὴ καταστράφηκε ὁλοσχερῶς ἀπὸ πυρκαγιά. Στὴν πυρκαγιά, ἔχασαν τὴν ζωή τους ὁρισμένοι μοναχοί, ἀλλὰ τοὐλάχιστον εἴκοσι, μαζί μὲ τὸν ἡγούμενο Εὐγένιο, γλίτωσαν καὶ κατόρθωσαν νὰ περισώσουν τὸ ταμεῖό της. Χάρη στὴν οἰκονομικὴ ἐπάρκειά τους, οἱ μοναχοί, στεγάστηκαν προσωρινὰ στὴν Μονὴ Ξενοφῶντος, τῆς ὁποίας ἀνέλαβαν καὶ τὴν διοίκηση. Σὲ ἀντάλλαγμα, ἀνέλαβαν τὸ ὑπέρογκο χρέος τῆς Μονῆς Ξενοφῶντος. Γιὰ νὰ ἀντιμετωπιστοῦν οἱ οἰκονομικὲς ἀνάγκες τῆς ἀνοικοδόμησης, ὁ ἡγούμενος Εὐγένιος πῆγε στὴν Ῥουμανία κατὰ τὰ ἔτη 1587-1592, ὅπου ὑπῆρχε τὸ μετόχι τοῦ Ἁγίου Νικολάου τοῦ Βουκουρεστίου. Τὸ μετόχι αὐτό, ἀρχικὴ δωρεὰ ἀνώτερου ὑπαλλήλου τοῦ ἡγεμόνα, διεύρυνε καὶ ἐξωράϊσε ὁ μετέπειτα ἡγεμόνας τῆς Βλαχίας Μιχαὴλ ὁ Γενναῖος (1593-1601). Τὸ 1586, φαίνεται ὅτι εἶχε ὁλοκληρωθεῖ ἡ ἐπανεγκατάσταση τῶν μοναχῶν στὴν Μονή, ἡ ὁποία, γύρω στὸ 1620, μετατράπηκε σὲ ἰδιόῤῥυθμη.
Τὸ 1622, ξέσπασε νέα πυρκαγιὰ στὴν Μονή, δίχως ὅμως νὰ τὴν καταστρέψει ὁλοσχερῶς. Τὸ νέο Καθολικό, ἐγκαινιάστηκε τὸ 1633 καὶ ἱστορήθηκε μὲ τοιχογραφίες.
Ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 17ου αἰῶνα, παρατηρεῖται μία κάμψη στὴν Μονή, ποὺ ἀντανακλάται στὶς ἀραιὲς πληροφορίες ποὺ ὑπάρχουν γιὰ αὐτήν, καθὼς καὶ στὸ ποσὸ τῆς συδοσίας, τῆς ἐτήσιας δηλαδὴ ἀναλογικῆς εἰσφορὰς κάθε Μονῆς γιὰ τὶς κοινές δαπάνες τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ποὺ συνεχώς ἐλαττώνεται. Ὡστόσο, ἦταν σὲ θέση νὰ ἀγοράσει δύο κελλιά, ὅταν ἐκποιήθηκαν τὰ κελλιά τῶν Καρυῶν τὸ 1661. Ὁ Μπάρσκι, στὸ πρῶτό του ταξίδι, σημειώνει ὅτι ἡ Μονὴ εἶχε αρκετούς μοναχούς, ἐνῶ εἴκοσι χρόνια ἀργότερα, στὸ δεύτερό του ταξίδι σημειώνει ὅτι ἡ Μονὴ ἦταν σὲ κατάσταση πλήρους σύγχυσης ἐξαιτίας τῆς ἔνδειας καὶ τοῦ ὑψηλοῦ χρέους καὶ ὅτι οἱ μοναχοί, μὴ μπορώντας νὰ ἀντεπεξέλθουν στὴν ἐπαχθὴ φορολογία, εἴτε εἶχαν φύγει καὶ πάει σὲ ἄλλες Μονές εἴτε εἶχαν βγεῖ στὸν κόσμο γιὰ ζητεία, δηλαδή γιὰ ἔρανο. Τὸ 1762, ἦρθε στὴν Μονὴ μὲ τὴν συνοδεία του ὁ Ὅσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκι γιὰ νὰ ἀναλάβει τὴν διοίκησή της, ἀλλὰ δὲν μπόρεσε νὰ ἀντεπεξέλθει στὶς πιέσεις τῶν δανειστῶν καὶ ἀποχώρησε. Ἡ Μονή, πέρασε τότε στὴν εξουσία τῆς Μεγάλης Μέσης, τῆς κεντρικῆς διοικήσεως δηλαδή, ἡ ὁποία, γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει τὰ χρέη, ἐπιχείρησε νὰ ἐκποιήσει μετόχια τῆς Μονῆς.
Ἡ Μονή, ἐπαναλειτούργησε τὸ 1765, χάρη στὸν ἱερομόναχο Ἰωάσαφ ἀπὸ τὴν Μυτιλήνη, ὁ ὁποῖος, μὲ τὶς προσόδους ἐράνων, κατόρθωσε νὰ ἐξαγοράσει τὰ μετόχια καὶ νὰ ἐξοφλήσει τμῆμα τῶν λύτρων γιὰ τὴν ἀνάκτηση τοῦ λειψάνου τῆς Ἁγίας Μαρίας τῆς Μαγδαληνῆς, τοῦ πολυτιμότερου θησαυροῦ τῆς Μονῆς, ποὺ εἶχαν κλέψει Μπαρμπερίνοι πειρατές, εἴκοσι πέντε χρόνια πρωτύτερα.
Τὸ 1801, ἡ Μονὴ μετατράπηκε σὲ κοινόβιο μὲ σιγίλιο τοῦ πατριάρχη Καλλινίκου Ε΄. Ἡ μετάβαση στὸ κοινοβιακὸ σύστημα συνάντησε δυσχέρειες ἀπὸ τὸν πρωτοφανή ὅρο τοῦ σιγιλίου, ὁ ἡγούμενος Ὑάκινθος νὰ εἶναι ὑπόλογος στὸν σκευοφύλακα τῆς Μονῆς Κύριλλο, διαχειριστὴ τοῦ μετοχίου στὴν Ῥουμανία. Οἱ δυσχέρειες αὐξήθηκαν καὶ ἄλλο ἀπὸ τὴν ἐγκατάσταση τουρκικῶν στρατευμάτων στὸ Ἅγιον Ὄρος μετὰ τὴν Ἐπανάσταση τοῦ Ἐμμανουήλ Παπᾶ. Τὸ 1835, ἡ Μονή, ἔχει σαράντα μοναχούς, ἀλλὰ ἡ ἑνότητά της δοκιμαζόταν λόγω ἀντιδράσεων ἐναντίπν τοῦ ἡγουμένου Αμβροσίου. Οἱ αντιδράσεις κορυφώθηκαν βίαια τὸ 1847, καὶ δεκαεπτὰ μοναχοί αποχώρησαν ἀπὸ τὴν Μονὴ. Οἱ ἑπόμενοι ἡγούμενοι· Σεραφείμ καὶ Νεόφυτος, ἀπὸ τὰ Ἀλάτσατα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, κατόρθωσαν νὰ τὴν ἐπαναφέρουν σὲ τροχιὰ ἀνάκαμψης. Ἐπὶ Νεοφύτου ἀνεγέρθηκε ἡ σημερινὴ νότια πτέρυγα, κατὰ τὰ ἔτη 1862-1864, σὲ ἐποχὴ δύσκολη, μια καὶ τὸ 1863, τὸ νεοσύστατο ῥουμανικὸ κράτος, δήμευσε ὅλα τὰ ἁγιορείτικα μετόχια στὴν ἐπικράτειά του.
Τὸ 1891, πυρκαγιὰ ποὺ ξεκίνησε ἀπὸ τὸν φοῦρνο, ἀποτέφρωσε τὴν ἀνατολικὴ πλευρά της. Κάηκε τὸ Καθολικὸ μὲ ὅλες τὶς εἰκόνες, τὰ σκεῦη καὶ τὰ ἄμφια. Οἱ πολυέλαιοι καὶ τὰ μανουάλια ἔλιωσαν καὶ κάηκε ἡ βιβλιοθήκη ποὺ βρισκόταν πάνω ἀπὸ τὸν νάρθηκα. Ἔγιναν στάχτη διακόσια πενήντα χειρόγραφα καὶ ὅλα τὰ έντυπα βιβλία. Ἡ συνδρομὴ τῶν ἁγιορείτικων Μονῶν, ὑπῆρξε άμεση. Συγκεντρώθηκαν πεντακόσιες χρυσὲς τουρκικὲς λίρες, ἀπὸ τὶς ὁποίες, διακόσιες πρόσφερε ἡ Μονὴ Βατοπεδίου. Ὁ ἡγούμενος ἦταν τότε στὴν Ῥωσσία γιὰ ἔρανο. Στὶς ἐκκλήσεις του γιὰ οἰκονομικὴ βοήθεια ἀνταποκρίθηκαν περισσότερο οἱ ἁπλοὶ πιστοὶ παρὰ ἡ ἱεραρχία. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης, πρόσφερε προσωπικά τριακόσια ῥούβλια. Οἱ πρόσοδοι τοῦ ἐράνου αἀποδόθηκαν στὴν θαυματουργία τοῦ λειψάνου τῆς Ἁγίας Μαρίας τῆς Μαγδαληνῆς, ποὺ περιέφερε ὁ ἡγούμενος, καὶ ἔκτοτε ἡ Ἁγία τιμάται ὡς συγκτήτωρ τῆς Μονῆς καὶ εἰκονίζεται σὲ φορητὲς εἰκόνες δίπλα στὸν Ὅσιο Σίμωνα τὸν Μυροβλύτη.
Διάδοχος τοῦ Νεοφύτου στὴν ηγουμενία, ἦταν ὁ ἀρχιμανδρίτης Ἰωαννίκιος. Ἐπὶ ἡγουμενίας του, ὁ πατήρ Ἰγνάτιος, συγγενὴς ἑνὸς Σιμωνοπετρίτη μοναχοῦ, δώρισε στὴν Μονὴ κτήμα μὲ ναό στὴν περιοχὴ τοῦ Βύρωνα στὴν Αθήνα τὸ 1908. Γύρω ἀπὸ τὸν ναὸ δημιουργήθηκε σιγά-σιγά, τὸ Μετόχι τῆς Ἀναλήψεως, ποὺ ἐπὶ δεκαετίες ἀκτινοβολεῖ. Διάδοχος τοῦ Ἰωαννικίου ὑπῆρξε ὁ ἐπίσης Μικρασιάτης ἀρχιμανδρίτης Ὅσιος Ἱερώνυμος. Ὁ Ἱερώνυμος (1871-1957), ἦταν χαρισματοῦχος γέροντας καὶ προσωπικότητα μεγάλης πνευματικῆς ἀκτινοβολίας καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς διαπρεπέστερους Ἁγιορεῖτες μοναχούς τῆς ἐποχῆς του. Συνέθεσε παρακλητικούὺ κανόνες καὶ ἀκολουθίες, κυρίως γιὰ Ἁγιορεῖτες Ἁγίους, καὶ συμμετεῖχε στὴν συντακτικὴ ἐπιτροπὴ τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτη τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Δημιούργησε ἀντιπαλότητες, πολεμήθηκε, συκοφαντήθηκε καὶ ἀναγκάστηκε νὰ παραιτηθεῖ ἀπὸ τὴν ἡγουμενία. Μετὰ ἀπὸ τετράμηνη ἐξορία στὴν Μονὴ Κουτλουμουσίου, ἀποσύρθηκε στὸ Μετόχι τῆς Ἀναλήψεως, ὅπου ἀναδείχθηκε σὲ πνευματικὸ ὁδηγὸ χιλιάδων πιστῶν. Ἡ ἀποχώρησή του, σηματοδότησε τὴν ἀρχὴ τῆς πνευματικῆς παρακμῆς τῆς Μονῆς· μαζί του ἀποχώρησαν ἄλλωστε ἄλλοι εἴκοσι πατέρες. Τὸ 1973, ἡ Μονὴ ἐπανδρώθηκε ἀπὸ τὴν ἀδελφότητα ποὺ μόναζε στὴν Μονὴ Μεγάλου Μετεώρου ὑπὸ τὸν ἡγούμενο Αἰμιλιανό, ἀπὸ τὰ Σήμαντρα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας.
Τὸ 1974, ἀγόρασε τὸ βατοπεδινὸ μετόχι τῆς Ὀρμύλιας Χαλκιδικῆς, ὅπου ἐγκαταστάθηκε ἡ γυναικεῖα ἀδελφότητα ποὺ μόναζε στὴν Μονὴ Ἁγίων Θεοδώρων στὰ Μετέωρα, ἡ ὁποία στὴν πλειοψηφία της ἦταν κατὰ σάρκα συγγενὴς τῶν νέων μοναχῶν τῆς συνοδείας τοῦ γέροντος Αἰμιλιανοῦ.
Παράλληλα, ἀναβαθμίστηκαν τὰ μετόχια τῆς Ἀναλήψεως στὸν Βύρωνα καὶ τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους στὴν Θεσσαλονίκη καὶ δημιουργήθηκε ἡ ἀνδρῶα Μονὴ τοῦ Ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου στὴν Γουμένισσα Κιλκίς.
Δημιουργήθηκαν ἐπίσης μετόχια στὴν Γαλλία. Στὴν Σιμωνόπετρα βαπτίστηκε ὀρθόδοξος ὁ πρώην ῥωμαιοκαθολικὸς μοναχὸς Πλακίδας Deseille, μαζί μὲ τὴν τριμελὴ συνοδεία του, καὶ κατόπιν ἵδρυσε στὴν περιοχὴ τοῦ Vervors τῆς Γαλλίας τὴν Μονὴ τοῦ Ὁσίου Ἀντωνίου τοῦ Μεγάλου, ποὺ μὲ τὴν σειρά της δημιούργησε τὶς γυναικεῖες Μονὲς τῆς Ἁγίας Σκέπης καὶ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος.
***
Στὴν Μονὴ Σίμωνος Πέτρας, ἐγκαταβίωσαν γιὰ ἕνα διάστημα ὁ διάκονος Ἰάκωβος καὶ ὁ μοναχός Διονύσιος, μαθητὲς καὶ συναθλητὲς τοῦ Ἁγίου Νέου Ἱερομάρτυρος Ἰακώβου ποὺ μαρτύρησαν τὸ 1520 στὸ Διδυμότειχο.
Παλλάδιο τῆς Μονῆς ἀποτελεῖ τὸ λείψανο τῆς Ἁγίας Μαρίας τῆς Μαγδαληνῆς. Φυλάσσεται ἐπίσης τμῆμα τοῦ Τιμίου Ξύλου, καθὼς καὶ λείψανα τῶν Ἁγίων· Νεκταρίου Αἰγίνης, Δισμυρίων Μαρτύρων ἐν Νικομηδείᾳ, Χαραλάμπους, Ἐλευθερίου, Τρύφωνος, Κηρύκου, Σεργίου, Μοδέστου, Παρασκευῆς, Κοσμᾶ καὶ Δαμιανοῦ τῶν Ἀναργύρων.
***
Ἡ ἀρχιτεκτονικὴ φυσιογνωμία τῆς Μονῆς, σφραγίζεται ἀπὸ τὰ κτίσματα τῆς περιόδου 1862-1902. Ὁ πυρήνας τοῦ περιβόλου εἶναι πολὺ παλαιότερος, ἀνάγεται στὴν πρώϊμη Τουρκοκρατία. Ἡ τοιχοποιΐα εἶναι ἁπλή, καλοχτισμένη ἀργολιθοδομή, μὲ ἐλάχιστη χρήση πλίνθων. Οἱ βαρεῖς καὶ συμπαγεῖς κτηριακοί ὄγκοι, παρουσιάζουν στὶς ἀκμές τους αἰσθητὴ μείωση ἀπὸ κάτω πρὸς τὰ ἐπάνω. Ἡ βασικὴ ὀργάνωση τῶν χώρων καὶ τῶν λειτουργιῶν, γίνεται πάντοτε κατὰ τὸν κατακόρυφο ἄξονα, σὲ ἀλλεπάλληλες στάθμες γύρω ἀπὸ τὸν βράχο μέχρι τὴν στάθμη τῆς αὐλῆς στὴν κορυφή του.
Ἡ κυρία εἴσοδος, εἶναι στὴν βορειοανατολικὴ γωνία. Στὸ ὑπέρθυρο ὑπάρχει ὑαλόφρακτη παράσταση τῆς Γέννησης τοῦ Χριστοῦ, μπροστὰ στὴν ὁποία καίει ἀκοίμητη κανδήλα. Ἡ εἴσοδος δὲν ἔχει προστῶο καὶ δὲν εἶναι ἰδιαίτερα επιβλητική, καθὼς ἐφάπτεται μὲ τὸ ὑδραγωγεῖο, μοιάζει περισσότερο μὲ παραπόρτι παρὰ μὲ κυρία εἴσοδο. Τὸ διαβατικὸ ἀντίθετα, εἶναι τὸ μεγαλύτερο καὶ ἐντυπωσιακότερο τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Εἶναι ἀνηφορικὸ καὶ λιθόστρωτο, μὲ φαρδιά σκαλοπάτια, ὥστε νὰ μποροῦν νὰ ἀνέβουν τὰ ὑποζύγια. Ἀνῆκει στὴν ἱστορικὴ βόρεια πτέρυγα, ποὺ διασώζει τμῆμα τοῦ βυζαντινοῦ περιβόλου. Ὁδηγεῖ στὴν μικρὴ καὶ πλακοστρωμένη αὐλὴ ποὺ βρίσκεται σὲ ὐψόμετρο τριακοσίων πέντε μέτρων, ὅπου βρίσκεται τὸ καθολικό, ἡ τράπεζα καὶ ὁ φοῦρνος. Ἐξαιτίας τοῦ περιορισμένου χώρου, δὲν ὑπάρχει φιάλη στὴν αὐλή. Ἀπουσιάζει ἐπίσης ὁ ὀχυρωματικὸς πύργος, ἀφοῦ ὅλο τὸ Μοναστήρι ἀποτελεῖ αὐτὸ τὸ ἴδιο πύργο. Τὸ καμπαναριό, βρίσκεται στὴν νοτιοδυτικὴ γωνία τοῦ Καθολικοῦ. Παρουσιάζει πλινθοπερίκλειστη λιθοδομὴ καὶ τόξα.
Στὴν πρόσφατη ἀνακαίνιση τοῦ 2000, χάθηκε ἕνα σημάδι τῶν πρόσφατων περιπετειῶν τῆς Μονῆς· ἀντικαταστάθηκε ἡ παλαιὰ ξύλινη ὁροφὴ τοῦ κεραστικοῦ, ὅπου ὑπῆρχε ἡ τρῦπα ποὺ ἔγινε ὅταν κατὰ τὴν πυρκαγιὰ τοῦ 1990, ἕνα πυρωμένο κάρβουνο πέρασε ἀπὸ τὸ ἀνοιχτὸ ἀέτωμα τῆς ἁπλωταριάς, στὸ χῶρο μεταξὺ στέγης καὶ ὁροφῆς. Σὲ αἴθουσα τῆς βορειοδυτικῆς πτέρυγας, στὴν μπάντα, ποὺ ὡς ζωφόρος διατρέχει περιμετρικὰ τὴν ὁροφή, εἰκονίζονται παραστάσεις τῶν διαφόρων μετοχίων καὶ ἐξαρτημάτων, ἔργο τοῦ ζωγράφου Μάρκου Καμπάνη. Ἡ ὁλοκλήρωση τοῦ νέου ἀρχονταρικιοῦ, ἀποδέσμευσε ὅλον τὸν ὅροφο πάνω ἀπὸ τὴν τράπεζα στὴν νοτιοδυτικὴ γωνία, ποὺ τώρα διαῤῥυθμίστηκε καὶ στεγάζει γραφεία καὶ τὸ νέο συνοδικό.
Τὸ Καθολικό, εἶναι ἀφιερωμένο στὴν Γέννηση τοῦ Σωτῆρος. Κατὰ τὸν Μπάρσκι, τὸ Καθολικό, μετὰ τὴν πυρκαγιὰ τοῦ 1580 ἦταν λιθόκτιστο, σταυρόσχημο, μὲ τρεῖς μολυβδοσκέπαστους τρούλλους. Ὁ κεντρικός τροῦλλος στὸν κυρίως ναό, στηριζόταν σὲ τέσσερις κίονες· οἱ ἄλλοι βρίσκονταν στὴν λιτή. Στὸ κέντρο τοῦ ναοῦ, κρεμόταν μεγάλος πολυέλαιος. Στὸ δάπεδο ὑπῆρχε μαρμαροθέτημα σὲ σχῆμα σταυροῦ, στὸ κέντρο τοῦ ὁποίου δέσποζε ἀνάγλυφη παράσταση ποὺ εικόνιζε δικέφαλο ἀετό, πλαισιωμένο ἀπὸ ἄνθη καὶ βασιλικό. Ὁ ναός, εἶχε εἴκοσι τέσσερα παράθυρα καὶ ἕξι θύρες καὶ ἦταν κατάγραπτος. Φυλάσσονταν ἐκεῖ ἐπίσης δώδεκα ῥωσσικὲς φορητὲς εἰκόνες μὲ τὶς ἑορτὲς καὶ τοὺς Ἁγίους κάθε μηνός.
Ὁ ναός, εἶναι ἀθωνικοῦ τύπου· σύνθετος σταυροειδὴς ἐγγεγραμμένος, μὲ λιτὴ καὶ πλευρικές κόγχες. Ὁ τροῦλλος τοῦ κυρίως ναοῦ στηρίζεται σὲ τέσσερις χτιστοὺς κίονες. Μετὰ τὴν πυρκαγιὰ τοῦ 1891, ἀνακατασκευάστηκε ἡ λιτὴ στὴν μορφὴ ποὺ ἔχει σήμερα, μὲ ἕναν κεντρικὸ τροῦλλο, ἐνῶ προηγουμένως εἶχε δύο χτιστὲς κολόνες καὶ ἀπὸ πάνω της ὑπῆρχε ὅροφος μὲ κατηχούμενα καὶ παρεκκλήσια, μὲ δύο μικρότερους τρούλλους στὴν στέγη. Οἱ ἐργασίες ἀνακαίνισης ἔφεραν στὸ φῶς ἀξιόλογες τοιχογραφίες στὰ τυφλοθόλια τοῦ ἱεροῦ.
Μεταξὺ τῶν παρεκκλησίων στὶς πτέρυγες τῆς Μονῆς, εἶναι ἐκεῖνα τῆς Ἁγίας Μαρίας τῆς Μαγδαληνῆς, τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους καὶ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου ποὺ βρίσκεται στὴν ἴδια πτέρυγα μὲ τὴν Τράπεζα.
Κάτω ἀπὸ τὴν λιτὴ τοῦ Καθολικοῦ, βρίσκεται τὸ δοχειό. Ἡ ὁροφὴ εἶναι τοξωτή καὶ ὑπάρχουν σειρές πήλινων πιθαριῶν γιὰ τὴν φύλαξη τοῦ λαδιοῦ.
Ἡ Τράπεζα, βρίσκεται στὸν δέυτερο ὅροφο τῆς κεντρικῆς πτέρυγας. Ὁ ἄξονάς της ἀκολουθεῖ κατεύθυνση ἀπὸ δυτικὰ πρὸς ἀνατολικά, εἶναι δηλαδὴ παράλληλος πρὸς ἑκεῖνον τοῦ Καθολικοῦ. Ἀνοικοδομήθηκε μετὰ τὴν πυρκαγιὰ τοῦ 1891 ἐπὶ ἡγουμενίας Νεοφύτου. Ἡ ξύλινη ὁροφή, κατασκευάστηκε ἀπὸ τοὺς μοναχούς. Μέχρι πρόσφατα, οἱ τοίχοι κοσμοῦνταν μὲ μεγάλες εἰκόνες τῶν ἀρχῶν τοῦ 20ου αἰῶνος, μὲ σκηνὲς ἀπὸ τὸν βίο τοῦ Ὁσίου Σίμωνος. Σήμερα, ἔχει ὁλοκληρωθεῖ ἡ ἁγιογράφησή της. Οἱ τοιχογραφίες τῶν πλευρικῶν τοίχων εἰκονίζουν ὁσίους ἀσκητές. Στὴν κόγχη, εἰκονίζεται ἡ Γέννησις τοῦ Σωτῆρος. Ἐντυπωσιάζουν οἱ παραστάσεις τῆς Ἐρήμου καὶ τῆς Γῆς ποὺ προσφέρουν τὸ σπήλαιο καὶ τὴν φάτνη. Ἀνάμεσα στὶς φυσιογνωμίες ποὺ εἰκονίζονται στὸ κάτω μέρος τῆς τοιχογραφίας, μεταξὺ τῶν κτητόρων, διακρίνονται ὁ Ἰωάννης Οὔγγλεσης καὶ ὁ Μιχαὴλ ὁ Γενναῖος.
Ἡ παλαιὰ βιβλιοθήκη κάηκε ὁλοσχερῶς ἀπὸ τὴν πυρκαγιά τοῦ 1891. Ἀποτεφρώθηκαν τότε οἱ χειρόγραφοι κώδικες, ποὺ εὐτυῶς εἶχε μόλις πρὶν λίγα χρόνια καταλογραφήσει ὁ Σπυρίδων Λάμπρος. Ἡ νέα βιβλιοθήκη βρίσκεται στὴν ἀνατολικὴ πτέρυγα. Χαρακτηρίζεται ἀπὸ ἀρτιότατη ὑλικοτεχνικὴ ὑποδομή. Κατεβαίνοντας τὴν σκάλα πρὸς τὴν βιβλιοθήκη, ἔχει κανεὶς τὴν εὐκαιρία νὰ δεῖ τὰ ἔγκατα τοῦ βράχου πάνω στὸν ὁποῖο ἑδράζεται ἡ Μονὴ.
Δίπλα στὴν βιβλιοθήκη, βρίσκεται τὸ νέο σκευοφυλάκιο /εἰκονοφυλάκιο. Φυλάσσονται ἐκεῖ δύο βημόθυρα (1370-1390) μὲ παράσταση τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Μεταξὺ τῶν εἰκόνων, ἰδιαίτερα ἀξιόλογες εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας ``Ἐλπὶς τῶν Ἀπηλπισμένων`` ποὺ ἀνάγεται στὰ τέλη τοῦ 15ου αἰῶνος, ἡ εἰκόνα τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης μὲ τὸ ἀσυνήθιστο λευκὸ φόντο ποὺ ἀνάγεται στὸ β΄ μισό τοῦ 15ου αἰῶνος, ἡ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρος Γεωργίου τοῦ ἐν Ἰωαννίνοις ποὺ φιλοτεχνήθηκε λίγο μετὰ τὸ μαρτύριο τοῦ Ἁγίου καὶ ἴσως ταυτίζεται μὲ τὴν εἰκόνα ποὺ ἀναφέρεται στὸ Νέο Μαρτυρολόγιον, καὶ ἡ ῥωσσικῆς τέχνης μεγάλων διαστάσεων εἰκόνα ποὺ εἰκονίζει τὰ μηνολόγια καὶ τῶν δώδεκα μηνών. Φυλάσσονται ἐπίσης, ἕνα ἐντυπωσιακὸ ἀντίγραφο τοῦ Ahdnameh, τῆς Χάρτας προνομίων ποὺ χορήγησε ὁ Μωάμεθ στὴν Μονὴ Σινὰ τὸ 623, καὶ ἔργα καλλιγραφίας τοῦ μοναχοῦ Ἰωακεὶμ Σιμωνοπετρίτη (1899-1962)
Τὰ ἐξαρτήματα τῆς Μονῆς, περιλαμβάνουν Κελλιὰ στὶς Καρυές, καὶ Καθίσματα στὴν εὐρύτερη περιοχὴ τῆς Μονῆς.
Ἐκτὸς ἀπὸ τὰ προαναφερθέντα μετόχια, ἀναφέρονται μετόχια τῆς Μονῆς Σίμωνος Πέτρας στὴν Συκιὰ τῆς Σιθωνίας, στὸ κάμπο τῶν Σεῤῥών, στὴν Λήμνο, στὴν Κασσάνδρα καὶ στὴν Σίφνο.
***
Μετὰ τὸν ἀρσανὰ τῆς Σιμωνόπετρας βρίσκεται ἡ ῥεματιὰ Μεγάλος Λάκκος. Ἀποτελεῖ τὸ σύνορο μεταξὺ Σιμωνόπετρας καὶ Μονῆς Γρηγορίου. Χαμηλὰ στὴν ἀριστερὴ πλαγιά, φαίνεται τὸ σιμωνοπετρίτικο Κάθισμα τοῦ Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου ἢ Παναγίτσα. Κάηκε στὴν πυρκαγιὰ τοῦ 1990 καὶ ἀνακαινίστηκε. Πίσω ἀπὸ τὸν ναό ὑπάρχει σπήλαιο ὅπου ἀσκήτευσε ὁ Ὅσιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης, ὅταν έφυγε ἀπὸ τὴν Σκήτη τοῦ Μαγουλά. Μετὰ τὴν πυρκαγιά, ἐντοπίστηκαν πάνω ἀπὸ τὸ κάθισμα τρία σπήλαια μὲ σαφή ἴχνη κατοίκησης.
Στὴν δεξιὰ πλαγιά, κοντά στὴν θάλασσα, εἶναι ὁ γρηγοριάτικος μύλος. Ψηλά, στὴν κορυφὴ τῆς ῥεματιᾶς, κοντά στὴν πηγή Μπουσδοῦμι, ἦταν τὸ ἀσκηταριὸ τοῦ Ὁσίου Ἀθανασίου τοῦ Μετεωρίτου, ὁ ὁποῖος κατόπιν πῆγε στὰ Μετέωρα καὶ ἵδρυσε τὴν Μονὴ τοῦ Μεγάλου Μετεώρου.
***
Μονοπάτια/Δρόμοι:
Μονοπάτι Σιμωνόπετρα-Αρσανάς: 2 χλμ, 45 λεπτά, διαδρομὴ ὡραία, μετρίως δύσκολη, βατή.
Μονοπάτι Σιμωνόπετρα-Γρηγορίου: 2,5 χλμ., 60 λεπτά, διαδρομὴ ὡραία, μετρίως δύσκολη, βατή.
Μονοπάτι Σιμωνόπετρα-Καρυές: 17,5 χλμ., 3 ώρες καὶ 45 λεπτά, διαδρομὴ ὡραία, δύσκολη, βατή.
Δρόμος Σιμωνόπετρα- Δάφνη: 8 χλμ, 2 ώρες, διαδρομὴ ὡραία, εὔκολη, βατή.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου