ΜΟΝΗ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
Στὴν πλαγιὰ τοῦ κάβου πρὶν τὴν Γρηγορίου, διακρίνεται τὸ Κελλί τοῦ Ἁγίου Ἀρτεμίου, γνωστό καὶ ὡς Μπρουντζάδες, ἀπὸ τὸ ἐργόχειρο τῶν μοναχῶν ποὺ ἦταν κατασκευαστὲς πολυελαίων. Χτίστηκε τὸ 1870 ἀπὸ τὸν ἱερομόναχο Ἀρτέμιο. Ἡ βλάστηση εἶναι πυκνή, καὶ μετὰ ἀπὸ ἕναν μικρὸ κάβο βλέπουμε τὸν χείμαῤῥο Χρέντελι ποὺ κατεβαίνει τὶς δυτικὲς πλαγιὲς τοῦ Αντιάθωνα (ὑψόμετρο χιλίων τριάντα ὀκτὼ μέτρων). Δίπλα στὴν ἐκβολὴ τοῦ χειμάῤῥου εἶναι ὁ ἀρσανὰς καὶ ἡ Μονὴ Γρηγορίου. Ὁ ὅρμος εἶναι ἀσφαλῆς· τὸν χειμῶνα ὁ χείμαῤῥος πλημμυρίζει καὶ τὰ νερά ἔχουν κατὰ καιροὺς προκαλέσει καταστροφές.
Ἡ μετάβαση ἀπὸ τὴν Σίμωνος Πέτρας στὴν Γρηγορίου, ἁπτὰ ἀποτυπώνει τὴν κάθοδο ἀπὸ τὸ ὑψιπετὲς στὸ παραθαλάσσιο. Ἡ Μονὴ Γρηγορίου, εἶναι χτισμένη σὲ βράχο πλάϊ στὴν θάλασσα σὲ ὑψόμετρο ὄχι πολὺ μεγαλύτερο ἀπὸ ἐκεῖνο τοῦ ἀρσανὰ τῆς Σιμωνόπετρας. Οἱ χαλκογραφίες τοῦ 18ου καὶ 19ου αἰῶνα εἰκονίζουν τοὺς μοναχοὺς νὰ ψαρεύουν μὲ πετονιὰ ἀπὸ τὰ παράθυρα τῶν κελλιῶν τους.
Στὴν ῥίζα τοῦ βράχου τῆς Μονῆς, κάτω ἀπὸ τὴν βορειοδυτικὴ πτέρυγα, σώζονται ὑπολείμματα κτίσματος ποὺ πρέπει νὰ ἀποτελοῦσε τὸν ἀρχικὸ ἀρσανά. Ἐγκαταλείφθηκε μᾶλλον στὰ τέλη τοῦ 17ου μὲ ἀρχὲς 18ου αἰῶνα. Δίπλα εἶναι ὁ σημερινὸς ἀρσανάς, ὁ ὁποῖος ἄρχισε νὰ χρησιμοποιεῖται ἢ νὰ ξαναχρησιμοποιεῖται ὅταν καταστράφηκε ἀπὸ πλημμύρα ὁ νεότερος ἀρσανάς, ποὺ εἶχε κτιστεῖ στὰ ἀριστερὰ τῆς προβλήτας, πλάϊ στὴν ἐκβολὴ τοῦ χειμάῤῥου. Ὁ ἀρσανάς, ἔχει νεώριο στὸ ἰσόγειο, καὶ στὸν ὅροφο στεγάζει τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Μοδέστου, χώρους διαβίωσης, ἀποθῆκες. Παλαιότερα, ὑπῆρχε χῶρος γιὰ τὴν φιλοξενία πληρωμάτων ποὺ ζητοῦσαν καταφύγιο σὲ καιρὸ τρικυμίας. Ἐντοιχισμένη ἐπιγραφὴ πληροφορεῖ ὅτι ὁ ναός ἀνακαινίστηκε τὸ 1821. Τὸ 1991, χτίστηκε στὸν ἀρσανὰ τὸ παρεκκλήσιο τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Ῥαφαήλ, Νικολάου καὶ Εἰρήνης. Δίπλα στὸν νεότερο ἀρσανά, ἀριστερὰ τῆς προβλήτας, ἦταν τὸ παλαιό βουρδουναριό, τὸ ὁποῖο ἀναστηλώθηκε τὸ 1987 καὶ χρησιμοποιεῖται ὡς ἐπιπλέον ξενῶνας γιὰ τοὺς προσκυνητές.
Λιθόστρωτο μονοπάτι, ὁδηγεῖ ἀπὸ τὸν ἀρσανὰ στὴν Μονὴ. Τὸ παλαιό ἐργατόσπιτο τοῦ 1850 ἀριστερά, χρησιμοποιεῖται ὡς μηχανουργεῖο, ῥαφεῖο καὶ διδασκαλεῖο βυζαντινῆς μουσικῆς. Λίγο πρὶν τὴν εἴσοδο, τὸ μονοπάτι περνᾶ κάτω ἀπὸ μία κρεβατίνα μὲ μία εὔρωστη κληματαριά.
***
Ἡ ἱστορία τῆς Μονῆς διασώζει τὸ ὄνομα τοῦ κτήτορά της Ὁσίου Γρηγορίου τοῦ νέου, μαθητή τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου τοῦ Σιναΐτη, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε καὶ ὁ πρῶτος ἡγούμενός της. Πριν τὴν ἵδρυση τῆς Μονῆς, μόναζε σὲ σπήλαιο κοντὰ στὸ σημερινὸ κάθισμα τῆς Παναγίας. Μὲ βάση χειρόγραφο κώδικα ποὺ σώζεται στὴν Μονή, ἡ ἵδρυσή τῆς τοποθετεῖται στὸ 1310. Γραπτὲς μνεῖες βρίσκονται σὲ ἔγγραφα τοῦ 1347 καὶ 1348. Στὸ Γ΄ Τυπικὸ τοῦ Ἁγίου Ὄρους τὸ 1394, ἡ Μονὴ κατέχει τὴν 22η θέση μεταξὺ τῶν τότε 25 Μονῶν. Οἱ πληροφορίες ποὺ ἔχουμε γιὰ τὴν πρώτη περίοδο τοῦ ἱστορικοῦ τῆς βίου εἶναι σποραδικές. Τὸ 1497, εἶχε ἐρημωθεῖ γιὰ ἄγνωστη αἰτία, ἴσως πειρατικὴ ἐπιδρομή. Τὸ 1500, τὴν ἀνακαίνισε ἐκ θεμελίων ὁ ἡγεμόνας τῆς Μολδαβίας Στέφανος. Τὶς γενναιόδωρες χορηγίες καὶ δωρεές του ἐξακολούθησαν οἱ διάδοχοί του ἡγεμόνες μέχρι τὸ 1720. Τὸ 1574 ἡ Μονὴ κατέλαβε τὴν 17η θέση στὴν ἱεραρχία τὴν ἁγιορείτικων Μονῶν, τὴν ὁποία κατέχει ἕως σήμερα. Τὸ 1761, πυρκαγιὰ τὴν κατέστρεψε ὁλοσχερῶς καὶ ερημώθηκε. Ἀνασυγκροτήθηκε χάρη στὶς ἄοκνες προσπάθειες τοῦ σκευοφύλακα Ἰωακεὶμ Βεσμιντάριου ἢ Μακρυγένη, λόγω τοῦ ὅτι ἡ γενειάδα του έφτανε ἕως τὰ γόνατά του, ἀπὸ τὸν χωριὸ Κατοχὴ τῆς Ἀκαρνανίας. Ὁ Ἰωακείμ, εἶχε μονάσει γιὰ ἕνα διάστημα στὴν Μονὴ καὶ κατόπιν εἶχε ἀποσυρθεῖ γιὰ περισσότερη ἡσυχία στὴν Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννας. Ἀνέλαβε τὰ καθήκοντα τοῦ σκευοφύλακα (οἰκονομικοῦ διαχειριστῆ) μετὰ ἀπὸ παρακλήσεις πολλῶν Γρηγοριατῶν πατέρων. Τὸ οἰκονομικὸ κόστος τῆς ἀνασυγκρότησης καλύφθηκε ἀπὸ χορηγίες ἡγεμόνων τῆς Μολδοβλαχίας καὶ Φαναριωτῶν, καθὼς καὶ ἀπὸ προσόδους ἐράνων. Τότε ἀνοικοδομήθηκε καὶ τὸ ὑπάρχον Καθολικό, μὲ προσωπικὴ ἐργασία τῶν ἀδελφῶν τῆς Μονῆς. Χάρη στὸν Ἰωακείμ, ἀφιερώθηκαν τότε στὴν Μονὴ οἱ Μονὲς Ποῦντα τῆς Βλαχίας καὶ Ἁγίου Σπυρίδωνος Βουκουρεστίου. Ὁ Ἰωακείμ, ἐκοιμήθη σὲ ἡλικία ἑκατὸν πέντε ἐτῶν.
Μεγάλες ζημιές ὑπέστη ἡ Μονὴ ἀπὸ τὰ τουρκικὰ στρατεύματα ποὺ ἐγκαταστάθηκαν στὸ Ἅγιον Ὄρος, τὴν περίοδο 1821-1830. Πολλοὶ ἀδελφοὶ τῆς Μονῆς ἔφυγαν τότε μὲ κειμήλια καὶ λείψανα καὶ κατέφυγαν στὴν ἐπαναστατημένη Ελλάδα. Κατέληξαν στὴν Σίφνο, ἀπὸ ὅπου ἐπέστρεψαν στὴν Μονἠ. Τὸ 1820/21 καὶ τὸ 1853, ὑπέστη ἐκτεταμένες ζημιὲς ἀπὸ νεροποντὲς καὶ πλημμύρες καὶ τὸ 1890 πυρκαγιὰ κατέκαυσε μέρος τοῦ δάσους της καὶ σταμάτησε μὲ θαυματουργικὴ παρέμβαση τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας τῆς Ῥωμαίας. Τὸ 1840, μετατράπηκε σὲ κοινόβιο.
Ὁ πρῶτος ἡγούμενος τοῦ κοινοβίου ἦταν ὁ Νεόφυτος, μαθητῆς τοῦ ἡγουμένου τῆς Μονῆς Ἐσφιγμένου Θεοδωρήτου, ὁ ὁποῖος μόναζε στὴν Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννας. Τὸν διαδέχθηκε στὴν ἡγουμενία (1848-59) ὁ Δανιὴλ ἀπὸ τὴν Ζαγορᾶ, ὁ ὁποῖος ἔκτισε τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου πλάϊ στὸ καθολικό καὶ αγόρασε ἀπὸ τὸν Μεχμὲτ Ἀγᾶ τὸ μετόχι τῆς Βούλτσιστας, κοντά στὸν Κολινδρὸ Πιερίας. Δεύτερη περίοδο μεγάλης ἀκμῆς γνώρισε ἡ Μονὴ ἐπὶ ἡγουμενίας τοῦ Συμεὼν ἀπὸ τὴν Τρίπολη (1849-1905), ὁ ὁποῖος προερχόταν ἀπὸ τὴν Μονὴ Ἁγίου Παύλου καὶ κατόρθωσε νὰ ἀντιμετωπίσει τὸ ὑπέρογκο συσσωρευμένο χρέος τῆς Μονῆς χάρη σὲ συνετή διαχείριση τῶν μετοχίων τῆς Βλαχίας. Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του, ἡ Μονὴ διπλασιάστηκε σὲ ἔκταση καὶ χτίστηκε ὅλη ἡ βόρεια πτέρυγα μὲ τὴν νέα εἴσοδο.
Στὴν Μονή, φυλάσσεται τμῆμα τοῦ Τιμίου Ξύλου. Φυλάσσεται ἐπίσης τμῆμα λειψάνου τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου, καθὼς τὸ υπόλοιπο βρίσκεται στὴν Μονὴ Γκόρνιακ τῆς Σερβίας καὶ σημαντικό τμῆμα (κνῆμες, ἀριστερὸ πέλμα, δεξιὰ χείρα μὲ τὸ δέρμα της) τοῦ λειψάνου τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας τῆς Ῥωμαίας. Φυλάσσονται τμήματα κάρας τῶν Ἁγίων· Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου, Ἰακώβου Πέρσου, Γρηγορίου Θεολόγου, Φωτεινῆς Σαμαρείτιδος, Γρηγορίου Μεγάλης Αρμενίας, Κηρύκου, Μοδέστου Ἱεροσολύμων, Σιλουανοῦ Ἀθωνίτου.
***
Ἡ κύρια εἴσοδος, ἔχει μαρμάρινο προστῶο τοῦ 1896 ποὺ στηρίζεται σὲ κίονες καὶ μία ὑπέρθυρη εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Νικολάου. Βρίσκεται στὴν πενταώροφη βόρεια πτέρυγα ποὺ προστέθηκε τὸ 1892. Ἡ προσθήκη αυτή ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ὑπάρχουν δύο αυλές.
Ἡ νέα αὐλή, καλύπτεται σὲ μεγάλο τμῆμα τῆς ἀπὸ κληματαριά, ἔχει παρτέρια σὲ δύο ἐπίπεδα καὶ στὴν ἀνατολική της γωνία βρίσκεται μία φοινικιά. Στὸ μέσο τοῦ πάνω ὁρόφου τῆς βόρειας πτέρυγας βρίσκεται τὸ παρεκκλήσιο τῶν Ἀρχαγγέλων. Στὴν βορειοδυτικὴ γωνία, βρίσκονται σὲ διαδοχικοὺς ὁρόφους τὰ παρεκκλήσια τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων καὶ τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος. Δὲν ἔχουν τοιχογραφίες. Στὸν ἴδιο ὅροφο μὲ τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος βρίσκεται τὸ συνοδικό.
Στὴν ἴδια εὐθεῖα μὲ τὴν εἴσοδο τῆς Μονῆς, στὴν μεσαία πτέρυγα, βρίσκεται ἡ πύλη ποὺ ὁδηγεῖ στὴν παλαιὰ αὐλή. Στὸ ὑπέρθυρό της βρίσκεται ψηφιδωτὴ παράσταση τοῦ κτήτορα, ποὺ πλαισιώνεται ἀπὸ παλαιότερες τοιχογραφίες. Ἡ πύλη αυτή εἶναι ἐνσωματωμένη στὴν τριώροφη μεσαία πτέρυγα τοῦ 1500, ποὺ ἀναστηλώθηκε τὸ 1770 καὶ τὸ 1976, στὴν ὁποία εἶναι ἐπίσης ἐνσωματωμένο τὸ καμπαναριό. Εἶναι ἐπιβλητικὸ πενταώροφο κτίσμα μὲ ὀρθογώνια κάτοψη. Στὸ ὑψηλότερο ἐπίπεδο φέρει δέκα καμπάνες καὶ πολλὰ ξύλινα καὶ σιδερένια σήμαντρα. Ὁ ἀμυντικὸς πύργος χτίστηκε τὸ 1792. Εἶναι ἐνσωματωμένος στὸν ἀνατολικό τοῖχο. Στὴν ἀνατολικὴ πτέρυγα βρίσκεται τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Τιμίου Προδρόμου.
Ἡ παλαιὰ αὐλή, εἶναι περιορισμένων διαστάσεων, ὅπως καὶ ὁ ἀρχικὸς οἰκοδομικὸς πυρήνας τῆς Μονῆς (1310, 1770). Ἡ νότια πτέρυγα οἰκοδομήθηκε στὴν παροῦσά της μορφὴ τὸ 1783. Ἡ δυτικὴ πτέρυγα πρὸς τὴν θάλασσα τοῦ 1785 εἶναι ἔργο τοῦ Ἰωακεὶμ Μακρυγένη. Εἶναι τετραώροφη, μὲ δύο ὁρόφους πάνω ἀπὸ τὸ ἐπίπεδο τῆς αὐλῆς καὶ δύο ὁρόφους χαμηλότερα. Στὴν ἀνατολική της γωνία βρίσκονται τὰ παρεκκλήσια· τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς στὸν δεύτερο ὅροφο καὶ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου στὸν τρίτο ὅροφο. Προσαρτημένο στὴν βόρεια πλευρὰ τοῦ Καθολικοῦ, μὲ χωριστή εἴσοδο εἶναι τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου. Στὸ δυτικὸ τμῆμα τῆς παλαιᾶς αὐλῆς βρίσκεται τὸ παρεκκλήσιο τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας τῆς Ρωμαίας τοῦ 1775, μὲ δαπάνες τῆς Δόμνας Ῥαλλοῦς, ἕνα σχεδὸν αὐτόνομο κτίσμα μὲ μικρὸ τροῦλλο χωρὶς τύμπανο.
Τὸ Καθολικό, βρίσκεται στὸ κέντρο τοῦ παλαιοῦ τμήματος τῆς Μονῆς. Ἀκολουθεῖ τὸν ἀθωνικὸ τύπο τοῦ συνεπτυγμένου σταυροειδούς. Εἶναι μολυβδοσκέπαστο. Ἡ οἰκοδόμησή τοῦ ἄρχισε μετὰ τὴν πυρκαγιὰ τοῦ 1761. Διακρίνονται τρεῖς κύριες ἱστορικὲς φάσεις· 11761-1775 ὅπου ἔγινε ὁ κυρίως ναὸς καὶ ἡ λιτή, 1840 ὅπου ἔγινε ὁ ἐξωνάρθηκας,1851 ὅπου ἔγινε ἡ προσθήκη τοῦ παρεκκλησίου τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου.
Οἱ ἀρχικὲς τοιχογραφίες τοῦ ἐξωνάρθηκα, δὲν σώζονται καὶ ὑπάρχουν σύγχρονες.
Ἡ ὁροφὴ τῆς λιτῆς εἶναι ξύλινη, ἐπίπεδη, μὲ διάκοσμο καὶ ξύλινο θόλο. Οἱ τοιχογραφίες τῆς λιτῆς καὶ τοῦ κυρίως ναοῦ τοῦ 1779 εἶναι ἔργο τῶν ἱερομονάχων Γαβριὴλ καὶ Γρηγορίου ἀπὸ τὴν Καστοριά, εἶναι μεταβυζαντινῆς τεχνοτροπίας καὶ παρουσιάζουν ἔντονες λαϊκότροπες ἐπιδράσεις στὴν ἀπόδοση τῶν μορφῶν. Οἱ λαϊκότροπες ἐπιδράσεις εἶναι πιὸ ὁρατὲς στὶς ἐνδυμασίες τῶν χορευτῶν στὴν παράσταση τοῦ· Αἰνεῖτε τὸν Κύριο. Ἀξιοπρόσεχτο εἶναι τὸ σύγχρονο πλοῖο μὲ τὶς μπουκαπόρτες καὶ τὰ κανόνια στὴν παράσταση θαύματος τοῦ Ἁγίου Νικολάου.
Οἱ τοιχογραφίες τοῦ κυρίως ναοῦ, ἀκολουθοῦν τὸ δεδομένο εἰκονογραφικὸ κύκλο. Οἱ ὁλόσωμοι στρατιωτικοὶ Ἅγιοι φέρουν βαριὰ φωτοστέφανα. Ἐντυπωσιάζει ἡ ἀμεσότητα καὶ ἡ ἀφηγηματικότητα παραστάσεων ὅπως ἐκείνη τῆς παραβολῆς τοῦ Ἀσώτου καὶ τῆς ἐκδίωξης τῶν ἐμπόρων ἀπὸ τὸν ναό. Στὴν παράσταση τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου, εἰκονίζεται ὁ διάβολος νὰ ἁρπάζει τὸν Ἰοῦδα. Τὸ ξυλόγλυπτο, ἐπίχρυσο τέμπλο φέρει πλούσιο διάκοσμο, μὲ παραστάσεις σκηνῶν ἀπὸ τὴν Παλαιὰ καὶ τὴν Καινὴ Διαθήκη. Στὸν δεξιὸ ἀνατολικὸ κίονα βρίσκεται σὲ προσκυνητάρι τοῦ 1880 βυζαντινὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας Ὁδηγήτριας ἢ Παλαιολογίνας, δῶρο τὸ 1497 τῆς Μαρίας Ἀσανίνας Παλαιολογίνας, μητέρας τοῦ βοεβόδα Βόγδαν τῆς Μολδοβλαχίας.
Μία μικρή πόρτα στὴν νοτιοανατολικὴ γωνία τοῦ κτηριακοῦ συγκροτήματος ὁδηγεῖ στὸ κοιμητήριο. Ὁ κοιμητηριακὸς ναός τῶν Ἁγίων Πάντων τοῦ 1728 εἶναι συνεπτυγμένος ἐγγεγραμμένος σταυροειδὴς μὲ τροῦλλο. Οἱ τοιχογραφίες τοῦ 1739 εἶναι ἔργο τῶν μοναχῶν τῆς Μονῆς Μητροφάνη καὶ Νεκταρίου Βενιέρη. Εἰκονίζεται ὁ Παντοκράτορας, ἡ Σταύρωση καὶ ἡ Κοίμηση, στὸν βόρειο τοῖχο τοῦ νάρθηκα παράσταση τῆς Δικαίας Κρίσεως, καθὼς καὶ παράσταση ἀπὸ τὴν Γένεση, ποὺ ξεκινάει μὲ τὴν Πλάση τοῦ Ἀδάμ, καὶ τελειώνει μὲ τὴν Παράβαση τῶν Πρωτοπλάστων. Τὸ ξυλόγλυπτο ἐπίχρυσο τέμπλο εἶναι ἐξαιρετικό. Ἰδιαίτερα ἐντυπωσιακὰ εἶναι τὰ βημόθυρα. Κάτω ἀπὸ τὸν ναὸ εἶναι τὸ ὀστεοφυλάκιο.
Μετὰ τὸ κοιμητήριο, κάτι σκαλοπάτια ὁδηγοῦν στὸ νοικοκυρεμένο περιβόλι τῆς Μονῆς.
Ἐνσωματωμένο στὸ κηπόσπιτο, εἶναι τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Τρύφωνος. Νοτιοανατολικὰ τῆς Μονῆς, εἶναι τὸ Κάθισμα τῶν Ἀθωνιτῶν Πατέρων τοῦ 19ου αἰῶνος καὶ τὸ Κάθισμα τῆς Παναγίας τοῦ 1765, δίπλα στὸ σπήλαιο ὅπου ἀσκήτευσε ὁ Ὅσιος Γρηγόριος. Ὑψηλότερα εἶναι τὸ Καθίσμα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων. Βόρεια τῆς Μονῆς βρίσκεται τὸ Κάθισμα τοῦ Ἁγίου Στεφάνου, ὅπου ἐγκαταβίωσε γιὰ ἕνα διάστημα ὁ Χατζῆ Γεώργης ὁ Ἀθωνίτης. Σὲ ὑψόμετρο ἑπτακοσίων μέτρων μέσα στὸ δάσος, βορειοανατολικά τῆς Μονῆς, βρίσκεται τὸ Κάθισμα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, ποὺ ἔκτισε ὁ Χατζῆ Γεώργης. Κοντὰ στὰ ὅρια πρὸς τὴν Σίμωνος Πέτρα, βρίσκονται τὰ παρεκκλήσια τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καὶ τοῦ Προφήτη Ἠλία.
Ἡ τράπεζα, βρίσκεται στὴν γωνία τῆς νότιας καὶ δυτικῆς πτέρυγας. Χτίστηκε τὸ 1783 μὲ δαπάνη τοῦ Ἰωακεὶμ Μακρυγένη. Ἡ κάτοψή της ἔχει σχῆμα Γ. Ἀναστηλώθηκε πλήρως τὸ 1993 καὶ ἁγιογραφήθηκε
Ἡ βιβλιοθήκη, εἶναι καλά ὀργανωμένη. Ὑπέστη ζημίες καὶ ἀπώλειες κατὰ τὴν πυρκαγιὰ τοῦ 1761 καὶ λεηλατήθηκε ἀπὸ Τούρκους στρατιῶτες. Περιλαμβάνει διακόσιους ἐνενήντα ἑπτὰ χειρόγραφους κώδικες, ἐκ τῶν ὁποίων ἕντεκα περγαμηνούς, δεκαπέντε χιλιάδες ἔντυπα βιβλία ἐκ τῶν ὁποίων ἑξακόσια τριάντα ἀρχαιότυπα. Σημαντικότατος εἶναι ὁ κώδικας τοῦ 8ου αἰῶνος ποὺ περιλαμβάνει τὸ ἔργο τοῦ Ἑρμά: Ὁ Ποιμήν. Ἀξιόλογο ἐπίσης εἶναι ἕνα χειρόγραφο Τετραευάγγελο μὲ εἰκονογράφηση καὶ διακοσμητικὰ ἐπίτιτλα τοῦ 13ου αἰῶνος. Ὑπάρχει ἐπίσης ἕνα χειρόγραφο Προσκυνητάριο τῶν Ἁγίων Τόπων, ἔργο τοῦ ἰατροῦ καὶ ζωγράφου Δανιὴλ τοῦ 1680. Στὸ ἀρχεῖο τῆς Μονῆς φυλάσσονται ἐπίσης σιγίλλια, φιρμάνια, ἕνα μουσικὸ χειρόγραφο τοῦ 1744, ἔγγραφα ἡγεμόνων τῆς Μολδοβλαχίας καὶ ἕνας οθωμανικὸς βακουφναμὲς τοῦ 1561.
Στὸ σκευοφυλάκιο/εἰκονοφυλάκιο, φυλάσσονται μεταβυζαντινὲς καὶ νεότερες εἰκόνες.
Τὰ ἐξαρτήματα τῆς Μονῆ,ς περιλαμβάνουν ἕξι Κελλιὰ στὶς Καρυές. Τὸ Κελλί τοῦ Ἁγίου Τρύφωνος στεγάζει τὸ ἀντιπροσωπεῖο τῆς Μονῆς.
Μετὰ ἀπὸ ἕναν κάβο, βλέπουμε τὸν καταῤῥάκτη τοῦ Γραβανιστὴ ἢ Τραγανιστὴ ἢ Δρυβανίστα. Τὰ νερά τοῦυ σχηματίζουν διαδοχικοὺς μικρούς καταῤῥάκτες ὥσπου νὰ πέσουν στὴν θάλασσα, ἡ περιοχή λέγεται Σαραντακοῦπι γιατί απέχει σαράντα κουπιές ἀπὸ τὶς Μονές Γρηγορίου καὶ Διονυσίου. Ὁ Γραβανιστής, ὁρίζει τὸ σύνορο μεταξὺ τῶν δύο μονών. Κατὰ μία τοπική παράδοση, τὸ τοπωνύμιο προέρχεται ἀπὸ τὸ χωριὸ Δρύβα κοντά στὴν Ὀλυμπία, ἀπὸ ὅπου κατάγονταν κάποιοι ἀσκητὲς τῆς περιοχῆς, στὴν ὁποία ὑπῆρχε τὸ 1401 τὸ Κελλί τοῦ Δρουβανιστή, ποὺ ἀνῆκε στὸ Πρωτάτο.
***
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου