Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2025

ΜΟΝΗ ΜΕΓΙΣΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

 

ΜΟΝΗ ΜΕΓΙΣΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ

 

Μετὰ τὴν Μορφονοῦ, ξεκινάει ἁμαξιτὸς δρόμος ποὺ ἀνηφορίζει στὴν πλαγιά, καὶ ὁδηγεῖ στὴν φιάλη, τὴν πηγή ἀπὸ τὴν ὁποία ὑδρεύεται, μέσω τοῦ Νεροφοριοῦ, ἡ Μεγίστη Λαύρα. Πρόκειται γιὰ ἔργο μεγίστης  κλίμακας, τὸ ἀρχαιότερο ὑδραυλικό ἔργο ποὺ ἔγινε στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ψηλά, σὲ εὐδιάκριτη θέση στὸ φρύδι της, διακρίνεται τὸ Κάθισμα τοῦ Ἁγίου Σάββα, ὅπου μόνασε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς.

Συνεχίζοντας στὸν παράκτιο ἁμαξιτὸ δρόμο πρὸς τὴν Μεγίστη Λαύρα, συναντάμε, λίγο πιὸ πέρα ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῆς Μορφονοῦς μία διακλάδωση δεξιά, μὲ πινακίδα ποὺ ὁδηγεῖ στὸ ἁγίασμα τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου. Ἐμπερίστατος, λόγω τῆς ἔλλειψης νεροῦ καὶ τροφίμων στὸ ἐργοτάξιο ποὺ έχτιζε τὴν Μεγίστη Λαύρα, ὁ Ὅσιος ξεκίνησε γιὰ τὶς Καρυές, γιὰ νὰ στείλει μήνυμα καὶ νὰ ζητήσει βοήθεια ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Νικηφόρο Φωκᾶ. Στὸ σημεῖο τοῦ ἁγιάσματος, ποὺ ἀπέχει δύο ὧρες πεζοπορία ἀπὸ τὴν Μονή, παρουσιάστηκε καὶ τοῦ μίλησε ἡ Θεοτόκος. Γιὰ νὰ πειστεὶ ὁ Ὅσιος ὅτι δὲν ἐπρόκειτο γιὰ πειρασμό, ἡ Θεοτόκος τὸν διέταξε νὰ χτυπήσει σταυροειδὼς τὸν βράχο στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Εὐθύς, ἀνέβλυσε πηγὴ νεροῦ, ποὺ ῥέει σὲ σταθερὴ ποσότητα ὅλο τὸν χρόνο. Ἡ Θεοτόκος, ἔδωσε ἐντολὴ νὰ κτιστεῖ στὸ σημεῖο ἐκεῖνο ναός, καὶ νὰ λειτουργεῖται συχνά, καὶ ὑποσχέθηκε νὰ φροντίζει ὡς οἰκονόμος τὴν Μονὴ μέχρι τὴν συντέλεια τοῦ αἰῶνος. Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, ὁ μοναχός ποὺ ἐκτελεῖ τὸ διακόνημα τοῦ οἰκονόμου στὴν Μονή, ἔχει τὸν τίτλο τοῦ παραοικονόμου. Ἡ σημερινὴ μορφὴ τοῦ Ναοῦ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, εἶναι ἀποτέλεσμα ἀνακαίνισης τοῦ 1892. Στὸν χῶρο τοῦ ἁγιάσματος, ὑπάρχει κιόσκι γιὰ τὴν ἀνάπαυση τῶν ὁδοιπόρων.

Ὁ χείμαῤῥος ποὺ διασχίζει ὁ δρόμος μετὰ τὸ ἁγίασμα, λέγεται Κουφός, ἐπειδὴ τὰ νερά του ῥέουν ἥσυχα καὶ ἀθόρυβα στὴν πλαγιὰ του Παραβουνίου. Ἀπέναντι, στὴν ἐκβολή τοῦυ, βρίσκεται ἡ ὁμώνυμη βραχονησίδα. Ἡ ὑδρομάστευση τοῦ νεροφοριοῦ τῆς Μεγίστης Λαύρας, ἀντλεῖ νερό ἀπὸ τὶς πηγὲς δύο χειμάῤῥων, τοῦ Μεγάλου Βελλά, καὶ τοῦ Μικρού Βελλά, τοὺς ὁποίους διασχίζει μετὰ ὁ παράκτιος ἁμαξιτὸς δρόμος. Στὴν ἐκβολὴ τοῦ Μεγάλου Βελλὰ στὴν παραλία, φαίνεται τὸ λιθόχτιστο γεφύρι ποὺ κατασκευάστηκε τὸ 1644 μὲ δαπάνη τοῦ Παρθενίου ἐπισκόπου Βελλάς Ἰωαννίνων, ἐξ οὗ καὶ ἡ ὀνομασία τῶν χειμάῤῥων. Πλάϊ στὸ γεφύρι, βρίσκεται τὸ ναΐδριο τοῦ Ἁγίου Γεωργίου.

Ἡ περιοχὴ μετὰ τὸν Μικρό Βελλά, λέγεται Παλιάμπελα. Φαίνεται ἤδη ἡ βόρεια πτέρυγα τῆς Μεγίστης Λαύρας μὲ τὰ πολύχρωμα σαχνισιά. Πλησιάζοντας, διακρίνεται καὶ ὁ πύργος τοῦ ἀρσανὰ.

Ἡ Μεγίστη Λαύρα, εἶναι χτισμένη σὲ βράχο, σαράντα μέτρα περίπου ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια τῆς θάλασσας, στοὺς πρόποδες τοῦ ὀρεινοῦ ὄγκου τοῦ Ἄθω. Τὸ μαστοειδές, ὀρεινὸ ἔξαρμα ποὺ ὑψώνεται νοτιοδυτικὰ τῆς Μονῆς, λέγεται Κοῦκος.

Φτάνοντας στὴν Μονή, σαστίζουν τὰ μάτια τοῦ ἐπισκέπτη, μπροστὰ στὸ πελώριο μέγεθος τοῦ μοναστηριακοῦ συγκροτήματος, καὶ στὴν πληθώρα τῶν παρεκκλησίων καὶ οἰκημάτων ποὺ ἁπλώνονται γύρω ἀπὸ τὸν ὀχυρωματικὸ περίβολο. Τὸ σάστισμα αὐτό, ἐντείνεται ἀπὸ τὸ γεγονός ὅτι τὸ τελευταίο τμῆμα τῆς διαδρομῆς τοῦ ἁμαξιτοῦ δρόμου, ἀπὸ τὴν Μορφονοῦ καὶ μετὰ, διασχίζει μία περιοχή ἀραιοκατοικημένη, σχεδὸν ἀκατοίκητη.

Ἀπέναντι ἀπὸ τὸ ἐλικοδρόμιο, βρίσκεται ὁ χῶρος στάθμευσης τῶν αὐτοκινήτων. Πιὸ πέρα, πρὸς τὰ νότια, βρίσκεται τὸ ὑδραγωγεῖο, τὸ ὁποῖο παλαιότερα κινοῦσε τὸν νερόμυλο. Ἡ περίτεχνη σιδηροκατασκευὴ τῆς φτερωτῆς του εἶναι σήμερα σκουριασμένη, σὲ ἀχρηστία, καὶ ἀποτελεῖ ὑπόμνηση τοῦ νερόμυλου ποὺ ἔκτισε ὁ Ὅσιος Ἀθανάσιος χρησιμοποιώντας τὴν τελευταία λέξη τῆς τεχνολογίας τῆς ἐποχῆς. Πέρα ἀπὸ τὸ ὑδραγωγεῖο, βρίσκονται λιθόχτιστα ἐργατόσπιτα καὶ ὁ κοιμητηριακὸς ναὸς καὶ παρεκκλήσια. Ὁ συνωστισμός τῶν κτηρίων γύρω ἀπὸ τὸν κοιμητηριακὸ ναό, ποὺ κατὰ κανόνα εἶναι ἀπομονωμένος, μαρτυρεῖ ἐποχὲς ἀκμῆς καὶ κτηριακῆς ἐξάπλωσης τῆς Μονῆς.

Ὁ κοιμητηριακὸς ναὸς τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, εἶναι χτισμένος σὲ ἐπικλινὲς ἔδαφος, ἔτσι ποὺ ἡ ἀνατολικὴ ὄψη του φαίνεται διώροφη. Στὸ ἰσόγειο, βρίσκεται τὸ ὀστεοφυλάκιο. Ἡ ὄψη αὐτή, εἶναι καὶ ἡ πιὸ ἐνδιαφέρουσα γιὰ τὴν τοιχοποιΐα τῆς. Ἡ παροῦσα μορφὴ τοῦ ναοῦ μὲ τὴν μεγάλη δίριχτη στέγη, ἀνάλογη μὲ ἐκείνη τῆς τράπεζας, εἶναι ἀποτέλεσμα ἀνακαινίσεων ποὺ ἔγιναν ἐπὶ Τουρκοκρατίας. Ὁ πυρήνας ὅμως τοῦ κτίσματος ἀνάγεται στὴν ἐποχὴ τῆς ἵδρυσης τῆς Μονῆς ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο. Στὴν νότια πλευρά του, πρὸς τὸ χῶρο τοῦ κοιμητηρίου, ἔχει ὑπόστεγο ποὺ στηρίζεται σὲ χτιστοὺς πεσσούς. Στὸν τοῖχο ποὺ φράζει τὸ ὑπόστεγο πρὸς τὰ ἀνατολικά, ὑπάρχει σὲ κόγχη, τοιχογραφία τῆς Δεήσεως καὶ ἄλλων Ἁγίων. Ἐσωτερικά, εἶναι μονόχωρος. Τὸ τέμπλο τοῦ 1693, προέρχεται ἀπὸ τὸ Καθολικό τῆς Μονῆς, μεταφέρθηκε ἐδῶ τὸ 1887 ὅταν ἔγινε τὸ νέο μαρμάρινο τέμπλο στὸ καθολικό. Ἡ ἐγκατάστασή τοῦ στὴν νέα θέση εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ὑποστεῖ κάποιους ἀκρωτηριασμούς· λείπει ὁ Ἐσταυρωμένος, τὰ λυπηρά, καὶ ἡ ζώνη τοῦ ἐπιστυλίου μὲ τοὺς Ἀποστόλους. Ὑπάρχουν λίγες τοιχογραφίες τοῦ 17ου αἰῶνος. Τὸ μαρμαροθέτημα τοῦ δαπέδου ἀνάγεται στὴν ἐποχὴ τῶν Κομνηνῶν αὐτοκρατόρων, κατὰ τὸν 12ο καὶ 13ο αἰῶνα.

Πιὸ πέρα, νοτιοδυτικὰ ἀπὸ τὸν κοιμητηριακὸ ναό, βρίσκεται τὸ παρεκκλήσιο τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων. Σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, χτίστηκε ἀπὸ τὸν Ὅσιο Ἀθανάσιο κατ’ ἐντολὴ τῆς Θεοτόκου σὲ μία μόνο νύχτα, γιὰ νὰ κατατροπωθοῦν οἱ δαίμονες ποὺ τὸν ἐμπόδιζαν νὰ κτίσει τὴν Λαύρα. Τὴν παράδοση φαίνεται νὰ ἐπιβεβαιώνουν οἱ ἐννέα ἀνάγλυφοι σταυροὶ ποὺ βρίσκονται διάσπαρτοι στὸ κτίσμα. Ὁ μικρὸς νάρθηκας, εἶναι μεταγενέστερη προσθήκη. Στὶς τοιχογραφίες τῆς κόγχης τοῦ ἱεροῦ, ποὺ χρονολογοῦνται γύρω στὸ 1600, εἰκονίζονται οἱ Ἀπόστολοι Πέτρος καὶ Παῦλος, μαζὶ μὲ τοὺς λειτουργοῦντες ἱεράρχες, κάτω ἀπὸ τὴν παράσταση τῆς Πλατυτέρας. Στὸ τέμπλο, βρίσκεται ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων τοῦ 17ου αἰῶνος. Κοντὰ στὴν νότια πλευρὰ τοῦ παρεκκλησίου, βρίσκονται δύο λαξεμένες μονολιθικὲς γούρνες. Ὁρισμένοι πιστεύουν ὅτι πρόκειται γιὰ κατάλοιπα ἀρχαῖου ληνοῦ (πατητήρι σταφυλιῶν), ἄλλοι ἰσχυρίζονται ὅτι πρόκειται γιὰ τμῆμα εἰδωλολατρικοῦ θυσιαστηρίου.

Πλησιέστερα στὰ ἐργατόσπιτα, βρίσκεται τὸ παρεκκλήσιο τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς. Οἰκοδομήθηκε ἐκ βάθρων, μετὰ τὸν καταστροφικὸ σεισμὸ τοῦ 1905. Τὸ τέμπλο, προέρχεται ἀπὸ τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Μιχαήλ Συνάδων, ποὺ βρίσκεται ἐντὸς τοῦ ὀχυρωματικοῦ περιβόλου τῆς Μονῆς.

Νότια ἀπὸ τὸ μοναστηριακὸ συγκρότημα, στὴν πλαγιὰ πέρα ἀπὸ τὸν κῆπο, βρίσκεται τὸ Κάθισμα τῶν Ἀρχαγγέλων ἢ τοῦ Κουκουζέλη. Ἐκεῖ βρίσκεται καὶ τὸ σπήλαιο, ὅπου ασκήτευε ὁ Κουκουζέλης.

Στὸν κῆπο τῆς Μονῆς, βρίσκεται τὸ ναΐδριο τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου. Τὸ διακόνημα τοῦ κηπουροῦ εἶχε γιὰ τρία χρόνια, ὁ μετέπειτα Ὁσιομάρτυς Τιμόθεος ὁ Ἐσφιγμενίτης.

Οἱ ἐξωτερικὲς ὄψεις τοῦ μοναστηριακοῦ συγκροτήματος, ἔχουν ἔντονο φρουριακὸ χαρακτῆρα. Ἡ φρουριακὴ αὐστηρότητα, διασκεδάζεται κάπως ἀπὸ τὰ σαχνισιὰ καὶ τοὺς ἐξώστες τῆς βόρειας ὄψης, ἀλλὰ ὁ ἐπιβλητικὸς πύργος τοῦ Τσιμισκῆ, καὶ ἡ νότια ὄψη, δὲν ἀφήνουν περιθώρια γιὰ παρερμηνεῖες. Ἡ κάτοψη, σχηματίζει ἕνα σχεδὸν πλάγιο παραλληλόγραμμο, διαστάσεων 80Χ200 μέτρα. Τὸ συγκρότημα, ἔχει συνολικό ἐμβαδὸν δεκαέξι στρέμματα, καὶ περιβάλλεται ἀπὸ ἰσχυρὸ ὀχυρωματικὸ περίβολο μὲ ἐπάλξεις. Οἱ στέγες τῶν πτερύγων καλύπτονται στὸ μεγαλύτερο μέρος μὲ σχιστολιθικές πλάκες. Οἱ στέγες τοῦ Καθολικοῦ καὶ τῶν παρεκκλησίων τῆς Παναγίας Κουκουζέλισσας καὶ τοῦ Ἁγίου Μιχαὴλ Συνάδων εἶναι μολυβδοσκέπαστες.

Οἱ πτέρυγες τοῦ μοναστηριακοῦ συγκροτήματος εἶναι πολυώροφες, καὶ ἀντιπροσωπεύουν ποικιλία ἀρχιτεκτονικῶν τυπολογιών. Ἡ πολυώροφη ἀνατολικὴ πτέρυγα τοῦ 1806, στεγάζει κελλιά μοναχῶν, ἐνῶ ἡ δυτικὴ πτέρυγα συμπεριλαμβάνει τὸν Πύργο τοῦ Τσιμισκή. Ἡ βόρεια, συμπεριλαμβάνει τὰ κτήρια τῆς εἰσόδου, τὸ ἀρχονταρίκι, τὴν ἱστορικὴ πτέρυγα τοῦ παλαιοῦ ἡγουμενείου ποὺ χτίστηκε ἐπὶ πατριάρχη Φιλοθέου Κοκκίνου, τὸ κελλί τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, τὸ νέο ἡγουμενεῖο, τὸ συνοδικό, τὴν νέα βιβλιοθήκη. Ἡ νότια πτέρυγα περιλαμβάνει τὸ μεγαλύτερο τμῆμα τῆς πρόσφατα ἀνακαινισμένης πτέρυγας τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, τὴν πτέρυγα τοῦ 1769 καὶ τὴν νότια εἴσοδο.

***

Ἡ ἵδρυση τῆς Μεγίστης Λαύρας τὸ 963 ἀπὸ τὸν Ὅσιο Ἀθανάσιο τὸν Ἀθωνίτη, συμπίπτει μὲ τὴν καθιέρωση τοῦ κοινοβιατικοῦ μοναχισμοῦ στὸν Ἄθω. Ἡ Μονή, χτίστηκε στὴν περιοχή Μελανά, ὅπου ὁ Ἅγιος εἶχε ἐγκαταβιώσει παλαιότερα ὡς ἐρημίτης καὶ εἶχε χτίσει ναὸ ἀφιερωμένο στὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου. Στὴν αἀχαιότητα, ὑπῆρχε στὴν περιοχή, τὸ πελασγικὸ πόλισμα Ἄθωσα.

Ἡ Μονή, ἀναφέρεται ἐπίσης μὲ τὶς ὀνομασίες· Λαύρα τῶν Μελανῶν, Λαύρα τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, Μεγάλη Λαύρα ἢ απλώς Λαύρα, ποὺ σημαίνει πολυάνθρωπο Μοναστήρι. Τὴν προσωνυμία Λαύρα τὴν διατήρησε ἀκόμη καὶ ὅταν ἔγινε κοινόβιο καὶ ἐξαφανίστηκαν οἱ ἄλλες λαύρες μὲ τὴν μετατροπή τους σὲ κοινόβια τοῦ τύπου τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου.

Σύμφωνα μὲ τὸν Βίο του, ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος, ἔκτισε πρώτα τὸ περιμετρικὸ ὀχυρωματικὸ τεῖχος, κατόπιν τὸ Καθολικό, καὶ ὕστερα, κελλιὰ γιὰ τοὺς μοναχούς. Οἱ οἰκοδομικὲς ἐργασίες πραγματοποιήθηκαν παρὰ τὶς ἀλλεπάλληλες ἀντιξοότητες καὶ τὸν πόλεμο τῶν δαιμόνων, χάρη στὶς προσευχές τοῦ Ἁγίου καὶ τὴν γενναιόδωρη οἰκονομικὴ βοήθεια ἀπὸ πλευρᾶς τοῦ αὐτοκράτορος Νικηφόρου Β΄ Φωκᾶ, ὁ ὁποῖος προικοδότησε τὴν Μονὴ μὲ μετόχια ὅπως ἡ Μονὴ Περιστερῶν κοντά στὴν Θεσσαλονίκη, μὲ τμῆμα Τιμίου Ξύλου, μὲ ἅγια λείψανα καὶ πολύτιμα κειμήλια. Ὁ Φωκᾶς προνόησε ἐπίσης γιὰ τὴν διαβίωση τῶν ὀγδόντα ἀρχικῶν μοναστῶν ἐγκρίνοντας ἐτήσια χορηγία διακοσίων σαράντα τεσσάρων νομισμάτων καὶ προμήθειες σιτηρῶν. Ἡ βοήθεια αὐτή, ἐπέτρεψε στὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο, ἐκεῖνο πού, προγενέστεροί του, ὅπως ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος ὁ Νέος, εἶχαν ἐπιδιώξει ἀνεπιτυχῶς· τὴν ἵδρυση μίας κοινοβιακῆς Μονῆς στὸν Ἄθω.

Ὁ Φωκᾶς, δολοφονήθηκε τὸ 969, ἀπὸ τὸν στρατηγό Ἰωάννη Τσιμισκῆ, ὁ ὁποῖος στέφθηκε αὐτοκράτορας καὶ ἀνέλαβε τὴν ἐξουσία. Ὁ Τσιμισκῆς, διπλασίασε τὴν χορηγία πρὸς τὴν νεοσύστατη Μονή, καθιστώντας ἔτσι ἐφικτὴ τὴν ὁλοκλήρωση τῶν ἐργασιῶν. Τιμᾶται ὡς συγκτήτορας, μαζὶ μὲ τὸν Νικηφόρο Φωκᾶ.

Ὁ ἀριθμὸς τῶν μοναχῶν τῆς Λαύρας ἄρχισε νὰ αὐξάνει, καὶ σταδιακά, ὁ κοινοβιατισμός, ἑδραιώθηκε στὸν Ἄθω. Ὁ Βασίλειος Β΄ Βουλγαροκτόνος, δώρησε στὴν Μονὴ πολλὰ μετόχια, μεταξὺ αὐτῶν τὴν νήσο Ἅγιος Εὐστράτιος. Ἡ Λαύρα, προσάρτησε τὰ μονύδρια τοῦ Ἀκινδύνου καὶ τοῦ Γομάτου, ποὺ τῆς παραχωρήθηκαν τὸ 989 ἀπὸ τὸν πατριάρχη Νικόλαο Β΄ Χρυσοβέργη. Τὸ 996, ὁ Πρῶτος Ἰωάννης καὶ ἡ Σύναξις, ἀνέθεσαν στὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο, τὸ ἐγκαταλειμμένο μονύδριο τοῦ Μονοξυλίτη. Οἱ χορηγίες αὐτὲς καὶ οἱ προικοδοτήσεις, ἐπέτρεψαν στὸν Ἅγιο νὰ ὁλοκληρώσει τὸ γιγαντιαῖο γιὰ τὴν ἐποχή του Καθολικό. Ὁ Ἅγιος, μερίμνησε ἐπίσης γιὰ τὶς πρακτικές ἀνάγκες τῆς Μονῆς· κατασκεύασε νερόμυλο, φύτεψε ἀμπελῶνες, ἵδρυσε ἀναῤῥωτήριο γιὰ μοναχοὺς στὸν Μυλοπόταμο. Πρωτοστατοῦσε σὲ ὅλες τὶς ἐργασίες. Τὸ 1001, τὴν ὥρα ποὺ ἐπιθεωροῦσε μαζὶ μὲ ἄλλους ἕξι μοναχούς τὸν θόλο τῆς κόγχης τοῦ ἱεροῦ βήματος, ὁ θόλος γκρεμίστηκε καὶ τοὺς καταπλάκωσε. Ὁ ἐνταφιασμός του ἔγινε μετὰ τρεῖς μέρες, ἀφοῦ πρώτα τὸ προσκύνησαν μὲ δάκρυα δυόμιση χιλιάδες Ἀθωνίτες μοναχοί.

Τὸν Ἀθανάσιο, διαδέχτηκε στὴν ἡγουμενία ὁ Ἀντώνιος, καθ’ ὑπόδειξη τοῦ ἴδιου τοῦ Ἁγίου. Ὁ Ἀντώνιος, ἔχαιρε ἐπίσης τῆς εὔνοιας τῶν αὐτοκρατόρων, τῶν ὁποίων οἱ δωρεὲς συνεχίστηκαν καὶ ἐπὶ ἡγουμενίας τῶν διαδόχων τοῦ· Θεοδωρήτου, Εὐστρατίου, Μιχαήλ. Τὸ Β΄ Τυπικὸ τοῦ Ἁγίου Ὄρους τὸ 1045, ἐπιβεβαιώνει τὴν προνομιακὴ θέση τῆς Λαύρας καὶ τὴν θέτει στὴν πρώτη ἱεραρχικὴ θέση.

Χρυσόβουλλο τοῦ 1057 τοῦ Μιχαήλ Στ΄, αὐξάνει τὴν χορηγία σὲ ὀκτακόσια δώδεκα νομίσματα, σχεδὸν τὴν διπλασίασε, καὶ ἀνάλογη γενναιοδωρία ἐπιδεικνύουν μεταγενέστεροι αὐτοκράτορες ὅπως οἱ· Κωνσταντῖνος Ι΄ Δοῦκας, Ἀλέξιος Α΄ Κομνηνός, καὶ οἱ Παλαιολόγοι, ξεκινώντας ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Μιχαήλ Ἡ΄.

Ἡ κτηματικὴ ἔκταση τῆς Μονῆς ὁλοένα αὐξάνει, μέχρι τὸν 15ο αἰῶνα, μὲ τὴν προσάρτηση μονυδρίων, ἐγκαταλειμμένων καὶ μή, ὅπως τὸ μονύδριο τῶν Βουλευτηρίων, τῆς Μονῆς τῶν Ἀμαλφιτανῶν, τοῦ μονυδρίου τοῦ Μακρή. Ἀντίστοιχη εἶναι καὶ ἡ αὔξηση τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μοναχῶν. Στὰ τέλη τοῦ 10ου αἰῶνος, ἡ Λαύρα ἀριθμεῖ ἑκατὸν ἑξήντα μοναχούς, ἐνῶ στὰ μέσα τοῦ 14ου αἰῶνος ἔχει γύρω στοὺς ἑπτακόσιους. Ἡ περίοδος μεταξὺ 11ου καὶ 14ου αἰῶνος, χαρακτηρίζεται ἀπὸ μεγάλη ἀκμή· ἐγκαταβιώνουν τότε στὴν Μονὴ πολλοὶ ὀνομαστοὶ ἀσκητές, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς.

Τὴν περίοδο τῆς ἀκμῆς, ἀκολούθησε μαρασμό. Οἱ πειρατικὲς ἐπιδρομὲς τοῦ 14ου αἰῶνος καὶ ἡ Τουρκοκρατία ἀπὸ τὸν 15ο αἰῶνα καὶ μετά, εἶχαν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν πληθυσμιακὴ ἀποψίλωση τῆς Μονῆς. Παρατηρήθηκε τότε μία χαλάρωση στὴν ἐφαρμογὴ τῶν κανόνων τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου. Ὁ ἀριθμὸς τῶν μοναχῶν μειώθηκε αἰσθητά καὶ στὶς ἀρχὲς τοῦ 16ου αἰῶνος ἡ Μονὴ διέθετε πολύ λίγους μοναχοὺς γιὰ νὰ μπορέσει νὰ ἐπιβιώσει ὡς κοινόβιο, καὶ ἐξ ἀνάγκης μετατρέπεται σὲ ἰδιόῤῥυθμη Μονή, χωρὶς ὅμως αὐτὸ τὸ γεγονὸς νὰ μπορέσει νὰ ἀνατρέψει τὸ ῤεῦμα τῆς ἐγκατάλειψης. Ἐλάχιστοι ἦταν οἱ μοναχοὶ στὶς ἀρχὲς τοῦ 16ου αἰῶνος, ὅταν ὁ ἡγεμόνας Νεαγκόε Μπασαρὰμπ ἀνέλαβε νὰ συνδράμει τὴν Μονή. Ἔργο τοῦ ἦταν ἡ μολυβδοσκέπαση τοῦ Καθολικοῦ, ποὺ λίγο ἀργότερα, τὸ 1535, ἱστορήθηκε ἀπὸ τὸν Θεοφάνη τὸν Κρήτα. Χάρη στὶς προσπάθειες τοῦ πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Σιλβέστρου καὶ τῆς Ἱερᾶς Συνάξεως, ἡ Μονή, ἐπανέκαμψε στὸν κοινοβιατισμὸ τὸ 1575 μὲ σιγίλλιο τοῦ πατριάρχη Ιερεμία Γ΄. Ἔγιναν τότε πολλὰ ἔργα ἀναστήλωσης καὶ ἀνακαίνισης. Ἡ σχετικὴ οἰκονομικὴ εὐρωστία της, τῆς ἐπέτρεψε νὰ ἀναλάβει τὴν καταβολὴ τῶν φόρων γιὰ λογαριασμῶν καὶ τῶν ἄλλων Μονῶν. Οἱ φόροι ὅμως ἦταν ἐπαχθεῖς, καὶ ἡ εὐρωστία ἀποδείχθηκε εὔθραυστη. Ἡ Μονή. περιῆλθε ξανὰ σὲ περίοδο μαρασμοῦ. Ὁ ἀριθμὸς τῶν μοναχῶν ἐλαττώθηκε. Ὅταν τὸ 1623 ἐπισκέφθηκε τὴν Μονὴ ὁ πατριάρχης Ἄνθιμος Β΄, βρῆκε μόνο πέντε ἢ ἕξι μοναχούς, ποὺ ζοῦσαν σὲ συνθῆκες ἀπίστευτης ἔνδειας.

Τὸ 1662, ἐγκαταστάθηκε στὴν Μονή, ὁ πατριάρχης Διονύσιος Γ΄ ὁ Βάρδαλης, ὁ ὁποῖος ἀφιέρωσε ὅλη τὴν προσωπική του περιουσία γιὰ τὴν ἀνασυγκρότησή της. Ὡστόσο, γιὰ ἄλλη μία φορά, δὲν ἀποφεύχθηκε ἡ μετατροπὴ τῆςς Μονῆς σὲ ἰδιόῤῥυθμη.

Ὁ 18ος αἰῶνας, σηματοδότησε νέα περίοδο ἀκμῆς, ποὺ τροφοδοτήθηκε ἀπὸ τὴν ἄνθηση τῆς οἰκονομίας καὶ τῶν γραμμάτων στὶς ἑλληνικὲς παροικίες τῶν παραδουνάβιων ἡγεμονιῶν καὶ τῆς δύσης, καθὼς καὶ στὰ νησιὰ τοῦ Αἰγαίου. Τὸ 1759, ἱδρύθηκε στὴν Μονὴ τὸ πρῶτο ἑλληνικὸ τυπογραφεῖο στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο. Τυπώθηκε ἡ Ἐκλογὴ τοῦ Ψαλτηρίου τοῦ Νεόφυτου Καυσοκαλυβίτη. Τὸ δεύτερο ὅμως βιβλίο, ἕνας προσκυνηματικὸς ὁδηγὸς τῆς Μονῆς, γραμμένος ἀπὸ τὸν λόγιο μοναχὸ Μακάριο Τριγώνη, δὲν μπόρεσε νὰ τυπωθεῖ, γιατί τὰ μηχανήματα καταστράφηκαν ἀπὸ τοὺς Τούρκους.

Ὅταν ξέσπασε ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση τὸ 1821, ἐγκαταβίωναν στὴν Μεγίστη Λαύρα ἑκατὸν δεκαεπτὰ μοναχοί, ἐνῶ ἄλλοι τετρακόσιοι σαράντα ὀκτώ, μόναζαν σὲ ἐξαρτήματά τῆς. Μερικοὶ ἀπὸ αὐτούς, ἀκολούθησαν τὸν Ἐμμανουήλ Παππᾶ, καὶ πῆραν μέρος στὴν ἐξέγερση. Ἡ δεκαετία τῆς τουρκικῆς κατοχῆς στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἔφερε πολλὰ δεινά.

Τὸ 1963, ἑορτάστηκε μὲ μεγαλοπρέπεια ἡ χιλιετηρίδα ἀπὸ τὴν ἵδρυση τῆς Μονῆς, παρουσία τοῦ οἰκουμενικοῦ πατριάρχη, ἄλλων πατριαρχῶν καὶ τοῦ βασιλέα Παύλου. Τιμήθηκε ὅμως μὲ τὴν Μονὴ διατελοῦσα σὲ καθεστὼς ἰδιοῤῥυθμίας, μέσα σὲ συνθῆκες πληθυσμιακῆς συῤῥίκνωσης, ποὺ ὁδήγησαν ὁρισμένους νὰ ποῦν ὅτι ὁ ἑορτασμὸς ἦταν οὐσιαστικὰ ὁ ἐπικήδειος τοῦ ἁγιορείτικου μοναχισμοῦ, καὶ ὅτι τὸ Ἅγιον Ὄρος θὰ καταντοῦσε ἁπλῶς μουσεῖο. Ὅμως, ἔγινε τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετο. Τὸ 1980, ἡ Μονή, ἐπανέκαμψε στὸ κοινοβιατικὸ σύστημα. Ἀνήμερα στὴν ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, ἔγινε ἡ ἐνθρόνιση τοῦ ἡγουμένου. Αἰφνίδια, ἀνέβλυσε τότε εὐῶδες ὑγρὸ στὸ τζάμι τῆς εἰκόνας τοῦ Ἁγίου ποὺ σκεπάζει τὸν τάφο τοῦ, σημεῖο τῆς εὐαρέσκειάς του.

Ὁ Κουβαράς, ἕνα μητρῶο μοναχῶν ποὺ τηρεῖται χωρὶς διακοπή ἐδῶ καὶ δέκα αἰῶνες, δείχνει ὅτι στὴν Μονὴ ἐγκαταβίωσαν· εἴκοσι ἑπτὰ πατριάρχες, ἑκατὸν πενήντα ἀρχιερεῖς, ἑκατὸν ἑξήντα ὀκτὼ ἡγούμενοι, τρεῖς χιλιάδες τετρακόσιοι ἱερομόναχοι, σαράντα πέντε διάκονοι καὶ δεκατέσσερις χιλιάδες μοναχοί. Ἑξηντα Ἅγιοι ἐπίσης ἐγκαταβίωσαν γιὰ κάποιο χρονικό διάστημα στὴν Μονὴ ἢ στὰ εξαρτήματά της. Μεταξύὺ αὐτῶν εἶναι οἱ· Γρηγόριος Παλαμᾶς, Νεῖλος Μυροβλύτης, Ἰωάννης Κουκουζέλης, Γρηγόριος Δομέστιχος· Νεομάρτυρες· Δαμασκηνός, Κωνστάντιος ὁ Ῥῶσσος, Ἰωάννης ὁ Βούλγαρης ποὺ ἐπὶ τρία χρόνια ὑπηρετοῦσε ἕναν μονόχειρα γέροντα πνευματικὸ καὶ φανερώθηκε ὡς χριστιανὸς κάνοντας τὸν σταυρό του στὴν Ἁγία Σοφία, Λουκᾶς Μυτιληναῖος, Εὐθύμιος Ἰβηροσκητιώτης, Παῦλος ὁ Πελοποννήσιος, Κωνσταντῖνος ἐξ Ἀγαρηνῶν, Τιμόθεος Ἐσφιγμενίτης, καὶ Ἀθανάσιος Λήμνιος ὁ ὁποῖος εἶχε αἰχμαλωτιστεῖ ἀπὸ τὸν στρατὸ τοῦ Ἰμπραήμ, ἐξισλαμίστηκε καὶ νυμφεύτηκε, εἶδε ὄμως ἔπειτα σὲ ὅραμα τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο τὸν Ἀθωνίτη, ἐπέστρεψε στὸ Ἅγιον Ὄρος, καὶ τελειώθηκε μαρτυρικῶς διὰ πνιγμοῦ στὸν Ἐλλήσποντο.

Στὴν Μονή, φυλάσσεται τεμάχιο τοῦ Τιμίου Ξύλου, δῶρο τοῦ Νικηφόρου Φωκᾶ πρὸς τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο, μέσα σὲ κιβώτιο διακοσμημένο μὲ σμάλτα καὶ πολύτιμους λίθους, ποὺ φέρει τὴν ἐπιγραφἠ: Σταυρὲ τοῦ Κυρίου, βοήθει μοι Ἀθανασίῳ μοναχῷ. Φυλάσσονται ἐπίσης μικρότερα τεμάχια Τιμίου Ξύλου, σὲ θῆκες ἢ ἐνσωματωμένα σὲ σταυρούς. Φυλάσσονται ἐπίσης οἱ κάρες τῶν Ἁγίων· Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Ἀλεξάνδρου Μάρτυρος τοῦ ἐν Πύδνᾳ, Μιχαήλ Συνάδων, Εὐστρατίου Μάρτυρος, Γρηγορίου Μεγάλης Ἀρμενίας γιὰ τὴν θήκη τῆς ὁποίας λέγεται ὅτι εἶχε περιέλθει στὴν κατοχὴ ἑνὸς Τούρκου πασᾶ, ὁ ὁποῖος πρότεινε στὸν Βενιαμὶν νὰ τὴν ἀγοράσει ἔναντι τοῦ βάρους της σὲ χρυσό, ἀλλὰ τὰ δύο τρία χρυσὰ νομίσματα τοῦ Βενιαμίν, ὡς ἐκ θαύματος, ὀσοῤῥόπησαν στὴν ζυγαριά τὴν λειψανοθήκη καὶ ὁ πασᾶς ἀναγκάστηκε νὰ τὴν δώσει μουρμουρίζοντας: ὁ γκιαούρης στὸν γκιαούρη πάει. Φυλάσσονται ἐπίσης οἱ κάρες καὶ τὸ λείψανο τῶν Ὁσίων· Ἰωάννου Κουκουζέλη, Γρηγορίου Δομεστίχου, Νείλου Μυροβλύτου, ὡς καὶ ἄλλων Λαυριωτών Ἁγίων. Φυλάσσεται ἐπίσης τὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου Ἀκακίου τοῦ Καυσοκαλυβίτου καὶ ὁ βραχίονας τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. Φυλάσσονται τμήματα λειψάνων τῶν Ἁγίων· Μερκουρίου, Προκοπίου, Ἀρτεμίου, Θεοδώρων, Ἀποστόλου Ἀνδρέα, Ἀποστόλου Λουκᾶ, πρωτομάρτυρος Στεφάνου, Ἰωάννου Προδρόμου, Ἰγνατίου Θεοφόρου, Ἰωάννου Ἐλεήμονος, Ἀντίπα, Ἰωάννου Ῥώσσου, Νεκταρίου Αἰγίνης, ἱερομάρτυρος Φωκᾶ, Παντελεήμονος Ἀναργύρου, Κωνσταντίνου καὶ Ἑλένης ἰσαποστόλων, Σαμψὼν Ξενοδόχου, Χαραλάμπους, Εὐσταθίου, Ἀκινδύνου, Μηνᾶ, Ἑρμολάου, Ὑακίνθου, Στεφάνου Νέου, Ἀνδρέα τοῦ ἐν Κρίσει, Δανιὴλ Στυλίτου, Θεοδοσίου, Εὐθυμίου, Εὐδοκίμου, Νυμφοδώρας, Μηνοδώρας, Ἰουλίττης, Παρασκευῆς, Θέκλας, Φωτεινῆς, Μαρίνης καὶ Ἀναστασίας. Φυλάσσεται ἐπίσης ὁ βαρύς καὶ μεγάλος ἐπιστήθιος ἡγουμενικός σταυρὸς τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, ποὺ κρεμόταν ἀπὸ τὸν τράχηλο μὲ σιδερένιο στεφάνι καὶ τοῦ ὁποίου τὸ ἐσωτερικὸ εἶναι γεμάτο μὲ άγια λείψανα καὶ κηρομαστίχη.

***

κυρία εἴσοδος, εἶναι στὴν βορειοδυτικὴ πλευρά τοῦ συγκροτήματος. Ἀπέναντί της εἶναι μία κρήνη τοῦ 1818, ἀφιέρωμα χριστιανοῦ ἀπὸ τὴν Νίγδη τῆς Καππαδοκίας. Θυμίζει ἔντονα ταφικὴ στήλη μουσουλμανικοῦ νεκροταφείου καὶ φέρει ἐπιγραφὴ στὰ καραμαλίνδικα. Σημαίνει δε ἡ ἐπιγραφὴ αὐτή: Ὁ Νίγδελης Χατζηγιάννης· ὁ γαμπρός τοῦ Χατζηγεώργης· ὁ Πέτρος ἀπὸ τὸ Ορταγίπορλου, 1818. Ὁ Νίγδελης Κεβεντζίογλου Χατζηλάζαρος· ὁ αδελφός τοῦ Χατζηπέτρος. Ἔτος 18181. Ὁ λιθοξόος Δημήτρης ἀπὸ τὸ Ἰντζεσοῦ, ποὺ μένει στὰ Σαμάτια. Πάνω ἀπὸ τὴν κρήνη εἶναι τὸ κιόσκι, μὲ ἐξαιρετικὴ θέα στὸ Θρακικὸ πέλαγος· ὅταν ἡ ατμόσφαιρα εἶναι καθαρή, φαίνονται ἡ Θάσος, ἡ Καβάλα, ἡ Ἴμβρος, ἡ Σαμοθράκη καὶ ἡ Τένεδος. Ἡ εἴσοδος ἔχει θολωτὸ προστῶο τοῦ 19ου αἰῶνος. μὲ τοιχογραφία τοῦ ζωδιακοῦ κύκλου. Στὸ ὑπέρθυρο, εἰκονίζεται ἡ Θεοτόκος πλαισιωμένη ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο τὸν Ἀθωνίτη καὶ τὸν Ἅγιο Μιχαήλ Συνάδων. Ἡ σιδερένια δίφυλλη πόρτα τοῦ 1893 φέρει σφυρήλατο διάκοσμο. Δεξιά, στὸ διαβατικό, βρίσκεται κομψότατο εἰκονοστάσι μὲ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου. Τὸ διαβατικό, διαδέχεται ἕνας ὑπαίθριος τριγωνικὸς χῶρος, ποὺ σχηματίζεται ἀπὸ ὀχυρωματικὴ προσθήκη τοῦ 17ου αἰῶνος. Στὸ, ἀριστερὸ τοῖχο, βρίσκεται σειρά ἀπὸ γάντζους, ὅπου κρεμοῦσαν τοὺς τορβάδες τοὺς οἱ ἐρημίτες τῆς περιοχῆς ὅταν ἔφταναν, καὶ οἱ πατέρες τῆς Μονῆς τοὺς γέμιζαν μὲ τὴν κουμπάνια [τρόφιμα (ψωμί, ἐλιές, τυρί) γιὰ τὴν ἑβδομάδα]. Στὸ τέλος τοῦ υπαίθριου χώρου, βρίσκονται οἱ δύο πόρτες ποὺ ἀντιστοιχοῦν στὸ πάχος τοῦ ὀχυρωματικοῦ περιβόλου τῶν πέντε μέτρων καὶ ὁδηγοῦν στὴν αὐλή. Τὰ θυρόφυλλά τοὺς εἶναι ἀπὸ σκληρὸ ξύλο ἐπενδυμένο μὲ μεταλλικὰ ἐλάσματα. Τὸ ὑπέρθυρο τῆς πρώτης καὶ οἱ δύο πράσινες κολόνες ποὺ σχηματίζουν παραστάτες ἀνάγονται στὸν 10ο ἢ 11ο αἰῶνα. Ἀνάμεσα στὶς θύρες, ἀριστερά, βρίσκεται ἡ υαλόφραχτη τοιχογραφία τῆς Παναγίας Ὁδηγήτριας.

Μπαίνοντας στὴν αὐλή, δὲν ἔχει κανείς τὴν αἴσθηση τοῦ μεγάλου χώρου τοῦ μοναστηριακοῦ συγκροτήματος· ἀντίθετα, ἐντυπωσιάζεται ἀπὸ τὸν συνωστισμὸ τῶν κτηρίων. Δεξιά, βλέπει τὴν ἐσωτερικὴ ὄψη τοῦ ὀχυρωματικοῦ περιβόλου ποὺ καταλήγει στὴν γωνία στὸν πύργο τοῦ Τσιμισκή, καὶ μπροστά του, ἕνα διώροφο κτίσμα ποὺ σήμερα στεγάζει τὸ παλαιό ξυλουργεῖο· παλαιότερα, τὸ ἰσόγειο χρησιμοποιεῖτο ὡς βουρδουναριό καὶ ὁ ὅροφος μέχρι τὸ 1580 στέγαζε τὸ νοσοκομεῖο.

Ἀριστερὰ ἀπὸ τὸ ξυλουργεῖο, εντυπωσιάζει ἡ κομψὴ τοιχοποιΐα τοῦ παρεκκλησίου τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου ἢ τῆς Παναγίας Κουκουζέλισσας. Θεωρεῖται ὡς τὸ δεύτερο καθολικὸ τῆς Μονῆς. Τὸ παρεκκλήσιο, ἀκολουθεῖ τὸν ἀθωνικό τύπο καὶ ἡ ἵδρυσή τοῦ ἀποδίδεται στὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο τὸν Ἀθωνίτη καὶ συνδέεται μὲ τὸ θαῦμα τοῦ ἁγιάσματος καὶ τῆς Παναγίας τῆς Οἰκονόμισσας. Τὸν 14ο αἰῶνα, ἔγιναν οἰκοδομικὲς ἐργασίες. Μαρμάρινη ἐπιγραφὴ πληροφορεῖ ὅτι ἀναστηλώθηκε ἐκ βάθρων τὸ 1613 ἀπὸ τὸν μητροπολίτη Σάμου Μαρτύριο· φαίνεται ὅτι εἶχε καταῤῥεύσει ἀπὸ τὸν καταστροφικὸ σεισμὸ τοῦ 1585. Στὴν περίοδο 1613-1826 φυλασσόταν ἐκεῖ ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας Οἰκονόμισσας, ἡ ὁποία κατόπιν μεταφέρθηκε στὸ καθολικό. Ἡ σημερινὴ μορφή του ὁλοκληρώθηκε τὸ 1713 καὶ ἁγιογραφήθηκε τὸ 1719. Οἱ τοιχογραφίες εἶναι ἔργο τοῦ Δαβίδ ἀπὸ τὴν Σελενίτζα Ἀλβανίας. Στὴν παράσταση τοῦ: «Αἰνεῖτε τὸν Κύριον», οἱ χορευτὲς εἰκονίζονται μὲ τοπικές εἐνδυμασίες τῆς ἐποχῆς. Οἱ τοιχογραφίες τοῦ νάρθηκα, ὡστόσο, εἶναι προγενέστερες καὶ μιμοῦνται τὸ ὕφος τοῦ Πανσελήνου. Τὸ 1826, μεταφέρθηκε στὸ παρεκκλήσιο ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας Κουκουζέλισσας, ἡ ὁποία προηγουμένως ἦταν στὸ παρεκκλήσιο τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα. Ἡ παράδοση λέει ὅτι ἡ εἰκόνα ἦρθε θαυματουργικῶς μόνης της καὶ τοποθετήθηκε στὸ τέμπλο τοῦ Καθολικοῦ. Γύρω στὰ 1300 τοποθετήθηκε στὸν ἀρχιερατικὸ θρόνο. Ἐκεῖ βρισκόταν ὅταν ἐμφανίστηκε στὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Κουκουζέλη. Πολλά θαύματα ἐπιτέλεσε καὶ ἐπιτελεῖ ἡ εἰκόνα, ποὺ πολλὲς φορές ἔσωσε τὴν Μονὴ ἀπὸ πυρκαγιά καὶ τὸ 1755 τὴν προστάτεψε ἀπὸ μία ἐπιδρομὴ πειρατῶν.

Τὴν προστασία τῆς Μονῆς σὲ πιὸ πρακτικό ἐπίπεδο ἐξασφάλιζε ὁ ὀχυρωματικὸς πύργος στὴν νοτιοδυτικὴ γωνία τοῦ περιμετρικού τείχους. Ὀνομάζεται Πύργος τοῦ Τσιμισκῆ, καὶ ἡ παράδοση ἀποδίδει στὸν αὐτοκράτορα αὐτὸμ τὴν ἀνέγερσή του. Πρόσφατες ἔρευνες στὰ θεμέλια τείνουν νὰ ἐπιβεβαιώσουν τὴν παράδοση. Ὁπωσδήποτε χτίστηκε μετὰ τὴν οἰκοδόμηση τοῦ περιμετρικοῦ τείχους ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο. Εἶναι πιθανὸν νὰ ὑπέστη ἀναστηλωτικὴ ἐπέμβαση τὸν 14ο αἰῶνα καὶ τὸ ἀρχικό του ὕψος ἦταν κατὰ ἕναν τουλάχιστον ὅροφο χαμηλότερο ἀπὸ τὸ σημερινό ποὺ εἶναι στὰ εἴκοσι τέσσερα μέτρα. Ἀνακαινίστηκε ῥιζικὰ τὸ 1522 ἀπὸ τὸν μητροπολίτη Σεῤῥῶν Γεννάδιο, καὶ τότε διαμορφώθηκαν οἱ ἐσωτερικές του στάθμες στὰ σημερινά ἐπίπεδα. Τὸ 1688, χτίστηκε στὴν νοτιοανατολικὴ γωνία τῆς ὑψηλότερης στάθμης, τὸ θολωτὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Στεφάνου, καὶ ἔκτοτε δὲν φαίνεται νὰ ὑπέστη ἀλλοιώσεις ἢ διασκευές.

Ἀπέναντι ἀπὸ τὸ παρεκκλήσιο τῆς Παναγίας Κουκουζέλισσας, στὴν βόρεια πτέρυγα, στεγάζεται τὸ ἀρχονταρίκι. Ἀπὸ τὸ σκεπαστὸ ἐξώστη του ἔχει κανεὶς ὡραία ἄποψη τοῦ ἐσωτερικοῦ τῆς Μονῆς. Τὸ τμῆμα αὐτὸ τῆς πτέρυγας χτίστηκε τὸ 1580 καὶ ἀρχικὰ χρησιμοποιεῖτο ὡς νοσοκομεῖο. Ἡ μετατροπή του σὲ ἀρχονταρίκι, ἔγινε τὸν 18ο αἰῶνα.

Μετὰ τὸ ἀρχονταρίκι, πρὸς τὰ ἀνατολικά, στὴν βόρεια πτέρυγα, συναντᾶμε τὸ βαγεναριό (ἀποθήκη κρασιοῦ). Ἀξιοθέατες εἶναι οἱ παραβοῦτες, πελώρια βαρέλια γιὰ τὸ κρασί, χωρητικότητας πολλῶν χιλιάδων λίτρων ἡ καθεμία. Ἡ μεγαλύτερη, ποὺ σήμερα χρησιμοποιεῖται ὡς πατητήρι σταφυλιῶν, ἔχει χωρητικότητα τριάντα πέντε τόνων.

Μπροστά ἀπὸ τὸ βαγεναριό, ἡ αὐλὴ στενεύει καὶ γίνεται οὐσιαστικὰ ἕνας εὐρύχωρος διάδρομος ἀνάμεσα στὴν βόρεια πτέρυγα καὶ στὴν ἀπόληξη τοῦ συγκροτήματος τῆς τράπεζας. Στὴν μέση τοῦ διαδρόμου βρίσκεται ἕνα κομψὸ προσκυνητάρι τῆς Παναγίας Οἰκονόμισσας τοῦ 1816 μὲ φορητὴ εἰκόνα τοῦ 16ου-17ου αἰῶνος. Ἡ ἀπόληξη τοῦ συγκροτήματος τῆς τράπεζας στεγάζει σὲ ὅλο τὸ μῆκος τοῦ ἄνω ὁρόφου τὸ σχολεῖο, καθὼς λειτούργησε σχολεῖο στὴν περίοδο ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ 19ου αἰῶνος ἕως τὸ 1930, καὶ ὅπου παλαιότερα φυλάσσονταν οἱ εἰκόνες τῆς Μονῆς. Ὁ ἰσόγειος χῶρος κάτω ἀπὸ τὸ σχολεῖο, στεγάζει τὸ παλιὸ δοχειό, μὲ δεκαπέντε ἀρχαῖα πιθάρια πακτωμένα στὸ ἔδαφος. Στὴν νοτιοδυτικὴ γωνία τοῦ συγκροτήματος τῆς τράπεζας βρίσκεται τὸ μαγειρεῖο· ὁ πολυγωνικὸς τροῦλλός του ἐπισκευάστηκε τὸ 1725.

Μετὰ τὸν διάδρομο, βρίσκεται τὸ μεγαλύτερο τμῆμα τῆς αὐλῆς. Τὸ μέγεθός της εἶναι επιβλητικό. Εἶναι στρωμένη μὲ πλάκες καὶ διασώζει τὸ σύστημα ἀποχέτευσης τῶν ὀμβρίων ὑδάτων ποὺ ἀνάγεται στὴν Βυζαντινὴ περίοδο. Δεξιά, βρίσκονται δύο ὑπεραιωνόβια κυπαρίσσια· σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, τὸ μεγαλύτερο πρὸς τὰ βόρεια φυτεύτηκε ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο καὶ τὸ ἄλλο ἀπὸ τὸν μαθητή του Εὐθύμιο, μετέπειτα κτήτορα τῆς Μονῆς Ἰβήρων. Στὰ πεζούλια τῶν κυπαρισσιῶν, σώζονται πολλὰ σπαράγματα ἀπὸ ἀρχαῖα ἀνάγλυφα. Ἀνάμεσα στὰ κυπαρίσσια, βρίσκεται ἡ φιάλη καὶ τὸ Καθολικό. Ἀριστερά, στὴν προέκταση τῆς βόρειας πτέρυγας, μετὰ τὸ βαγεναριό, βρίσκεται τὸ καμπαναριό. Πρόκειται γιὰ μία πρόχειρη σιδηροκατασκευή. Ὑπῆρχαν τρεῖς πύργοι μὲ καμπαναριά, ποὺ ἀνάγονταν στὸ 1060. Δύο ἀπὸ τοὺς αὐτούς, κατεδαφίστηκαν τὸ 1814 καὶ ὁ τρίτος μετὰ τὸν σεισμὸ τοῦ 1905.

Τὸ καμπαναριό, ἐφάπτεται στὸ παλαιό ἡγουμενεῖο, μὲ τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, ὅπου γίνεται ἡ κουρά τῶν μοναχῶν. Ἐκεῖ φυλάσσονται καὶ τὰ σιδερένια μπαστούνια τοῦ Ἁγίου. Στὸ τμῆμα αὐτῆς τῆς πτέρυγας βρίσκονται τὰ κελλιά τοῦ πατριάρχη Ἁγίου Φιλοθέου Κοκκίνου, ποὺ διετέλεσε ἡγούμενος τῆς Μονῆς, ἐνῶ πιὸ πέρα, στὸ μέσο τῆς πτέρυγας, βρίσκεται τὸ συνοδικὸ καὶ τὰ γραφεία. Τὸ κτῆριο χτίστηκε τὸ 1905 στὴν θέση τοῦ πύργου τῶν Ἀρχαγγέλων, ποὺ κατέῤῥευσε μετὰ τὸν σεισμό τοῦ 1905· εἶναι νεοκλασικού ῥυθμοῦ, καὶ ἡ τοιχοποιΐα του χαρακτηρίζεται ἀπὸ ἰσόδομη λιθοδομή.

Τὸ Καθολικό, εἶναι ἀφιερωμένο στὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο τὸν Ἀθωνίτη. Θεμελιώθηκε τὸ 963 ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο, ὁ ὁποῖος τὸ ἀφιέρωσε στὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Θεοτόκου. Ἡ αλλαγή τῆς αφιέρωσης ἀποδίδεται σὲ ἐντολὴ τῆς Θεοτόκου καὶ ἔγινε μετὰ τὸ 1425, ἀφοῦ πρόσταγμα τοῦ αὐτοκράτορος Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγου ποὺ ἐκδόθηκε τὸ ἔτος αὐτό, ἀναφέρει τὴν Μονὴ μὲ τὴν ἀρχική της ἀφιέρωση. Ἀποτελεί πρότυπο τοῦ ναοῦ ἀθωνικοῦ τύπου, ποὺ ἀκολούθησαν κατόπιν ὅλα τὰ μεταγενέστερα ἁγιορείτικα καθολικά. Κύριο χαρακτηριστιὸ εἶναι οἱ χοροί, οἱ δύο πλευρικές κόγχες. Ἡ προσθήκη τους ἀνταποκρίνεται σὲ λειτουργικὴ ἀναγκαιότητα· δημιουργία ἐπαρκοῦς χώρους γιὰ τοὺς πολυμελεὶς χορούς τῶν ψαλτῶν. Ὡστόσο, ὁ αρχικός ναὸς τοῦ Ἁγίου, ἀκολουθοῦσε τὴν τυπολογία τοῦ ἁπλοῦ σταυροειδοὺς μὲ τροῦλλο καὶ οἱ χοροὶ  προστέθηκαν περίπου σαράντα χρόνια ἀργότερα.

Όλη τὴν δυτικὴ πλευρά τοῦ ναοῦ, διατρέχει ὑαλόφρακτος ἐξωνάρθηκας. Ἡ κεντρική του πύλη, συνδέεται μὲ στέγαστρο μὲ τὸν θόλο τῆς φιάλης, καθιστῶντάς τον μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ὁρατὰ ὀργανικὸ τμῆμα τοῦ ναοῦ. Τὰ κομψὰ παράθυρα τοῦ ἐξωνάρθηκα ἔγιναν τὸ 1899 καὶ στὶς ποδιὲς κάτω ἀπὸ τὰ παράθυρα εἶναι ἐντοιχισμένα λιθανάγλυφα θωράκια μὲ ἔντονα στοιχεῖα μπαρόκ. Οἱ τοιχογραφίες τοῦ 1852 εἶναι ἔργο τοῦ Ζαχαρία Χρήστου Ζωγράφου, κύριου ἐκπροσώπου τοῦ ἁγιογραφικοῦ ἐργαστηρίου τοῦ Σαμακόβου τῆς Βουλγαρίας. Ἀριστερὰ τῆς εἰσόδου τῆς λιτῆς, εἰκονίζονται σκηνὲς ἀπὸ τὴν Ἀποκάλυψη· δεξιὰ εἰκονίζονται εὐαγγελικὲς παραβολές. Τὸ ὕφος εἶναι λαϊκότροπο.

χῶρος τῆς λιτῆς καὶ τοῦ ἐξωνάρθηκα, διαμορφώθηκε στὴν σημερινή του μορφή τὸ 1814. Μέχρι τότε ὑπῆρχε μία μικρότερη λιτή, δύο νάρθηκες καὶ δύο καμπαναριά. Πάνω ἀπὸ τὴν τότε λιτὴ καὶ τοὺς νάρθηκες, βρίσκονταν τὰ κατηχούμενα καὶ τὸ παρεκκλήσιο τῶν Ἁγίων Πέντε Μαρτύρων.

Ἡ σημερινὴ Λιτή, εἶναι κατάγραπτη μὲ τοιχογραφίες τοῦ 1854. Ἐδῶ φυλάσσεται ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας Οἰκονόμισσας τοῦ 16ου αἰῶνος, ποὺ εἰκονίζει τὴν Θεοτόκο ἔνθρονη μεταξὺ τῶν Ἁγίων Ἀθανασίου καὶ Μιχαήλ Συνάδων, τῶν αὐτοκρατόρων Νικηφόρου Φωκᾶ καὶ Ἰωάννου Τσιμισκῆ, τῶν Ἁγίων Γεωργίου καὶ Δημητρίου καὶ Ἀρχαγγέλων. Μέχρι τὸν 14ο αἰῶνα, ἡ προσωνυμία αὐτὴ ἀποδιδόταν στὴν εἰκόνα ποὺ εἶναι σήμερα γνωστὴ ὡς Παναγία Κουκουζέλισσα ἐξαιτίας τοῦ θαύματος μὲ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη Κουκουζέλη. Στὴν νότια πλευρὰ τῆς λιτῆς, εἶναι ἐνσωματωμένο τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Νικολάου· χτίστηκε ταυτόχρονα μὲ τὸ ἀρχικὸ καθολικό πρὶν τὴν προσθήκη τῶν χορῶν· εἶναι κατάγραπτο μὲ τοιχογραφίες τοῦ 1560, ἔργο τοῦ Φράγκου Κατελάνου, κύριου ἐκπροσώπου τοῦ ἐργαστηρίου τῆς Θήβας· τὸ περίτεχνο ξυλόγλυπτο τέμπλο τοῦ 1770 ἔχει ἰδιαίτερα ἀξιόλογες εἰκόνες. Στὴν βόρεια πλευρὰ τῆς λιτῆς βρίσκεται τὸ ἐπίσης κτητορικό παρεκκλήσιο τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων· οἱ τοιχογραφίες τοῦ 1571 ἐπιζωγραφίστηκαν τὸ 1854, καὶ μόνο σὲ ὁρισμένα σημεῖα διακρίνονται οἱ παλαιές· ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ τοῦ 12ου αἰῶνα στὸ ξυλόγλυπτο τέμπλο εἶναι δῶρο αὐτοκρατορικό. Φυλάσσονται ἐπίσης τὰ ἀρχαιότερα μανουάλια τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τοῦ 10ου αἰῶνος, καὶ λέγεται ὅτι προέρχονται ἀπὸ τὴν Μονὴ τῶν Ἀμαλφιτανῶν. Στὴν βορειοδυτικὴ γωνία τοῦ παρεκκλησίου βρίσκεται ὁ τάφος τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου· ἡ μαρμάρινη πλάκα ποὺ σκεπάζει τὸν τάφο ἔχει καλυφθεῖ μὲ τὴν εἰκόνα του, ποὺ εἶναι ἐπενδυμένη μὲ ἀσήμι· πολλὰ θαύματα ἔχουν γίνει στὸν χῶρο αὐτὸ· λέγεται ὅτι, ὅταν ὁ πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Σίλβεστρος ἐπιχείρησε νὰ ἀνοίξει τὸν τάφο τὸ 1574, τὴν στιγμή ποὺ σήκωνε τὴν ταφόπλακα, ξεχύθηκαν ἀπὸ τὴν μαρμάρινη σαρκοφάγο φλόγες πυρός.

Ἡ εἴσοδος ἀπὸ τὴν λιτή στὸν κυρίως ναό, γίνεται ἀπὸ τὴν βασιλικὴ πύλη. Τὰ ξύλινα θυρόφυλλα εἶναι δῶρο τοῦ Νικηφόρου Φωκᾶ, καὶ λέγεται ὅτι ἀποτελοῦν λάφυρο ἀπὸ τὴν ἀνάκτηση τῆς Κρήτης. Φέρουν περίτεχνη ὀρειχάλκινη ἐπένδυση μὲ εγχάρακτους ῥόδακες. Οἱ παραστάτες καὶ τὸ ὑπέρθυρο εἶναι μαρμάρινα καὶ στὸ ὑπέρθυρο ὑπάρχει ἡ ἐπιγραφή: Χαῖρε πύλη Κυρίου. Σὲ ἀντίθεση πρὸς ἄλλα καθολικά, ὁ κεντρικός τροῦλλος δὲν στηρίζεται σὲ κίονες ἀλλὰ σὲ πεσσούς. Ἡ μικρή ἀπὀσταση ἀνάμεσα στοὺς πεσσούς καὶ στοὺς πλευρικοὺς τοίχους, καθιστᾶ πιὸ ἔντονο τὸ εὖρος τοῦ τρούλλου καὶ τὸ ὑψηλὸ τύμπανο δίνει μία πνοὴ ἀνάτασης στὸ ὅλο κτίσμα. Ὁ τροῦλλος ὑπέστη ζημιὲς ἀπὸ τὸν σεισμὸ τοῦ 1585 καὶ ἀνακαινίστηκε γύρω στὸ 1600 ἀπὸ τὸν μητροπολίτη Ἀδριανουπόλεως Ἄνθιμο, ποὺ ἔγινε κατόπιν οἰκουμενικός πατριάρχης. Τὰ μαρμαροθετήματα στὸ δάπεδο τοῦ κυρίως ναοῦ, τοῦ νάρθηκα καὶ τῶν παρεκκλησίων καὶ ἡ ὀρθομαρμάρωση τῆς κατώτερης ζώνης τῶν πλευρικῶν τοίχων, χρονολογοῦνται στὶς ἀρχὲς τοῦ 11ου αἰῶνος. Ὁ κυρίως ναός, καὶ τὸ ἱερὸ βῆμα, εἶναι κατάγραπτοι μὲ τοιχογραφίες τοῦ 1535 τοῦ Θεοφάνη τοῦ Κρητός. Στὴν κάτω δεξιὰ γωνία τῆς παράστασης τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, στὸν δυτικὸ τοῖχο τοῦ κυρίως ναοῦ, ὑπάρχει ἡ ὑπογραφή του. Κάτω ἀπὸ τὴν ἐπιγραφὴ αύτή, εἰκονίζεται ὁ Νεόφυτος Βεῤῥοίας, μόνο μὲ τὸ ἐπανωκαλύμμαυχο σὲ στάση δέησης πρὸς τὴν Θεοτόκο ποὺ κρατάει τὸν Χριστό, ὁ ὁποῖος, μὲ τὸ δεξὶ χέρι τὸν εὐλογεῖ. Στὴν παράσταση αὐτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, οἱ Ἀπόστολοι εἰκονίζονται ἐπιβαίνοντες σὲ ὀστρακόμορφες νεφέλες καὶ ὁδηγούμενοι ἀπὸ Ἀγγέλους πρὸς: Γεσθημανῆ τὸ χωρίον. Ἡ κύρια διαφορὰ τῶν τοιχογραφιῶν αὐτῶν σὲ σχέση μὲ ἐκεῖνες τοῦ Ἀναπαυσᾶ Μετεώρων καὶ τῆς Σταυρονικήτα, ἔγκειται στὸ εὖρος τῶν ἐπιφανειῶν ποὺ παρέχει τὸ Καθολικὸ τῆς Μεγίστης. Οἱ τοιχογραφίες του αὐτές, ἀποκρυσταλλώνουν τὶς ἐπιδιώξεις τῆς Κρητικῆς Σχολῆς· ὕφος σοβαρὸ καὶ λιτό, σκουρόχρωμοι τόνοι καὶ αὐστηρότητα στὴν σύνθεση. Πολὺ διαφορετικὲς ἀπὸ τὸ δυναμισμὸ καὶ τὰ φωτεινὰ χρώματα τῆς Μακεδονικῆς Σχολῆς. Ἡ ἀνεύρεση ἑνὸς σπαράγματος τοιχογραφίας ποὺ φυλάσσεται στὸ σχολεῖο, μὲ τὴν κεφαλή τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ποὺ χρονολογεῖται ἀπὸ τὸ α΄ μισό τοῦ 14ου αἰῶνος, ὁδηγεῖ στὴν υπόθεση ὅτι τὸ Καθολικὸ εἶχε ἱστορηθεῖ πρὶν ἀπὸ τὸν 1535 ἀπὸ κάποιο μεγάλο καλλιτέχνη τῆς Μακεδονικήῆς Σχόλης, ἴσως ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Πανσέληνο. Οἱ πλευρικοὶ τοίχοι, καλύπτονται ἀπὸ ὀρθομαρμάρωση σὲ ὕψος ἑνάμιση μέτρο. Στὶς κόγχες τῶν χορῶν, πάνω ἀπὸ τὴν ὀρθομαρμάρωση, ὑπάρχουν πλακίδια πορσελάνης Ἰζνὶκ καὶ Κιουτάχειας ποὺ ἔγιναν τὸ 1678, ὅπως μαρτυρεῖ ἡ ἐπιγραφὴ σὲ ἕνα ἀπὸ αὐτά. Στοὺς τοίχους κρέμονται εἰκόνες τοῦ Δωδεκάορτου τοῦ 16ου αἰῶνος, ἔργο τοῦ Θεοφάνη· καὶ τῶν Ἀποστόλων, ποὺ ἴσως ἀποτελοῦσαν τμῆμα τοῦ παλαιοῦ τέμπλου. Τὸ τέμπλο εἶναι μαρμάρινο καὶ εἶναι ἔργο τοῦ 1887, τοῦ Τηνιακοῦ γλύπτη  Γιαννούλη Χαλεπά. Τὸ ἀρχικὸ τέμπλο ἦταν ἐπίσης μαρμάρινο, πολύ πιὸ χαμηλὸ ἀπὸ τὸ σημερινό, μὲ τέσσερις λευκοπράσινους κίονες καὶ παλαιοχριστιανικὰ κιονόκρανα. Τὸ 1693, τοποθετήθηκε μπροστά του νεότερο ξυλόγλυπτο τέμπλο, ὅπως ἔγινε καὶ ἀλλοῦ, καὶ τὸ 1887 ἀντικαταστάθηκαν καὶ τὰ δύο μὲ τὸ σημερινό. Τὸ παλαιό ξυλόγλυπτο τέμπλο μεταφέρθηκε μαζί μὲ τοὺς τέσσερις κίονες, στὸν κοιμητηριακὸ ναό. Δύο ἀπὸ τὰ παλαιοχριστιανικὰ κιονόκρανα φυλάσσονται στὴν βιβλιοθήκη, καὶ τὰ ἄλλα δύο βρίσκονται ἔξω ἀπὸ τὸν νάρθηκα τοῦ παρεκκλησίου τοῦ Ἁγίου Μιχαὴλ Συνάδων. Τὰ βημόθυρα εἶναι τοῦ 1631. Οἱ εἰκόνες τοῦ τέμπλου εἶναι σύγχρονές του μὲ ἐξαίρεση τὶς εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγίας, οἱ ὁποίες, ὅπως μαρτυρεῖται ἀπὸ τὰ ἀργυρεπίχρυσα πουκάμισα, εἶναι ἔργα τοῦ 14ου αἰῶνος καὶ δωρήθηκαν στὴν Μονὴ ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Ἀνδρόνικο Β΄ Παλαιολόγο. Σὲ μεταγενέστερη ἐποχὴ ἐπιζωγραφήθηκαν, κατὰ πᾶσα πιθανότητα ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεοφάνη. Ὑψηλῆς τέχνης εἶναι ἐπίσης, μεταξὺ ἄλλων, οἱ εἰκόνες τῆς Γέννησης τοῦ Χριστοῦ, τῆς Θεοτόκου τῆς ἐπί σοι χαίρει τοῦ 1620, καὶ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου στὸν δεσποτικό θρόνο, δῶρο τοῦ βοεβόδα Ἰωάννου Βλαδισλάβου, τῆς Παναγίας Φοβηνῆς τοῦ 14ου αἰῶνος στὸν ἀριστερὸ θρόνο, καὶ τῆς Μεσοπεντηκοστῆς τοῦ 13ου αἰῶνος. Ἐντυπωσιακοὶ εἶναι οἱ πολυέλαιοι, ἰδιαίτερα ὁ κεντρικός. Ἀξιόλογοι εἶναι οἱ δύο θρόνοι, ὁ ἡγουμενικὸς καὶ ὁ ἀρχιερατικός, καὶ τὰ μανουάλια τοῦ 18ου καὶ 19ου αἰῶνος, ποὺ ἀποτελοῦν ἀφιέρωμα τοῦ 1835 τοῦ Καυταντζόγλου, μεγαλέμπορα ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη. Ἡ μαρμάρινη Ἁγία Τράπεζα καὶ τὸ ἐπίσης μαρμάρινο κιβώριο, εἶναι ἔργα τοῦ 1886 τοῦ Χαλεπά. Πίσω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα, βρίσκεται μεγάλος ἀργυρόχρυσος θρόνος, στολισμένος μὲ ἑβδομήντα πολύτιμους λίθους. Εἶναι δῶρο τοῦ Φωκᾶ. Λέγεται ὅτι κάτω ἀπὸ τὴν ἐπένδυση τοῦ 10ου αἰῶνος, βρίσκεται ὁ σταυρὸς ἀπὸ τὸ λάβαρο τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου. Μπροστὰ ἀπὸ αὐτό, τοποθετήθηκε μικρή μαρμάρινη Ἁγία Τράπεζα, στὸ σημεῖο ὅπου ἔπεσε ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος.

Πίσω ἀπὸ τὸ Καθολικό, στὰ νοτιοανατολικά, βρίσκεται τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Μιχαὴλ Συνάδων.  ἀρχικὸς ναός, ἀνακαινίστηκε τὸ 1643 ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα Ματέι Μπασαράμπ καὶ ἱστορήθηκε τὸ 1653 μὲ ἔξοδα τοῦ ἰδίου ἀπὸ τοὺς Ναυπλιῶτες ζωγράφους Μαρίνο καὶ Αναστάσιο. Τὸ 1742, ἱστορήθηκε ὁ νάρθηκας. Τὸ κτίσμα αὐτὸ κατέῤῥευσε στὸ σεισμὸ τοῦ 1905 καὶ ἡ σημερινὴ μορφή τοῦ ναοῦ εἶναι ἀποτέλεσμα ἀνοικοδόμησης τοῦ 1911. Ὁ νάρθηκας προστέθηκε τὸ 1914.

Νότια ἀπὸ τὸ Καθολικό, βρίσκεται θολωτή κρήνη καὶ ἐνσωματωμένο δίπλα τῆς εἶναι τὸ προσφοριό, ὁ φοῦρνος γιὰ τὰ πρόσφορα. Ὁ φοῦρνος ἔγινε, ὅπως πληροφορεῖ μία ἐντειχισμένη ἐπιγραφή: Δαπάνη Ζαχαρίου Μοναχοῦ Λαυριώτου, εἰς μνημόσυνον αὐτοῦ, ἐν ἔτει 1966.

Πίσω ἀκριβῶς ἀπὸ τὸ προσφοριό, βρίσκεται τὸ παραπόρτι. Βγαίνοντας ἔξω, ἔχει κανείς τὴν εὐκαιρία νὰ θαυμάσει τὴν νότια πτέρυγα, ποὺ διασώζει σὲ ἄριστη κατάσταση τὸ ἀρχαῖο τεῖχος μὲ τοὺς πέντε πύργους. Ἀπὸ ἐκεῖ, ἔχει κανείς πανοραμικὴ ἄποψη τοῦ κῆπου. Ἀπέναντι, φαίνεται τὸ Κάθισμα τῶν Ἀρχαγγέλων ἢ τοῦ Κουκουζέλη, καὶ στὸ βάθος διακρίνονται οἱ τροῦλλοι τῆς Ρουμάνικης Σκήτης τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Ὅταν ἡ ἀτμόσφαιρα εἶναι καθαρή, διακρίνονται εὐκρινέστατα στὸν ὁρίζοντα ἡ Λῆμνος καὶ ὁ Ἅγιος Εὐστράτιος.

Στὶς πτέρυγες, βρίσκονται τὰ παρεκκλήσια· στὴν νότια πτέρυγα, τῆς Ἁγίας Τριάδος, τοῦ Τιμίου Προδρόμου, τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου· στὴν ἀνατολικὴ τοῦ Ἁγίου Μοδέστου, τῶν Ἁγίων Θεοδώρων, τοῦ Ἁγίου Δημητρίου· στὴν βόρεια τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους, τῶν Ἁγίων Ἀρχαγγέλων, τῶν Ὁσίων Πέτρου καὶ Ὀνουφρίου, τοῦ Ἁγίου Νικολάου, τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων· καὶ στὴν δυτικὴ, πάνω ἀπὸ τὴν εἴσοδο, τὸ ἀρχαιότατο παρεκκλήσιο τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου.

Φιάλη, βρίσκεται μεταξὺ τοῦ Καθολικοῦ καὶ τῆς Τράπεζας. Ἡ λεκάνη τῆς φιάλης μὲ τὸν ὀρειχάλκινο ἀναβρυτήρα, ἀνάγεται στὸ 1060, καὶ ἔγινε ἐπὶ ἡγουμένου Ἰωάννου. Τὸ νερό, ἐκχύνεται ἀπὸ τὰ στόματα μυθικῶν ζώων καὶ ὁ ἀναβρυτήρας ἀπολήγει σὲ ἀετὸ μὲ ἀνοιγμένες φτεροῦγες. Ἡ ῥωγμὴ στὴν λεκάνη προκλήθηκε ὅταν μοναχοὶ τῆς Μονῆς προσπάθησαν νὰ ματαιώσουν τὰ σχέδια ἑνὸς Τούρκου πασᾶ ποὺ ἤθελε νὰ τὴν ἀφαιρέσει καὶ νὰ τὴν χρησιμοποιήσει γιὰ μπανιέρα, καθὼς ἡ περιφέρειά τῆς ανέρχεται σὲ ἑπτὰ μέτρα καὶ ἑξήντα ὀκτὼ ἑκατοστά. Τὸ περιστύλιο, ἔχει ὑποστεῖ πολλὲς μεταγενέστερες ἐπεμβάσεις. Μόνο κάποια θωράκια τοῦ 11ου αἰῶνος, μὲ γεωμετρικὸ καὶ φυτικὸ διάκοσμο ἀνῆκουν στὴν ἀρχική κατασκευὴ καὶ ἴσως εἶναι σὲ δεύτερη χρήση ἀπὸ κάποιο παλαιὸ τέμπλο. Τὸ περιστύλιο ὑπέστη ζημιές ἀπὸ τὸν σεισμὸ τοῦ 1393 καὶ ἐπισκευάστηκε στὶς ἀρχὲς τοῦ 15ου αἰῶνος. Ἡ σημερινή του μορφή εἶναι ἀποτέλεσμα ἐπισκευῆς τοῦ 1634 μετὰ ἀπὸ τὸν σεισμὸ τοῦ 1585. Ὁ θόλος της στηρίζεται σὲ ὀκτὼ κιονίσκους. Στὶς τοιχογραφίες τοῦ 1635 εἰκονίζονται θέματα σχετικὰ μὲ τὸ νερό.

Νότια ἀπὸ τὴν φιάλη, βρίσκονται οἱ τάφοι τῶν Πατριαρχῶν· πρόκειται γιὰ τὰ κενοτάφια τῶν· Ανθίμου Β΄, Διονυσίου Γ΄ Βάρδαλη, καὶ Ιερεμία Γ΄. Στὸ κάθε ἀρκοσόλιο, εἰκονίζεται στὸ βάθος ἡ Δέηση, ἀριστερὰ ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος καὶ δεξιὰ ὁ Πατριάρχης, ἐνῶ στὴν λωρίδα τοῦ φάρδους τοῦ τόξου εἰκονίζονται οἱ Ἅγιοι Κωνσταντῖνος καὶ Ἑλένη.

Δεξιά ἀπὸ τοὺς τάφους, βρίσκεται ἕνα πηγάδι, ποὺ ἀντλεῖ νερὸ ἀπὸ μία ὑπόγεια νεροσυρμή.

Λίγο πιὸ πέρα, στὸ σημεῖο ποὺ τὸ συγκρότημα τῆς Τράπεζας ἑνώνεται μὲ τὴν νότια πτέρυγα, ὑπάρχει ἕνας καμαροσκέπαστος διάδρομος, πάνω ἀπὸ τὸν ὁποῖο βρίσκεται τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Τιμίου Προδρόμου.

Μπροστά, στὸ δεξιὸ τμῆμα τῆς πρόσοψης τῆς Τράπεζας, βρίσκονται δύο Κρῆνες· ἡ κρήνη τοῦ πατριάρχη Σαμουὴλ Χαντζερὴ τοῦ 1759, καὶ ἡ κρήνη τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς τοῦ 1762.

Ἡ εἴσοδος τῆς Τράπεζας, βρίσκεται στὴν εὐθεῖα τοῦ ἄξονα τοῦ Καθολικοῦ. Ἡ Τράπεζα, χτίστηκε ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο καὶ εἶναι ἡ ἀρχαιότερη τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἡ ὀξυκόρυφη δίριχτη στέγη της, θυμίζει τὴν ἀντίστοιχη τοῦ κοιμητηριακού ναοῦ. Οἱ τοιχογραφίες τῆς πρόσοψης, εἰκονίζουν θαύματα τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, καθὼς καὶ τὸν μητροπολίτη Σεῤῥῶν Γεννάδιο, ποὺ ἀνέλαβε τὴν ἀνακαίνισή της τὸ 1527 καὶ εἰκονίζεται ἀριστερὰ τοῦ ὑπερθύρου μαζί μὲ τοὺς Ἁγίους Θεοδώρους νὰ κρατάει σκάριφο τῆς ἀνακαινισμένης τράπεζας καὶ νὰ τὸν προσφέρει στὴν Θεοτόκο. Στὴν ἀντίστοιχη θέση ἀριστερά, εἰκονίζεται ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος καὶ οἱ αὐτοκράτορες Φωκᾶς καὶ Τσιμισκῆς. Πάνω ἀπὸ τὴν παράσταση αὐτή, εἰκονίζεται ἡ ἔνθρονος Θεοτόκος νὰ διώχνει τὴν Ἄρτεμη, ποὺ λατρευόταν σὲ εἰδωλολατρικὸ ἱερὸ τῆς περιοχῆς. Ἀπὸ τὸ ἱερὸ αὐτὸ προέρχεται ἡ μαρμάρινη πλάκα ποὺ βρίσκεται ἐντοιχισμένη στὴν κορυφὴ τῆς πρόσοψης μεταξὺ τῶν δύο παραθύρων. Φέρει παράσταση αὐτιοῦ καὶ τὴν ἐπιγραφἠ: Τῇ Ἀγροτέρα Ἀρτέμιδι Νευρὶς ἐπιταγὴν ἔθηκεν, πρόκειται δηλαδή γιὰ ἀναθηματική πλάκα εἰς μνήμην θεραπείας. Παντοῦ, ἀνὰ τὴν Μονή, συναντάει κανείς, ὑπομνήσεις τοῦ ἀρχαῖου πολίσματος τῆς Ἄθωσας· σπαράγματα ἀνάγλυφων, κίονες, γοῦρνες, λάρνακες. Μία λάρνακα, διασώζει τὸ ὄνομα τῆς Σερβιλίας, κατοίκου τοῦ πολίσματος. Ἡ τράπεζα εἶναι πελώρια. Ἔχει εἴκοσι τέσσερα τραπέζια ἀπὸ μονόλιθο, χωράει δηλαδή, μέχρι καὶ διακόσιους σαράντα μοναχούς. Ἔχει κάτοψη σταυροειδή καὶ οἱ τοιχογραφίες της εἶναι ἔργο τοῦ Θεοφάνη τοῦ Κρητός. Ἡ ἀρχικὴ θολωτὴ ὁροφή, ἀντικαταστάθηκε τὸ 1512 μὲ τὴν σημερινὴ ξύλινη. Ὁ κῦκλος τῶν τοιχογραφιῶν, περιλαμβάνει σκηνές ἀπὸ τὸν βίο τῆς Θεοτόκου καὶ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, παραστάσεις ἀπὸ τὸν Ἀκάθιστο Ὕμνο, σκηνές ἀπὸ τὸ Μηνολόγιο.

βιβλιοθήκη καὶ τὸ σκευοφυλάκιο βρίσκονται στὸ μονώροφο κτίσμα σχήματος Π, ποὺ βρίσκεται ἀνατολικὰ τοῦ Καθολικοῦ. Στὴν βιβλιοθήκη, ποὺ ἱδρύθηκε ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο καὶ λειτούργησε ἐξαρχῆς ὡς δραστήριο κέντρο ἀντιγραφῆς χειρογράφων, φυλάσσονται δύο χιλιάδες ὀκτασίοι χειρόγραφοι κώδικες, ἀπὸ τοὺς ὁποίους πεντακόσιοι εἶναι περγαμηνοί καὶ οἱ υπόλοιποι χαρτῶοι. Πρόκειται γιὰ τὴν 3η μεγαλύτερη συλλογὴ παγκοσμίως βυζαντινῶν χειρογράφων. Δώδεκα ἀπὸ τοὺς περγαμηνοὺς κώδικες εἶναι ἀρχαιότατοι καὶ εἶναι γραμμένοι σὲ μεγαλογράμματη γραφή. Πολλοί κώδικες διακοσμοῦνται μὲ μικρογραφίες. Ανεκτίμητα εἶναι τὰ πενήντα ἕνα λειτουργικὰ εἰλητάρια ποὺ ἀνάγονται ἀπὸ τὸν 10ο ἕως τὸν 15ο αἰῶνα, ἕνα ἀπὸ αὐτὰ ἔχει μῆκος δέκα μέτρων. Σπανιότατος εἶναι ὁ χειρόγραφος κώδικας τῆς Βοτανικῆς τοῦ Διοσκουρίδη. Ἐξαιρετικῆς σημασίας εἶναι ὁ χειρόγραφος κώδικας τῆς Διαθήκης τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου καὶ δύο Βίοι του, τὰ χειρόγραφα Εὐαγγέλια ποὺ δώρησε στὴν Μονὴ ἡ Εἰρήνη Παλαιολογίνα. Φυλάσσεται ἐπίσης σπάνιος κώδικας μὲ Νεαρὲς τῶν Κομνηνῶν αὐτοκρατόρων καὶ πολλὰ σπάνια βυζαντινὰ μουσικὰ χειρόγραφα. Στὴν βιβλιοθήκη φυλάσσονται ἐπίσης εἴκοσι δύο ἀρχαιότυπα βιβλία τυπωμένα πρὶν τὸ 1500, εἴκοσι χιλιάδες παλαιότυπα βιβλία τυπωμένα πρὶν ἀπὸ τὸ 1800, δεκαεννέα χιλιάδες βιβλία τυπωμένα τὸν 19ο αἰῶνα καὶ ἑξήντα χιλιάδες βιβλία ποὺ ἐκδόθηκαν τὸν 20ο αἰῶνα. Ἀπὸ τὰ βιβλία ποὺ τυπώθηκαν πρὶν τὸ 1800, ἑκατὸν πενήντα εἶναι ἀντίτυπα σπανιότατα, καὶ περίπου πενήντα εἶναι τὰ μοναδικά ἀντίτυπα ποὺ διασώθηκαν. Πλούσιο σὲ ἔγγραφο εἶναι καὶ τὸ ἀρχεῖο τῆς Μονῆς, ποὺ περιλαμβάνει διακόσια βυζαντινὰ ἔγγραφα, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἀνεκτίμητης ἀξίας αὐτοκρατορικὰ χρυσόβουλλα, ὀκτὼ χιλιάδες ἔγγραφα στὰ ἑλληνικά, καὶ τέσσερις χιλιάδες στὰ σλαβονικά, τουρκικά, καὶ ῥουμάνικα.

Μεταξὺ τῶν ἀνεκτίμητων θησαυρών ποὺ φυλάσσονται στὸ σκευοφυλάκιο εἶναι τὸ περγαμηνό Εὐαγγέλιο τοῦ Φωκᾶ, τὸ κάλυμμα τοῦ ὁποίου εἶναι στολισμένο μὲ ἀμέθυστους καὶ ἄλλους πολύτιμους λίθους καὶ φέρει μικρογραφίες καὶ μία ἀνάγλυφη παράσταση τοῦ Χριστοῦ. Δώρο αὐτοκράτορος εἶναι ἐπίσης καὶ ἡ ψηφιδωτὴ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου· τὸ δισκάριο ποὺ χάρισε στὴν Μονὴ ὁ ἡγεμόνας τῆς Ἠπείρου Θωμᾶς Πρελιούμπος· τὸ στέμμα καὶ ὁ σάκκος τοῦ Νικηφόρου Φωκᾶ· ἡ πατερίτσα τοῦ πατριάρχη Διονυσίου Γ΄ καὶ τὸ πετραχήλι του ποὺ φέρει παραστάσεις τῶν Εἴκοσι τεσσάρων Οἴκων τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου· ἕνα ῥωσσικὸ εὐαγγέλιο τοῦ 1778, δῶρο τῆς κόρης τοῦ Μεγάλου Πέτρου Ἐλισάβετ Πετρόβνα· τὸ σμαλτωμένο κιβώτιο θυμιάματος ποὺ δώρησε ὁ ἡγεμόνας Ματέι Μπασαράμπ τοῦ 1644· ἕνα μικρὸ συρματόπλεκτο κιβώτιο σὲ σχῆμα κεφαλῆς φιδιοῦ ποὺ περιέχει τὴν ἀπολιθωμένη γλῶσσα μίας ἀσπίδας, μὲ τὴν ὁποία παρασκευάζεται τὸ ἀσπιδόνερο, ποὺ εἶναι ἀντίδοτο σὲ δήγματα φιδιῶν.

Στὸ εἰκονοφυλάκιο, φυλάσσονται περί τὶς δύο χιλιάδες φορητὲς εἰκόνες. Πολλές ἀπὸ αὐτὲς ἀνῆκουν στὴν Βυζαντινὴ ἐποχή. Πολὺ πλούσια εἶναι ἡ συλλογὴ εἰκόνων τοῦ 16ου αἰῶνος, ἀποτέλεσμα τῆς ἐγκαταβίωσης στὴν Μονὴ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη τοῦ μοναχοῦ Θεοφάνη καὶ τῶν υἱῶν του Συμεών καὶ Νεοφύτου.

Ἕνα κατηφορικὸ μονοπάτι εἴκοσι λεπτῶν, ὁδηγεῖ στὸν ἀρσανὰ τῆς Μονῆς. Εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐλάχιστους ἀσφαλεῖς χώρους ἐλλιμενισμοῦ στὴν ἀπόκρημνη ἀνατολικὴ ἀκτὴ τοῦ Ἄθω. Ὁ ἀρσανάς, ἔχει ὀχυρωματικὸ περίβολο, ἀνῆκει δηλαδή στὴν κατηγορία μανδράκι. Ἡ θέση ἐπελέγη ἐξαιτίας δύο χερσονησίδων, ποὺ μαζί μὲ τὴν βραχονησίδα ποὺ βρίσκεται μεταξύ τους δημιουργοῦν ὑπήνεμο ὅρμο καὶ ἀσφαλές  ἀγκυροβόλιο. Ἡ κατασκευὴ τοῦ ἀρσανά, πρέπει νὰ εἶναι ἀπολύτως σύγχρονη τῆς Μονῆς, ὥστε νὰ ἐπιτραπεῖ ἡ ἀσφαλῆς ἐκφόρτωση τῶν ὑλικῶν γιὰ τὴν οἰκοδόμηση τῆς Μεγίστης Λαύρας. Ἡ κατασκευὴ ἑνὸς κυματοθραύστη ὡς συνέχεια τῆς νότιας χερσονησίδας, προστατεύει τὸ λιμάνι ἀπὸ τρικυμίες, καὶ φαίνεται ὅτι ἡ κατασκευὴ χρησιμοποιήθηκε ἐπίσης καὶ γιὰ ἀμυντικοὺς σκοπούς. Τὸ 1886 κατασκευάστηκε ὁ τοῖχος ποὺ ἑνώνει τὴν βόρεια χερσονησίδα μὲ τὴν βραχονησίδα, παρέχοντας προστασία ἀπὸ τοὺς βορειοανατολικοὺς ἀνέμους. Ἐπιπλέον, λατομήθηκε τμῆμα τῆς νότιας χερσονησίδας, ὥστε νὰ διευκολυνθεῖ τὸ ἀγκυροβόλιο. Ἡ ἀνάγκη προστασίας τοῦ ἀρσανὰ ἀπὸ ἐπιδρομὲς πειρατῶν, ὁδήγησε στὴν ἀνέγερση τοῦ ἀμυντικοῦ πύργου καὶ τοῦ μπαρμπακὰ στὴν βόρεια χερσονησίδα. Ἡ πρόσβαση γίνεται ἀπὸ τὴν δυτικὴ πλευρά. Μία τσιμεντένια γέφυρα, χρισμένη κατὰ τὸν Μεσοπόλεμο, ἀντικατέστησε τὴν παλιὰ ξύλινη κινητή γέφυρα. Ὁ πύργος ἔχει πέντε ὁρόφους, κάτοψη σχεδὸν τετράγωνη 8,5Χ9 μέτρα καὶ ὕψος δεκαεπτὰ μέτρα. Σὲ κάθε πλευρὰ τοῦ πύργου, ὑπάρχουν τρεῖς συμμετρικὲς ἀντηρίδες, καὶ ἡ ἐπίστεψη τοῦ πύργου ἑδράζεται πάνω σὲ αὐτές, μὲ ἀποτέλεσμα ὁ πύργος νὰ φαίνεται ἀκόμη πιὸ ἰσχυρὸς καὶ ἀποτρεπτικός. Ἡ ἐπένδυση τῶν ὄψεων μὲ ὁπλισμένο σκυρόδερμα, τὸν ἀλλοίωσε αἰσθητά. Ὁ πύργος, στεγάζεται σήμερα μὲ μία πλάκα σκυροδέρματος ποὺ τοποθετήθηκε ἀπευθεῖας τὸ 1929 στὸ ξύλινο δάπεδο.

Ἡ Μεγίστη Λαύρας, ἔχει τὰ περισσότερα ἐξαρτήματα ἀπὸ κάθε ἄλλη Μονὴ στὸ Ἅγιον Ὄρος. Τὰ ἐξαρτήματά της περιλαμβάνουν· τὶς ἰδιόῤῥυθμες Σκῆτες τῆς Ἁγίας Ἄννης καὶ τω Καυσοκαλυβίων, τὴν κοινοβιακὴ Ῥουμάνικη Σκήτη τοῦ Τιμίου Προδρόμου, ἕξι Καθίσματα ἐκ τῶν ὁποίων κατοικεῖται μόνο τὸ Κάθισμα τοῦ Μυλοποτάμου, δεκαεπτὰ Κελλιὰ στὴν Προβάτα, πέντε-ἕξι Κελλιὰ στὴν Μορφονοῦ, δώδεκα Κελλιὰ στὴν Κερασιά, ὀκτὼ Κελλιὰ στὶς Καρυές, Ἡσυχαστήρια στὶς περιοχές· Κατουνάκια, Καρούλια, Ἅγιο Βασίλειο, Βουλευτήρια, Βίγλα. Περιλαμβάνουν ἐπίσης τὰ παρακάτω προσκυνήματα· Ἁγίασμα Ἁγίου Ἀθανασίου, Σπήλαιο Ἁγίου Πέτρου, Καλύβη Ἁγίου Ἀκακίου, Ναός Προφήτη Ἠλία στὸ Καρμήλιο Ὄρος, Ἡσυχαστήριο Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, Σπήλαιο Ἁγίου Ἀθανασίου, Σπήλαιο Ἁγίου Νείλου.

Ἡ Λαύρα, κατέχει τὴν μεγαλύτερη κτηματικὴ ἔκταση στὴν χερσόνησο μετὰ τὴν Μονὴ Χιλανδαρίου. Κατέχει συνολικά ἑβδομήντα δύο χιλιάδες στρέμματα, δηλαδή τὸ 21,3% τῆς ἀθωνικῆς χερσονήσου.

Τὸ ἀρχαιότερο μετόχι τῆς Μονῆς εἶναι ἡ νῆσος Κυρᾶ-Παναγιὰ τῶν Βορείων Σποράδων, ποὺ αγόρασε τὸ 993 ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος ἔναντι ἑβδομήντα νομισμάτων. Μὲ αὐτοκρατορικὰ χρυσόβουλλα, προσαρτήθηκε ὡς μετόχι ἡ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα στὸ χωριὸ Περιστερά, καὶ ἡ νῆσος Ἅγιος Εὐστράτιος. Πολλά μετόχια τῆς Μεγίστης Λαύρας ἀπαλλοτριώθηκαν ὑπὲρ τῶν προσφύγων. Σήμερα ἡ Μονὴ ἔχει μετόχια τὰ νησιὰ Κυρᾶ -Παναγιὰ καὶ Σκάντζουρα καὶ διατηρεῖ μετόχια στὴν Σκόπελο τὴν Ἁγία Μονὴ καὶ τὸ Κοτρωνάκι, στὴν Σκύρο τὸν Ἅγιο Γεώργιο, στὰ Χανιά τὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου, στὴν Καλαμάτα τὴν Ἁγία Μονή, στὸν Βόλο τὴν Ἁγία Τριάδα, στὴν Ὕδρα τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο, στὸν Ἅγιο Εὐστράτιο καὶ στὴν Συκιά Χαλκιδικῆς. Σὲ παλαιότερες ἐποχές, ἡ εὐχὴ γιὰ νεογέννητο ἀγόρι στὴν Συκιά ἦταν: Μὲ τὸ καλό καὶ πρῶτος βορδονάρης στὴν Λαύρα τοῦ Ἁγίου Ὄρους.

***

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ.

  Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ. Ὁ ἱερομόναχος Ἄνθιμος Παντοκρατορινός (κατὰ κόσμον Ἀντώνιος Κατσαλιάκης,...