ΠΡΟΒΑΤΑ
Μετὰ τὸν ἀρσανὰ τῆς Μονῆς Φιλοθέου, ὁ ἁμαξιτὸς δρόμος διασχίζει κατόπιν τὸν χείμαῤῥο Τσιατάλι. Στὴν ἐκβολή του, ὑπάρχει κομψὸ γεφύρι καὶ ἀρσανόσπιτα. Ὁ χείμαῤῥος, ὁρίζει τὸ σύνορο μεταξὺ τῶν Μονῶν Καρακάλλου καὶ Μεγίστης Λαύρας. Ὁ λάκκος τοῦ χειμάῤῥου καὶ ἡ περιοχή, λέγεται Προβάτα. Εἶναι περιοχή λαυριώτικων κελλιῶν, ποὺ μέχρι τὰ μέσα τοῦ 19ου αἰῶνος λειτουργοῦσε ὡς Σκήτη. Ἡ ὀνομασία προέρχεται ἀπὸ τὸ λατινικὸ privata, ποὺ σημαίνει ἀπομονωμένη, ἀποκεχωρισμένη ἢ probata, ποὺ σημαίνει δοκιμασία. Κατ’ ἄλλη, μᾶλλον εὐφάνταστη ἐκδοχή, ὀνομάστηκε ἔτσι, ἐπειδὴ ἀπὸ ἐκεῖ πέρα πέρασε ὁ Ὅσιος Ἀθανάσιος ὁ Ἀθωνίτης ἀκολουθώντας ἕνα πρόβατο. Ἡ λατινικὴ ῥίζα τῆς ὀνομασίας, συνδέει τὴν περιοχὴ μὲ τὴν γειτονική της τῆς Μορφονοῦ, ὅπου ὑπῆρχε ἡ Μονὴ τῶν Ἀμαλφιτανῶν μοναχῶν. Εἶναι πιθανὸν ἡ Προβάτα νὰ ἱδρύθηκε ὡς σκήτη ἐκείνης τῆς Μονῆς, ἀποκεχωρισμένη γεωγραφικά, καὶ νὰ περνοῦσαν ἐκεῖ τὴν δοκιμασία τους οἱ δόκιμοι μοναχοί. Οἱ μελετητές, τὴν ταυτίζουν μὲ τὴν ἀρχαῖα λαυριώτικη Σκήτη τῆς Γλωσσίας, ποὺ ἤκμασε κατὰ τὸν 14ο αἰῶνα. Πράξη τοῦ Πρώτου τὸ 1071 τὴν συνὑπογράφει ὁ: Ἰωάννης μοναχός καὶ Ἡγούμενος τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων τῶν Γλωσσιῶν. Ἀργότερα, ἐπὶ κεφαλῆς τῆς Σκήτης, ἦταν ὁ Ὅσιος Γρηγόριος ὁ Βυζάντιος ποὺ ἐκοιμήθη τὸ 1308. Ἐπὶ ἐποχῆς τυ,ῦ μόνασε ἐκεῖ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καὶ ἀναγκάστηκε νὰ φύγει ἐξαιτίας τῶν πειρατικῶν ἐπιδρομῶν. Εἰκάζεται ὅτι ἡ σκήτη τῆς Γλωσσίας βρισκόταν στὴν θέση τοῦ σημερινοῦ Κελλιοῦ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τῶν Καστανιάδων, τοῦ ὑψηλότερα εὑρισκομένου Κελλιοῦ τῆς Προβάτας. Ὅταν ἀργότερα λειτούργησε ὑπὸ μορφὴ σκήτης –τὸ 1772 ἀναφέρεται ὡς Μεγάλη Σκήτη- εἶχε τριάντα πέντε κελλιά, καὶ τὸ Κυριακὸ ἴσως ἦταν τὸ Κελλί τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ποὺ ὁπωσδήποτε εἶναι τὸ ἀρχαιότερο. Ἐπιγραφὲς στὶς ὄψεις τοῦ ναοῦ, μαρτυροῦν ὅτι οἰκοδομήθηκε τὸ 1631, καὶ ἱστορήθηκε μὲ τοιχογραφίες τοῦ 1635. Κτήτοράς του ἦταν ὁ γέροντας Ματθαῖος ὁ Πνευματικός, ὁ ὁποῖος ἔδωσε τὸ λείψανο τῆς Ἁγίας Ἄννας στὸν ὑποτακτικό του Δανιήλ, ποὺ μὲ τὴν σειρά τοῦ τὸ δώρησε στὴν ὁμώνυμη Σκήτη.
Τὰ Κελλιά, εἶναι διάσπαρτα μέσα στὴν πυκνή βλάστηση, στὶς πλαγιές πάνω ἀπὸ τὸν ἁμαξιτὸ δρόμο. Μεταξὺ αὐτῶν, εἶναι τὸ Κελλὶ τοῦ Ἁγίου Ἀρτεμίου, ὅπου, στὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰῶνος, μόναζαν πενήντα πέντε Ῥῶσσοι πατέρες, ποὺ εἶχαν κτίσει ναὸ ἀφιερωμένο στὴν Ἁγία Σκέπη καὶ εἶχαν προσπαθήσει ἀνεπιτυχώς, νὰ ἀναγνωριστεῖ τὸ κελλὶ ὡς σκήτη. Ἡ τότε οἰκονομικὴ εὐρωστία τοῦ κελλιοῦ, φαίνεται ἀπὸ τὸν ἀρσανά του στὴν παραλία, κτίσμα τοῦ 1894. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, σὲ τρία κελλιά, ἐγκαταβίωναν Ῥουμάνοι ἀσκητές. Στὸν Ἅγιο Ἀρτέμιο, ἐγκαταβίωσε ὁ πατὴρ Ἐφραίμ, καὶ ὅταν ἡ συνοδεία του αυξήθηκε, μετεγκαταστάθηκε στὴν Μονὴ Φιλοθέου τὸ 1973, ὅπου ἀνέλαβε τὴν ἡγουμενία. Τὸ 1977, τὸ κελλὶ αὐτὸ ὑπέστη σοβαρές ζημίες ἀπὸ πυρκαγιά. Σήμερα, ἔχει ἀνακαινιστεῖ ἐκ βάθρων.
Ὑπάρχουν ἐπίσης τὰ Κελλιά· τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, τῶν Ἁγίων Θεοδώρων, τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου καὶ τῶν Ἁγίων Ἀρχαγγέλων.
Ὁ ναὸς τοῦ εὐρύχωρου Κελλιοῦ τῆς Ἁγίας Τριάδος, εἶναι κατάγραπτος. Οἱ τοιχογραφίες ἔγιναν τὸ ἕτος 1842. Εἶναι λαϊκότροπες, καὶ οἱ θεολογικές τους ἀναφορὲς δὲν εἶναι πάντα στέρεες· οἱ Μυροφόρες, γιὰ παράδειγμα, συναντοῦν στὸν ἀνοιχτὸ τάφο, ὄχι ἕναν ἀλλὰ δύο Ἀγγέλους. Ἔκδηλες εἶναι οἱ δυτικὲς ἐπιδράσεις· ἡ παράσταση τῆς Γέννησης ἀκολουθεῖ τὸ πρότυπο τῆς Ἁγίας Οἰκογένειας ἐνῶ στὴν παράσταση τῆς Ἀναστάσεως, ὁ Χριστός, εἰκονίζεται νὰ ἐξέρχεται ἀπὸ τὸ μνῆμα κρατώντας λάβαρο. Ἡ παράσταση τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρος Γεωργίου τοῦ ἐν Ἰωαννίνοις, πρέπει νὰ εἶναι ἀπὸ τὶς πρωϊμότερες. Ἐξαιρετικὰ περίτεχνο εἶναι τὸ ξυλόγλυπτο ἐπίχρυσο τέμπλο· οἱ ποδιὲς τῶν ἀξιόλογων δεσποτικῶν εἰκόνων, φέρουν περιποιημένο μπαρὸκ ἄνθινο διάκοσμο.
Στὸ Κελλὶ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τῶν Κρανιάδων, ὁ ναὸς οἰκοδομήθηκε ἐκ βάθρων τὸ 1887, ἀπὸ τοὺς ἱερομονάχους Δαβὶδ καὶ Παντελεήμονα. Ἡ ἐπιμελημένη τοιχοποιΐα τῶν ὄψεων, τὰ ἀετώματα καί, κυρίως, ὁ κυκλικὸς φεγγίτης, πάνω ἀπὸ τὴν κόγχη τοῦ ἱεροῦ, φέρνουν ἔντονα στὸν νοῦ κτήρια τῆς Βιομηχανικῆς Ἐπανάστασης. Δὲν παραξενεύει λοιπόν τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἀδελφότητα εἶναι γνωστὴ ἀνὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος γιὰ τὸ ἐργόχειρό τῆς· τὴν λευκοσιδηρουργία καὶ τὴν ἐπικάλυψη στεγῶν μὲ φύλλα μολύβδου. Ἐντυπωσιακό εἶναι τὸ ἐργαστήριο. Στὸν ναό, τὴν παρουσία τῶν Ῥώσσων στὴν περιοχή, ὑπενθυμίζουν οἱ ῥωσσικῆς τέχνης ὁλόσωμες δεσποτικὲς εἰκόνες, ἐνῶ μία χάρτινη εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ὄχι ἁπλῶς ὑπενθυμίζει τὴν ἄσκησή τοῦ στὴν Σκήτη τῆς Γλωσσίας, ἀλλὰ μαρτυρεῖ τὴν τιμὴ ποὺ τοῦ ἀπέδιδαν οἱ Κολλυβάδες. Ἰδιαίτερα ἀξιόλογη εἶναι μία εἰκόνα τῆς Θεοτόκου Βρεφοκρατούσας, ποὺ εἰκονίζεται καθισμένη σὲ περίτεχνο θρόνο.
Ὁ ναὸς τοῦ Κελλιοῦ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα, εἶναι ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους κελλιώτικους ναούς. Αγιογραφήθηκε πρόσφατα· οἱ τοιχογραφίες εἶναι τοῦ 1998. Τὸ κελλί ἀναφέρεται σὲ ἔγγραφο τοῦ 1018/1019 καὶ ἔχει τὴν φήμη τοῦ πιὸ ἀριστοκρατικοῦ κελλιοῦ στὸ Ἅγιον Ὄρος. Στὸ ἐπίσημο ἀρχονταρίκι, βρίσκεται ἡ ὡραιότερη ἁγιορείτικη χτιστὴ σόμπα
***
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου