ΣΤΟ ΛΑΥΡΙΩΤΙΚΟ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙ.
Μόλις τρυποῦσε τὸ ἐπιθήλιο τῆς θάλασσας καὶ σιγανέβαινε ὁ χρυσοπύρινος δίσκος, ὅταν ἐμεῖς εἴχαμε τελειώσει τὴν δικιά μας Θεία Λειτουργία, στὸ ἀρχαιοπρεπέστατο Κοιμητηριακὸ Ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων.
Καὶ στὸ Καθολικὸ γινότα βέβαια παραλλήλως ἡ καθιερωμένη ἀντίστοιχη. Εἶχα προτιμήσει ὅμως τούτη, καταμεσὶς στὸ σιωπηρὸ βασίλειο τῶν προαπελθόντων ἀδελφῶν συλλαυριωτῶν μου. Ἤμασταν δὲν ἤμασταν καμμιὰ δεκαριὰ πατέρες.
Ταπεινὸ καὶ ἡσύχιο τὸ περιβάλλον, σιγηλὲς καὶ πραεῖες οἱ ἐκφωνήσεις τοῦ ἱερουργοῦντος, ἀκόμα πιὸ ἤρεμες καὶ λιτὲς οἱ ἀνταποκρίσεις τῶν μοναχῶν ψαλτῶν. Ὅλοι καταλαβαίναμε πὼς δὲν ἅρμοζαν στὸ ὅλως αἰδέσιμο τοῦ τόπου καὶ τῆς ἡμέρας οἱ λαρυγγισμοὶ καὶ οἱ φωνητικὲς ἐπιτηδεύσεις. Διακρινόταν ἀπὸ τὸ παράθυρο τῆς αὐγῆς τὸ χάραγμα καὶ συγκινοῦσε τὰ ἐντός μας τὸ μισοῦ περίπου στρέμματος λειψανοδόχο πλάτωμα μὲ μπηγμένους ἀπ’ εὐθείας στὸ χῶμα τοὺς σταυροὺς τῶν τελευταίων ἐνταφιασμένων μακαριτῶν. Ἀστραπιαία ἡ σκέψις στὸ ποὺ χώρεσαν καὶ ἀναπαύτηκαν σὲ αὐτὸ τόσες χιλιάδες Λαυριωτῶν· καὶ στὸ τίς οἶδε πόσες ἀκόμα πρόκειται νὰ χωρέσουν!.
Στὸ Τρισάγιο καὶ στὰ θυμιαζόμενα κόλλυβα, δέσποσε ἡ εἰδικὴ αἴτησις «ὑπὲρ ἀναπαύσεως πάντων τῶν ἐπ’ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου, κεκοιμημένων εὐσεβῶς ὀρθοδόξων χριστιανῶν, βασιλέων, πατριαρχῶν, ἀρχιερέων, ἱερέων, ἱερομονάχων, ἱεροδιακόνων, μοναχῶν, μοναζουσῶν, πατέρων, προπατόρων, πάππων, προπάππων, γονέων, τέκνων, ἀδελφῶν καὶ συγγενῶν ἡμῶν, ἐκ τῶν ἀπ’ ἀρχῆς καὶ μέχρι τῶν ἐσχάτων, καὶ ὑπὲρ τοῦ συγχωρηθῆναι αὐτοῖς πᾶν πλημμέλημα ἑκούσιόν τε καὶ ἀκούσιον». Φρόντισε ὁ ἱερὸς συντάκτης νὰ μὴν παραλειφθῇ κανεὶς θνητὸς ἀπὸ τοῦτον τὸν πρὸς ἔλεος καὶ συγχώρηση ἀπαγγελόμενο κατάλογο.
***
Βρῆκα ἀφορμὴ νὰ καθυστερήσω μετὰ τὴν ἀπόλυση. Πῆραν τὸ πρὸς τὸ Μοναστήρι λιθόστρωτο οἱ πατέρες, μασουλῶντας μετὰ τὸ ἀντίδωρο τὰ εὐλογηθέντα κόλλυβα· καὶ ὡς ὑπολόγισα ὅτι ὅλοι θὰ βρίσκονταν ἤδη στὴν αὐλὴ καὶ πρὸς τὴν Τράπεζα, ἄρχισα ὁλομόναχος νὰ περιέρχωμαι τοὺς πέριξ ἀναπαυτηρίους χώρους. Ἤθελα νὰ κάνω δικῆς μου κρυφίας πρωτοτυπίας μνημοσύνη στοὺς νεκρούς, καὶ προσευχὴ στὸν Πανάγαθο, εἴτε μὲ αὐτοσχέδιες ἀναφορὲς εἴτε σιγοψάλλοντας τὰ καθιερωμένα· καὶ μᾶλλον θυμήθηκα ἀρκετά.
***
Βάδισα πέρα δῶθε τὸν χώρο τῆς ταφῆς, ἐπεσήμανα τοὺς ἰσοπεδωμένους τῶν προηγηθέντων τάφους· σὲ σκόνη ἀσφαλῶς θὰ εἶχαν μεταβληθῆ τὰ λείψανα ἐντός των· διέκρινα τοὺς χωμάτινους σωροὺς τῶν προσφάτων τεθαμμένων καὶ διάβασα προσφιλῶν συμμοναστῶν μου ὀνόματα, γραμμένα κατὰ τὴν συνήθεια στοὺς πρὸς κεφαλὴν μπηγμένους ἁπλοὺς ξύλινους Σταυρούς των· ὅσα δηλαδὴ ἡ πολυκαιρία καὶ οἱ χειμωνιάτικες συνθῆκες δὲν τὰ εἶχαν ἀπαλείψει ἀκόμη.
Κοντοστάθηκα γιὰ νὰ κατασταλάξω σὲ συμπέρασμα ἂν ἦταν προνόμιό μου, ποὺ στεκόμουν ἐνσάρκως ὄρθιος καὶ ὄχι μὲ ὀριζιοντιωμένα καὶ τὰ δικά μου κατάλοιπα ἀνάμεσά τους ἢ εὐεργετικὴ παράτασις ἐλέους ἀπὸ Θεοῦ Κριτοῦ, ἀναμένοντος τοῦ βίου μου τὴν διόρθωσιν καὶ τῆς μετανοίας μου τοὺς ἐξιλεωτικοὺς καρπούς.
Ὕστερα, ἀπὸ τὴν μπροστινὴ ἡμιυπόγεια καγκελόφρακτη εἴσοδος, βρῆκα τὸν τρόπο νὰ τρυπώσω καὶ βρεθῶ, στὸ κάτω ἀκριβῶς ἀπὸ τὸν ναὸ σταυροθολιοστέγαστο ζῶρο, ὅπου φυλάσσεται ἡ σωρεία τῶν ὀστῶν ὅλων τῶν προαπελθόντων Λαυριωτῶν.
Πυραμίδα ἄτακτη, αὐτοσύνθετη· θημωνιὰ ἀκουμπισμένη σὲ ὅλη τ]ὴν ἐπιφάνεια τοῦ δυτικοῦ τοίχου, ἀπὸ μηριαῖα, κνημικά, πλεύρια, κερκίδες, ὠλένες· καὶ τὰ ἄλλα· τὰ καημένα, τὰ μικρότερα· σπόνδυκοι, φαλλαγικὰ χεριῶν καὶ ποδιῶν, παραγέμισμα τῶν ἐνδιαμέσων κενῶν, γιὰ νὰ στηρίζουν τὴν πρωτότυπη ὀστεομᾶζα καὶ νὰ τὴν κάνουν κατὰ τὸ δυνατὸν συμπαγῆ καὶ στεκούμενη. Καὶ ἡ κορυφή της μόλις σπιθαμὴ κάτω ἀπὸ τὴν κλαβανή, ἀπὸ ὅπου ἀνοίγοντάς την ἀπὸ πάνω ὁ κοιμητηριακὸς μοναχός, ἀδειάζει, καὶ θὰ ἀδειάζει τὸ κασσελάκι ποὺ τὸ εἶχε γεμίσει μὲ τὰ κόκκλα τοῦ τελευταίου ἀδελφοῦ ποὺ ξέθαψε μὲ τὶς συγχωρετικὲς τοῦ ἐφημερίου εὐχές, γιὰ νὰ τὸ ἔχει ἕτοιμο γιὰ τὸν ἐπιλαχόντα.
Ἀρκετὲς κάρες τοποθετημένες σὲ σειρά. Μερικὲς καὶ μὲ τὸ ὄνομα γραμμένο στὸ μέτωπο. Ἀπόδειξις μερίμνης καὶ ἀγάπης συμμοναστοῦ ἢ καὶ ὑποτακτικοῦ γιὰ ἰδιαιτερότητα καὶ εὔκολο ἐντοπισμὸ τοῦ προσφιλοῦς τοῦ ἀποιχομένου· ἀλλὰ γιὰ πόσο καιρό;
Ἄλλες ὅμως ἀνάκατα, ῥιγμένες καὶ αὐτὲς στὸ μεγάλο σωρὸ ἢ κατακρυλισμένες στὸ δάπεδο τὸ χωματένιο, λὲς καὶ μὲ τούτη τους τὴν προσγείωση ἐπεδίωξαν νὰ φυτευθοῦν στὴν γῆ καὶ νὰ γίνουν μὲ τὸ χῶμά της ἕνα· γιὰ νὰ θυμίσουν τὸ «ἔπλασεν ὁ Θεὸς τὸν ανθρωπον, χοῦν λαβὼν ἀπὸ τῆς γῆς, καὶ ἐνεφύσησεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πνοὴν ζωῆς, καὶ ἐγένετο ἄνθρωπος εἰς ψυχὴν ζῶσαν» (Γενέσεως Β, 7), ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ τεκμηριώσουν τὸ «ἕως τοῦ ἀποστρέψαι σε εἰς τὴν γῆν ἐξ ἧς ἐλήφθης, ὅτι γῆ εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ» (Γενέσεως Γ, 19)
Θὰ ἔπρεπε ὅμως, τοῦτο τὸ κατάλοιπο τοῦ προσώπου τοῦ τετελευτηκότος, ποὺ διασώζει ἀκόμα κάποια θεότευκτη τάξη, κάποια ἰχνικὴ ἁρμονία καὶ προσανατολισμό, καὶ ποὺ κάποτε, ἐνδεδυμένο μὲ τὴν σάρκα καὶ τὴν λίγη ἢ πολλὴ ὡραιότητα καὶ τὸ κάλλος της, ποὺ ζοῦσε καὶ ἐκινεῖτο μὲ συγκεκριμένο ὄνομα καὶ ἐπώνυμο, ποὺ ἦταν σεβαστὴ προσωπικότης καὶ ὁμοία της δὲν ὑπῆρχε σὲ ὅλη τὴν πλάση, νὰ τύχαινε καλλιτέρας μεταχειρίσεως καὶ τοποθετήσεως μέσα σὲ αὐτὸν τὸν ὑγρό, ὀλιγοφεγγῆ καὶ ἄκρως ἀνοικτίρμονα χῶρο.
Εἶναι φρικτὸ νὰ τὸ βλέπεις χωμένο κατακούρελα γιὰ ἀκόμη μία φορὰ στὸ χῶμα. Καὶ εἶναι ἀνυπόφορο νὰ σὲ βλέπει κάποιο ἄλλο, ἀπαράδεκτα ὑπὸ γωνίαν καὶ οἱονεὶ διαμαρτυρόμενο· καὶ ἀκόμα πιὸ τραγικὸ καὶ σπαραξικάρδιο νὰ σὲ βλέπει κάποιο ἄλλο ἀπὸ παρὰ πέρα, ἐκ τῶν κάτω πρὸς τὰ ἄνω, μὲ τὴν ὀροφή του μισοχωμένη στὸ χῶμα καὶ τὸ τρῆμα χάσκον καὶ οἱονεὶ μαστίζον νοερῶς τὴν σκληρότητα, τὴν ψυχρότητα, τὴν ἀναλγησία καὶ τὴν ἀδιαφορία σου.
Ὑπάρχουν καὶ κιβωτίδια πλήρη, στοιχειώδους φροντίδος καὶ ἐπιμελείας. Θὰ ἦταν προκατόχων τῆς γενεᾶς μας. Καὶ ἄλλα ὅμως πεπαλαιωμένα, ἀποσεσαθρωμένα καὶ κενά. Ἐξετέλεσαν κάποτε τὴν ἀποστολή τους, ἀθροίστηκε τὸ περιεχόμενό τους στὴν θημωνιὰ καὶ τώρα ἀργοσήπονται καὶ αὐτὰ στὴν ἄκρη.
Στῆς θημωνιᾶς τὴν βάση ἀσφαλῶς θὰ χώνεψαν τὰ κόκκαλα τῶν πατέρων τῆς πρώτης γενιᾶς καὶ κουρᾶς τοῦ ἱδρυτοῦ τῆς μοναστικῆς ἀδελφότητος Ἁγίου Ἀθανασίου· καὶ ποιὸς ξέρει πόσες ἀκόμη.
Ἀπὸ κάτω, τῆς γῆς τὸ χῶμα, θὰ βυζαίνει, θὰ βυζαίνει, τὸ πρὸς τὰ κάτω συμπιεζόμενο βαρὺ στρῶμα τῶν ὀστῶν, καὶ ὁλοένα θὰ τὸ χωνεύει καὶ θὰ τὸ ὁμοιοποιῇ. Ἀπὸ πάνω καὶ στὴν κορυφή τους θὰ προστεθοῦν καὶ τὰ τῆς συγχρόνου γενιᾶς μας καὶ τὰ προσωπικὰ ἑνὸς ἐκάστου μας, ὅταν θὰ ἔρχεται ἡ ὥρα μας, καὶ θὰ προστίθενται καὶ τὰ τῶν ἑπομένων ἕως τῆς συντελείας τῶν αἰώνων, καὶ θὰ μένει σταθερὸς τῆς θημωνιᾶς ὁ ὄγκος, γιὰ νὰ διατηρῆται ἡ συμμετρία της μὲ τοῦ κοιμητηρίου τὶς διαστάσεις καὶ τοῦ ταβανιοῦ τὸ ὕψος.
***
Πρέπει νὰ πέρασε κάμποση ὥρα καθὼς παρατηροῦσα σύννους καὶ ἐπαληθεύων τὰ θρήνων ἄξια κατάλοιπα τῆς μυριοπροσώπου φάλαγγος καὶ χορείας τῶν κεκοιμημένων πατέρων καὶ ἀδελφῶν τῆς ἱερᾶς Μάνδρας τοῦ περικλεοῦς Ἁγίου Ἀθανασίου. Ἔμεινα ἀνάμεσά τους ἐπὶ ἀρκετὴ ὥρα καὶ αἰσθάνθηκα τόσο κοντὰ καὶ μαζί τους. Θὰ ἦταν ὀδύνη δυσβάστακτη ἐὰν δὲν τοὺς αἰσθανόμουν ζῶντας καὶ ὑπάρχοντας ὅλους· καὶ φρίκη ἀποτρόπαιη, ἐὰν στὸ τέρμα τοῦ μέλλοντος δὲν πίστευα πὼς τοῦτα τὰ κόκκαλα δὲν θὰ ἀνωρθώνονταν σὲ ἀσυγκρίτως τελειότερες καὶ θειότερες -ἀπὸ ὅσο πρῶτα- καὶ ἀγγελοειδεῖς ὑπάρξεις.
***
Μὲ τὸ ποὺ μπῆκα στὴν κέλλα μου, ἀναζήτησα τίς –βάσει τοῦ κώδικος Κουβαρᾶ καὶ ἄλλων ἀρχειακῶν τεκμηρίων- ἐξακριβώσεις καὶ ἀπαριθμήσεις τῶν Λαυριωτῶν Πατέρων σὲ σχετικὴ ἔρευνα τοῦ Γέροντος Διακο-Γερμανοῦ, ἀπὸ θεμελίωσεως τῆς Μονῆς ἀπὸ τὸν ὅσιο ἱδρυτή της τὸ 961, καὶ μέχρι τῶν ἡμερῶν του τὸ 1929:
Α) Πατριάρχαι 36, Β) Ἀρχιερεῖς 144, Γ) Ἡγούμενοι 164, Δ) Ἱερομόναχοι 2.939, Ε) Διάκονοι 42, ΣΤ) Μοναχοὶ 12.379, Ζ) Εἰς μετόχια 170, Η)... καὶ κατέληξα στὸ σύνολο τῶν ἐξακριβωμένως ἐνταφιασθέντων στὸ ὑπερχιλιόχρονο τοῦτο Κοιμητήι ποὺ τὸ ἀνεβάσει στὶς 15.692.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου