ΚΗΔΕΙΑ ΠΑΠΑ-ΝΙΚΑΝΟΡΟΣ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗ
Δὲν εἴχαμε καλά-καλὰ τελείωσει τὴν ἐξόδιο ἀκολουθία τοῦ προσφιλοῦς μας Διακόνου καὶ μᾶς πληροφόρησαν ὅτι καὶ ὁ ἀπὸ μηνὸς περίπου ἀσθενῶν καὶ κλινήρης παπα-Νικάνωρ Καυσοκαλυβίτης, ἐξεδήμησε καὶ ἐκεῖνος πρὸς τὸν Κύριον.
-Ἀσυνήθως μαζεμένους μᾶς παίρνει ὁ Πανάγαθος Θεός, Δέσποτα· ἔγειρε στὸ πλάϊ μου καὶ ψιθύρισε λελευκασμένος πνευματικός.
-Τὸ ἴδιο σκέφτηκα καὶ ἐγώ, Γέροντα· ἀρκεῖ νὰ μᾶς βρίσκει ἑτοίμους καὶ ἀξίους τῆς Βασιλείας Του· ἀπήντησα.
***
Τὴν ἑπομένη (Σάββατο, 17/30 Μαΐου), ἀποχαιρετούσαμε τοὺς Ἁγιαννανίτας, ζωντανοὺς καὶ πεθαμένους, καὶ πλέαμε πρὸς τὰ ἀκρότομα καὶ φρικαλέα Καρούλια, καὶ ἀκολούθως σκαρφαλώναμε πρὸς τὰ ἀσκητικώτατα Καυσοκαλύβια. Ποιὸς δὲν θὰ ἤθελε νὰ ἀποχαιρετίσει ἐξοδίως τὸν παπα-Νικάνορα, τὸν πρύτανι τοῦτον τῆς Σκήτεως καὶ τὴν ζῶσα ἱστορία της;
Τεταμένος τώρα μπροστά μας καὶ αὐτός, ἀνάμεσα σὲ ἀναμμένα θυμιατὰ καὶ μανάλια, καταμεσὶς τοῦ Κυριακοῦ, στὸ ὁποῖο πρωτομπῆκε νέος δεκαέννεα ἐτῶν, καὶ τὸ ἀποχαιρετᾷ σήμερα ὀγδόντα πέντε ἐτῶν. Μία ὁλόκληρη ζωὴ πεισμόνως ῥιζωμένος στὰ ἀπόκρημνα τῆς Σκήτης. Τὴν πέρασε στερέμνιος στὴν θεία κλῆσι καὶ σκαλίζοντας τοῦτα τὰ κακοτράχαλα κρεμαστὰ πεζούλια καὶ ἀνεβοκατεβαίνοντας τὰ ἱδρωτοκοπημένα καλτερίμια της.
Θὰ τὸν ἔβλεπες μὲ τὸ κομποσχοίνι ἢ τὸ δικέλλι στὸ χέρι, ὅταν σταματοῦσε τὸ πλέξιμο τῆς μαλλίνας στὴν μηχανὴ καὶ ὅταν δὲ περιήρχετο τὰ Μοναστήρια φορτωμένος τὸ ἐργόχειρο στὴν πλάτη του, πρὸς διάθεσή του. Δύσκολα τὰ χρόνια ἐκεῖνα νὰ ἐξοικονομήσεις τὰ πρὸς τὸ ζῆν καὶ δυνατὴ ἡ συναίσθησις τοῦ χρέους πρὸς τὰ γερόντια τῆς συνοδείας. Καὶ οἱ νηστεῖες αὐστηρές, οἱ μετάνοιες πολλές, καὶ ἀπανωτὲς οἱ ἀγρυπνίες.
***
Ἔβαλα εὐλογητὸ ἀπὸ τὸν θρόνο καὶ ἄρχισε ὁ διαβαστὴς τὸν ἐνεννηκοστὸ ψαλμό. Γεμάτα τὰ στασίδια τῶν χορῶν ἀπὸ παπάδες μὲ πετραχήλια καὶ φαιλόνια, καὶ ὅλα τῶν ἄλλων χώρων, μέχρι καὶ τοῦ ἐξωνάρθηκος, ἀπὸ μοναχοὺς καὶ παρατυχόντας ἢ πρὸς τοῦτο κοπιάσαντας λαϊκούς. Κανεὶς δὲν ἔμεινε ποὺ νὰ μὴν κρατοῦσ εμελισσοκέρι· τυπικὸ ἀπαρέγκλιτο καὶ μέριμνα τῆς πενθούσης συνοδείας· ἀλλὰ καὶ ὅταν ἀκόμη ὁ ἀπερχόμενος εἶναι τελευταῖος καὶ ἀδιάδοχος, ἀφοῦ προθύμως προσφέρουν γιὰ τὴν τήρησή του οἱ συνασκηταὶ ἢ οἱ σύγκελλοί του.
Προχωροῦσε σεμνὰ ἡ ἀκολουθία τοῦ ἐξοδιαστικοῦ καὶ συλλογιόμουν, ὅτι δὲν μοῦ ἔτυχε ἄλλοτε νὰ προστῶ καὶ ἐξάρξω τῆς τελέσεώς της κατὰ τρεῖς συνεχόμενες ἡμέρες.
Φθάσαμε στὰ ἀντίφωνα τοῦ βαρέως ἤχου: «Ἐν τῷ νότῳ ὁ σπείρων θλίψεις, νηστείας μετὰ δακρύων, οὗτος χαρᾶς δρέψεται, δράγματα ἀειζωτροφίας».
Πόσες φορὲς ἆραγε ἔψαλε τοῦτα τὰ ἀντίφωνα σὲ τοῦτο τὸ Κυριακὸ ὁ μακαριστός; Νὰ εἶναι ἆραγε δύσκολη ἡ προσπέλασις τῶν οὐρανίων τελωνίων; Νὰ εὗρε ἆραγε παρὰ τῷ Δικαίῳ Κριτῇ ἔλεος, χάρη καὶ παῤῥησία; Μπήκαμε καὶ στοὺς μακαρισμούς.
***
Πότε ἦταν ποὺ τὸν συνήντησα καὶ μίλησα μαζί του γιὰ τελευταία φορά; Τὸ Σάββατο τοῦ Λαζάρου ἑσπέρας· λίγο προτοῦ ἀρχίσει ἡ ἀγρυπνία τῆς Κυριακῆς τῶν Βαΐων κοπιάσαμε μὲ τὸν Γέροντα Ἐφραὶμ ἀπὸ τὸν Ἅγιο Νεῖλο, καὶ τὸν ἐπισκεφθήκαμε στὴν Καλύβα. Αἰσθανόταν εὐδιάθετος καὶ ἔλαμπε ἀπὸ χαρὰ γιὰ τὴν φιλάδελφο ἐκδήλωση. Ἔδειχνε δὲ νὰ σκιρτᾷ ἡ ψυχή του ὅταν εὐχηθήκαμε καὶ τὰ δέοντα γιὰ τὴν πρόσφατη κουρὰ τοῦ δοκίμου ὑποτακτικοῦ του, ποὺ τὸν ὠνόμασε Νικάνορα.
Νόμισα πὼς ἦταν κατάλληλη ἡ ἀφορμὴ καὶ χαριτολόγησα: «Εἶσαι πανευτυχής· φρόντισες καὶ γιὰ τὸν πατέρα Παῦλο διάδοχο· ἀλλὰ καὶ ἀνέστησες, εὐλογημένε, τὸν παπα-Νικάνορα, προτοῦ ἀκόμα πεθάνει». Γέλασε καλοκάγαθα καὶ ἔδειχνε νὰ ἀπολαμβάνει τὴν χαρὰ ἡ καρδιά του. Ἀλλὰ ὅταν πρότεινα νὰ κάνει κουράγιο νὰ κατεβοῦμε μαζὶ τὰ σκαλιὰ καὶ νὰ συναγρυπνήσουμε στὸ Κυριακό, ἀλλοιώθηκε ἡ ὄψις του καὶ δείχνοντας δύσθυμα τὰ πόδια του, εἶπε: «Τὸ θέλει ἡ ψυχή μου, Δέσποτα, ἀλλὰ δὲν μπορῶ, δὲν μὲ κρατάνε τοῦτα τὰ ῥημάδια· τρέμουν τὰ ταλαίπωρα μόλις κάνω μερικὰ βήματα».
***
Ὁσιακὴ μορφή· μέχρι τὴν ζώνη του ἡ γεννειάδα, ἐκφραστικὰ καὶ βαθυστόχαστα τὰ μάτια του, βαρειὰ καὶ ἀνδροπρεπὴς ἡ ἄρθρωσις τῶν λέξεων, ἁπλοϊκὴ ἡ διατύπωσις τῶν σκέψεών του, μόνιμη ἡ ἔκφρασις τῆς χαρᾶς στὸ πρόσωπό του. Εὐγενής, καταδεκτικός, φιλόξενος. Θὰ μᾶς λείψει ἡ κυπαρισσένια του κορμοστασιὰ καὶ ἡ βιβλική του φυσιογνωμία, ποὺ κάλλιστα θὰ μποροῦσε νὰ παρεντεθῆ στὶς Πρωτατινὲς τοιχογραφίες τῶν πινελλιῶν τοῦ Πανσελήνου...
Καὶ τὸ χῶμα λιγοστὸ στὴν Σκήτη τοῦ σαλοῦ Καυσοκαλύβη. Σὲ συνωστισμὸ καὶ οἱ ἐν Κυρίῳ κοιμώμενοι σὲ τοῦτο τὸ πεζούλο. Σύῤῥιζα μὲ τὸ μεγάλο κυπαρίσσι, τὸν μοναδικὸ σύντροφο τῶν ἀναπαυομένων, ὁ ἀνοιχτὸς τάφος στὴν βορειοανατολικὴ γωνιά. Οὔτε ἕνα κρῖνο τοῦ ἀγροῦ ἐδῶ· οὔτε ἕνα ἀγριολούλουδο στὸ κατάξερο Καυσοκαλυβίτικο Κοιμητήρι. Τελέσαμε τὸ τελευταῖο Τρισάγιο καὶ διάβασα τὶς μεγάλες συγχωρητικὲς εὐχές. Τὸν καλύψαμε καὶ κάναμε τὸ καθιερωμένο ἐπιτάφιο κομποσχοίνι.
Εὖγ στὸν διάδοχό του, ἀγαπητό μας πατέρα Παῦλο. Πλούσια καὶ γιὰ χορτασμὸ ὅλων ἡ παρατεθεῖσα Τράπεζα· καὶ εὐλογία σὲ ὅλους ἀνεξαιρέτως, γιὰ κομποσχοίνι καὶ συγχώριο τοῦ μακαριστοῦ Γέροντός του· αἰωνία του ἡ μνήμη.
***


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου