ΜΙΑ ΚΑΡΑ ΣΤΟΝ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΙΚΟ ΘΑΛΑΣΣΟΑΦΡΟ
Διηγεῖται ὁ πατὴρ Παῦλος ὁ Καυσοκαλυβίτης στὸν Ῥοδοστόλου Χρυσόστομου:
Οἱ Γεροντᾶδές μου μοῦ εἶπαν ὅτι στὶς ἡμέρες τους συνέβη τὸ θαυμαστὸ μὲ τὴν κάρα, ποὺ ἔπλε στὸν ἀφρὸ καὶ σιγοξέσερνε τὰ ἴσαλα τῆς βραχοπλαγιᾶς τοῦ νησιοῦ τοῦ Ἁγίου Χριστοφόρου. Κάποιας τρελλο-Νοτιᾶς θεόρατο κῦμα θὰ τὴν εἶχε ἁρπάξει ἀπὸ ἐκεῖ ἐπάνω, καὶ τὴν πέταξε ἀπὸ τούτη τὴν μεριὰ τοῦ πελάγου. Ὁ μακαρίτης Γερο-Μιχαήλ, μὲ τὸν Διακο-Γεώργιο τῆς συνοδείας τῶν Ἰωασαφαίων, ἦταν αὐτοὶ ποὺ τὴν βρῆκαν, ὅταν πῆγαν γιὰ ψάρεμα πρὸς τὰ ἐκεῖ.
Μᾶς ἐξέπληξε ἡ ἀφήγησις. Λίγο πρᾶγμα εἶναι, Δέσποτα, νὰ πλέει γιὰ μερόνυχτα κάρα στὸν ἀφρὸ μὲ τόσες τρύπες; Ψαροκρατούνα μαθὲς εἶναι; Καὶ γιατὶ τὰ κύματα δὲν τὴν ἔσμπρωχναν πρὸς τὰ βράχια νὰ τὴν κάνουν τσόφλια καὶ θρύμματα ἢ νὰ τὴν πάρουν τὰ ῥέματα καὶ ὁ ἀέρας μακρυὰ καὶ νὰ χαθῇ, ἀλλὰ ἐπέμενε καὶ στὶς δύο φορὲς νὰ πλέει ἐκεῖ μπροστὰ στὸ νησάκι τοῦ Ἁγίου;
Τὰ ἄλλα εἶναι γνωστά· τὴν παραμάζεψε ὁ Γερο-Μιχαὴλ ἀπὸ τὸν ἀφρό, παραξενεμένος πολὺ γιὰ τὸ ὅτι ἔπλεε καὶ δὲν βούλιαζε· τὴν τοποθέτησε στῆς βάρκας του τὴν πλώρη καὶ εἶχε σκοπὸ νὰ τὴν ἀνεβάσει στὸ Κυριακὸ καὶ νὰ τὴν τοποθετήσει στοῦ Κοιμητηρίου τὰ ῥάφια, δίπλα μὲ τὶς ἄλλες τῶν προκατόχων μας.
Δὲν τελεσφόρησε ὅμως ἡ πρόθεσις, γιατὶ ὅταν τελείωσε τὸ ψάρεμα καὶ ἐπέστρεψαν στὸν ἀρσανᾶ, ἐπακολούθησε μεταξὺ τοῦ Γέροντος Μιχαὴλ καὶ παρατυχόντων ἀσκητῶν, ζωηρὸς διάλογος καὶ ἐπίκρισις τῆς ἐνεργείας. Οἱ περισσότεροι ἔλεγαν ὅτι στὸ Κοιμητήρι τῆς Σκήτης, φυλάσσονται ἀμιγῶς μόνο τὰ ὀστᾶ τῶν ἀποθανόντων Καυσοκλαυβιτῶν καὶ ὅτι θὰ ἦταν παράβασις τῆς καθεστηκυίας τάξεως ἡ φιλοξενία κάρας ἔξωθεν ἐλθούσης.
Τὴν ἔντονη συζήτηση καὶ διχογνωμία, τερμάτισε κάποιος τολμηρὸς μοναχός, ὁ ὁποιῖος σκεφθεὶς ὅτι τούτη, ἡ στὸν ἀρσανᾶ μεταξὺ ὀλίγων διαφωνία καὶ λογομαχία, μὲ τὴν μετακομιδὴ τῆς κάρας στὴν Σκήτη καὶ στὸ Κυριακό, θὰ μποροῦσε νὰ προκαλέσει μεῖζον πρόβλημα διασαλευτικὸ τῆς εἰρήνης, τῆς ἡσυχίας καὶ τῆς ἀγάπης ὅλων τῶν ἀσκητῶν, -κάπως ἔτσι δὲν ξεκίνησαν τὰ κολλυβάδικα ἀπὸ τοὺς Ἁγιαννανῖτες καὶ ἔτσι πολὺ παλαιότερα δὲν φούντωσαν στὸ Ὄρος καὶ στὴν Πόλη οἱ ἡσυχαστικὲς ἔριδες;- τὴν ἅρπαξε ἀπότομα καὶ (κατὰ τὴν μαρτυρία τοῦ ἀγαπητοῦ μου Καυσοκαλυβίτη Γέροντος Χαραλάμπου) μὲ ὅση δύναμη καὶ ὁρμὴ διέθετε, τὴν ἐκσφενδόνισε στὸ πέλαγος. Σιπώησαν αὐτόματα ὅλοι καὶ ἀρκέσθηκαν στὸ ἑξῆς νὰ παρατηροῦν τὰ σκαμπανεβάσματά της στὰ κύματα τοῦ μελτεμιοῦ, ποὺ ὅλο καὶ περισσότερο δυνάμωνε ἐκείνη τὴν ὥρα. Ὕστερα, βουβοὶ καὶ ἀμίλητοι, πῆραν τὰ πετροσκαλιὰ καὶ ἀνηφόριζαν τὸ μονοπάτι.
***
Πέρασε κάμποσος καιρός, καὶ τὸ γεγονὸς πήγαινε νὰ λησμονηθῆ. Ἀλλά, ὁ Γερο-Μιχαήλ, ξαναπῆγε γιὰ ψάρεμα πρὸς τὴν περιοχὴ τοῦ Ἁγίου Χριστοφόρου, καὶ νάτην πάλι μπροστά του ἡ κάρα, στὸ ἴδιο ἀκριβῶς μέρος ποὺ τὴν βρῆκε καὶ τὴν πρώτη φορά. Τὴν παραμάζεψε καὶ πάλι, ἀλλὰ τούτη τὴν φορὰ ἔκρινε πὼς ἐπιθυμία τῆς κάρας ἦταν νὰ μὴν ἀναπαυθῇ στὸ Καυσοκαλυβίτικο Κοιμητήρι, ἀλλὰ στὸ ταπεινὸ ὀστεοφυλάκιο τοῦ Ἁγίου Χριστοφόρου. Ἔδεσε τὴν βάρκα στὸν βράχο, ἀνέβηκε στὸ ἐκκλησάκι, ἐκκλησίασε τὴν κάρα καὶ προσκύνησε τοῦ τέμπλου τὶς εἰκόνες. Ἀκολούθως, τὴν ἐναπέθεσε μέσα σὲ ἐκεῖνο τὸ παμπάλαιο τραπεζοειδόσχημο κοιμητηριακὸ πετροπρόσκτισμα, ὅπου βρίσκονται ἄλλες πέντε ἀκόμα καθὼς καὶ ἀρκετὰ ὄστινα σκελετικὰ κατάλοιπα, τίς οἶδε ποίων καὶ πότε ἐκεῖ κοιμηθέντων. Αἰωνίαν των ἡ μνήμη.
***

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου