Γερόντιος Μοναχὸς Καψαλιώτης
Γερόντιος Μοναχός· κατὰ κόσμον Γεώργιος Νικολάου τοῦ Παναγιώτου, ἐκ Πύργου Ἠλείας. Ἐγεννήθη τὸ ἔτος 1909, προσῆλθε στὴν Μονὴ Γρηγορίου τὸ 1932, καὶ ἐκάρη τὸ 1935. Γιὰ λόγους ὑγείας, πολὺ νωρὶς ἀπεμακρύνθη τῆς Μονῆς· ἀγαπῶν ὅμως, παρὰ ταῦτα, τὴν αὐστηρὴ ἄσκηση καὶ τὴν ἀπόλυτη ἡσυχία, τολμοῦσε ἑκάστοτε νὰ ἐπιλέγει καὶ κατόρθωνε κατὰ περιόδους ἐτῶν, νὰ διαβιῇ στὰ πλέον ἀπομακρυσμένα καὶ ἐρημικὰ μέρη τοῦ Ἄθωνος. Πλήρης ἡμέρῶν, ἐπεθύμησε νὰ διανύσει τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς του στὴν Μονὴ τῆς μετανοίας του, στὴν ὁποία τυχὼν φιλαδέλφου δοχῆς καὶ στοργικωτάτης περιθάλψεως, ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ το 2002.
Ἀσκήτευε, ἐκεῖνα τὰ χρόνια, σὲ φτωχοκαλύβα, ἐκεῖ στὰ νότια προσήνεμα τῆς ἐρήμου Καψάλας, ὑποβαλλόμενος, σὺν τοῖς ἄλλοις, καὶ στὸν τακτικώτατα ἀπαιτούμενο πεζοποριακὸ κόπο γιὰ νὰ συχνάζει λατρευτικῶς στὸ Κυριακὸ τῆς Κουτλουμουσιανῆς Σκήτης τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, ἕνας σαραντάρης περίπου μοναχός, ὀνόματι Γερόντιος, τοῦ ὁποίου ἡ στάσις, τὸ σχῆμα καὶ ἡ ἐν γένει συμπεριφορά, μᾶς ἐντυπωσίαζε ἰδιαιτέρως.
Ἔψαλλε εὐάκουστα στὶς ἀγρυπνίες, ὅταν ἐρχόταν ἡ σειρά του· ἀλλὰ ἦταν ἀδιανόητο γιὰ τὸν Τυπικάρη, νὰ μὴν τὸν ξετρυπώνει ἀπὸ τὰ ἀπόμερα στασίδια, στὰ ὁποῖα συνήθιζε νὰ κρύβεται, γιὰ νὰ τὸν βάλει νὰ διαβάσει τὸ πρῶτο Κάθισμα ἀπὸ τὰ κάτ’ ὄρθρον τεταγμένα.
Σὰν ξεχωριστὴ ἱεροτελεστία τὴν περιμέναμε ἐκείνη τὴν στιγμή· ποὺ κάνοντας ὑπακοή, τραβοῦσε ἀκόμη περισσότερο τὰ πλαϊνὰ τοῦ κουκουλιοῦ του, γιὰ νὰ κρύψει καὶ ἄλλο ἀκόμη τὸ λιπόσαρκο καὶ ξερακιανὸ πρόσωπό του· καὶ ἀκολούθως, σκυφτά, ταπεινά, βημάτιζε πρὸς τὸ ἀναλόγιο, λίγο προτοῦ τελειώσει τὸ Θεοτοκίο τῶν ἀπολυτικίων τοῦ «Θεὸς Κύριος»· μεγάλωνε τὴν φλόγα τοῦ λαδοφανοῦ, καὶ ἔπιανε σταθερὰ καὶ ἀπὸ τὶς δύο μεριές του τὸ Ψαλτήρι.
Καὶ σὰν τελείωνε τοῦτο τὸ ἐν κινήσει θέμα, ὁποῖο ἄκουσμα, Θεέ μου! Σοῦ ἐρχόταν νὰ πιστέψεις, πώς, στῆς ἁγιορείτικης νύκτας τὴν σιγαλιὰ καὶ στοῦ Κυριακοῦ τὸ γλυκοσκόταδο, ποὺ ἔτσι καὶ τέτοιο τὸ ἐπιθυμπῦσαν γεροντοπαραδότως οἱ ἀσκηταί, ὡς βοηθητικὸ στὴν πνευματικὴ περισυλλογὴ καὶ στὴν αὐτοσυγκέντρωσή τους, μόλις, δηλαδή, ἀμυδρά, σὰν τὰ ἀστράκια στοῦ οὐρανοῦ τὸ ἄπειρο κατὰ τὶς ἀσέληνες νυκτες νὰ τὸ φωτοστίζουν τῶν κανδηλιῶν οἱ μικροφλογίτσες, τοῦ προσκυνηταριοῦ τὸ μελισσοκέρι καὶ ἡ παρέκει κατανυκτικὴ λουσέρνα, κάποιος ὅσιος ἢ Παλαιοδιαθηκικὸς Προφήτης ζωντάνευε, ξεκολλοῦσε ἀπὸ τὶς τοιχογραφίες, καὶ πήγαινε στὸ ἀναλόγι, γιὰ νὰ ἐνεστωτοποιήσει τὰ τότε καὶ τὰ πάλαι, καὶ γιὰ νὰ μᾶς διδάξει τὰ πρέποντα, γιὰ τὸν Θεό μας, γιὰ τοὺς κόσμους Του, τὸν ἐπίγειο καὶ τὸν ἐπουράνιο, γιὰ τὸν νόμο καὶ τὸ θέλημά Του, γιὰ ὅλα τὰ μελλούμενα, γιὰ τὴν ἀγάπη καὶ τὸ μέγα ἔλεός Του πρὸς τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ ὅτι, ὁσονούπω καταπαύουμε, ὁπότε, ἂν καλὰ τὰ πάμε, μᾶς ἀναμένει τὸ ἀνείκαστο φῶς τοῦ προσώπου Του καὶ ἡ ἀτελεύτητη δόξα Του.
Ὢ πόσο διαφορετικὸ πρᾶγμα ἦταν, νὰ διαβάζουμε ἐμεῖς τοὺς ψαλμοὺς στὴν κέλλα ἢ στὸ ἀναλόγι, ἀπὸ το νὰ τοὺς ἀκοῦμε ἐκφερόμενους ἀπὸ τὸ ἀσκητικώτατο στόμα τοῦ πατρὸς Γεροντίου! Ἦταν, σὰν ὅλοι οἱ στίχοι νὰ ἀποκτοῦσαν πρόσθετη δυναμική, ἀξιολογώτερη σημασία, βαθύτερη ἔννοια, περισσότερη νοστιμιὰ καὶ γλυκύτητα· καὶ συναντοῦσαν τόση εὐπροσδεξία ἀπὸ τὸ ὅλο μας τὸ εἶναι· καὶ ἔμπαιναν μὲ τόση χαρὰ καὶ χάρη στὰ ἐντός μας, γιὰ νὰ κατασκηνώσουν ἀναπαυτικὰ καὶ καταγραφοῦν ἀνεξιτήλως στὴν μνήμη μας τὰ τεφτέρια, γιὰ νὰ καθηδύνουν ἀπὸ ἐκεῖ μυστηριωδῶς καὶ αὐτενεργήτως τὰ μύχια τῆς καρδιᾶς καὶ τῆς ψυχῆς μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου