Ὁ ἁπλοῦς Γερο-Παντελεήμων ὁ Καυσοκαλυβίτης
Ὀλιγογράμματος, ἁπλοῦς στοὺς τρόπους καὶ στὰ λίγα λόγια του ὁ Γερο-Παντελεήμων (Τριάντης Γεώργιος, ἐξ Ἀρχοντοχωρίου Ξηρομέρου Αἰτωλοακαρνανίας· ἔτος γεννήσεως 1923, προσέλευσις 1961, κουρᾶ 1962). Τὴν Καλύβα τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος διάλεξε καὶ ἐγκαταστάθηκε, ὅταν ἐγκατέλειψε τὰ Μοναστήρια τῶν Καλαβρύτων ἐξ αἰτίας τῆς πολυθορυβίας των καὶ τῆς ἄλλης των ἀπο τοὺς ἐπιτηδείους τουριστικῆς ἐκμεταλλεύσεως. Στὴν ἡσυχία καὶ ἠρεμία της βρῆκε ὅτι διακαῶς ἀναζητοῦσε καὶ ἐπιθυμοῦσε ἕως τότε ἡ ψυχή του. Ἔγκελιστος καὶ ἐργοχειρῶν, διατελεῖ ὅλη τὴν ἑβδομάδα, μὲ σταθμὸ καὶ ἀνάπαυλα τὴν λατρευτικὴ σύναξη κατὰ τὶς ἑορτὲς καὶ τὶς Κυριακὲς στὸ Κυριακό, μὲ ὅλους τοὺς πατέρες.
Ἂν δῇς τὰ ῥοζιασμένα ἀπὸ τὸ σκάψιμο τοῦ κήπου καὶ ἀπὸ τὸ κτίσιμο τῶν ἀποσαθρωμένων τοίχων καὶ τῶν γκρεμισμένων πεζουλιῶν, δὲν θὰ μπορέσεις νὰ πιστέψεις ὅτι τὰ ἴδια χέρια εἶναι ἱκανὰ νὰ ἐπεξεργασθοῦν μὲ τόση ἐπιμέλεια τὰ κουμαριόξυλα καὶ τοὺς λευκοπουρναροκορμοὺς καὶ νὰ λεπτουργήσουν ἐπάνω σὲ τεμάχια καὶ τεμαχίδια τους, εἰκονίτσες καὶ ἁγιασματάρια (Σταυρούς), ποὺ σὲ ἀφήνουν ἄναυδο μὲ τὴν καλλιτεχνία καὶ ἐκφραστικότητά τους.
Ὅταν ἔφερε σὲ κάποιο λογαριασμὸ ἀσφαλείας καὶ εὐσταθείας τὴν καλύβα καὶ τὸ ἐκκλησάκι καὶ διόρθωσε ὅσο καλλίτερα μποροῦσε τὰ πεζούλια, ἐπιδόθηκε μὲ μεγαλύτερη ἀφοσίωση στὴν μόνωση, στὴν προσευχὴ καὶ στὸ ἐργόχειρό του, καὶ ἔτσι περνοῦσε τὰ χρόνια του.
Περὶ τὸ 1985, ἐὰν θυμᾶμαι καλῶς, πείσθηκε νὰ πάρει ὡς ὑποτακτικό του τὸν Ὠρωπικῆς-Παρακλητικῆς προελεύσεως μοναχὸ Δωρόθεο, ὁ ὁποῖος μόναζε τότε στὸ Κελλὶ τοῦ Ὁσίου Νείλου τοῦ Μυροβλύτου. Πρόκειται γιὰ τὸν μαθητή μου στὴν Ἀθωνιάδα στὶς τελευταῖες τάξεις καὶ ἀπόφοιτο, ὁ ὁποῖος καρεὶς σὲ μεγαλόσχημο, ἔλαβε τὸ ὄνομα Μάξιμος (Δημόπουλος Δημήτριος, ἐξ Ἀγραπιδοχωρίου Ἠλείας· ἔτος γεννήσεως 1957, προσέλευσις 1982, κουρᾶ 1983), πρὸς τιμὴν τοῦ τοπικοῦ Ὁσίου Καυσοκαλύβη. Τὸ 1986, τὸν χειροτονήσαμε διάκονο καὶ τὸ ἑπόμενο ἔτος, πάλι ἀνήμερα τῆς Πεντηκοστῆς, κατόπιν τηρήσεως τῶν καθιερωμένων, σὲ πρεσβύτερο, γιὰ τὶς πολλὲς ἀνάγκες τοῦ Κυριακοῦ καὶ τῶν συνοδειῶν ὅλης τῆς Σκήτης.
Ταπεινὸς καὶ ἐρημικὸς ὁ Γερο-Παντελεήμων, δραστήριος καὶ κοινωνικὸς ὁ πατὴρ Μάξιμος, μᾶλλον δυσκολεύθηκαν καὶ οἱ δύο στὴν ἀρχή. Ὡραῖα καὶ αὐτάρκη εὕρισκε τὰ πάντα στὴν Καλύβα ὁ πρῶτος, ἐλλειπῆ καὶ ἀκαλαίσθητα τὰ ἔκρινε ὁ ἐπὶ καλλιτεχνίᾳ διακρινόμενος παπᾶς μου. Ἦταν καὶ ποὺ γνώριζε καὶ σχετιζόταν μὲ κάμποσο κόσμο καὶ ἑπομένως δὲν μποροῦσε νὰ εἶναι ἄσχετος μὲ τὴν μεμετρημένη ἔστω φιλοξενία· ἦταν καὶ ποὺ τὸ δικό του ἐργόχειρο ἦταν ἡ ἁγιογραφία καὶ ἡ ζωγραφική, ποὺ προϋπέθεταν σχέσεις εὐρύτερες καὶ συναλλαγὲς κοινωνικότερες. Σὲ τοῦτα ἦρθε καὶ προστέθηκε καὶ ὁ προγραμματισμὸς ἀποκτήσεως περαιτέρω συνοδείας. Σὲ ὅλα αὐτὰ ὅμως ἀρνιοῦνταν νὰ ἀνταποκριθοῦν τοῦ σπιτιοῦ ἡ ἐν γένει κατάστασις καὶ τὰ ἄλλα δεδομένα.
Συγκατένευσε τελικῶς ὁ Γέροντας, καὶ ἔτσι ὅσα πορίζονταν ἀπὸ τὰ ἐργόχειρα, τὰ διέθεταν σὲ ἐπισκευές, ἀνακαινίσεις καὶ βελτιώσεις· καὶ δὲν εἶναι καθόλου εὔκολα αὐτὰ τὰ πράγματα γιὰ τὰ δεδομένα τῆς Σκήτης, οὔτε δὲ καὶ τελειώνουν τόσο γρήγορα.
Καὶ σὰν νὰ μὴν τοῦ ἔπεφταν λίγα τοῦ Γέροντα ἡ βαβούρα τῶν ἀγωγιατῶν μὲ τὰ μουλαροκαραβάνια τους καὶ τῶν μαστόρων καὶ ἐργατῶν μὲ τὰ κτισίματα καὶ τὰ καρφώματά τους, ἐπέτρεψε καὶ ὁ Πανάγαθος Θεὸς νὰ πειρασθῇ ὑπερβαλλόντως μὲ ἐκεῖνο τὸ σπάσιμο τῶν ποδιῶν του, ποὺ τὸν ἀχρήστευσε ὁλοκληρωτικὰ γιὰ ἀρκετοὺς μῆνες, μὲ μόνιμη συντροφιὰ τοὺς πόνους, τοὺς ἀφόρητους πόνους.
Ἦταν τότε πού, ἕνα τέραστιο κρυφοεγκάτοικο στὰ ἐκεῖ φίδι, θορυβημένο ἀπὸ τὶς ἐπισκευαστικὲς ἐπεμβάσεις στὴν σκέπη, ἄρχισε νὰ κάνει ἀπειλητικὲς πρὸς ὅλους τὶς διαθέσεις του καὶ ποὺ κανεὶς δὲν τὰ κατάφερε νὰ τὸ σκοτώσει· γιατὶ καθώς, ποιὸς ξέρει ἀπὸ πόσα χρόνια πρίν, ἄντρο καὶ καταφύγιο τοῦ ἦταν ὅλα ἐκεῖ ἐπάνω, ἔγκαιρα κρυβόταν καὶ ξέφευγε ἀπὸ τὶς ἐπιχειρήσεις τῶν ἐργατῶν καὶ τῶν μαστόρων.
Μία Κυριακή, ποὺ ἐπικράτησε ἄκρα ἡσυχία, λόγῳ τῆς ἀργίας, ἄκουσαν Γέροντας καὶ ὑποτακτικὸς τοὺς συριγμοὺς καὶ τὰ συρσίματα καὶ ξέροντας τὰ περάσματά του ἀπὸ τὴν στέγη στὰ πεζούλια, ἅεπαξαν ῥαβδιὰ καὶ ἔπιασαν θέσεις. Κατάλαβε τὸ φοβερὸ ἑρπετὸ τὸν κίνδυνο μόλις βρέθηκε στὰ στενά· συσπειρώθηκε καὶ ἔδειξε πολὺ ἀπειλητικό. Νόμισε ὁ Γέροντας, πὼς θὰ τοῦ κατάφερνε καίριο πλῆγμα, ἀλλὰ ἀστόχησε. Τότε, ἀμέσως ἀντεπιτέθηκε τὸ φίδι καὶ ὁ εὐλογημένος ἀναπάντεχα βρέθηκε σὲ δεινὴ θέση· μὴ ἔχοντας δὲ περιθώρια ἀνέτων κινήσεων καὶ εὐκόλου φυγῆς, παραπάτησε καὶ ἔπεσε ἀπὸ τὸ πεζούλι, ἐπάνω στὸ ὁποῖο εἶχε σκαρφαλώσει, ποὺ ἔχει ὕψος ἴσως πιὸ ἐπάνω ἀπὸ τρία μέτρα. Κατὰ θεία οἰκονομία ἔπεσε ἐντελῶς ὄρθιος· ἀλλὰ σακατεύθηκαν ὅλως διόλου τὰ πέλματά του καὶ σφάδαζε ἀπὸ φρικτοὺς πόνους.
Μὲ τὴν βοήθεια καὶ τῶν γειτόνων, ὀλολύζοντα τὸν μετέφερε ὁ παπα-Μάξιμος στὸ δωμάτιό του. Ὅλοι ὑποψιάσθηκαν τὴν ζημιά, ἀλλὰ ποῦ νὰ ἀκούσει ὁ Γέροντας γιὰ μεταφορά του στὴν Θεσσαλονίκη. Ἔγιναν οἱ πατέρες ὠμοὶ στὴν περιγραφὴ τῆς καταστάσεως μὲ πρόθεση νὰ τὸν πείσουν νὰ συγκατατεθῇ γιὰ νοσήλευσή του σὲ νοσοκομεῖο, ἀλλὰ ἐκεῖνος ἔμεινε ἀμετάπειστος.
-Θὰ μὲ κάνει καλὰ ὁ Ἅγιος Παντελεήμων, καὶ ἂν εἶναι νὰ πεθάνω, εὐλογημένη νὰ εἶναι ἡ ὥρα· ἂς εἶναι δοξασμένος ὁ Θεός, ἔλεγε.
Κατέφθασε κατ’ εὐτυχῆ συγκυρία στὴν Σκήτη ἕνας περιηγητὴς Αὐστριακός, ἰατρὸς τὸ ἐπάγγελμα, πρὸς ἐπίσκεψη καὶ διανυκτέρευση στὸ Κυριακό, καὶ ὁ Δικαῖος εὐθὺς μετὰ τὴν δοχὴ καὶ τὸ καθιερωμένο κέρασμα, τὸν ὡδήγησε στὸν σακατεμένο Γερο-αντελεήμονα. Ἔφριξε βλέποντας τὰ πόδια του νὰ εἶναι μελανιασμένα καὶ πρησμένα τούμπανα. Συνέστησε καὶ ἐκεῖνος γρήγορη μεταφορά του σὲ Νοσοκομεῖο ἀφοῦ διέγνωσε, πέρα ἀπὸ τὶς πολλαπλὲς κακώσεις, καὶ κατάγματα.
Τοῦ ἐξήγησαν, ὅτι ὁ Γέροντας εἶναι ἀπὸ ἐκείνους τοὺς ἀσκητάς, ποὺ προτιμᾶνε νὰ πεθάνουν παρὰ νὰ δοῦν τὸν ἑαυτό τους σὲ λευκοσέντονα καὶ μαλακομαξίλαρα, καὶ περιθαλπόμενο ἀπὸ νοσοκόμες, ἔστω καὶ ἂν αὐτὲς μποροῦσαν νὰ εἶναι ἡ μάννα του καὶ οἱ ἀδελφές του, καὶ τὸν παρακάλεσαν νὰ κάνει ὅ,τι μπορεῖ ὁ ἴδιος, ἐπιτοπίως καὶ ἐκ τῶν ἐνόντων· καὶ πράγματι ἔκανε ὁ ἄνθρωπος πολλά. Ὁ Θεὸς τοὺς τὸν ἔστειλε ἔλεγαν οἱ πατέρες.
Ὁ Γερο-Παντελεήμων ἔκανε δύο μῆνες κατάκοιτος καὶ ἀσάλευτος στὸ κρεββάτι, τρεῖς μῆνες στὴν πολυθρόνα, καὶ στὴν συνέχεια ἄρχισε νὰ κάνει τὰ πρῶτα βήματα μὲ πατερίτσες, τὶς ὁποῖες ἀποχωρίσθηκε μετὰ ἀπὸ ἕνα περίπου ἑξάμηνο.
Εὖγε στὸν παπα-Μάξιμο γιὰ τὴν παραδειγματικὴ νοσηλεία, τὴν παντοία περίθαλψη καὶ τὴν ἐν γένει περιποίηση.
Καὶ νὰ σκεφθῇ κανεὶς ὅτι ὁ μακαρίτης Γερο-Νεόφυτος συμβούλευε νὰ ἀγαπᾶμε καὶ τὰ φίδια ἀκόμα. Δὲν θὰ τὸ μπορέσω φαίνεται ποτέ, καὶ εἶναι μόνιμη μέριμνα, ὄχι μόνο δική μου, νὰ προφυλάγωμαι ἀπὸ αὐτά, ἀπὸ τότε ποὺ μόλις ἀρχίζουν οἱ ἀνοιξιάτικες ζεστασιὲς καὶ τὰ ξεναρκώματα μέχρι νὰ πιάσουν οἱ Νοεμβριάτικες ψύχρες.
***
Ἡ Καλύβα πάντως τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, ἐπισκευασμένη ἢ καἲ ἀναδομημένη ἐν πολλοῖς, ἀπὸ ἄκρου ἕως ἄκρου ἀποτελεῖ σήμερα σύνολο εὐρύχωρο, περίοπτο, καλαίσθητο καὶ λειτουργικῶς τέλειο.
Ἐκεῖ ὅμως, ποὺ ἄρχισε νὰ ἡσυχάζει καὶ ὁ παπα-Μάξιμος καὶ νὰ στρώνεται στὴν ἁγιογραφία, διαπίστωσε ὅτι ὁ ὀλιγαρκὴς καὶ φιλήσυχος Γέροντάς του, σὰν νὰ μὴν αἰσθανόταν καλὰ μέσα στὶς ἄπλες, ποὺ προέκυψαν, στὶς ἀνέσεις, ποὺ τὶς εὕρισκε ἀσυμβίβαστες με τὸν χαρακτῆρά του καὶ τὰ ἐνδιαφέροντά του, καὶ στοὺς ἐξ ἐπισκέψεων θορύβους, ποὺ τοὺς ἀπεχθανόταν πέρα ἕως πέρα. Ἀρκετὲς φορὲς τὸν ἔχανε καὶ τὸν εὕρισκε διάγοντα καὶ προσευχόμενον στὰ χαλάσματα τῆς ἀπομακρυσμένης ξεροκαλύβας τοῦ Τιμίου Προδρόμου· καὶ νὰ μετάνοιες καὶ παρακάλια νὰ τὸν μεταπείσει νὰ ξαναγυρίσει πίσω.
-Δὲν μπορεῖς νὰ ἀρνηθῇς πάντως, Γέροντα, ὅτι μὲ τὶς ἐπεμβάσεις καὶ τὶς προσπάθειες τοῦ παπα-Μάξιμου, σώθηκε τὸ σπίτι καὶ ὅτι σκέτο στολίδι ἔγινε ἡ ἐκκλησίτσα τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος.
-Δὲν τὸ ἀρνοῦμαι, ἀλλὰ τοῦτα τὰ πράγματα δὲν εἶναι ταιριαστὰ μὲ τὰ Καυσοκαλύβια. Ἐμᾶς, μιὰ τρύπα γιὰ νὰ πορευόμαστε μέσα μᾶς φθάνει καὶ λίγα τετραγωνικὰ γιὰ τὰ λαχανικά μας θὰ μᾶς ἦταν ἀρκετά. Θὰ μᾶς κατακρίνει καὶ θὰ μᾶς κολάσει δίκαια ὁ Θεὸς γιατὶ κοροϊδεύουμε τὸν κόσμο, ποὺ μᾶς εὐλαβεῖται καὶ μᾶς περνάει γιὰ ἁγίους ἐνῷ ἐμεῖς κτίζουμε καὶ ζοῦμε σὲ παλάτια.
-Ἔ, ὄχι καὶ παλάτια, Γέροντα.
-Παλάτια, παλάτια· ξέρω ἐγὼ τί λέω· ὅταν οἱ καϋμένοι οἱ κοσμικοὶ δυσκολεύονται νὰ κτίσουν ἕνα σπιτάκι στὰ χωριὰ ἢ νὰ ἀποκτήσουν οἱ μεροκαματιάρηδες στὶς πόλεις ἕνα τριαράκι γιὰ νὰ χωρέσουν μέσα τὰ παιδάκια τους. Εἶπα στὸν Μάξιμο· ἔλα βρὲ παιδί μου νὰ τὰ παρατήσουμε ὅλα καὶ ὅλους, νὰ ἀσχοληθοῦμε μόνο μὲ τὴν προσευχὴ καὶ νὰ κάνουμε μόνο ἐργόχειρο· νὰ τὸ πουλᾶμε καὶ νὰ κάνουμε ἐλεημοσύνες γιὰ νὰ σωθοῦμε.
-Καὶ ἡ ἁγιογραφία, Γέροντα, ἅγιο ἐργόχειρο εἶναι καὶ καθόλου νὰ ἐμποδίζει τὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἐλεημοσύνη.
-Δὲν λέω ὄχι, ἀλλὰ γιὰ τοὺς Καυσοκαλυβῖτες ἁρμόζει μόνο ἡ ξυλογλυπτική. Παρατηρῶ ἐγὼ τί γίνεται; Τηλέφωνα, παραγγελίες, ταχυδρομεῖα, χρώματα, χρυσόφυλλα γιὰ φόντους καὶ φωτοστέφανα, καὶ ἕνας σωρὸς ἀπὸ ἄλλες σκοτοῦρες. Ἔρχεται ἡ ὥρα τῆς προσευχῆς, τώρα λέει ὁ Μάξιμος, καὶ τὸν περιμένω καὶ ἐγὼ δὲν ξέρω πόσο, νὰ συμπληρώσει κάτι, νὰ συμμαζέψει καὶ πλύνει τὰ πινέλα του, μὴ καὶ ξεραθοῦν ἐπάνω τους οἱ μπογιές, νὰ σώσει τὶς περισσευάμενες. Ἄστα, ἄστα, Δέσποτα· τὰ ὑποπτευόμουν ἐγὼ ἀλλὰ δὲν τὰ φανταζόνμουν τόσο πολυάσχολα τοῦτα τὰ πράγματα.
Ἔλα τώρα νὰ σοῦ δείξω τὸ δικό μου ἐργόχειρο· τούτη ἡ καρεκλίτσα, καὶ τὸ τραπεζάκι δύο πιθαμὲς φάρδος ὅλο καὶ ὅλο. Μία μορσίτσα σφιγμένη στὴν μεριά του, ἕνα πριονάκι κρεμασμένο ἀπὸ δίπλα, ἕνας διαβήτης, ἕνας χάρακας, ἕνα μολυβάκι, πεντέξι σκαρπελάκια καὶ ἄλλα τόσα ξυστήρια ἀραδιασμένα ἐπάνω. Ὅποτε θέλω σταματῶ, ὅποτε θέλω ξαναρχίζω· καμμία δυσκολία, καμμία ἄλλη ἔγνοια. Τούτη ἡ γωνίτσα μὲ τὸ παράθυρο ἀπὸ τὰ ἀριστερά μου καὶ τοῦτο τὸ ῥαφάκι ἐπάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι μου μοῦ ἀρκοῦν. Πήγαινε τώρα νὰ δης τὰ τοῦ Μαξίμου· ὁλόκληρη σάλα καὶ λίγη τοῦ ἔρχεται· καί σύ, νὰ δυσκολεύεσαι νὰ δρασκελίσεις καὶ νὰ περπατήσεις. Ἄσε τὰ ἄλλα. Ὅσο δὲ γιὰ τὰ δικά μου ὑλικά· μία φορὰ θυμᾶμαι ὅτι ξόδεψα δύο ἡμέρες καὶ ἔχω στὸ κατώϊ, μὲ λίγο ψάξιμο, νὰ ἐκεῖ ἐπάνω στὰ ψηλωμένα, καὶ μὲ λίγο κόπο, βρίσκεις τὶς χοντροκουμαριὲς καὶ τὰ λευκοπούρναρα, καὶ ξένοιασες γιὰ πάντα.
Ὅλοι οἱ Καυσοκαλυβῖτες, μόνο μὲ τὴν ξυλογλυπτικὴ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀσχολοῦνται. Τόσο ἁπλᾶ, ἅγια καὶ εὔκολα εἶναι ἐδῶ τὰ πράγματα, Δέσποτα. Γιατὶ τὰ μπερδεύουμε καὶ τὰ κάνουμε δύσκολα; Καὶ ἐνῷ εἶναι στὸ χέρι μας καὶ εἴμαστε καταμεσὶς στὶος εὐκαιρίες τῆς σωτηρίας καὶ τῆς ἁγιότητας, μὲ τὶς ἀποκοτιές μας τὴν βλέπουμε νὰ ξεμακραίνει καὶ νὰ ξεμακραίνει ὅλο καὶ περισσότερο ἀπὸ κοντά μας· και ὕστερα ὅλο καὶ πιὸ δύσκολα τρέχουμε καὶ ἀγκομαχᾶμε ξοπίσω της, καὶ πῶς νὰ τὴν φθάσουμε, νὰ τὴν ἀγγίξουμε,νὰ τὴν σφιχταγκαλιάσουμε καὶ ποτὲ στὸ ἑξῆς νὰ μὴν τῆν ἀποχωρισθοῦμε. Ἀρνηθήκαμε τάχα γιὰ αὐτὴν τὸν κόσμο, Δέσποτα, καὶ ὁρκιστήκαμε σταύρωση, ἀγῶνα καὶ ἀρετή, καὶ μὲ τὶς κουταμάρες μας κινδυνεύουμε, ἀλλοίμονό μας, νὰ χάσουμε τὸν δρόμο γιὰ τὸν Παράδεισο.
***
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου