Σάββατο 3 Μαΐου 2025

ΝΙΚΑΝΩΡ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ

 

ΝΙΚΑΝΩΡ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ

Καὶ τῆς συνοδείας τῆς Καλύβης τῆς Ἁγίας Ἄννης οἱ πλεκτομηχανὲς σταμάτησαν νὰ πλέκουν μάλλινες. Εἶχαν καὶ γιακὰ ὑπερυψωμένο, ὅπως τοῦ ζωστικοῦ· σχιστὲς ἦσαν ἀπὸ μπροστὰ μὲ ἀναδιπλούμενες τὶς μπάντες, ὅπως ἐκείνου· τὰ μανίκια μακρυά, μέχρι τὴν ἄρθρωση τῆς παλάμης, τὸ μῆκός των λίγο πιὸ ἐπάνω ἀπὸ τὰ γόνατα, καὶ τὸ πάχος των, ὅταν ἔμπαιζε γιὰ καλά, πλησίαζε τὰ πέντε χιλιοστά. Πῶς τὶς φοροῦσαν, Χριστέ μου, ὅλοι οἱ ἁγιορεῖτες, χειμῶνα-καλοκαίρι;!

 Ἦταν ἡ πρώτη σου δοκιμασία –σκέτο μαρτύριο- ὡς δοκίμου, μόλιες ἐπαιρνες τὴν ἀπόφαση καὶ ἔβαζες μετάνοια στὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας καὶ τοῦ προστάτου τῆς μετανοίας σου Ἁγίου, καὶ φιλοῦσες χέρι, νὰ πετάξεις μία γιὰ πάντα τὰ κοσμικὰ ἀθλητικὰ βαμβακερὰ κασκορσεδάκια καὶ νὰ φορέσεις κατάσαρκα τὴν μαλλίνα, ποὺ σοῦ ἔδινε εὐθὺς ἀμέσως ὁ Γέροντας, καθὼς ἐπίσης καὶ τὴν μέχρι τὰ αὐτιὰ κατερχόμενη σαγισκένια ἁγιαννανίτικη σκούφια. Σοῦ κοκκίνιζε τὸ μέτωπο ἐτούτη μέσα σὲ λίγα λεπτά, καὶ ἐν τῷ ἅμα ἄρχιζε τὸ γδάρσιμο ὁλοῦθέ σου ἡ μακρυμάνικη τραχειὰ κελεμπία. Σὲ ἔκανε μερόνυκτα καὶ ἐπὶ ἑβδομάδες νὰ ξύνεσαι σὰν ψωριασμένος, στὴν μέση ἰδίως καὶ στὶς μασχάλες, μέχρι νὰ τὴν συνηθίσεις. Ὕπνος δὲν σὲ ἔπιανε καὶ ἀτελείωτες σοῦ φαίνονταν οἱ πρῶτες νύκτες, ἀλλὰ πῶς νὰ δυσφορήσεις ἢ νὰ μορφάσεις ἔντονα καὶ φανερὰ ἢ πολλῷ μᾶλλον νὰ διαμαρτυρηθῇς; μποροῦσε ἀμέσως νὰ σοῦ πῇ ὁ Γέροντας: «Ἄντε, παιδί μου, στὴν εὐχὴ τοῦ Θεοῦ καὶ στῆς μάννας σου τὰ χάδια· δὲν κάνεις γιὰ καλόγερος».

Ἄλλαξαν πολὺ τώρα οἱ καιροὶ καὶ οἱ συνήθειες. Λέπτυνε καὶ ἐξασθένησε, λένε, ἡ φύσις τῶν ἀνθρώπων. Ἐλάχιστοι ἡγούμενοι φορᾶνε τέτοια μαλλίνα σήμερα, καὶ νομίζω πὼς δὲν τολμάει κανεὶς νὰ δώσει σὲ δόκιμο ἢ καλογέρι του νὰ φορέσει ὅμοιο ἢ παρεμφερὲς κατασκεύασμα καὶ τὸν Δεκέμβριο ἀκόμη. Ἕτοιμες ἀγοράζουν τὶς ποσότητες τὰ Μοναστήρια ἀπὸ τὴν Ἀθήνα ἢ τὴν Θεσσαλονίκη, ἰδίου δὲ τύπου καὶ ποιότητος παραγγέλνουν καὶ οἱ κελλιῶτες, καὶ δὲν νομίζω πὼς μπόρεσαν νὰ ἀποτελέσουν ἐξαίρεση οἱ σημερινοὶ ἀσκηταί.

***

Ἐδῶ καὶ χρόνια τώρα, δὲν ξαναμάζεψε παραγγελίες ὁ φίλτατος καὶ σεβαστός μου Παπα-Νικάνωρ (Μανέτας Νικόλαος ἐκ Πατρῶν· ἔτος γεννήσεως 1913, προσελεύσεως 1932, κουρᾶς 1933, ππρεσβύτερος 1937, κοίμησις 1998), οὔτε ξαναφορτώθηκε τὸν ὄγκο τους στὴν πλάτη ὁ ἀγαπητός μου ὑποτακτικός του πατὴρ Παῦλος (Ὀκτάρας Ἀνδρέας, ἐκ Λογοθέτου Δύμης Ἀχαΐας· γέννησις 1936, προσέλευσις 1952, κουρᾶ 1954), γιὰ νὰ τὶς μεταφέρει, ὧρες βαδίζοντας, καὶ τὶς παραδώσει στὴν Λαύρα, στὴν Καρακάλλου, στὴν Φιλοθέου, στὴν Ποροβάτα...· οἱ δὲ παμπάλαιες καὶ πρωτογόνου τύπου χειροκίνητες μηχανές του, παρατημένες στὴν γωνι, σὲ ἐκείνους ποὺ ξέρουν, θυμίζουν ἀνδροπρεπὲς φρόνημα, ἀσκητικὰ ἤθη καὶ σκληρὸ μεροκάματο τῶν ἄλλων, ἁπλῶς κινεῖ τὴν περιέργεια, τέρπει τὴν φαντασία καὶ προκαλεῖ μουσειακὸ ἐνδιαφέρον.

***

Σήμερα, ὁ σεβάσμιος σὲ ὅλους μας Γέρων Παπα-Νικάνωρ, ποὺ στὰ κατ’ ἰδίαν μας τὸν ἀποκαλοῦμε Ἡγούμενο τῆς Σκήτης, κατεβαίνει τὰ πολλὰ καὶ ἀπότομα λιθοσκαλιὰ τοῦ μονοπατιοῦ ἀπὸ τὴν Καλύβα του στὸ Κυριακό, καὶ ὅλοι μὲ δέος τὸν βλέπουμε νὰ κάνει, κουβαλῶντας στὸς πλάτες του, ὄχι μόνο τὰ πολλὰ τῆς ἡλικίας του χρόνια, ἀλλὰ καὶ τὴν βαρειὰ καὶ πλούσια Καυσοκαλυβίτικη παράδοση, γνῶση καὶ πεῖρα.

Σκαλίζει ὅσο μπορεῖ καλλίτερα τὸν κολλητὸ μὲ τὴν καλύβα καὶ τὸν ναΐσκο κηπάκι, περιποιεῖται καὶ θάλπει ὑπερβολικὰ τὴν ἡδυβότριδα κληματαριὰ καὶ τὴν πολύφερνη καὶ καλλίκαρπη ἀχλαδιά, ποὺ ἀσφαλῶς ἀπὸ τὴν ἰκμάδα τῶν θεμελίων των ἀντλοῦν, τρέφονται καὶ καρπίζουν, καὶ ποὺ πέρα ἀπὸ τὶς γλυκυγευσίες καὶ νοστιμάδες τους, προσφέρουν καὶ πλούσια σκιά, στὴν ὁποία στήνει τὸ σκαμνί του, βγαίνει ἀπὸ τὸν ἑσπερινό, καὶ ἀγναντεύει ἀπὸ ἐκεῖ ἐπάνω τὰ νησάκια, τῶν δελφινιῶν τὶς ἀναδύσεις καὶ τὰ σκέρτσα, τῶν γλάρων τὴν ζήλεια καὶ τὴν βουλημία, τῶν καϊκιῶν τὶς πορεῖες καὶ ὑγραυλακώσεις, καὶ ὅλο τὸ Αἰγαῖο, ποὺ στὰ ξέμακρά του ἑνώνεται καὶ γίνεται ἕνα μὲ τὸν ψυχοπόθητό του οὐρανό.

Γερὴ ῥίζα ὁ ἴδιος, ποὺ τὴν δυνάμωσαν οἱ πολυετίες καὶ τὸ βάθεμά της, τὸ ἀθόρυβο καὶ ὑπομονητικὸ στὰ ὅλο καὶ ἐνδότερα, ἀλλὰ ὅλο καὶ πλουσιώτερα Καυσοκαλυβίτικα πνευματικὰ κοιτάσματα. Καλὴ ἡ γεροντικὴ σκιά του σήμερα, γιὰ καταφυγὴ καὶ ψυχικὸ δροσιμὸ ἐκείνων, ποὺ κατορθώνουν νὰ φθάνουν μέχρις ἐκεῖ, περιφρονοῦντες τὰ φευγαλέως τερπνὰ καὶ στιγμιαίως ἡδέα, οὐδέποτε δὲ μόνιμα καὶ καταστηματικά, καὶ ῥυόμενοι ἀπὸ τὸν αὐχμὸ καὶ τὸ καῦμα τοῦ κόσμου, τοῦ πλάνου καὶ παρερχομένου· ποὺ μὲ τόση βεβαιότητα ὅμως τὴν ψυχοκτονία τῶν ἀπροσέκτων ἀπεργάζονται.

Καλὴ μαγιὰ καὶ ἡ συνοδεία του, μὲ παλαιὲς ἐγγυημένες συνταγὲς κρατημένη, μὲ προσευχὲς καὶ ἁγιασμὸ νοτιζόμενη καὶ ἀνανεούμενη, ἱκανὴ εὐεργετικῶς νὰ ἐπηρεάζει, νὰ φουσκώνει, νὰ καλλύνει καὶ νὰ κάνει ὅσο μπορεῖ πιὸ θεάρεστο τῆς ἀγαπημένης μας Σκήτης τὸ ὅλον.

Ὁ ὑπομονητικὸς ὑποτακτικός του πατὴρ Παῦλος, ἀπὸ τότε ποὺ σταμάτησαν τὶς φανέλες καὶ τὰ τσουράπια, καταπιάσθηκε μὲ τὴν ξυλογλυπτική. Κάνει ἀποκλειστικὼς Σταυρούς, μεγέθους σπιθαμῆς ἢ καὶ μικροτέρους, ποὺ ἀγοράζοντάς τους οἱ προσκυνηταί, πορίζουν στὴν συνοδεία οἰκονομικὴ δυνατότητα αὐταρκείας. Ὁ ἴδιος λέγει μετριοφρόνως, ὅτι τὰ ἐργόχειρά του δὲν εἶναι μεγάλων καλλιτεχνικῶν ἐπιτυχιῶν καὶ ἀξιώσεων, ἀλλὰ κανένα του δὲν μένει ἀπούλητο, γιατὶ εἶναι μεγάλη ἡ εὐλάβεια τῶν πιστῶν πρὸς ὅ,τι μὲ προσευχὴ καὶ μὲ ταπείνωση οἱ Καυσοκαλυβῖτες κατασκευάζουν.

Ἔχουν καὶ βαρκούλα, τῶν νηστειῶν τους ἀνάπαυλα καὶ ἀντίβαρη παρηγοριά· ποὺ γιὰ νὰ τὴν γλυτώνουν ἀπὸ τὸν φθόνο καὶ τὴν ὀργὴ τῆς Ὄστριας, τὴν σηκώνουν καὶ τὴν κρεμοῦν ψηλά, ἀπὸ τὰ πατεροδόκαρα τοῦ Ἀρσανᾶ. Τὴν κατεβάζει μὲ προσοχὴ ὁ πατὴρ Παῦλος, καὶ τὴν ῥίχνει στὴν θάλασσα ὅταν αὐτὴ μπουνατσάρει, ὁπότε γίνεται ἀγαπητὴ καὶ προσκαλεῖ πρὸς συνευφροσύνη καὶ τοὺς ταπεινοὺς καὶ ἀδυνάτους νὰ πιάσουν τὰ κουπιὰ καὶ νὰ παίξουν μαζίτης, ὅταν μάλιστα εἶναι παραμονὲς ΣαββατοΚύριακου ἢ μεγαλογιορτῆς ἰχθυοκαταλυσίμου.

***

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ.

  Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ. Ὁ ἱερομόναχος Ἄνθιμος Παντοκρατορινός (κατὰ κόσμον Ἀντώνιος Κατσαλιάκης,...