Κεφάλαιον ΙΑ΄. Ὁδοιπορῶντας πρὸς τὴν Μονὴ Φιλοθέου.
Ἀνηφορίσαμε σὲ ἕνα στενὸ μονοπάτι γεμᾶτο πικροδάφνες. Περάσαμε ἕνα λόφο ποὺ στὴν κορυφή του σχημάτιζε ἕνα ξέφωτο καὶ κατηφορίσαμε μία ῥεματιὰ γιὰ νὰ πάρουμε τὸν δρόμο τῆς Καλληάγρας.
Περάσαμε πλάϊ της ἀπὸ ἀρκετὴ ἀπόσταση. Πήραμε τὸν ἴδιο δρόμο ποὺ εἴχαμε πάρει ὅταν τὴν πρώτη φορά, κάποια βραδυά, πήγαμε στὸ μικρὸ ἐρημητήριο τοῦ γέροντος Μακαρίου.
Τώρα, κάτω ἀπὸ τὴν κάψα ποὺ ἄρχισε νὰ μεγαλώνει, ἡ φύση σιγὰ-σιγὰ εἶχε χάσει τὴν γοητεία της.
Ἄλλωστε ἦταν ἡ δεύτερη φορά, καὶ τίποτα ὄμορφο δὲν ξαναδοκιμάζεται μὲ τὴν ἴδια γοητεία.
***
Σὲ μιάμιση ὥρα φτάσαμε στὸ Μοναστήρι τῶν Ἰβήρων καὶ κατεβήκαμε γιὰ νὰ ξεκουραστοῦμε μπροστὰ στὴν πόρτα. Καθήσαμε σὲ ἕνα παγκάκι, ἤπιαμε λίγο νερό, καὶ ἑτοιμαστήκαμε νὰ μποῦμε στὸ Μοναστήρι.
Ἀφαιρέθηκα νὰ κοιτάζω τὴν πόρτα μὲ τὸ ψηλὸ κουμπέ της.
Ἡ Παναγία ἡ Πορταΐτισσα, ζωγραφισμένη μεγαλόπρεπα πάνω ἀπὸ τὴν πόρτα σὲ κοιτάζει μὲ τὸ γλυκό της βλέμμα. Τώρα πρόσεξα καὶ τὴν μαχαιριὰ στὸ μάγουλό της ἀπὸ ὅπου μία κόκκινη σταγόνα αἷμα κυλάει. Γύρισα στὸν φίλο μου καὶ τοῦ εἶπα:
-Τί εἶναι αὐτὴ ἡ μαχαιριά;
-Σοῦ ζητάω συγγνώμη ποὺ μοῦ διέφυγε. Εἶναι τὸ πιὸ σημαντικό, τὸ πιὸ μεγάλο θαῦμα τῆς Παναγίας. Ἡ θαυματουργὴ αὐτὴ εἰκόνα, ῥίχτηκε στὴν θάλασσα ἀπὸ μία γυναῖκα στὴν Νίκαια τῆς Βιθυνίας, γιὰ νὰ γλιτώσει ἀπὸ τὴν σατανικὴ μανία τῶν Εἰκονομάχων. Ἔφτασε ὕστερα ἀπὸ πολλὰ χρόνια στὸ Μοναστήρι πλέοντας πάνω στὰ κύματα. Ἐδῶ σὲ τοῦτο τὸ Μοναστήρι μόναζε ὁ γυιός της χρόνια πολλά, φευγᾶτος ἀπὸ τὴν πατρίδα του γιὰ τὸν φόβο τῶν Εἰκονομάχων. Ἡ ἐμφάνισις τῆς ἁγίας εἰκόνος συνοδευότανε ἀπὸ μία πύρινη στήλη, γι’ αὐτὸ ἔγινε ἀντιληπτὴ ἀπὸ τοὺς μοναχούς, στοὺς ὁποίους ἡ Θεοτόκος εἶχε δώσει ἐντολὴ στὸν ὕπνο τους νὰ παραληφθῆ ἡ εἰκόνα της ἀπὸ τὸν Ἅγιο Γαβριήλ, ποὺ ἀσκήτευε πάνω ψηλὰ ἀπὸ τὸ Μοναστήρι σὲ ἕνα ἐρημητήριο.
Σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, ἡ εἰκόνα ποὺ εἴδαμε στὸ παρεκκλήσι βρισκόταν τοποθετημένη ἐδῶ πάνω στὴν θέση ποὺ βρίσκεται ζωγραφισμένη αὐτὴ ἐδῶ ἡ εἰκόνα. Ὀνομάστηκε Πορταΐτισσα, γιατὶ ἤθελε νὰ μένει στὴν πόρτα καὶ νὰ προστατεύει τὸ Μοναστήρι.
Σὲ μία ἐπιδρομὴ τῶν πειρατῶν, οἱ ὑπερασπισταὶ τοῦ Μοναστηριοῦ λύγισαν καὶ πάψανε νὰ πολεμᾶνε. Κρύφτηκαν στὸν πύργο, χωρὶς νὰ προφθάσουν νὰ πάρουν τὴν εἰκόνα ποὺ βρισκόταν πάνω ἀπὸ τὴν εἴσοδο του Καθολικοῦ καὶ τὰ κειμήλια. Οἱ βάρβαροι λοιπόν, σπάσανε τὴν σιδερένια πόρτα καὶ μπῆκαν μέσα, γιὰ να σκοτώσουν καὶ νὰ λεηλατήσουν τὸ Μοναστήρι. Δὲν βρῆκαν κανέναν. Πῆγαν στὴν ἐκκλησία μὰ ἦταν κλειστή. Νομίζοντας ὅτι μέσα στὴν ἐκκλησία κρυβόντουσαν μοναχοί, ἔβαλαν τὰ δυνατά τους, ἔσπρωξαν μὲ ὅλη τους τὴν δύναμη τὴν πόρτα, μὰ ἡ πόρτα δὲν ἄνοιγε. Μεταχειριστήκανε ὅλα τὰ μέσα γιὰ νὰ τὴν σπάσουν μὰ τίποτα δὲν γινότανε. Ἕνα γεροντάκι ποὺ τὸ σέρνανε οἱ βάρβαροι μαζί τους, τοὺς εἶπε ὅτι τοὺς ἐμπόδιζε ἡ Παναγία ποὺ βρισκόταν ἀκριβῶς πάνω ἀπὸ τὴν πόρτα. Ὁ ἀρχικούσαρος, πιὸ ἄγριος ἀπὸ ὅλους, τράβηξε τὸ σπαθί του καὶ χτύπησε τὴν εἰκόνα. Σταγόνες χοντρὲς ἀπὸ αἷμα ἄρχισαν νὰ στάζουν. Ὁ βάρβαρος, μπροστὰ στὸ θαῦμα αὐτὸ λύγισε καὶ ἔπεσε στὰ γόνατα κλαίγοντας καὶ παρακαλῶντας τὴν Παναγία νὰ τὸν συγχωρήσει. Σὰν συνῆλθε λίγο, πρόσταξε τοὺς κουρσάρους ποῦ εἶχε μαζί του νὰ φύγουν καὶ αὐτὸς γονατιστὸς συνέχισε νὰ κλαίει γιὰ ἀρκετὲς μέρες. Στὸ τέλος ἔγινε καλόγερος καὶ Ἁγίασε. Εἶναι γνωστὸς μὲ τὸ ὄνομα «Ἅγιος Βάρβαρος» καὶ βρίσκεται ζωγραφισμένος στὴν δεξιὰ πόρτα τοῦ παρεκκλησιοῦ ποὺ βρίσκεται μέσα ἡ Πορταΐτισσα.
***
Ἀριστερά μας ἡ θάλασσα καὶ δεξιά μας τὸ βουνό. Βαδίζαμε κάτω ἀπὸ καστανιές. Περάσαμε ἕναν λόφο, μία ῥεματιὰ μὲ μία μικρὴ γεφυρούλα ποὺ κάτω της ἔτρεχε κελαρύζοντας τὸ νερό. Βατράχια πηδοῦσαν στὶς πολλὲς πικροδάφνες στὸ πέρασμά μας. Μία εὐχάριστη δροσιὰ μᾶ συντρόφευε σὲ ὅλο τὸν δρόμο. Πολὺ λίγο ἥλιο βρήκαμε αὐτὴ τὴν ἡμέρα. Νόμιζα πὼς περπατοῦσα μέσα σὲ ἕνα ἀληθινὸ παράδεισο, ὅπως ἀκριβῶς τὸν εἶχαν φανταστεῖ οἱ ζωγράφοι καὶ ὅπως τὸν φανταζόμαστε τέτοιον καὶ ἐμεῖς μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μας.
Δὲν ἔλειπαν οὔτε τὰ πυκνὰ καὶ σκιερὰ δέντρα, οὔτε τὰ πουλιὰ ποὺ καθισμένα στὰ κλωνάρια κελαηδοῦσαν τὴν ἀγάπη τους στὸν Θεὸ καὶ τὴν φύση, στέλνοντας εὐχαριστίες στὸν πλάστη τους. Νερὰ κρυσταλλένια, ῥεματιὲς ὑγρὲς καὶ γεμᾶτες δροσιά, πεῦκα ἐδῶ καὶ ἐκεῖ ἀνάμεσα στὶς καστανιές, ἔφτιαχναν κάτι τὸ ἁρμονικὸ μέσα στὸ ἀνοιχτὸ πράσινο χρῶμα μὲ τὸ βαθὺ δικό τους, μουρμουρίζοντας στὸ φύσημα τοῦ ἀνέμου μὲ τὰ βελονάκια τους καὶ τὰ φύλλα τῆς καστανιᾶς, ταξίματα καὶ ὑποσχέσεις γιὰ μία ἀσύλληπτη εὐτυχία.
Φτάσαμε στὸν Μυλοπόταμο, τὸν ἀφήσαμε πίσω μας καὶ προχωρῶντας κάπου μία ὥρα παραλιακὸ δρόμο δίπλα στὴν θάλασσα, φτάσαμε στὸν ἀρσανᾶ τοῦ Φιλοθέου.
Σωροὶ ἀπὸ κορμοὺς δέντρων ποὺ ξυλεύονται ἀπὸ τὰ δάση τοῦ Μοναστηριοῦ, μὲ ἕνα κτίριο ἀρκετὰ μεγάλο γιὰ νὰ μένουν οἱ ἐργάτες καὶ ὁ ἐπιστάτης τοῦ Μοναστηριοῦ ποὺ παραδίδει τὴν ξυλεία στοὺς ἐμπόρους.
Τὸ Μοναστήρι τοῦ Φιλοθέου δὲν βρίσκεται στὴν θάλασσα. Ἀπέχει ἀπὸ αὐτὴν μισὴ ὥρα καὶ εἶναι κρυμμένο πίσω ἀπὸ ἕνα μικρὸ λόφο κατάφυτο ἀπὸ καστανιές.
Πήραμε τὸν ἀνήφορο γιὰ τὸ Μοναστήρι. Σὲ λιγοστὴ ἀπόσταση μᾶς ὑποδέχτηκε μία κληματαριά. Λίγα βήματα πιὸ μακρυὰ σταματήσαμε καὶ κατεβήκαμε ἀπὸ τὰ ζῶα, κάτι ποὺ μᾶς εἶχε γίνει συνήθεια.
***
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου