Κεφάλαιον Ι΄. Στὴν Μονὴ Σταυρονικήτα.
Περνῶντας τὴν παραλία κοίταζα μαγεμένος τὴν ἀφρισμένη θάλασσα, ποὺ ξεσποῦσε στὴν ἀμμουδιὰ φτιάχνοντας μία ἀσύλληπτη εἰκόνα.
Ἀφρισμένα κύματα ξεχύνοταν, κυνηγῶντας θἄλεγες τὸ ἕνα τὸ ἄλλο, χωρὶς σταματημό. Τώρα, στὴν μεσημεριάτικη ὥρα, ὁ ἥλιος τὰ χρύσιζε παράξενα καὶ τὰ ἔκανε μαγευτικά. Ὡραία Μεσόγειος, ὡραῖο Αἰγαίο, ποὺ γλύφεις καὶ δέρνεις καθημερινὰ τὰ βράχια ποὺ χώνονται στὴν ἀγκαλιά σου γιὰ νὰ δροσιστοῦν.
Μὲ τὰ κύματά σου φτιάχνεις λογῆς λογῆς σχέδια πάνω τους. Ἐδῶ ἀνοίγεις μία σπηλιά, ἐκεῖ δημιουργεῖς μία ἀνθρώπινη μορφή, καὶ ἀλλοῦ ἄλλα ἀνάκατα σχέδια. Καθάριο γαλάζιο νερό, ποὺ μέσα σου καθρεφτίζονταν οἱ βαρκοῦλες καὶ τὸ φτερούγισμα τῶν γλάρων, ποὺ δὲν σταματάει καθόλου καὶ ποὺ κάθονται στὰ ἀφρισμένα ἢ στὰ ἥσυχα γαληνεμένα κύματά σου. Ποιός θὰ μποροῦσε νὰ σὲ ἐξυμνήσει τόσο τέλεια, ὥστε νὰ ζωντανεύει τὴν μαγεία σου; Ἐγὼ δὲν μπορῶ παρὰ μονάχα νὰ θαυμάζω. Ἐδῶ στὰ ἥσυχα ἀκρογιάλια, τὸ ψιθύρισμά σου, τὸ βουητό σου καὶ οἱ ἀπειλές σου εἶναι κυρίαρχα καὶ μοναδικά, καὶ ὁ θόρυβος ἀπὸ τὶς μηχανὲς τῶν καϊκιῶν καὶ τὸ κρώξιμο τῶν γλάρων συνδυάζονται τόσο ἁρμονικὰ μαζί σου, ποὺ χάνονται, σβήνονται, στὶς ὑποσχέσεις σου ἢ στὶς ἀπειλές σου.
Αὐτὲς καὶ μόνο εἶναι κυρίαρχες ἐδῶ καὶ αὐτὲς μὲ ὁδηγοῦν σὲ σκέψεις, κάνοντας τὴν ψυχή μου νὰ πετάξει πιὸ ψηλὰ πάνω ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα καὶ ἀπὸ τὶς μικρότητες τῆς ζωῆς.
Πῶς θὰ μποροῦσες νὰ νοιώσεις τὴν λατρεία μου σὲ σένα; Πῶς θὰ μπορέσω νὰ σοῦ πῶ ἕνα μεγάλο «εὐχαριστῶ» γιὰ τὶς χαρὲς ποὺ μοῦ δίνεις;
Σὲ μία στροφὴ τοῦ δρόμου, ψηλὰ στὸ βουνό, τὴν ἔκρυψε ἀπὸ τὰ μάτια μας. Λόφοι γύρω μας καὶ μερικὲς ῥεματιὲς ξερὲς καὶ ὅλα σκεπασμένα μὲ καχεκτικοὺς θάμνους. Οὔτε ἕνα δένδρο.
Σὲ λίγο περάσαμε μία ῥεματιὰ καὶ ὁ δρόμος ἔγινε κάθετος πρὸς τὴν θάλασσα, ποὺ σιγὰ-σιγὰ ἄρχισε νὰ φαίνεται σὲ ὅλη τὴν ἀπεραντοσύνη της σπαρμένη ἀπὸ τὰ νησιὰ ποὺ μόλις διακρίνονταν στὴν μεσημεριάτικη ἀχλύ. Ὅλα νεκρωμένα ἀπὸ τὴν ζέστη τοῦ καλοκαιριοῦ. Ἡ ζέστη ἦταν φοβερή. Ὁ ἱδρῶτας εἶχε μουσκέψει τὰ ῥοῦχά μας καὶ κυλοῦσε σὲ χοντρὲς στάλες ἀπὸ τὸ μέτωπό μας.
Προχωρήσαμε ἀκόμα λίγο καὶ μὲ κάποια ἀνακούφιση εἶδα νὰ προβάλλει στὸ βάθος τοῦ δρόμου ἕνα σπιτάκι, λίγο πρὸς τὰ ἀριστερὰ καὶ πάνω ἀπὸ τὴν θάλασσα. Μὲ ὅλη τὴν ζέστη, ἡ διαδρομὴ ἦταν γεμάτη ὁμορφιὲς.
Σκέφτηκα γιὰ μία στιγμή, πὼς ἂν τὴν κάναμε βράδυ θὰ ἦταν καλύτερα.
Ὅταν τὸ σπίτι ξεχώρισε καλά, εἶπα μὲ ἀνακούφιση:
-Ἐπὶ τέλους. Νὰ καὶ ἕνα σημάδι ποὺ δείχνει πὼς κάποιος ζῆ ἐδῶ πάνω. Εἶχα ἀπελπιστεῖ τόσες ὧρες χαμένος στὶς ἐρημιές.
-Εἶναι βλάχικα ἀσκητήρια, «ῥουμανικά». Ἀνήκουν στὸ Μοναστήρι τοῦ Σταυρονικήτα, μὰ κοντεύουν καὶ αὐτὰ νὰ ἐρημώσουν. Καὶ ἐδῶ τὸ ἴδιο δρᾶμα. Παντοῦ σὲ κάθε γωνιά του τὸ Ἅγιον Ὄρος δείχνει τὰ σημάδια τῆς καταστροφῆς ποὺ πλησιάζει, ὅμως ἂς μὴν ὀλιγοπιστῶ. Ὁ Θεὸς εἶναι μεγάλος καὶ ἡ Παναγία δὲν θὰ ἀφήσει νὰ καταστραφῆ τὸ Περιβόλι Της.
-Ἴσως δὲν χάθηκε ἀκόμα τὸ πᾶν· τοῦ ἀπάντησα, δίνοντας ἔτσι θάῤῥος στὴν ἀπελπισία του. Ὁ Θεὸς θὰ φροντίσει. Ἡ κρίση ποὺ περνάει τὸ Ἅγιον Ὄρος, θὰ περάσει.
Φτάσαμε στὸ σπιτάκι καὶ κατεβήκαμε νὰ δροσίσουμε τὸν λαιμό μας, ἀπὸ τὴν φλόγα τοῦ μεσημεριανοῦ ἥλιου. Τίποτα δὲν μᾶς βίαζε τώρα. Δὲν μᾶς ἔμενε παρὰ ἕνα τέταρτο δρόμος ἀκόμα. Καθήσαμε κάτω ἀπὸ τὸ μεγάλο πλατάνι νὰ δροσιστοῦμε. Δὲν χτυπήσαμε τὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ, ποὺ ἦταν σκαρφαλωμένο σὲ ἕναν βράχο πλάϊ στὴν ἄγρια θάλασσα. Σεβαστήκαμε τὴν ἡσυχία τοῦ μοναχοῦ, ποὺ γνώριζε ὅμως πολὺ καλὰ τὸν φίλο μου. Παραδοθήκαμε στὸ εὐεργετικὸ ἀεράκι ποὺ ἐρχόταν ἀπὸ τὴν θάλασσα γεμᾶτο ἁρμύρα.
Κλείσαμε τὰ μάτια κουρασμένοι. Ὁ φίλος μου, ξάγρυπνος ὅλη τὴν νύχτα ἦταν πολὺ κουρασμένος, καθὼς τὸν κοίταζα ἀνάμεσα ἀπὸ τὰ κλειστὰ μάτια μου καὶ ἔνιωσα νὰ μοῦ γεννιέται μία ἀπεριόριστη συμπάθεια γιὰ αὐτόν. Δὲν ἦταν μικρὸ αὐτὸ ποὺ ἔκανε γιὰ μένα. Ὑποβλήθηκε σὲ τόσες ταλαιπωρίες, ποὺ μὲ ἔκανε νὰ ντρέπομαι. Τὰ σημάδια τῆς κούρασης εἶχαν φανῆ στὸ πρόσωπό του καὶ ὅμως μὲ ἡρωϊσμὸ μπορεῖ νὰ πῆ κανένας, κατόρθωνε νὰ μὴν τὸ δείχνει. Σὲ ὅλη τὴν διαδρομή μας δὲν ἄκουσα οὔτε ἕνα παράπονο, κάτι ποὺ νὰ μοιάζει μὲ γογγυσμό. Τὸν θαύμαζα καὶ τὸν ἀγαποῦσα γιὰ αὐτὸ διπλᾶ. Πόση ὥρα νὰ μείναμε ἔτσι; Δὲν τὴν μέτρησα.
Ὁ φίλος μου κάποια στιγμή, ἔδωσε τὸ σύνθημα τῆς ἀναχωρήσεως. Ἀνεβήκαμε πάλι στὰ μουλάρια καὶ ὁ Ἠλίας μᾶς ἀκολούθησε. Καὶ σ’ αὐτὸν ἀκόμα πόσα χρωστάγαμε;
Τώρα ξεκούραστοι συνεχίσαμε τὸν δρόμο μας μὲ περισσότερο κέφι καὶ σχεδὸν χαρούμενοι. Δὲν μᾶς ἔλειψαν καὶ τὰ ἀστεῖα.
Ὁ φίλος μου ἄρχισε νὰ λέει κάτι εὐχάριστο καὶ σὰν τελείωσε τὸν μιμήθηκα καὶ ἐγώ. Ἔτσι τὸ ῥολόϊ ἔδειχνε πὼς κἀναμε μία ὥρα ἀκριβῶς ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ξεκινήσαμε, ὡς νὰ φτάσουμε στὸ Μοναστήρι τοῦ Σταυρονικήτα.
Ὁ Ἠλίας ξαναπῆρε πάλι τὰ καθήκοντά του. Ὁ πορτάρης, ποὺ ποτὲ δὲν βρίσκεται στὴν θέση του, γιατὶ ἐκτὸς ἀπὸ πορτάρης ἔχει ἀκόμα καὶ τέσσερα-πέντε διακονήματα, δὲν ἦταν ἐκεῖ. Τὸ Μοναστήρι ὅμως ἦταν γνώριμο στὸν φίλο μου καὶ μὲ σίγουρες κινήσεις περάσαμε στὴν αὐλή. Ἕνα μικρὸ κομματάκι, ὄχι μεγαλύτερο ἀπὸ τέσσερα-πέντε μέτρα στὸ μάκρος καὶ στὸ πλάτος της.
Τραβήξαμε ἴσα ἀπὸ μία στενόχωρη σκάλα καὶ περάσαμε στὸ ἀρχονταρίκι. Ἡ ἐκκλησία βρισκόταν ἀριστερὰ ἀπὸ τὴν σκάλα, μὰ ἦταν κατάκλειστη.
Μπροστὰ στὴν πόρτα της κάναμε τὸν σταυρό μας καὶ κρατήσαμε τὴν διάθεσή μας γιὰ ἀργότερα, ποὺ θὰ ἦταν ἀνοιχτὴ καὶ ἐμεῖς πιὸ ξεκούραστοι.
Στὸ ἀρχονταρίκι μᾶς περίμενε ἕνα ἐξαίσιο θέαμα. Μεγάλα παράθυρα καὶ ἀπὸ τὶς τρεῖς πλευρὲς τοῦ σαλονιοῦ, ποὺ κρέμεται κυριολεκτικὰ πάνω ἀπὸ τὴν θάλασσα. Ἀνατολικὰ παράθυρα καὶ πέρα μακρυὰ τὸ Μοναστήρι τοῦ Παντοκράτορος, πνιγμένο μέσα στοὺςς ἀφροὺς τῆς ἀγριεμένης θάλασσας. Μπροστά μας κύματα ποὺ ἄφριζαν ἀγριεμένα, μὲ κατάλευκες χαῖτες καὶ δυτικὰ πάλι ὁ κῆπος τῆς Καλληάγρας. Πιὸ πέρα τὸ Μοναστήρι τῶν Ἰβήρων καὶ σὲ συνέχεια παραλιακὰ σπίτια ποὺ χάνονται ἀπὸ τὴν ἀπόσταση, γιὰ νὰ καταλήξει τὸ μάτι σου ψηλὰ στὸν γερο-Ἄθωνα μὲ τὶς χιονισμένες ἀκόμα χαράδρες του καὶ τὸ συννεφένιο σκουφί του, ποὺ ἦταν ἡ αἰτία τῆς σημερινῆς φουρτοῦνας, καθὼς μοῦ εἶπαν. Θέαμα καταπληκτικό, σὰν ἡ θάλασσα ἡσυχάζει καὶ τὸ κῦμα ψιθυριστὰ γλύφει τὰ βράχια, ποὺ στὴν ῥάχη του σηκώνουν τὸ Μοναστήρι τοῦ Σταυρονικήτα. Παρὰ τὴν κούρασή μας καθήσαμε γιὰ λίγο νὰ θαυμάσουμε αὐτὸ τὸ μεγαλεῖο. Μὰ εἴχαμε μπροστά μας ὅλο τὸν καιρὸ νὰ τὸ ἀπολαύσουμε πιὸ ἄνετα. Πρόχειρα φάγαμε κάτι καὶ ὕστερα πήγαμε γιὰ ὕπνο. Τώρα, στὸ κλειστὸ περιβάλλον, τὰ μάτια τοῦ φίλου μου ἄρχισαν νὰ κλείνουν ἀπὸ τὴν κούραση. Κατάλαβα τὴν ἀγωνιώδη προσπάθεια ποὺ ἔκανε νὰ τὰ κρατήσει ἀνοιχτά. Κλειστήκαμε στὰ δωμάτιά μας. Κοιμήθηκα βαθιά, μὲ ἕνα αἴσθημα εὐδαιμονίας στὴν ψυχή μου. Σὰν ξύπνησα, ὁ ἑσπερινὸς βρισκόταν στὸ τέλος του. Ἂν καὶ τὸ Μοναστήρι εἶναι τόσο μικρό, τὸ βουητὸ τῶν κυμάτων καθὼς ἔσπαγαν στοὺς βράχους δὲν ἄφησε νὰ ἀκούσω τὴν καμπάνα. Πλύθηκα καὶ χωρὶς καμία καθυστέρηση κατέβηκα στὴν ἐκκλησία. Μεγάλη καὶ αὐτὴ μὲ σκοτεινὴ Λιτή. Καὶ ἐδῶ ὁ ἴδιος ῥυθμὸς ποὺ γενικὰ σὲ ὅλες τὶς ἐκκλησίες τῶν Μοναστηριῶν. Ἡ ἐκκλησία εἶναι ἀφιερωμένη στὸν Ἅγιο Νικόλαο. Ἀπὸ τὴν ἐκκλησία αὐτὴ δὲν κράτησα πολλὰ στὸ μυαλό μου, παρὰ μονάχα ὅτι εἶναι ἄδεια ἀπὸ καλογήρους. Μέτρησα μόνο δύο-τρεῖς μαυροντυμένες σκιές. Πέντε-ἕξι νομίζω ὅτι εἶναι ὅλοι οἱ καλόγεροι τοῦ Μοναστηριοῦ. Εἶναι τὸ πιὸ φτωχό, χωρὶς δάσος καὶ μὲ πολὺ λίγους ἄλλους πόρους. Συντηρεῖται μὲ τὰ λίγα ποὺ παίρνει ἀπὸ τὸ Κράτος σὰν ἀποζημίωση γιὰ τὴν σημαντικὴ περιουσία ποὺ εἶχε σὲ διάφορα μέρη τῆς Ἑλλάδος καὶ ποὺ ἀπαλλοτριωθήκανε γιὰ νὰ δοθοῦν στοὺς πρόσφυγες. Κάποτε, ἦταν πολὺ πλούσιο, τὰ κελλιά του ἦταν γεμᾶτα καὶ γνώρισε πολλὲς δόξες. Ἐκεῖνα περάσανε πιά. Τώρα ὅμως κινδυνεύει νὰ ἐρημώσει τέλεια καὶ αὐτὸ γεμίζει μὲ λύπη τὰ λίγα γεροντάκια ποὺ τὸ συντηροῦν ἀκόμα.
Σὰν τελείωσε ὁ ἑσπερινός, ἀνέβηκα στὸ ἀρχονταρίκι γιὰ νὰ βρῶ τὸν φίλο μου. Τὸν βρῆκα στὸ σαλόνι καθισμένο σὲ ἕναν καναπέ. Τὸν χαιρέτησα καὶ τοῦ εἶπα ὅτι εἶχα κατέβει στὴν ἐκκλησία καὶ ὅτι προσκύνησα τὰ ἅγια λείψανα καὶ ἑπομένως δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ξανακατεβοῦμε μαζί.
-Τότε, ἂς πᾶμε μία βόλτα μέχρι τὴν βιβλιοθήκη. Εἶναι φτωχὴ βέβαια. Ἔχει μερικοὺς κώδικες χωρὶς μεγάλη ἀξία. Τώρα τελευταῖα βρέθηκαν καὶ μερικοὶ λόγοι τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, μὰ ὡς ἔργα τέχνη δὲν παρουσιάζουν κανένα ἐνδιαφέρον.
-Ἂς μὴν πᾶμε τότε.
-Ναί, ἂς κατεβοῦμε λίγο νὰ δροσιστοῦμε καὶ βαδίζοντας θὰ σοῦ διηγηθῶ τὸ θαῦμα τοῦ Ἁγίου Νικολάου καὶ πῶς ἔφθασε αὐτὴ ἡ παλαιὰ εἰκόνα ἐδῶ. Τὴν εἶδες βέβαια στὸ δεξιὸ προσκυνητάρι τῆς ἐκκλησίας.
-Ναί, μὰ δὲν βρέθηκε κανένας νὰ μοῦ πῆ κάτι νὰ τὸν ῥωτήσω σχετικὰ γιὰ αὐτήν.
-Ὡραῖα! Τότε ἔχουμε θέμα γιὰ νὰ μιλήσουμε. Πᾶμε τότε λοιπόν.
Κατεβήκαμε τὰ σκαλιά, καὶ περάσαμε τὴν μικρὴ αὐλή. Βγήκαμε ἔξω καὶ ἄρχισε νὰ μοῦ λέει:
-Γιὰ τὴν εἰκόνα αὐτὴ ἔχουν νὰ ποῦνε πὼς ἦρθε ἀπὸ τὴν Ἀνατολή. Τὴν ῥίξανε στὴν θάλασσα χέρια εὐλαβικὰ καὶ θεοφοβούμενα γιὰ νὰ γλιτώσει ἀπὸ τὴν βεβήλωση τῶν Σαρακηνῶν. Ἡ εἰκόνα σὰν βρέθηκε στὴν θάλασσα, ἄρχισε νὰ ταξιδεύει πάνω στὰ κύματα καὶ ὁ Ἅγιος Νικόλαος τὴν ἔφερε στὰ νερὰ τοῦ Μοναστηριοῦ αὐτοῦ, ἐδῶ κάτω. Μία νύχτα κάτι ψαράδες εἶδαν ἕνα παράξενο φεγγοβόλημα. Περίεργοι πλησιάσανε κοντὰ καὶ σὰν ἀντίκρυσαν τὴν εἰκόνα, ἔκαναν μὲ δέος τὸν σταυρό τους. Τὴν ἄφησαν νὰ τὴν φέρνει τὸ κῦμα καὶ μὲ σβελτάδα στὰ κουπιά τους ἔφτασαν στὸ Μοναστήρι. Χτύπησαν τὴν πόρτα καὶ ὁ πορτάρης τοὺς πῆγε στὸν ἡγούμενο. Τὸν φέρανε μπροστὰ σὲ ἕνα παράθυρο καὶ τοῦ ἔδειξαν τὸ παράξενο φῶς. Ἕνας ἀπὸ ὅλους τοῦ εἶπε, ὅτι πλησίασαν τὸ φῶς καὶ ὅτι εἶδαν πὼς ἦταν μία εἰκόνα, Ὁ ἡγούμενος γονάτισε καὶ σταυροκοπήθηκε καὶ ὕστερα κάλεσε ὅλους τοὺς καλογήρους νὰ δοῦνε καὶ αὐτοὶ τὸ θαῦμα. Μὲ προσευχὲς καὶ λιτανεία καὶ μία λαμπρὴ πομπή, γεμάτη δέος καὶ φόβο, κατέβηκαν στὴν θάλασσα καὶ περίμεναν νὰ φτάσει τὸ εἰκόνισμα μὲ τὸ φῶς στὴν στεριά. Σὰν ἔφτασε κοντά, ὁ ἡγούμενος μπῆκε σὲ μία βάρκα καὶ μὲ δάκρυα καὶ τρεμάμενα χέρια ἔσκυψε στὸ νερὸ καὶ σήκωσε τὴν εἰκόνα. Μὲ τὴν ἴδια πομπὴ γύρισαν στὸ Μοναστήρι πανηγυρίζοντας. Ἐκείνη τὴν βραδυὰ δὲν κοιμήθηκε κανένας. Ὅλοι ἦταν μαζεμένοι στὴν ἐκκλησία καὶ ψέλνανε συνεχῶς δοξολογίες. Ἔτσι τοὺς βρῆκε τὸ ξημέρωμα. Ἀπὸ τότε πῆραν τὴν ἀπόφαση νὰ τιμηθῆ ἡ ἐκκλησία στὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου Νικολάου.
-Μὰ πότε ἀκριβῶς χτίστηκε τὸ Μοναστήρι;
-Φαίνεται ὅτι εἶναι παληό, δὲν γνωρίζουμε ὅμως πότε χτίστηκε ἀκριβῶς.
-Καὶ ἡ Βιβλιοθήκη, ποῦ βρίσκεται;
-Ὅπως σὲ ὅλα τὰ Μοναστήρια, βρίσκεται καὶ αὐτὴ ἐδῶ στὸν πύργο γιὰ ἀσφάλεια.
Σήκωσα τὰ μάτια καὶ κοίταξα τὸν πύργο. Δὲν εἶναι πολὺ ψηλός, ἴσως γιατὶ ἡ θέσις ποὺ βρίσκεται τὸ Μοναστήρι εἶναι πολὺ ὀχυρή. Ἀπὸ τὴν θάλασσα δὲν ὑπάρχει καμία πιθανότης νὰ πατηθῆ. Τὰ ἄγρια καὶ ἀπότομα βράχια τὸ προστατεύουν. Εἶχα συνηθίσει πιά, νὰ βλέπω, νὰ θαυμάζω καὶ νὰ περιεργάζομαι.
Δὲν καθήσαμε πολὺ στὴν αὐλή, ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμα ἐπιθυμούσαμε μήπως εἶχε τίποτα τὸ ἀξιόλογο ἡ στενόχωρη μικρούλα αὐλή, ποὺ σοῦ δημιουργεῖ ἕνα πλάκωμα στὴν καρδιά;
Ἀνεβήκαμε τὶς σκάλες καὶ περάσαμε στὸ σαλόνι τοῦ ἀρχονταρικιοῦ, γιὰ νᾶ ἀπολαύσουμε τὸ θαυμάσιο βράδυ, ποὺ ἄρχιζε σιγὰ-σιγὰ νὰ πέφτει γύρω μας. Καθήσαμε σὲ ἕναν καναπὲ καὶ βγάλαμε τὸ κεφάλι ἔξω ἀπὸ τὸ ἀνοιχτὸ παράθυρο.
Κοίταζα τὴν θάλασσα μὲ μάτια ἀχόρταγα. Δὲν κοίταζα κάτι ὁρισμένο. Ἔβλεπα γενικὰ τὴν θάλασσα ποὺ τὴν ὥρα ἐκείνη εἶχε γαληνέψει καὶ τὰ ἁπαλὰ κύματά της χάϊδευαν στοὺς βράχους. Ἤμουνα γεμᾶτος ἀπὸ τὰ χρώματά της ποὺ τώρα στὸ ἡλιοβασίλεμα ἀνακατευόντουσαν σὲ ἕνα παράξενο μπέρδεμα, ἀπὸ γαλάζιο, μαύρο, μενεξεδὶ καὶ βυσσινί, ἀπὸ ὅλα τὰ χρώματα που μπορεῖς νὰ φανταστῆς καὶ ἀκόμα ὅσα δὲν ἐλπίζεις νὰ δῆς. Τί σκεπτόμουνα;
Ῥώτησα τὸν ἑαυτό μου. Καμία σκέψη συγκεκριμένη. Βρισκόμουνα στὴν κατάσταση τοῦ ὀνείρου καὶ τῆς ἀφαιρέσεως καὶ μόνο ἡ ψυχὴ ζοῦσε ἔντονα. Τὸ μυαλὸ εἶχε χαθῆ, εἶχε σταματήσει καὶ εἶχε ἀπαλλάξει τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὰ δεσμά της.
Ἦταν μία παράξενη κατάσταση συλλογῆς, στροφῆς πρὸς τὸ πνεῦμα. Ἔνιωσα γιὰ πρώτη φορὰ αὐτὸ ποὺ νιώθουν ὅλοι ὅσοι παραδίδονται στὴν συλλογὴ μέσα στὴν ἥσυχη φύση, χωρὶς κανένα πρόβλημα, χωρὶς θορύβους ποὺ νὰ ξυπνᾶνε τὶς αἰσθήσεις τους, παρὰ μονάχα τὸ μουρμούρισμα τῆς θάλασσας στὰ βράχια ἢ τὸ κελάρυσμα μιᾶς μικρῆς βρυσούλας ποὺ χάνεται σὲ καταῤῥάκτη, ποὺ θαῤῥεῖς καὶ σὲ παίρνει στὰ μονότονα φτερά του καὶ σὲ φέρνει στὴν ἀναζήτηση ἑνὸς ἄλλου κόσμου ποὺ βρίσκεται κρυμμένος μέσα μας. Καθήσαμε ἐκεῖ στὴν ἴδια θέση, βουβοί, καὶ βουτηγμένοι στὶς σκέψεις μας, ὥσπου τὸ σκοτάδι ἄρχισε νὰ πέφτει καὶ ἡ θάλασσα νὰ γίνεται μία ἀπειλητικὴ σκιά.
Σὰν ἡ σκοτεινιασμένη νύχτα ἔπεσε, σὰν τὰ ἀστέρια στόλισαν τὸν οὐρανὸ καὶ γέμισαν μυστήριο τὴν νύχτα, τραβήξαμε τὰ κεφάλια μας ἀπὸ τὸ παράθυρο καὶ μὲ ἕναν ἀναστεναγμὸ διώξαμε τὶς ἀναλύσεις καὶ κοιταχτήκαμε μέσα στὸ σκοτάδι. Πάλι δὲν μιλήσαμε. Ἡ σκιὰ τοῦ ἀρχοντάρη ποὺ ἦρθε νὰ ἀνάψει τὴν λάμπα μᾶς ἔβγαλε ἀπὸ τὴν νάρκη μας. Φάγαμε τὸ λιτὸ φαγητὸ ποὺ μᾶς πρόσφερε καὶ πήγαμε νωρὶς γιὰ ὕπνο.
Στὸ ξημέρωμα σηκωθήκαμε κεφᾶτοι καὶ ξεκούραστοι ὕστερα ἀπὸ ἕναν ὕπνο ποὺ κράτησε ὧρες. Πήραμε τὸν καφέ μας καθὼς καὶ κάτι γιὰ πρωϊνό, μιὰ καὶ θὰ ἀρχίζαμε γιὰ πολλὲς ὧρες πορεία στὰ ἄλλα Μοναστήρια καὶ ἡ διαδρομή μας θὰ ἦταν μεγάλη.
Κατεβήκαμε καὶ πρὶν ξεκινήσουμε, μπήκαμε στὴν ἐκκλησία γιὰ νὰ κάνουμε τὸν σταυρό μας γιᾶ τελευταία φορὰ μπροστὰ στὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Νικολάου καὶ νὰ παρακαλέσουμε νὰ μᾶς δώσει καλὸ ταξίδι. Πλησιάσαμε τὴν εἰκόνα, κάναμε δύο μετάνοιες καὶ τὴν ἀσπαστήκαμε μὲ ἐυλάβεια, ψιθυρίζοντας νοερὰ μία προσευχή. Τραβηχτήκαμε καὶ εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ φύγουμε, ὅταν ἕνας γεροντάκος καλόγερος μᾶς εἶπε νὰ προσκυνήσουμε καὶ νὰ θαυμάσουμε μία εἰκόνα ποὺ κρατοῦσε στὰ χέρια του. Πῆγαμε κοντά. Ἦταν μία μικρὴ ψηφιδωτὴ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Νικολάου ποὺ ἔγινε στὰ τέλη τοῦ 12ου αἰῶνα. Τὴν λένε «Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ Στρειδᾶς». Ὄνομα ποὺ τῆς δόθηκε ἀπὸ ἕνα θαῦμα. Ἀφοῦ τὴν θαυμάσαμε γιὰ λίγο, βγήκαμε ἀπὸ τὸ Μοναστήρι καὶ ἀνεβήκαμε στὰ ζῶα ποὺ εἶχε ἑτοιμάσει ὁ Ἠλίας καὶ εἶχε φροντίσει νὰ βρίσκονται στὴν ὥρα τους.
***
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου