Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2024

ΠΕΡΙΗΓΗΣΙΣ ΣΤΟΝ ΑΘΩΝΑ 1969. Κεφάλαιον Θ΄. Ἀγρυπνία στὴν Μονὴ Παντοκράτορος.

 

Κεφάλαιον Θ΄. Ἀγρυπνία στὴν Μονὴ Παντοκράτορος.

Βιάσαμε λίγο τὰ μουλάρια. Ὁ δρόμος τώρα ἦταν πιὸ εὐχάριστος, γιατὶ οἱ σκιὲς τῶν δέντρων εἶχαν μεγαλώσει καὶ τὸν σκεπάζανε. Δὲν λέγαμε κουβέντα. Εἴμαστε ἀποῤῥοφημένοι στὸ μεγαλεῖο τῆς φύσεως, ποὺ ὅσο καὶ ἂν τὴν κοιτᾶς δὲν τὴν χορταίνεις. Ζῶνες ἀπὸ σκιὰ καὶ ἥλιο δημιουργοῦσαν κάποιο παράξενο καὶ γοητευτικὸ σύμπλεγμα. Κορφὲς δένδρων μὲ λαμπερὲς τὶς ἀκτίνες τοῦ ἥλιου μεσουράνιζαν βουτηγμένες στὴν σκιὰ καὶ κάτω ἡ θάλασσα γαληνεμένη στὴν βραδυνὴ πιὰ ὥρα, νὰ παίζουν τὰ χρώματα παράλογα πάνω της. Στὰ ἀριστερά μας πρόβαλε μεγαλόπρεπη ἡ κορυφὴ τοῦ Ἄθωνα.

Πόση μεγαλοπρέπεια καὶ πόσο μεγαλεῖο. Πῶς νὰ ξεχάσεις μία τέτοια ὁμορφιά; Πῶς νὰ μὴν θαυμάσεις καὶ νὰ γεμίσει ἡ ψυχή σου ἀπὸ δοξολογία στὸν Δημιουργό; Αὐτὸ τὸ παράξενο προνόμιο ἔχει ἡ φύση, νὰ σὲ ὁδηγῆ κοντὰ στὸν Θεό. Ψάχνεις γιὰ τὴν δημιουργό της, ἀνακατεύεις γιὰ νὰ ἐξαφανίσεις τὸ ἄγνωστο. Ἴσως ὅμως καὶ νὰ τὸ μεγαλώσεις. Ἴσως νὰ νιώσεις στὴν ψυχή σου πόνο, ἕνα σκίσιμο, γιατὶ δὲν μπορεῖς νὰ γίνεις ἕνα μὲ αὐτήν, νὰ ἐξαφανιστῆς ἐσὺ ὁ ἴδιος στὴν ἀπεραντοσύνη της.

Καὶ ὅμως νιώθεις μία τέτοια γλυκειὰ ἀνησυχία, ποὺ δὲν θέλεις νὰ τελειώσει ποτέ, ποὺ παρακαλᾶς νὰ συνεχιστῆ. Παράξενη φύση καὶ ἐσὺ πιὸ παράξενε ἄνθρωπε.

Προχωρήσαμε κάπου μία ὥρα. Φτάσαμε σὲ ἕνα μονοπάτι, πήραμε ἕνα στενὸ δρομάκι ποὺ ἀνηφόριζε ἀνάμεσα στοὺς ψηλοὺς καὶ πυκνοὺς θάμνους. Ἀριστερά μας εἴχαμε τὴν θάλασσα καὶ δεξιά μας τὸ βουνὸ μὲ τὶς πανύψηλες καστανιές του. Κάτω χαμηλὰ στὸ ἀκρογιάλι, φαινότανε ἕνας πύργος καὶ μερικὰ ἐρημητήρια.

-Ἡ Κολιτσοῦ, μοῦ εἶπε ὁ φίλος, ποὺ πρόσεξε τὸ βλέμμα μου, μιὰ καὶ εἶχε καρφωθῆ πρὸς τὰ ἐκεῖ. Εἶναι μερικὰ Κελλιὰ κοντὰ στὴν θάλασσα, ποὺ οἱ καλόγεροι ποὺ μένουν σὲ αὐτὰ ζοῦνε μονάχα ἀπὸ τὸ ψάρεμα. Λιγοστοὶ σήμερα κατοικοῦν σὲ αὐτά.

Κατηφορίσαμε λίγο ἀκόμα καὶ ὁ δρόμος ἔγινε στενὸς καὶ χωματένιος.

Σὲ μερικὲς μεριές, γινόταν ἐπικίνδυνα ἀνηφορικὸς μὲ ῥεματιὲς καὶ πυκνοὺς φουντωμένους θάμνους. Σκιερὴ δροσιὰ εἶχε πέσει σὲ ὁλόκληρη τὴν πλαγιά.

Κατηφορίσαμε πάλι καὶ σὲ μία στιγμὴ πρόβαλε μπροστά μας ἕνα ἀπέραντο κτῆμα τριγυρισμένο μὲ συρματόπλεγμα καὶ ἔχοντας καταμεσίς του ἕνα μικρὸ σπίτι.

-Εἶναι ἡ Φαλακροῦ. Κτῆμα τοῦ Μοναστηριοῦ μας, εἶπε ὁ φίλος μου. Στὰ παληὰ χρόνια ὑπῆρχε ἐδῶ Μοναστήρι, μὰ ἐρημώθηκε στὸν 14ον αἰώνα καὶ ἀνήκει τώρα στὸ Μοναστήρι τοῦ Παντοκράτορος. Τώρα σὲ αὐτὸ τὸ σπιτόπουλο ζῆ ἕνας καλόγερος, γιὰ νὰ φροντίζει τὰ ὀπωροφόρα δένδρα.

Σὲ μικρὴ ἀπόσταση βρήκαμε μία βρυσούλα ποὺ τὴν σκέπαζαν πελώρια πλατάνια. Ἂν καὶ ἡ ὥρα ἦταν περασμένη κατεβήκαμε γιὰ νὰ δροσιστοῦμε μὲ τὸ ἄφθονο νερό της καὶ δίχως πολλὴ καθυστέρηση ξεκινήσαμε καὶ πάλι. Ἀνηφορίσαμε τὴν ῥεματιά, καὶ ὁ δρόμος ἔγινε πλαϊνός, γιὰ νὰ κατηφορίσουμε ἀπότομα. Σὲ μία στιγμή, σὲ ἕνα στρίψιμο, πρόβαλε μπροστά μας ἕνα μεγάλο συγκρότημα κτιρίων. Ἦταν ἡ Ῥωσσικὴ Σκήτη τοῦ Προφήτη Ἠλία, τριγυρισμένη μὲ κήπους ποὺ στηριζόντουσαν σὲ πεζούλια καὶ μὲ ἕναν μεγάλο ναὸ στὴν μέση. Χτισμένη πάνω σὲ ἕναν λοφίσκο, φάνταζε ἐπιβλητικὴ μέσα στὴν ἀνυπαρξία ἄλλων κτιρίων.

Πήραμε τὴν κατηφοριά, καὶ μπήκαμε σὲ ἕνα ἐλαιῶνα. Στὴν ἴδια πλαγιά, σὲ προσμένει μεγαλόπρεπο τὸ Μοναστήρι τοῦ Παντοκράτορος.

Σὰν τὸ ἀντίκρυσα, ἔνιωσα μία ζεστασιά. Τὸ ἔνιωσα σὰν κάτι δικό μου, σὰν κάτι ποὺ δὲν μοῦ ἦταν ξένο. Μήπως ἐπειδὴ ὁ φίλος μου ἦταν αὐτουνοῦ τοῦ Μοναστηριοῦ; Ἴσως. Τὸ γεγονὸς εἶναι ἕνα, ὅτι τὸ ἔνιωσα νὰ τὸ ἀγαπάω πρὶν καλὰ καλὰ τὸ γνωρίσω.

Εἶναι χτισμένο στὸ τέρμα τῆς πλαγιᾶς, μὲ τὴν μία πλευρά του χωμένη στὴν θάλασσα καὶ τὴν ἄλλη λίγο πιὸ μπροστά. Τώρα στὸ ἡλιοβασίλεμα, τὰ κελλιά του σκοτεινά, ζοῦν τὴν θάλασσα καὶ καθρεφτίζονταν μέσα της.

Πιάσαμε τὸ δεξὶ πλάϊ καὶ συναντήσαμε τὰ πρῶτα μικρὰ σπίτια. Τὰ χρησιμοποιοῦν οἱ ἐργάτες τοῦ Μοναστηριοῦ, γιὰ νὰ μένουν σὲ αὐτὰ καὶ νὰ πορεύονται, γιατὶ σὲ κανένα Μοναστήρι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μένουν μέσα.

Ἡ κατηφόρα τελείωσε καὶ ἕνα πλακόστρωτο ἀνηφοράκι μᾶς ἔφερε ἀνάμεσα ἀπὸ τὸ Κοιμητήρι καὶ τὰ παρεκκλησάκια, μπροστὰ στὴν πόρτα τοῦ Μοναστηριοῦ.

Κατεβήκαμε ἀπὸ τὰ ζῶα λίγο πρὶν φτάσουμε καὶ ὁ πατὴρ Εὐθύμιος ἔδωσε ἐντολὴ σὲ ἕναν ἐργάτη νὰ πάει τὰ πράγματά μας στὸ ἀρχονταρίκι.

-Θὰ ἔχουμε ἀγρυπνία ἀπόψε, γι’ αὐτὸ δὲν μπορῶ νὰ σὲ φιλοξενήσω στὸ δωμάτιό μου, γιατὶ θὰ ταλαιπωρηθῆς. Στὸ ἀρχονταρίκι θὰ μπορέσεις καὶ λίγο νὰ κοιμηθῆς, ἐνῶ αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ γίνει στὸ δωμάτιό μου.

-Σὲ παρακαλῶ πάτερ. Νομίζω ὅτι στὸ ἀρχονταρίκι θὰ βολευτῶ καλύτερα. Ἔπειτα καθὼς λές, θὰ πρέπει νὰ κοιμηθῶ περισσότερο, γιατὶ πραγματικὰ αἰσθάνομαι κατάκοπος καὶ κουρασμένος. Θὰ σᾶς παρακαλοῦσα νὰ μὲ ἀφήσετε νὰ κοιμηθῶ περισσότερο ἀπὸ μία-δύο ὧρες.

-Ὡραία. Τότε θὰ ἔρθω νὰ σὲ πάρω στὴν ἀρχὴ καὶ σὰν τελειώσει ὁ ἑσπερινός, μπορεῖς νὰ ξεκουρασθῆς. Δὲν θὰ πρέπει νὰ χάσεις τὰ πιὸ σπουδαῖα τεμάχια τῆς ἀγρυπνίας. Ἄφησε νὰ κανονίσω ἐγὼ τὸν ὕπνο σου. Ἐγὼ τὰ ξέρω καλύτερα. Ἂς προχωρήσουμε λοιπόν, καὶ ἂς μὴν μένουμε ἐδῶ.

Προχωρήσαμε μαζὶ στὸ προαύλιο.

Ἀπέναντι ἀπὸ τὴν πόρτα τοῦ Μοναστηριοῦ, βρισκότανε ἕνα θαυμάσιο ὑπόστεγο. Θαυμάσιο καὶ γιὰ τὴν θέα του καὶ γιὰ τὴν ξεκούραση ποὺ σοῦ χαρίζει. Τὸ λένε καὶ ἐδῶ Κιόσκι. Στὶς τρεῖς πλευρές του ξύλινοι πάγκοι γιὰ νὰ καθίσεις καὶ νὰ ξεκουραστῆς.

Δὲν ἄντεξα. Ξέφυγα ἀπὸ τὴν συντροφιὰ καὶ πῆγα νὰ καμαρώσω τὴν θάλασσα.. θαῦμα! Σκοτεινή, ὑγρή, μυστηριώδης, ἔσκαζε τοὺς ἀφρούς της πέρα στὴν ἀμμουδιά.

Πέρα καὶ κάτω ἀπὸ τὰ πόδια μου, ἔγλυφε ἥρεμα τοὺς βράχους καὶ τοὺς ψιθύριζε γλυκόλογα. Ἔνιωσα τὴν ἀνάγκη νὰ μείνω ἐκεῖ καὶ τὸ βλέμμα μου νὰ πλανηθῆ στὴν ἀπεραντοσύνη της, νὰ ἀκούσω τὰ λόγια ποὺ ψιθύριζε καὶ νὰ νιώσω τοὺς κρυφοὺς πόθους ποὺ γεννοῦσε. Μᾶ μοῦ ἦταν ἀδύνατο καὶ αὐτὸ μὲ ἔκανε νὰ πονέσω.

Μὲ τὴν πρώτη εὐκαιρία θὰ ξανάρθω, σκέφτηκα. Προχώρησα νὰ βρῶ τὸν φίλο μου ποὺ εἶχε σταθῆ στὴν πόρτα τοῦ Μοναστηριοῦ. Μία πόρτα βαρειὰ σιδερένια, μὰ μὲ ὡραῖο πρόπυλο. Ἕνα κουβούκλιο, ὅμοιο σὰν σὲ ὅλα τὰ Μοναστήρια, ποὺ στὴν ὀροφὴ ἀκριβῶς καὶ στὸ κέντρο της, βρίσκεται ζωγραφισμένος ὁ Παντοκράτορας, εὐλογώντας. Γύρω-γύρω τὰ Τάγματα τῶν Ἀγγέλων, ζωγραφισμένα καὶ αὐτὰ ἀπὸ τὴν φαντασία τοὺ ἁγιογράφου, κρατῶντας τόξα καὶ κοντάρια.

Τέλος, πάνω ἀπὸ τὸ πορτόφυλλο πάλι ὁ Παντοκράτορας καὶ ἕνα μικρὸ κρεμασμένο καντήλι, νὰ σκορπίζει τὶς παρήγορες ἀκτίνες του ὁλοτρόγυρα καὶ νὰ φωτίζει τὸ ἐπιβλητικὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ.

Περάσαμε μέσα ἀπὸ ἕνα στενὸ σκοτεινὸ διάδρομο καὶ βγήκαμε στὴν εὐρύχωρη αὐλή, ποὺ στὴν ἀνατολική της πλευρὰ εἶναι γεμάτη μὲ πορτοκαλιὲς καὶ λεμονιές. Δὲν μᾶς ζητήσανε ἐδῶ διαμονητήριο. Βρισκόμαστε τώρα στὸ σπίτι μας καὶ αὐτὸ ἦταν παρήγορο. Ἀνεβήκαμε τὰ πέτρινα σκαλιὰ τοῦ πρώτου ὀρόφου καὶ κάμποσα ξύλινα γιὰ νὰ φτάσουμε στὸ ἀρχονταρίκι.

Ὁ πατὴρ Ἰάκωβος, ὁ ἀρχοντάρης, ἕνας νεαρὸς ἀδύνατος, μᾶς ὑποδέχτηκε στὸ κεφαλόσκαλο. Χαιρέτησε τὸν φίλο μου, καλοσώρισε καὶ ἐμένα καὶ μᾶς πῆγε στὸ σαλόνι-τραπεζαρία. Ἕνας νεαρὸς δόκιμος καλόγερος μᾶς πρόσφερε τὸ κέρασμα.

Ὁ πατὴρ Ἰάκωβος κάθησε μαζί μας καὶ συζητήσαμε διάφορα θέματα. Μὲ ῥώτησε γιὰ τὸ ταξίδι μας στὰ Μοναστήρια καὶ τὶς ἐντυπώσεις μου καὶ ἂν ἔμεινα εὐχαριστημένος καὶ ἄλλα παρόμοια. Τοῦ ἀπαντοῦσα εὐχάριστα χωρὶς νὰ μὲ ἐνοχλοῦν οἱ ἐρωτήσεις του. Τὸ χτύπημα τῆς καμπάνας μᾶς ἔκοψε τὴν συζήτηση. Σηκώθηκα ῥωτώντας τους.

-Πᾶμε;

-Ὄχι, ἀπαντήσανε μὲ ἕνα στόμα. Ἡ καμπάνα αὐτὴ εἶναι γιὰ νὰ ἑτοιμαστοῦμε. Ὕστερα ἀπὸ εἴκοσι λεπτὰ θὰ κτυπήσει τὸ χειροσήμαντρο.

-Τί εἶναι αὐτὸ καὶ πῶς ἐπικράτησε; Τὸ ἄκουσα καὶ στὰ ἄλλα Μοναστήρια. Νομίζω πὼς ἐδῶ ὑπάρχει αὐτὴ ἡ συνήθεια.

-Κατὰ παράδοσιν, εἶπε ὁ πατὴρ Εὐθύμιος, τὸ χειροσήμαντρο μᾶς θυμίζει τὸν Νῶε καὶ τὸν κατακλυσμό. Ἔχετε, βέβαια, διαβάσει γιὰ τὸν κατακλυσμό. Τότε θὰ ξέρετε χωρὶς ἄλλο, ὅτι ὁ Θεός, θέλοντας νὰ μὴν ἐξαφανιστοῦν τὰ ζῶα ἀπὸ τὸ πρόσωπο τῆς γῆς, διέταξε τὸν Νῶε νὰ πάρει μαζί του στὴν Κιβωτό, ἀπὸ ἕνα ζευγάρι τοῦ κάθε ζώου ποὺ ὑπάρχει στὸν πλανήτη μας, γιὰ νὰ διαιωνιστῆ τὸ εἶδος. Τότε, σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, ὁ Νῶε πῆρε ἕνα ξύλο καὶ ἄρχισε νὰ χτυπάει ῥυθμικά, γιὰ νὰ μαζευτοῦν ὅλα τὰ ζῶα καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ. Τὸν ῥυθμὸ ἐτοῦτο καὶ τὸ ξύλο διατηρήσανε οἱ καλόγεροι μὲ συμβολικὴ ἔννοια. Τώρα πιά, καλεῖ τοὺς καλογήρους καὶ κάθε πιστὸ νὰ μποῦν στὴν νέα πνευματικὴ κιβωτό, δηλαδὴ στὴν ἐκκλησία, γιὰ νὰ ζήσουν στὸ θεῖον φῶς.

Ἡ κουβέντα μας συνεχίστηκε πάνω σὲ αὐτὸ τὸ θέμα, μέχρι ποὺ ὁ θαυμάσιος ῥυθμὸς τοῦ χειροσήμαντρου ἀκούστηκε, γιὰ νὰ μᾶς κόψει τὴν κουβέντα.

Σηκωθήκαμε πιὰ καὶ περάσαμε στὴν καινουργιοχτισμένη πλευρὰ τοῦ Μοναστηριοῦ, γιὰ νὰ κατεβοῦμε στὴν ἐκκλησία.

Καθήσαμε λίγο τρυπωμένοι κάτω ἀπὸ τὶς θολωτὲς καμάρες καὶ κοιτάζοντας πρὸς τὴν αὐλή. Σκιὲς καλογήρων τυλιγμένες στὸ σκοτάδι, ξετρύπωναν ἀπὸ ὅλες τὶς μεριές, καὶ βάδιζαν μὲ ἀργὰ κυρτὰ βήματα πρὸς τὴν ἐκκλησία. Σκιὲς μαῦρες σὰν τὴν νύχτα ποὺ δύσκολα ξεχώριζε τὸ μάτι.

Κάθησα ἐκεῖ καὶ κοίταζα χωρὶς νὰ μιλάω, βυθισμένος στὴν σιωπὴ καὶ στὴν παραξενιὰ τῶν ὅσων ἔβλεπα. Πῶς μπορεῖς νὰ φανταστῆς, ζῶντας μέσα στὶς πολιτεῖες μὲ τὰ ἑκατομμύρια τῶν ἀνθρώπων ποὺ κυκλοφοροῦν στοὺς δρόμους, σκηνὲς τόσο παράξενες μέσα σὲ τέτοια βαθειὰ ἡσυχία;

Πῶς νὰ μὴν νιώσεις ὅτι ἐτοῦτο μοιάζει μὲ τρέλλα; Πῶς νὰ μὴν νομίσεις ὅτι ὀνειρεύεσαι καὶ ὅτι βρίσκεσαι σὲ ἕνα κόσμο ἄγνωστο, ποὺ δὲν ξέρει ἂν μοιάζει μὲ παράδεισο ἢ κόλαση;

Πυκνὸ σκοτάδι ὁλοτρόγυρα καὶ μαῦρες σκιὲς μὲ μακρυὰ γένια γεμᾶτες, ποὺ μοιάζουν σὰν φαντάσματα ξεκολλημένα ἀπὸ κάποια παράσταση φανταστική.

Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, γλυκειὲς ψαλμωδίες ποὺ ὑμνοῦν τὸν Θεό, φτάνουν στὰ αὐτιά μου, σκίζοντας τὸ σκοτάδι τῆς νύχτας.

Γιὰ μία στιγμή, ἐκεῖ ποὺ καθόμουν στὸ σκοτάδι, ἔχασα τὸ νόημα τῆς πραγματικότητας. Ξέχασα τὴν ἀνθρώπινη παρουσία δίπλα μου καὶ νόμισα πὼς βρισκόμουνα σὲ ἕνα μέρος, ποὺ ὁ πόλεμος ἀγγέλων καὶ δαιμόνων εἶναι χειροπιαστὸς καὶ μία φανερὴ πραγματικότητα.

Εἶδα τὶς μαύρες σκιὲς καὶ νόμισα πὼς πᾶνε νὰ πολιορκήσουν τὴν ἐκκλησία καὶ τοὺς ἀγγέλους ποὺ ἔψελναν μέσα.

Τὶ παράξενο παιχνίδι τῆς φαντασίας.

Ἤμουνα ἕτοιμος νὰ τρέξω σὲ βοήθεια. Ἀλλὰ ποιῶν; Ἀναρωτήθηκα χωρὶς νὰ βρῶ εἱρμὸ στὴν σκέψη μου.

Ἐκείνη τὴν φευγαλέα καὶ ἀσύλληπτη στιγμή, δὲν μπόρεσα νὰ ξεδιαλύνω, ἂν ἤθελα νὰ βοηθήσω τὸ καλὸ ἢ τὸ κακὸ καὶ αὐτὸ μὲ τρόμαξε πιὸ πολύ.

Αὐτὸ τὸ ἀβέβαιο καὶ αὐτὴ ἡ ἀντινομία μέσα στὸν κόσμο τῆς ψυχῆς μου, μὲ ἔκαναν νὰ πονέσω περισσότερο.

Τὶς σκέψεις μου τὶς διέκοψε ἕνας ἄλλος χτύπος καὶ σὲ συνέχεια πολλὲς κωδωνοκρουσίες μὲ ἀσυνήθιστο χτύπημα γεμᾶτο ἁρμονία. Ἡ φαντασία μου κομματιάστηκε καὶ ἡ πραγματικότητα παρουσιάστηκε λαμπρὴ μπροστὰ στὰ μάτια μου. Καὶ ἐκεῖ ποὺ βρισκόμουνα μέσα στὴν σιγαλιὰ καὶ τὴν ἡρεμία, ἔκανα ἕναν ἀπολογισμό. Ἔψαξα στὴν ψυχή μου καὶ προσπάθησα νὰ ξεδιαλύνω τὰ συναισθήματά μου, ἔτσι μπερδεμένα καὶ συγκεχυμένα ὅπως ἦταν. Ἐκεῖνο ποὺ ἄρχισε νὰ παίρνει μορφὴ σιγὰ-σιγὰ καὶ νᾶ δυναμώνει ἦταν, ἡ συμπάθειά μου στὶς μαυροφορεμένες αὐτὲς μορφές, τὶς τόσο πραγματικὰ παράξενες. Μία συμπάθεια ποὺ ξεκινοῦσε ἀπὸ ἕναν θαυμασμὸ γιὰ αὐτές, μιὰ καὶ δὲν εἶχα κανένα σημεῖο ψυχικῆς ἐπαφῆς μαζί τους. Ἦταν ἀνώτεροι, ἐξωανθρώπινοι καὶ δὲν μποροῦσα νὰ τοὺς πλησιάσω, γιατὶ ἐγὼ εἶμαι ἄνθρωπος περισσότερο ἀπὸ αὐτούς. Ἔνιωσα τὴν συμπάθεια τοῦ μικροῦ πρὸς τὸ μεγάλο.

Δὲν μπόρεσα νὰ τοὺς πλησιάσω καὶ νὰ τοὺς καταλάβω. Ζοῦν κάτι ποὺ δὲν μπορῶ νὰ τὸ καταλάβω ἐγώ, κάτι ποὺ ξεφεύγει ἀπὸ τὶς δικές μου δυνατότητες. Εἶναι ὅλοι μεγάλοι στὴν ζωή τους καὶ γι’ αὐτὸ δὲν μπορεῖς ὅσο καὶ ἂν θέλεις νὰ τοὺς φτάσεις. Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοὺς εἶδα ἔτσι μεγάλους, ἂν καὶ αὐτοὶ μοῦ δώσανε ἀποδείξεις ὅτι εἶναι ἄνθρωποι.

Μὲ αὐτὲς τὶς σκέψεις κατέβηκα τὶς σκάλες γιὰ νὰ μπῶ στὴν ἐκκλησία. Προχώρησα μέσα μὲ ἕναν φόβο γιὰ τὸ ὑπερπέραν, γιατὶ δὲν μποροῦσα νὰ τὸ νιώσω. Ἀληθινὰ τοὺς ζήλευα φοβερὰ σὲ ὅλη τὴν ἀγρυπνία βλέποντας τὴν ἄνεση ποὺ εἶχαν ὅλες οἱ κινήσεις τους. Αὐτοὶ κατάφεραν αὐτὸ ποὺ ἐγὼ καὶ ὁ καθένας μας δὲν θὰ μποροῦσε. Βρίσκονταν σὲ στενὴ ἐπαφὴ μὲ τὸ ἀνεξιχνίαστο θεῖο καὶ καθημερινὰ μιλοῦσαν μαζί του.

Μὲ εὐλάβεια καὶ φόβο κάθησα σὲ ἕνα στασίδι ποὺ μοῦ ὑπόδειξαν. Ἀπὸ τὴν στιγμὴ αὐτὴ ἔχασα κάθε ἔννοια τῆς προσωπικότητάς μου. Ἔχασα τοὺς δισταγμούς μου, τὴν ἀμφιβολία καὶ τὸν ἔλεγχο τῆς σκέψης μου. Ἡ λογικὴ χάθηκε. Δὲν σκεπτόμουνα. Αἰσθανόμουνα μονάχα τὸ κάθε τί.

Τὸ λιγοστὸ φῶς τῶν καντηλιῶν, ἡ μουρμουριστὴ φωνὴ τοῦ μοναχοῦ, ποὺ διάβαζε τὶς προσευχές, οἱ αὐστηρὲς μορφὲς τῶν Ἁγίων ποὺ ἦταν βυθισμένες στὸ μισοσκόταδο, ὅλα μαζὶ μοῦ δημιουργοῦσαν τὴν ἔννοια τῆς παραξενιᾶς καὶ μὲ ἔκαναν νὰ νιώθω πολὺ διαφορερικά.

Ξαφνικά, ἔσπασα τὰ δεσμά, τίναξα ἀπὸ πάνω μου κάθε γήϊνο καὶ ἀνθρώπινο καὶ πλησίασα νοερὰ κοντὰ στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ. Ἔῤῥιξα τὸ βλέμμα μου στὶς σιωπηλὲς γύρω μορφές. Τώρα, ὅλα εἶχαν ἀλλάξει. Τοὺς ἔνιωθα. Τοῦς καταλάβαινα. Δὲν ἦταν ξένοι. Ἄρχισαν νὰ προσεύχομαι μὲ τὸν τρόπο τὸν δικό μου. Ὕστερα, μὲ τὸν δικό τους τρόπο, μὲ τὶς κινήσεις του. Προσεύχομαι τώρα μὲ τὴν κίνηση τοῦ κανονάρχου, ποὺ ἦταν μία ἐκδηλωτικὴ προσευχὴ καθὼς πήγαινε ἀπὸ τὸ ἕνα ἀναλόγιο στὸ ἄλλο, μουρμουρίζοντας τοὺς στίχους μὲ καθαρὴ φωνή, γιὰ νὰ τοὺς ψάλλει ἕνας κατάλευκος ἀπὸ τὰ χρόνια καλόγερος μὲ μπάσα φωνή. Προσευχόμουνα ἥρεμα. Ἔκλεισα τὰ μάτια μου καὶ ἀφέθηκα ἀμέριμνος, χωρὶς ἐπιφυλάξεις στὶς ψαλμωδίες, γιὰ νὰ μὲ πᾶνε πάλι νοερὰ στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ. Ἀξέχαστες στιγμὲς ποὺ λίγες φορὲς στὴν ζωή σου μπορεῖς νὰ νιώσεις.

Ἐγὼ τὶς ἔνιωσα στὴν ἡρεμία μιᾶς νύχτας ποὺ ξημέρωνε ἡ γιορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς καὶ στὸ μυστικιστικὸ περιβάλλον τῆς Παντοκρατορινῆς ἐκκλησίας καὶ μέσα στὸ ἐπιβλητικὸ σύμβολο μιᾶς Ἁγιορείτικης ἀγρυπνίας.

Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τὶς ξανανιώσω μέσα στὴν πολιτεία καὶ στὴν πάλη τῆς ζωῆς, ποὺ σκοτώνει κάθε ὡραῖο καὶ μεγάλο; Ἐδῶ ὅλοι μὲ βοήθησαν νὰ σπάσω τὰ δρσμά μου, νὰ βρῶ τὸν ἑαυτό μου καὶ κοντὰ στὸν Θεό, νὰ ζήσω μία βραδυὰ τὸ μεγαλεῖο καὶ τὴν παρουσία Του.

Εὐλογημένη νύχτα. Πῶς θὰ μποροῦσα νὰ σὲ ξανανιώσω καὶ νὰ σε ξαναζήσω τόσο ἔντονα;

Προσπάθησα ἐκείνη τὴν βραδυὰ νὰ ζήσω πιὸ ἔντονα, πιὸ τέλεια, γιατὶ ἡ ἡμέρα δὲν θὰ ἀργοῦσε νὰ φανῆ. Ὁ ἐρχομός της θὰ σκόρπιζε τὴν γοητεία καὶ ὅλα θὰ παίρνανε τὴν συνηθισμένη, τὴν πραγματική τους ὄψη.

Ὁ ἑσπερινὸς τελείωσε, καὶ ὁ ἀναγνώστης, ἀφοῦ ἔβαλε στὴν μέση τῆς ἐκκλησίας ἕνα τρισκέλι, ἄρχισε νὰ διαβάζει μὲ μονότονη φωνή.

Ὁ πατὴρ Εὐθύμιος ἦρθε κοντά μου καὶ σιγανὰ μοῦ εἶπε ὅτι ἦταν ὥρα γιὰ ὕπνο. Δίστασα. Πῶς νὰ ἐγκαταλείψω ἐκείνη τὴν εὐτυχία; Μὰ αὔριο θἄπρεπε νὰ πάω καὶ σὲ ἄλλα Μοναστήρια, γιατὶ οἱ μέρες λιγόστευαν καὶ ἂν καθόμουνα σὲ ὅλη τὴν ἀγρυπνία, αὐτὸ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ γίνει. Ἡ ἀϋπνία θὰ μὲ κούραζε καὶ θὰ πήγαινε ἡ ἡμέρα χαμένη. Πόσο κουρασμένος ἤμουνα τὴν ὥρα ἐκείνη, ξεμάθητος ἀπὸ ἀγρυπνία. Γιατί ὁ ἄνθρωπος νὰ ἐξαρτιέται ἀπὸ τὴν ὕλη;

Θέλοντας καὶ μὴ τὸν ἀκολούθησα. Πήγαμε στὸ ἀρχονταρίκι καὶ μοὔδειξε τὸ δωμάτιο ποὺ μοῦ εἶχε ἑτοιμάσει ὁ πατὴρ Ἰάκωβος. Μοῦ εὐχήθηκε καλὸν ὕπνον καὶ κλείνοντας τὴν πόρτα μοῦ εἶπε:

-Σὲ δύο ὧρες τὸ πολύ, θὰ ἔρθω νὰ σὲ πάρω πάλι στὴν ἐκκλησία.

-Μεῖνε ἥσυχος, τοῦ ἀπάντησα.

Ἔκλεισε τὴν πόρτα καὶ ἔφυγε. Ἔμεινα ἀκίνητος ἕως τὴν ὥρα ποὺ τὰ βήματά του ἔσβησαν. Τότε, μὲ ἕναν ἀναστεναγμὸ ἔπεσα βαρὺς στὸ κρεβάτι μου.

Κοιμήθηκα βαρειὰ μὲ ἕναν ὕπνον χωρὶς ὄνειρα. Ὅταν ἀκούστηκε τὸ διακριτικό του χτύπημα στὴν πόρτα, σηκώθηκα ἀπὸ τὸ κρεβάτι μου ξεκούραστος καὶ ἀνάλαφρος. Ἑτοιμάστηκα γρήγορα, πλύθηκα καὶ τοῦ ἄνοιξα τὴν πόρτα.

-Πῶς πῆγε;, ῥώτησε σὰν μπῆκε.

-Καλά, τοῦ ἀπάντησα.

-Ξεκουράστηκες;

-Ξεκουράστηκα. Μοῦ φαίνεται σὰν νὰ ἔχω κοιμηθῆ ἕνα εἰκοσιτετράωρο συνέχεια.

-Ναί. Ἔτσι εἶναι. Τὸ κλῖμα ἐδῶ στὴν θάλασσα σὲ κάνει ἔτσι. Καὶ ἐγὼ δὲν μπορῶ ὅσο καὶ νὰ θέλω, νὰ κοιμηθῶ περισσότερο ἀπὸ τρεῖς-τέσσερις ὧρες. Τὸ ἰώδιο τῆς θάλασσας βλέπεις.

-Δὲν εἶναι μόνο αὐτό. Εἶναι καὶ ὁ καθαρὸς ἀέρας. Καὶ σὲ ἄλλα μέρη τοῦ κόσμου ὑπάρχει θάλασσα μὲ τὸ ἰώδιό της, ἀλλὰ ἐκεῖ ἀνακατώνεται μὲ τὸ διοξείδιο τοῦ ἄνθρακος, ποὺ ὅπως θὰ ξέρεις βέβαια, εἶναι φοβερὸ δηλητήριο.

-Ἴσως ἔχεις δίκιο.

Ἡ εἴσοδος τοῦ ἀρχοντάρη, ἔκοψε τὴν συζήτηση. Εἰδοποιημένος ἀπὸ τὸν φίλο μου μᾶς ἔφερνε καφέ.

-Εἶναι γιὰ νὰ συνέλθης καλύτερα μετὰ τὸν ὕπνο, μοὖπε χαμογελῶντας ὁ πατὴρ Εὐθύμιος.

Τελείωσα γρήγορα τὸν καφέ μου καὶ σηκώθηκα μὲ τὰ μάτια χαμηλωμένα. Προχωρήσαμε λίγα βήματα καὶ ἔπειτα ἄρχισε νὰ μοῦ λέει:

-Τώρα ψάλλουν τὴν δοξολογία. Σὲ μιάμιση ὥρα θὰ ἔχουμε τελειώσει. Τὸ γλυκοχάραμα δὲν θὰ ἀργήσει. Ἔλα νὰ δῆς. Κοίταξε πέρα τὴν ἀνατολὴ πῶς ῥοδίζει. Πᾶμε λοιπόν, νὰ προσφέρουμε τὶς εὐχαριστίες μας στὸν Θεό, γιὰ τὸ μεγάλο αὐτὸ γεγονὸς τοῦ ξημερώματος καὶ τοῦ νυχτώματος. Ἡ ἡμέρα εἶναι φωτεινή. Ἡ νύχτα σκοτεινή. Τί ἄλλο συμβολίζουν ἀπὸ τὴν ζωὴ καὶ τὸν θάνατο; Πόσο θὰ πρέπει αὐτὸ νὰ μᾶς θυμίζει φίλε μου, ὅτι αὐτὸ ποὺ βλέπουμε εἶναι μία προσωρινότητα καὶ ἀκόμα ὅτι τὰ πάντα εἶναι ἐφήμερα. Ἡ ἡμέρα φωτίζει τὰ ἔργα τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ νύχτα σκεπάζει τὰ βάσανα καὶ τὴν ἁμαρτία μὲ τὸ σκοτάδι της. Ἐδῶ ὑπάρχει ἡ βασικὴ ἀντίθεσις μὲ τὸν θάνατο. Ὁ θάνατος δὲν σκεπάζει, ξεγυμνώνει τὴν ψυχὴ καὶ τὴν παρουσιάζει μπροστὰ στὸν Κριτή, χωρὶς κανένα στολίδι. Ὢ ἄνθρωπε, ἄνθρωπε, ποὺ ἔχεις τὴν ἐγωϊστικὴ πεποίθηση, ὅτι ἡ πρόσκαιρη αὐτὴ ζωή σου θὰ εἶναι αἰώνια καὶ περιφρονεῖς τὴν ἄλλη τὴν ἀληθινή. Ἂς πηγαίνουμε τώρα καὶ ἂς μὴν καθόμαστε.

Μὲ τράβηξε σχεδὸν ἀπὸ τὸ χέρι καὶ μὲ μεγάλα βήματα πήγαμε στὴν ἐκκλησία.

Σὰν βρέθηκα στὸ στασίδι μου ἀναρωτήθηκα. Τί τοῦ συμβαίνει; Ποιός μυστικὸς πόθος καίει τὴν ψυχή του;

Θεέ μου, πόσο παράξενα εἶναι τὰ πλάσματά σου, οἱ ἄνθρωποι.

Ἔδιωξα μὲ θυμὸ τὶς σκέψεις μου καὶ ἀφοσιώθηκα στὴν προσευχή. Σὲ λίγο τὸ πρῶτο φῶς τῆς αὐγῆς πέρασε ἀπὸ τὰ τζάμια καὶ μὲ βρῆκε νὰ προσεύχομαι. Ἄρχισα νὰ ξεχωρίζω τὶς μορφὲς τῶν καλογήρων καὶ τὶς ἁδρὲς γραμμὲς τῆς ἐκκλησίας. Ἔκλεισα γιὰ λίγο τὰ μάτια. Ὅταν τὰ ξανάνοιξα δὲν ὑπῆρχε σκοτεινὴ γωνιά. Εἶχὰ σταθῆ στὴν Λιτή, μία Λιτή, διαφορετικὸ ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους στὸ Ἅγιον Ὄρος. Δὲν εἶναι σκοτεινός, καὶ στεγάζεται μὲ τρούλο ποὺ στηρίζεται πάνω σὲ τέσσερις μαρμάρινες κολῶνες. Ἐκεῖ, στὰ ἀριστερά μου, μέσα στὸ μισοσκόταδο καὶ σὲ μία προέκταση τοῦ νάρθηκα, ἀντίκρυσα τὸν νάρθηκα τῶν κτητόρων καὶ δίπλα τὸ παρεκκλήσι τῆς Παναγίας. Μπῆκα ἀπὸ μία πλαϊνὴ πορτούλα. Μία μικρογραφία βυζαντινῆς ἐκκλησίας μὲ ὡραῖες εἰκονίτσες καὶ μὲ τοὺς τοίχους της γεμάτους ἀπὸ τοιχογραφίες. Πῆγα ξανὰ στὴν θέση μου. Ἀπέναντί μου ὅπως καθόμουν, κοντὰ στὴν πόρτα τῆς ἐκκλησίας, κοίταζα τὸ Τρίμορφο. Εἶχα ἀκουστὰ ὅτι ἡ παράδοσις τὸ θέλει σὰν ἔργο τοῦ Πανσέληνου. Κοίταξαμὲ προσοχή. Δὲν μοιάζει μὲ ἔργο τοῦ μεγάλου ἁγιογράφου. Μὰ πάλι ἔχει ὁρισμένα στοιχεῖα ποὺ μοιάζουν. Ποιανοῦ εἶναι λοιπόν; Ἐγὼ πίστεψα τοὺς καλόγερους τοῦ Μοναστηριοῦ. Οἱ εἰδικοὶ ἂς μᾶς μιλήσουν πάνω σὲ αὐτό. Τὸ γεγονὸς εἶναι ἕνα, ὅτι εἶναι θαυμάσιες ἁγιογραφίες καὶ δὲν πρέπει κανεὶς νὰ χάσει τὴν εὐκαιρία νὰ τοὺς ῥίξει μία ματιά.

Πάλι ἔφυγα ἀπὸ τὴν θέση μου καὶ πῆγα καὶ στάθηκα στὸν κυρίως ναό.

Ἔῤῥιξα μία ματιὰ στοὺς ψάλτες καὶ στὸν κανονάρχη ποὺ μοὔκανε ἐντύπωση ἡ παράξενη φορεσιά του. Φοροῦσε ἕνα εἶδος μανδύα μὲ ἀμέτρητες κάθετες πτυχὲς καὶ σκέπαζε ὅλο του τὸ σῶμα ἀπὸ τοὺς ὤμους μέχρι τὰ πόδια καὶ καθὼς ἀνέμιζε μὲ τὸν ἀέρα ποὺ ἐδημιουργεῖτο σὰν πηγαινοερχότανε ἀνάμεσα στοὺς δύο ψάλτες, ἔπαιρνε μεγαλόπρεπη ὄψη.

Ἀπέναντί μου, δεξιὰ καὶ ἀριστερά, δύο μεγάλες εἰκόνες μὲ πουκάμισα χρυσά, ὅπως λένε τὰ καλύμματά τους, στηρίζονταν σὲ ἕναν μαρμάρινο βάθρο. Ἡ δεξιὰ εἶναι τῆς Μεταμορφώσεως καὶ ἡ ἀριστερὴ τῆς Παναγίας, ποὺ τὴν ὀνομάζουν «Γερόντισσα», ὅπως μοῦ εἶπε ἕνας καλόγερος ποὺ βρέθηκε δίπλα μου καὶ τὸν ῥώτησα. Σήκωσα τὸ κεφάλι μου πρὸς τὸν τροῦλο ποὺ ὑψώνονταν τεράστιος ἐπάνω μου καὶ γυρόφερνα τὴν ματιά μου. Ἐκεῖνο ποὺ μοῦ ἔκανε ἰδιαίτερη ἐντύπωση εἶναι τὸ μεγάλο διάστημα μεταξὺ χορῶν καὶ ἱεροῦ βήματος. Ἀπὸ τὶς ἁγιορείτικες ἐκκλησίες ποὺ εἶχα δεῖ μέχρι τώρα, καμία δὲν εἶχε τὸ μάκρος αὐτό. Κάθησα σὲ ἕνα στασίδι καὶ ἀφοσιώθηκα στὴν μεγαλόπρεπη βυζαντινὴ λειτουργία. Ἐξαίσια στιγμή,. Ψαλμωδίες ἀργές, μονότονες, ἁγνὲς Βυζαντινές. Ἡ λειτουργία αὐτὴ θὰ μοῦ μείνει ἀξέχαστη, γιατὶ ἦταν ὄχι μόνο μεγαλόπρεπη, ἀλλὰ κάτι τὸ μοναδικὸ ποὺ εἶχα ἕως τώρα ἀκούσει στὸ Ἅγιον Ὄρος.

Ἡ ἐκκλησία τοῦ Παντοκράτορος δὲν ἔχει τὴν μεγαλοπρέπεια τοῦ Βατοπεδίου οὔτε καὶ τῶν Ἰβήρων. Δὲν τὴν πνίγει ὁ πλοῦτος καὶ ἡ πολυτέλεια. Ἔχει ὅμως ἕνα πολύτιμο στοιχεῖο. Σὲ ζεσταίνει εὐεργετικά, σὲ κάνει νὰ νιώθεις σὰν νὰ βρίσκεσαι σὲ γνώριμο περιβάλλον καὶ γιὰ αὐτὸ σὲ φέρνει πιὸ γρήγορα καὶ πιὸ ἁγνὸ κοντὰ στὸν Θεό. Δὲν εἶναι κρυά, γιατὶ καὶ τὰ μάρμαρα ποὺ εἶναι στρωμένη, ἔχουν κάποια ζεστασιά, καὶ ὅτι ἀκόμα ξέφυγαν ἀπὸ τὴν φυσική τους κατάσταση. Μέσα στὴν καρδιά σου θαῤῥεῖς πῶς μπαίνει ἕνα χάδι. Νιώθεις τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ, ὅπως νιώθεις τὴν παρουσία τοῦ πατέρα μέσα στὸ σπίτι μὲ τὸ γλυκὸ περιβάλλον καὶ τὴν ζεστασιά. Μέσα ἐκεῖ νιώθεις γαληνεμένος, ἐνῶ στὶς ἄλλες νιώθεις μία κρυάδα, κάτι νὰ σὲ κρατάει σὲ ἀπόσταση ἀπὸ τὸν Θεό. Ἴσως ὁ πλοῦτός τους.

Γιὰ τὴν ἐκκλησία αὐτὴ δὲν ἔχεις νὰ πῆς πολλά. Δὲν θαυμάζεις παρὰ ἐλάχιστα. Νιώθεις μόνο. Γεμίζεις ἀπὸ αἰσθήματα συγκινητικά, καὶ αὐτὸ εἶναι πιὸ σπουδαῖο. Ἐδῶ ἡ καρδιά σου μαλακώνει καὶ ἡ ψυχή σου χαίρεται.

Ἡ ἁπλὴ διακόσμησή της δείχνει νοικοκυροσύνη, δεῖγμα τῆς ὑπέροχης καὶ ταπεινῆς ψυχῆς τῶν καλογήρων ποὺ προσεύχονται. Βλέπετε, τὸ ἕνα ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ ἄλλο. Στὴν ἐκκλησία τοῦ Παντοκράτορος νιώθεις αὐτὴ τὴν ζεστασιά, ἴσως γιατὶ τὸ βλέπεις μέσα στὰ ζωηρὰ καὶ φιλικὰ μάτια τῶν Παντοκρατορινῶν, ποὺ προσεύχονται δίπλα σου. Ἡ συμπάθεια μὲ τὴν ὁποία σὲ τυλίγουν, ἐπιδρᾶ πάνω σου παράξενα καὶ σοῦ φανερώνει τὴν παρουσία της.

Ἡ λειτουργία τελείωσε καὶ ἕνας-ἕνας, παίρνοντας ἀντίδωρο ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ παπᾶ, προσκυνοῦσε τὶς εἰκόνες σχηματίζοντας ἔτσι μία οὐρά.

Προσκύνησα τὴν Μεταμόρφωση, στὸ ὄνομα τῆς ὁποίας γιορτάζει τὸ Μοναστήρι καὶ ὕστερα πῆγα στὸ εἰκόνισμα τῆς Γερόντισσας. Ἄφησα τοὺς ἄλλους νὰ περάσουν πρῶτοι καὶ τελευταῖος στάθηκα μπροστά της νὰ τὴν θαυμάσω.

Ὁλόσωμη μὲ μία θεία ὁμορφιὰ καὶ γλύκα. Ξεχάστηκα ὥρα πολλὴ νὰ κοιτάζω τὸ πρόσωπό Της καὶ τὰ γλυκά Της μάτια. Σὰν συνῆλθα κοίταξα ὅλη τὴν εἰκόνα μὲ προσοχή. Πνιγμένη στὰ ἀφιερώματα. Στὰ πόδια της καὶ στὸ ἀσημένιο κάλυμμα ποὺ τὴν σκεπάζει, εἶναι φτιαγμένο ἕνα πιθάρι γεμᾶτο λάδι, ποὺ ξεχειλίζει καὶ χύνεται στὸ χῶμα. Τί τἄχατες συμβολίζει ἀναρωτήθηκα.

Δὲν μπόρεσα νὰ δώσω καμία ἐξήγηση ὥσπου νὰ ῥωτήσω. Ἔῤῥιξα μία τελευταία ματιὰ καὶ προχώρησα στὸ Ἱερό. Μπῆκα ἀπὸ τὴν ἀριστερὴ πόρτα. Καὶ ἐδῶ μία διαφορά. Ἡ Πρόθεσις καὶ τὸ Διακονικὸ εἶναι μεγάλα καὶ σχηματίζουν μικροὺς στρογγυλοὺς πύργουν ποὺ καταλήγουν σὲ τρουλίσκους. Ἡ Ἁγία Τράπεζα ξύλινη, ἔχει καὶ αὐτὴ κουβούκλιο, ὅπως σὲ ὅλες τὶς ἐκκλησίες τοῦ Ἁγίου Ὄρους.

Ὁ φίλος μου ἔβγαλε τὰ ἱερὰ λείψανα στὸ τέμπλο καὶ μὲ κάλεσε νὰ τὰ προσκυνήσω. Στὴν ἀρχὴ εἶχε ἕνα μικρὸ κομμάτι ἀπὸ τὴν κάρα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Ἐλεήμονος καὶ λίγο πιὸ ἐκεῖ τὸ χέρι καὶ τὸ πόδι τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου τοῦ Πρωτοκλήτου. Δίπλα τους εἶχε καὶ ἄλλα πολλὰ ποὺ τὰ προσκύνησα ὅλα μὲ εὐλάβεια. Μοῦ ἔλεγε τὰ ὀνόματα, μὰ ποῦ νὰ τὰ θυμᾶμαι. Ἰδιαίτερη ἐντύπωση μοῦ ἔκανε τὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου Θεοφίλου τοῦ Μυροβλύτου. Ὅπως μοῦ εἶπε, ἔζησε στὸν 17ον αἰώνα σὲ ἕνα ἀσκητήριο κοντὰ στὸ Μοναστήρι τοῦ Παντοκράτορος. Σὰν τελείωσα τὸ προσκύνημα, πῆγα κοντὰ στὴν εἰκόνα καὶ τοῦ ἔδειξα τὸ πιθάρι ζητώντας νὰ μοῦ ἐξηγήσει τί συμβολίζει.

-Πρὶν πολλὰ χρόνια, μοῦ εἶπε, σὲ μία δύσκολη περίοδο τοῦ Μοναστηριοῦ, οἱ καλόγεροι δὲν εἶχαν λάδι. Ἔκανα σύναξη, συμβούλιο δηλαδή, καὶ ἐκεῖ ὁ καθένας ἔλεγε τὴν γνώμη του μὲ τὸ πῶς πρέπει νὰ λυθῆ τὸ ζήτημα, ἀλλὰ καμία λύση δὲν μποροῦσε νὰ δοθῆ. Χρήματα δὲν ὑπῆρχαν. Ὕστερα ἀπὸ πολλὲς συζητήσεις ἀποφάσισαν νὰ πουλήσουν ἕνα μέρος ἀπὸ τὰ ἀφιερώματα τῆς εἰκόνας γιὰ νὰ πορευθοῦν. Δὲν ἔλειπε μονάχα τὸ λάδι μὰ καὶ ὅλα τὰ τρόφιμα. Ἔδωσαν λοιπὸν ἐντολὴ στὸν Οἰκονόμο τοῦ Μοναστηριοῦ νὰ πάρει μερικὰ ἀφιερώματα καὶ νὰ τὰ πουλήσει. Ὁ Οἰκονόμος ἑτοιμάστηκε νὰ κάνει ὅπως τοῦ εἶπαν, ὅμως πρὶν ξεκινήσει, τὴν παραμονὴ ἀκριβῶς, φάνηκε στὸν ὕπνο του ἡ Παναγία καὶ τοῦ εἶπε νὰ βάλει σὰν ξημερώσει τὰ ἀφιερώματα στὴν θέση τους καὶ νὰ πάει ἔπειτα στὴν ἀποθήκη καὶ θὰ τὴν βρῆ γεμάτη. Σὰν ξύπνησε ὁ καλόγερος τὸ πρωΐ, ἔκανε ὅπως τοῦ εἶπε ἡ Παναγία. Πῆγε τὰ ἀφιερώματα στὴν θέση τους καὶ μὲ πίστη καὶ χτυποκάρδι ἔβαλε στὸ κλειδὶ στὴν βαρειὰ σκουριασμένη κλειδαριά. Ἄνοιξε καὶ μπῆκε. Τὰ μάτια του θαμπώθηκαν ἀπὸ τὸ ἀπίστευτο ποὺ εἶδε. Ἡ ἀποθήκη ἦταν γεμάτη μὲ τρόφιμα γιὰ ἕναν χρόνο καὶ τὰ πιθάρια ποὺ πρὶν ἦταν ἄδεια, τώρα ἦταν ὅλα ξεχειλισμένα ἀπὸ λάδι. Ἔτρεξε τότε στοὺς Προϊσταμένους τοῦ Μοναστηριοῦ καὶ τοὺς κάλεσε νὰ δοῦν καὶ αὐτοὶ τὸ πρωτάκουστο, ἀφοῦ τοὺς διηγήθηκε τὸ ὄνειρό του. Ὅταν πῆγαν στὴν ἀποθήκη καὶ μπῆκαν μέσα, πέσανε ὅλοι στὰ γόνατα καὶ εὐχαρίστησαν τὴν Παναγία. Χτύπησαν τὴν καμπάνα καὶ διέταξαν ἀγρυπνία καὶ λιτανεία ἐπὶ τρεῖς ἡμέρες. Σὰν πέρασε πιὰ ἡ κρίση καὶ τὸ Μοναστήρι εἶδε καλύτερες ἡμέρες, φτιάξανε αὐτὸ τὸ ἀσημένιο πουκάμισο μὲ τὸ πιθάρι στὰ πόδια τῆς Παναγίας.

Σὰν τελείωσε τὴν διήγηση, χαιρέτησε γιὰ μία φορὰ ἀκόμα τὴν Γερόντισσα καὶ βγήκαμε ἀπὸ τὴν ἐκκλησία.

-Τώρα θὰ πᾶμε νὰ δοῦμε τὴν Βιβλιοθήκη. Εἶναι νεοχτισμένη. Τὴν ἀνοίξαμε τώρα τελευταῖα καὶ μάλιστα πρὶν ἀπὸ λίγες μέρες τὴν ταχτοποιήσαμε.

Τραβήξαμε πρὸς τὸ νέο κτίριο. Ἡ πλευρὰ αὐτὴ εἶχε καῆ στὰ 1948 καὶ ἡ ἀνοικοδόμησή της τελείωσε στὰ 1960. Ὅλα τὰ ἔξοδα βάρυναν τὸ Μοναστήρι, ποὺ φτωχὸ καθὼς ἦταν, λίγο ἔλειψε νὰ γονατίσει. Βοήθησε εὐτυχῶς καὶ τὸ Ὑπουργεῖο Προεδρίας Κυβερνήσεως-Διεύθυνσις Ἀναστηλώσεων. Ἡ ἐπίπλωση βάρυνε ἀποκλειστικὰ τὸ Μοναστήρι, γιὰ αὐτὸ καὶ δὲν ἔχει τελείως συμπληρωθῆ. Ἀκόμα χρειάζονται πολλὰ καὶ οἱ καλόγεροι ἔχουν τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ τὰ καταφέρουν νὰ τὰ φέρουν εἰς πέρας.

Ἂς εὐχηθῶ νὰ πραγματοποιήσουν τὰ εὐγενικά τους ὄνειρα καὶ ἀκόμα ἂς προσπαθήσουμε νὰ τοὺς βοηθήσουμε, ὁ καθένας μὲ τὸν τρόπο του.

Περάσαμε μία πορτά διπλῆ σιδερένια καὶ μπήκαμε στὴν Βιβλιοθήκη. Θαῦμα νοικοκυρωσύνης καὶ τακτοποιήσεως. Τὸ κάθε τὶ βρισκόταν στὴν θέση του καὶ ὅλα μαζὶ ἀποτελοῦσαν ἕνα ἁρμονικὸ σύνολο.

Στὴν μέση ἕνα τραπέζι γιὰ τοὺς ξένους μελετητές, καὶ λίγο πιὸ πέρα μία βιτρίνα ποὺ ἔχει ἁπλωμένα κάτω ἀπὸ ἕνα κρύσταλλο, τὰ σπουδαιότερα καὶ ὡραιότερα χειρόγραφα. Στὸ σύνολό της σοῦ θυμίζει μεγάλη Δημοτικὴ Βιβλιοθήκη μὲ τὴν τέλεια ὀργάνωσή της. Δὲν μποροῦσα παρὰ νὰ συγχαρῶ τὸν ἐπιστήμονα ποὺ τὴν κατέγραψε καὶ τὴν τακτοποίησε. Προχώρησα στὴν βιτρίνα γιὰ νὰ τὰ περιεργαστῶ καὶ νὰ τὰ καμαρώσω. Ἕνα ψαλτήρι ἀπὸ τὰ πιὸ θαυμάσια καλλιτεχνήματα, ἀληθινὸ ἀριστούργημα μὲ λαμπρὲς μινιατοῦρες ἀπὸ χρυσὸ καὶ λαμπερὰ χρώματα. Δίπλα του εἰλητάρια σὲ μεγαλογράμματη γραφὴ μὲ τὴν λειτουργία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Πλάϊ τους ἄλλα σπουδαία χειρόγραφα.

Σήκωσα τὸ κεφάλι μου καὶ ἀντίκρυσα γύρω-γύρω τὶς βιτρίνες καὶ τὶς βιβλιοθῆκες, ὅλες τακτοποιημένες μὲ γοῦστο. Πῆγα κοντὰ σὲ μία. Ἔντυπα παλαιὰ χειρόγραφα, σιγίλλια, χρυσόβουλα καὶ σὲ μία χαμηλὴ βιτρίνα τὸ ἀρχεῖο τοῦ Μοναστηριοῦ.

Σὲ ἄλλη, ὁ κατάλογος τῶν χειρογράφων τοῦ Μοναστηριοῦ καὶ σὲ ἄλλη, γραμμένα στὴν γραφομηχανή, τὰ νέα ἀντίγραφα. Στὴν μέση οἱ κώδικες τῶν Συνάξεων τῶν Προϊσταμένων, τὰ ἀποφασισθέντα κατὰ καιρούς. Βλέποντας ὅλα αὐτά, ἄρχισε νὰ κλονίζεται ἡ πεποίθησις ὅτι οἱ καλύτερα τακτοποιημένες βιβλιοθῆκες εἶναι τοῦ Βατοπεδίου καὶ τῶν Ἰβήρων. Τοῦτο τὸ θέαμα ποὺ εἶχα μπροστά μου ἦταν πιὸ τέλειο, πιὸ ἀνώτερο ἀπὸ τὰ ἄλλα. Βέβαια δὲν ἔχει τὸν πλοῦτο τῶν χειρογράφων καὶ τῶν ἐντύπων τους. Ὅμως ὅλα βρίσκονται σὲ ἁρμονικὴ τάξη καὶ σοῦ προσφέρουν ἕνα τέλειο σύνολο ἀπὸ κάθε ἄποψη.

Ξανάδωσα συγχαρητήρια σὲ αὐτὸν ποὺ τὴν κατέγραψε καὶ τὴν τακτοποίησε, ἀλλὰ καὶ στὸν πατέρα Εὐθύμιο, σὰν μέλος τῶν Προϊσταμένων ποὺ εἶναι. Γιὰ νὰ μὴν καθυστεροῦμε ἀνεβήκαμε μερικὰ σκαλιὰ καὶ ἀφοῦ ἄνοιξε μία ἄλλη πόρτα στὸ δεύτερο πάτωμα, μπήκαμε στὸ Σκευοφυλάκιο. Ἐδῶ ἡ ἔκπληξή μου ἦταν πιὸ ζωητή. Προθῆκες στοὺς τοίχους ὁλοτρόγυρα καὶ μέσα σὲ αὐτὲς ἁπλωμένα βυζαντινὰ ἱερὰ ἄμφια χρυσοκέντητα. Ὅλα εἶναι βαλμένα σὲ μία σειρά, ἀνάλογα μὲ τὴν σπουδαιότητα καὶ τὴν ἀρχαιότητά τους.

Δεξιὰ καθὼς μπαίνουμε, μία προθήκη μὲ ῥωσσικῆς τέχνης ἱερὰ ἄμφια, νέα μέν, μὰ πολὺ ὡραῖα, κεντημένα μὲ ζωηρὰ χρώματα. Ὅλες οἱ ἄλλες ἕνα γύρω μὲ βυζαντινά, πιὸ λιτὰ στὴν διακόσμησή τους, μὰ σωστὰ ἀριστουργήματα. Κάτι ποὺ ξεχωρίζει εἶναι ἕνας Ἐπιτάφιος καὶ τὸ ὠμοφόριο τοῦ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ἱερεμία Α΄ τοῦ Τρανοῦ. Φαίνεται πὼς θἆταν ἕνας πανύψηλος ἄνδρας, γιατὶ τὸ ὠμοφόριο αὐτὸ σὰν μέγεθος, δείχνει τὸ ὕψος ἐκείνου ποὺ τὸ φόραγε. Ἂν καὶ ἔργο τοῦ 16ου αἰώνα, εἶναι ἀριστούργημα.

Ὁ Ἐπιτάφιος εἶναι σὲ χρῶμα βυσσινί, μὲ τέσσερις ἀγγέλους στὶς τέσσερις γωνίες του. Δὲν βλέπεις ἐδῶ σὲ τοῦτον τὸν Ἐπιτάφιο τὶς θρηνοῦσες γυναῖκες, κάτι ποὺ δείχνει τὴν παλαιότητά του. Ὁ κάμπος σὲ σκούρο βυσσινό, εἶναι κατάσπαρτος μὲ βυζαντινὰ σταυρουδάκια, ἀνάμεσα σὲ κύκλους καὶ σὲ ἀποστάσεις καὶ ἀνάμεσά τους ὑπάρχουν σταυροὶ μεγαλύτεροι, χωρὶς κύκλους. Ψηλὰ στὴν μέση καὶ ἀνάμεσα στοὺς δύο ἀγγέλους ποὺ βρίσκονται στὶς γωνίες, κεντημένο μὲ κλωστὴ χρυσή, βρίσκεται γραμμένο: ΙC XC. Ο ΒΑΣΙΛΕΥC ΤΗC ΔΟΞΗC. Ὁ φωτοστέφανος ὁλόχρυσος. Οἱ τέσσερις ἄγγελοι στὶς γωνίες, κλείνονται σὲ ἕνα ἡμικύκλιο ὁ καθένας, ἀπὸ σταυροὺς καὶ ἔνα βυζαντινὸ κόσμημα ἀνάμεσά τους. Ὁ Χριστὸς βρίσκεται στὴν μέση νεκρός, μὲ μία γλύκα διάχυτη στὸ θεϊκό Του πρόσωπο, μὲ τὰ μαλλιά Του νὰ πέφτουν στὸν ἕνα του ὤμο σὰν μποῦκλα. Τὸ σουδάριο ποὺ Τὸν καλύπτει, εἶναι κεντημένο μὲ ἀσημένια κλωστὴ καὶ οἱ ἄγγελοι στὶς γωνίες μὲ ὁλόχρυση. Οἱ Παντοκρατορινοὶ ἔχουν νὰ λένε ὅτι εἶναι τοῦ ἐννάτου αἰώνα. Οἱ Βυζαντινολόγοι, τοῦ ἐνδεκάτου. Πάντως εἶναι ἀρχαῖος καὶ σὰν δεῖγμα δουλειᾶς ἀριστούργημα. Δὲν χορταίνεις νὰ τὸν βλέπεις κάτω ἀπὸ τὸ τζάμι ποὺ βρίσκεται φυλαγμένος.

Στὸν ὑπόλοιπο χῶρο βρίσκονται τοποθετημένες τρῖς βιτρίνες μικρὲς μὲ δύο ῥάφια σὲ σχῆμα ὀρθογώνιο. Ἄρχισα ἀπὸ τὴν τελευταία.

Στὸ πάνω ῥάφι βρίσκεται τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Καλυβίτου, ἀνοιχτὸ γιὰ νὰ τὸ βλέπουν ὅσοι ἐπισκέπτονται τὸ Σκευοφυλάκιο.

Εκεῖνο ποὺ σοῦ κάνει κατάπληξη σὲ αὐτό, εἶναι τὰ μικροσκοπικά του γράμματα, ποὺ ἀποκλείεται νὰ τὰ διαβάσει κανεὶς χωρὶς φακό. Πῶς τὄγραψαν καὶ πῶς τὸ διάβαζαν στὴν μακρινὴ ἐκείνη ἐποχὴ χωρὶς φακό; Ὅπου ἀρχίζει καινούργιο κεφάλαιο, ὑπάρχει καὶ μία μινιατούρα ζωηρὴ καὶ θαμπωτική, σὰν νὰ ζωγραφίστηκε μόλις χθές. Θαυμάσιο ἔργο, ποὺ οἱ Παντοκρατορινοὶ τὸ δείχνουν μὲ καμάρι. Δὲν χορταίνεις νὰ τὸ κοιτᾶς. Δὲν πρέπει νὰ εἶναι πιὸ παληὸ ἀπὸ τὸν 13ο αἰώνα, γι’ αὐτὸ ἡ ἐπίσημη ὀνομασία του εἶναι: «Τὸ λεγόμενο Ἰωάννου Καλυβίτου», μιὰ καὶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Καλυβίτης ἔζησε τὸν 5ον αἰώνα. Εἶναι μοναδικὸ ἀπὸ κάθε ἄποψη.

Στὰ δεξιά του ἕνα κομμάτι ἀπὸ τὴν ἀσπίδα τοῦ Ἁγίου Μερκουρίου. Δύσκολο νὰ τὸ χρονολογίσεις καὶ οἱ εἰδικοὶ ἀκόμα διστάζουν, μὴν ξέροντας ποὺ νὰ τὸ κατατάξουν. Ἡ τεχνοτροπία του εἶναι μπερδεμένη καὶ παρουσιάζει ἐπιδράσεις ἀπὸ διάφορες ἐποχές. Ποῦ νὰ τὸ κατατάξεις;

Στὸ κάτω πάτωμα τῆς βιτρίνας, διάφορα ἄλλα ἀντικείμενα νέας ἐποχῆς. Μία φιάλι ἁγιασμοῦ λουλουδιασμένη σὲ ὡραῖα σχέδια. Ποῦ νὰ θυμᾶμαι ὅσα εἶδα.

Πῆγα καὶ στὴν δεύτερη καὶ στὴν τρίτη. Στὴν τελευταία αὐτὴ καὶ στὸ κάτω ῥάφι της, δύο τεράστια εὐαγγέλια ῥωσσικῆς προελεύσεως σὲ αἰχμαλωτίζουν μὲ τὸν ὄγκο τους καὶ τὴν ὁμορφιά τους. Τὸ ἕνα εἶναι πιὸ μεγάλο καὶ στολισμένο μὲ πετράδια πολύτιμα καὶ λαμπερά. Θὰ πρέπει νὰ ζυγίζει γύρω στὰ εἴκοσι κιλά. Ὅταν τὸ χρησιμοποιοῦν τὸ κρατοῦν δύο διάκοι. Ἔῤῥιξα ἀκόμα μία βιαστικὴ ματιὰ καὶ βγῆκα ἔξω. Ὁ φίλος μου κλείδωσε καὶ μὲ συνόδευσε στὸ ἀρχονταρίκι.

Πῆγα καὶ ξάπλωσα λίγο γιὰ νὰ ξεκουραστῶ πρὶν ξεκινήσουμε πάλι γιὰ τὴν κουραστικὴ περιοδεία μας, ἐνῶ ἐκεῖνος πῆγε νὰ παραδώσει τὰ κλειδιά.

Δύο ὧρες πάνω κάτω ξεκουράστηκα καὶ ὅταν ἦρθε νὰ μὲ πάρει εἶχα σηκωθῆ γεμᾶτος κέφι. Πήραμε κάτι γιὰ πρόγευμα, μιὰ καὶ ἡ ὥρα ἦταν προχωρημένη καὶ ἔπρεπε νὰ φύγουμε. Δώσαμε τὰ χέρια στὸν καλὸ ἀρχοντάρη, τὸν πατέρα Ἰάκωβο, καὶ κατεβήκαμε στὴν αὐλή. Στάθηκα λίγο γιὰ νὰ κοιτάξω κάτι ποὺ εἶχα ξεχάσει. Τὸν πύργο τοῦ Μοναστηριοῦ. Ἕνας πύργος ψηλός, σὰν ὅλους τοὺς ἄλλους, γεμᾶτος στὴν πρόσοψή του ἀπὸ σωλῆνες ποὺ κατεβαίνουν φιδωτά, μιὰ καὶ στὴν κορφή του βρίσκεται ἡ δεξαμενὴ τοῦ Μοναστηριοῦ, ποὺ τὴν γεμίζει μία μικρὴ βρυσούλα, ποὺ κατεβαίνει ἀπὸ τὸ βουνό, ποὺ βρίσκεται ἡ Σκήτη τοῦ Προφήτη Ἠλία.

Κοίταξα τὶς πολεμίστρες, ποὺ σοῦ θυμίζουν καὶ ἐδῶ, ἀγῶνες καὶ αἵματα, τῆς ἱστορίας τὰ δράματα. Μὰ συμβολίζει ἀκόμα τὸ παρελθόν. Τὸ παρελθὸν ποὺ πέρασε. Εἶναι ἕνα σημάδι παληὸ πιὰ καὶ ἄχρηστο, ξεπερασμένο σήμερα. Σὰν τὸν κοιτάζεις, νιώθεις τὴν καρδιά του ὡς τὰ κατάβαθα τῆς ψυχῆς σου. Καμία χάρη, κανένα στολίδι. Ἕνα σημάδι βίας καὶ ἄμυνας μαζί. Σοῦ θυμίζει αἱματοκυλίσματα καὶ σκηνὲς φρίκης, ποὺ στὴν θύμησή τους καὶ μόνο, νιώθεις τὰ γόνατά σου νὰ κόβονται. Δὲν μπορεῖς νὰ τὸν κοιτάξεις γιὰ πολύ, μιὰ καὶ δὲν σοῦ δείχνει τίποτε ἄλλο, παρὰ μονάχα τὴν παληὰ ὀχυρωματικὴ τέχνη, βιγλάτορες καλόγερους ποὺ ἀγναντεύουν τὸ πέλαγος καὶ κουρσάρικες πολιορκίες. Καμία εὐγένεια. Γραμμὲς βάρβαρες. Καὶ ὁ μονάχα ὁ σκοπὸς γιὰ τὴν χρησιμότητά του, σὲ ἐμποδίζεις νὰ τὸν ἀντιπαθήσεις.

Ἔστριψα τὸ βλέμμα μου, χαιρέτησα ἕνα-δύο γεροντάκια ποὺ ἦρθαν νὰ μὲ ἀποχαιρετήσουν καὶ περνῶντας τὴν πόρτα κάναμε τὸν σταυρό μας γιὰ τελευταία φορά, ὅπως ἔχουν συνήθεια στὸ Ἅγιον Ὄρος.

Ἐκείνη τὴν στιγμὴ νόμισα ὅτι κάτι ἔχασα καὶ ὅτι ἀκόμα πουθενὰ ἀλλοῦ δὲν θὰ μποροῦσα νὰ νιώσω τὴν ζεστασιὰ καὶ τὴν καλωσύνη ποὺ μοὔδειξαν στὸ Μοναστήρι αὐτό.

Στὴν ἀγρυπνία τους, μπόρεσα γιὰ μία μοναδικὴ φορὰ στὴν ζωή μου νὰ πλησιάσω τόσο τέλεια καὶ τόσο κοντὰ τὸν Θεό. Ἡ καρδιά μου πλημμύρισε μὲ μία λύπη ποὺ ζητοῦσε νὰ ἀναλυθῆ σὲ δάκρυα. Τί εἶχα πάθει; Μήπως ἐκεῖ μόνο βρῆκα καὶ ἔχασα τὴν εὐτυχία; Δὲν ξέρω. Δὲν μπόρεσα ἐκείνη τὴν στιγμὴ νὰ τὸ ξεδιαλύνω.

Φύγαμε ἀμίλητοι. Στὸ ἴδιο μέρος μᾶς περίμενε ὁ Ἠλίας κρατῶντας τὰ χαλινάρια τῶν ζώων. Ἀνεβήκαμε γρήγορα στὰ μουλάρια καὶ ξεκινήσαμε. Κατεβήκαμε τὴν ἀπότομη ἀνηφόρα γιὰ τὸν Ἀρσανᾶ, καθὼς λένε ἕνα κτίριο γιὰ νὰ φυλᾶνε τὶς βάρκες τοῦ Μοναστηριοῦ.

Πήραμε ἕνα δρόμο παραλιακό, περάσαμε μία μικρὴ γεφυρούλα καὶ ἔπειτα πάλι ἕνα ἀμμουδερὸ δρομάκο. Ἀνηφορίσαμε λίγο-λίγο. Πιὸ πέρα, ἕνας μεγάλος ξύλινος σταυρὸς ἔδειχνε τὸν δρόμο ἀνάμεσα σὲ πολλὰ μονοπάτια. Ὁ δρόμος γυμνὸς ἀπὸ δένδρα. Θάμνοι μονάχα δεξιὰ καὶ ἀριστερά. Εἴχαμε ἀπομακρυνθῆ λίγο ἀπὸ τὴν θάλασσα, μὰ τὸ βουητὸ τῶν ἀφρισμένων κυμάτων ποὺ ἔσπαζε πάνω στὰ βράχια, ἔφθανε ζωηρὰ στὰ αὐτιά μας. Ἐκείνη τὴν ἡμέρα εἶχε μία παράξενη ἀγριάδα.

***

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ.

  Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ. Ὁ ἱερομόναχος Ἄνθιμος Παντοκρατορινός (κατὰ κόσμον Ἀντώνιος Κατσαλιάκης,...