Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2024

ΠΕΡΙΗΓΗΣΙΣ ΣΤΟΝ ΑΘΩΝΑ 1969. Κεφάλαιον Β΄. Θεσσαλονίκη-Ἱερισσός-Ἀρσανὰς Παντοκράτορος.

 

Κεφάλαιον Β΄. Θεσσαλονίκη-Ἱερισσός-Ἀρσανὰς Παντοκράτορος.

Σὲ ὅλη τὴν διαδρομή μας μέχρι τὴν Θεσσαλονίκη, ὁ εὐγενικὸς φίλος μου, μεταξὺ τῶν ἄλλων μὲ διαβεβαίωσε μὲ τὸν πειστικὸ τρόπο, ὅτι ἡ περιοδεία μου εἰς τὸν ἱερὸ Ἄθωνα, θὰ εἶχε πλήρη καὶ ἀπόλυτη ἐπιτυχία.

-Αὐτό, μοῦ εἶπε, τὸ πιστεύω γιατὶ γνωρίζω πολὺ καλὰ τὸν χαρακτήρα καὶ τὴν ἰδιότητα τοῦ συγγενοῦς μου πατρὸς Εὐθυμίου. Αὐτὸς ὁ Γέροντας, καὶ ἀπὸ τὸν χαρακτῆρά του καὶ ἀπὸ τὴν θέση του, θὰ μᾶς ἐξυπηρετήσει καλύτερα ἀπὸ κάθε ἄλλον. Εἶναι ἀντιπρόσωπος τῆς Μονῆς του εἰς τὴν Ἱερὰν Κοινότητα καὶ ἔχει ἐνημερωθεῖ σχετικά. Θὰ μᾶς περιμένει στὸ Μοναστήρι ποὺ ἔχει ἕνα μικρὸ γραφικὸ λιμανάκι, τὸ δεύτερο μετὰ τὸ λιμάνι τῆς Λαύρας.

Κανονίσαμε λοιπόν, ὅταν φθάσαμε στὴν Ἱερισσό, νὰ ταξιδεύαμε ὡς τὸ Μοναστήρι τοῦ Παντοκράτορος, χωρὶς νὰ ἀκολουθήσουμε τὴν διαδρομὴ Οὐρανοπόλεως-Δάφνης, ποὺ εἶναι ἡ συνηθέστερη, ἀφοῦ ὁ σκοπὸς τοῦ ταξιδιοῦ μας δὲν ἦταν τουριστικὸς καὶ χάριν ἀναψυχῆς.

Μόλις φθάσαμε εἰς τὴν πόλιν τοῦ Ἁγίου Δημητρίου καὶ πρὶν κανονίσουμε γιὰ τὴν συνέχεια τοῦ ταξιδιοῦ μας, θεωρήσαμε ἱερὸν καθῆκον νὰ προσκυνήσουμε τὸν περικαλλέστατο ἱερὸν ναὸν καὶ τὸν τάφον τοῦ Ἁγίου Δημητρίου.

Πραγματικά, νιώσαμε ἄφατη ψυχικὴ ἀγαλλίαση ἀπὸ τὸ εὐλαβικὸ καὶ γεμᾶτο μυστικοπάθεια αὐτό μας προσκύνημα. Ζητήσαμε τὴν πρεσβεία καὶ τὴν προστασίαν του καὶ ἐφοδιασμένοι μὲ αὐτά, φθάσαμε στὴν Ἱερισσό.

Ἡ Ἱερισσός, δὲν εἶναι ἄλλη, παρὰ ἡ ἀρχαία Ἄκανθος, ποὺ ἀναφέρει ὁ ἱστορικὸς Ἡρόδοτος. Ῥίξαμε μία πρόχειρη ματιὰ σ’ ὅ,τι ἦταν δυνατὸν νὰ μᾶς ἐνδιαφέρει. Εἴδαμε πέρα ψηλότερα σὲ ἕνα λοφίσκο, ὅτι βρισκόντουσαν πολὺ παλιὰ κτίσματα, παρόμοια μὲ ἐκεῖνα ποὺ ὑπάρχουν στὸ περιτοίχισμα τῶν στηλῶν τοῦ Ὀλυμπίου Διός.

Ῥωτήσαμε γι’ αὐτά, καὶ μάθαμε, ὅτι ἐκεῖ βρισκόταν χτισμένη ἡ ἀρχαία Ἄκανθος. Αὐτὰ μονάχα διασώζονται σὰν μαρτυρία τῆς ὑπάρξεώς της. Παράλληλα ὅμως, πέρασε στὸν νοῦ μας καὶ τὸ πέρασμα ἀπὸ ἐδῶ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ποὺ φαίνεται ὅτι ἔγινε ὑπὸ δυσμενέστατες συνθῆκες, γιὰ τὸν τὸν οὐρανοβάμονα Ἀπόστολον, ἐφ’ ὅσον, ἂν δὲν γελιέμαι, στὴν περίπτωσή του αὐτή, ὅπως ἀναφέρει ἡ παράδοσις καὶ ὅπως εἶναι γνωστὴ στὴν Ἱερισσό, καὶ στὴν Χαλκιδική, ὅτι ἔφυγε ἀπὸ τὴν Ἱερισσό, διὰ σαργάνης.

Ἀλλὰ ἡ ὥρα περνοῦσε καὶ ἔπρεπε νὰ κατέβουμε στὴν ἀποβάθρα γιὰ ἀναχώρηση.

***

Τὸ ξεκίνημά μας ἄρχισε. Τὸ μοτόρι ξανοίχτηκε μὲ ὅλη τὴν δύναμη τῆς μηχανῆς του πρὸς τὰ νοτιοανατολικά. Στὸ μεταξύ, καὶ ἕως ὅτου φτάσουμε στὴν πρώτη σκάλα ποὺ θἄπιανε, δηλαδὴ στὰ Νέα Ῥόδα, ὁ νοῦς μου ἦταν γεμᾶτο ἀπὸ τὶς ἐνθυμήσεις τοῦ μαρτυρίου τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου καὶ ἀπὸ τὰ ἀνήκουστα παθήματα τοῦ «ὑπὲρ πάντα ἄλλον κοπιάσαντα» Ἀποστόλου Παύλου.

Αἱ ἐνθυμήσεις μου αὐτὲς δὲν ἄργησαν νὰ μετατραποῦν σὲ αἰσθήματα αὐτοεξετάσεως καὶ αὐτοκριτικῆς, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ παρουσιάσουν ἐμᾶς τοὺς σημερινούς, ἐν πολλοῖς κενοὺς χριστιανούς, κατακριτέους μπροστὰ στὰ χριστιανικά μας καθήκοντα καὶ ὑποχρεώσεις.

Γιὰ ν’ ἀντιληφθοῦμε ἔτσι, πόσο μὲ τὴν πίστη καὶ μὲ τὰ ἔργα μας, θερμότεροι ἔπρεπε νὰ εἴμαστε, ὥστε νὰ προσεγγίσουμε καὶ ν’ ἀνταποκριθοῦμε κάπως πρὸς τὴν ἀποστολικὴν σύστασιν καὶ προτοπήν: «Παρακαλῶ οὖν ὑμᾶς μιμηταί μου γίνεσθε». Οἱ Ἅγιοι αὐτοί, ποὺ τὸ πέρασμα τοῦ ταξιδιοῦ μᾶς ἔφερε στὴν μνήμη, καθὼς καὶ ὅλοι οἱ Ἅγιοι, ἄλλοι μὲ τὸ μαρτύριό τους καὶ ἄλλοι μὲ τὰ παθήματα καὶ τὶς κακώσεις τους, ἑδραίωσαν τὴν ἁγίαν ἡμῶν πίστιν καὶ τὴν ἄφησαν σὲ μᾶς ἄμωμη, γιὰ νὰ τὴν διαφυλάξουμε.

Ὁμολογῶ, ὅτι ἡ ἐπιστροφὴ τῆς μνήμης μου στὸν Μεγαλομάρτυρα τῆς Θεσσαλονίκης καὶ ὕστερα στὸν Ἀπόστολο Παῦλο, μοῦ ἐτόνωσαν πολὺ τὸ αἴσθημα τῆς πίστεως καὶ μοῦ αὔξησαν τὸν ζῆλον γιὰ τὸ μοναδικὸ αὐτὸ γιὰ τὴν σωτηρία μας θέμα καὶ αἰσθανόμουνα πνευματικὰ δυναμωμένος.

Μὲ τὶς σκέψεις αὐτὲς προσεγγίσαμε στὰ Νέα Ῥόδα, ἕνα μικρὸ χωριὸ ποὺ δημιουργήθηκε μετὰ τὴν Μικρασιατικὴ καταστροφή, σὲ μοναστηριακὴ περιοχή, κοντὰ στὴν διώρυγα τοῦ Ξέρξου, ποὺ τώρα ὁ πανδαμάτωρ χρόνος τὴν ἔχει πιὰ ἰσοπεδώσει.

Λίγες ἑκατοντάδες μέτρα πιὸ πέρα, ὕστερα ἀπὸ τὰ Νέα Ῥόδα καὶ ἀφοῦ παρακάμψαμε τὸ ἀκρωτήριο Ἀράπης, ὁ καπετάνιος μᾶς πληροφόρησε, ὅτι διαπλέαμε τὰ ἁγιορείτικα ὕδατα καὶ ἡ ἀπέναντί μας δαντελλωτὴ παραλία καὶ ἡ καταπράσινη στεριά, ἀνήκουν εἰς τὴν περιοχὴ τοῦ Ἁγίου Ὄρους.

Ἡ πληροφορία αὐτὴ μὲ τὴν αἰσθητὴ ἀλλαγὴ τοῦ τοπίου μοῦ προξενήσανε μία ἐσωτερικὴ διάθεση, ποὺ μ’ ἀποξένωνε ἀπὸ κάθε κοσμικὴ σκέψη καὶ ἐπιθυμία. Ἔβλεπα ὅτι ζοῦσα σὲ ἕνα ἀδιανόητο γιὰ τὸν κόσμο βασίλειο ἡσυχίας καὶ ἡρεμίας, ποὺ ἡ αὐτοσυγκέντρωσις καὶ περισυλλογή, γινόταν αὐτομάτως συνέπεια ζωῆς εἰς τὸν ἅγιον αὐτὸν τόπον. Τὰ μάτια μου καρφωμένα στὴν παραλία ἔβλεπαν ἀχόρταγα τὸν ἕναν μετὰ τὸν ἄλλο κάβο, μὲ τοὺς γραφικοὺς ἀρσανάδες καὶ τὰ ἐκκλησάκια, ποὺ ἄφηνε πίσω τὸ πέρασμά μας.

Περάσαμε πρῶτα τὸν Ἀρσανᾶ τῆς Σέρβικης Μονῆς τοῦ Χιλιανδαρίου· ποὺ βρίσκεται τοῦτο τὸ Μοναστήρι δύο-τρία χιλιόμετρα στὸ ἐσωτερικὸ καῖ μέσα σὲ ἕνα γούπατο τριγυρισμένο ἀπὸ μικρὸ δάσος.

Πολὺ παλιὸ Μοναστήρι μὲ ἀξιόλογα ἱερὰ κειμήλια καὶ μὲ φορητὲς εἰκόνες τῆς ἐποχῆς τῶν Παλαιολόγων.

Τὶς πληροφορίες αὐτὲς μοῦ τὶς ἔδωσε ἕνας ἀξιοσέβαστος μοναχός, ποὺ συνταξιδεύαμε μαζὶ ἀπὸ τὴν Ἱερισσό, καὶ ποὺ μὲ πληροφόρησε ἐπίσης, ὅτι οἱ κτήτορες τῆς Μονῆς αὐτῆς εἶναι οἱ Ἅγιοι Συμεὼν καὶ Σάββας. Ὁ μὲν Συμεών, ἦταν βασιλεὺς τῆς Σερβίας καὶ ὁ Σάββας γυιός του. Καὶ οἱ δύο ἁγίασαν στὸ Μοναστήρι, ἀφοῦ ἐγκαταλείψανε τὰ βασίλεια καὶ τὶς δόξες καὶ τ’ ἀνταλλάξανε μὲ τὰ οὐράνια καὶ ἄφθαρτα καὶ τὰ πρόσκαιρα μὲ τὰ αἰώνια.

Τὸ παράδειγμα αὐτὸ τῶν Ἁγίων ἐκείνων μὲ ἔκανε νὰ καταλάβω, πόσο ἀδικοῦν τὴν κρίση τους οἱ ἄνθρωποι ποὺ πιστεύουν ἢ νομίζουν, ὅτι μόνο οἱ ἀποτυχημένοι στὴν ζωὴ ἢ οἱ φυγόπονοι καὶ οἱ ἄῤῥωστοι, βρίσκουν δῆθεν σὰν καταφύγιο, τὴν μοναχικὴ ζωή, χωρὶς κἂν νὰ γνωρίζουν, ὅτι ἡ μοναχικὴ ζωὴ προϋποθέτει ἀγῶνες πνευματικούς, καὶ θυσίες, ὅπως εὐστοχώτατα χαρακτηρίζει τοῦτο, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, ὅτι ἡ μοναχικὴ πολιτεία «ἐστὶ βία φύσεως διηνεκής».

Σὲ λίγο ἀντικρύσαμε τὸ Μοναστήρι τοῦ Ἐσφιγμένου. Ἡ Μονὴ αὐτὴ εἶναι ἕνα μεγαλοπρεπὲς οἰκοδόμημα. Ἔχει χτισμένη τὴν μία πλευρά της μέσα στὴν θάλασσα. Εἶναι Κοινόβιο, ἐνῶ ἡ Μονὴ Χιλιανδαρίου εἶναι Ἰδιόῤῥυθμος.

Γρήγορα χάσαμε τὴν θέαν τοῦ Μοναστηριοῦ, γιατὶ παρακάμψαμε ἕνα ἀκρωτήρι, ποὺ μᾶς ἐπεφύλαξε μίαν ἔκπληξη. Μπροστά μας ἀντικρύσαμε τὸ μεγαλοπρεπέστατο μοναστηριακὸ συγκρότημα τῆς δεύτερης κατὰ σειρὰν ἱεραρχίας ἱερῆς Λαύρας τοῦ Βατοπεδίου.

Ἀποθαυμάσαμε ἔστω καὶ ἀπὸ τὴν θάλασσα τὸ περικαλλέστατο καὶ ἐπιβλητικὸ Μοναστήρι, ποὺ πρέπει νὰ γράψω γιὰ αὐτό, ἀφοῦ τὸ ἐπισκεφθῶ.

Αἱ ἐντυπώσεις μου ὅμως εἶναι ἄριστες, ἔστω καὶ ἐκ πρώτης ὄψεως καὶ μὲ ἔκαναν νὰ διερωτηθῶ:

Πόση ἄραγε θερμότητα πίστεως καὶ πόσο πνευματικὸ ζῆλο θὰ εἶχαν οἱ κτήτορες τοῦ θαυμαστοῦ αὐτοῦ Μοναστηριοῦ, γιὰ νὰ ἀφήσουν γιὰ τοὺς μεταγενεστέρους, σὰν δεῖγμα τῆς βαθύτατης εὐσεβείας τους καὶ σὲ αἰώνιο μνημόσυνό τους;

Συνεχίζοντας τὸ ταξίδι, πληροφοροῦμαι, ὅτι μετὰ θὰ προσεγγίσουμε τὴν Ἱερὰν Μονὴν τοῦ Παντοκράτορος, ὅπου καὶ θὰ ἀποβιβαστοῦμε. Ἠ πληροφορία αὐτὴ μὲ συγκίνησε κάπως, γιατὶ ἀπὸ ὅσα μοῦ εἶχε πεῖ ὁ συγγενὴς τοῦ πατρὸς Εὐθυμίου, αἰσθανόμουνα ὅτι εἶχε δημιουργηθεῖ στὴν καρδιά μου κάποιος σύνδεσμος οἰκειότητας μὲ τὸ Μοναστήρι αὐτό.

Τὸ συναίσθημά μου αὐτὸ διαδέχθηκε ἀμέσως ἡ πραγματικότητα, γιατὶ στὴν ἀποβάθρα τῆς Μονῆς ποὺ φθάσαμε σὲ λίγο, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβω, μιὰ καὶ ἤμουνα προσηλωμένος νὰ θαυμάζω τὸ Μοναστήρι, ποὺ εἶναι χτισμένο σὲ μία τόσο περίοπτη καὶ θεαματικὴ θέση, μᾶς ὑποδέχτηκε ὁ πατὴρ Εὐθύμιος, καὶ ὁ φίλος ποὺ εἶχε ἀναλάβει ὅλα τὰ κατ’ ἐμὲ καὶ εἶχε γράψει, μὲ συνέστησε καταλλήλως σ’ αὐτόν.

***

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ.

  Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ. Ὁ ἱερομόναχος Ἄνθιμος Παντοκρατορινός (κατὰ κόσμον Ἀντώνιος Κατσαλιάκης,...