Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2024

ΠΕΡΙΗΓΗΣΙΣ ΣΤΟΝ ΑΘΩΝΑ 1969. Κεφάλαιον Γ΄. Στὶς Καρυὲς μὲ τὸν «Ἅγιον τοῦ Παντοκράτορος».

 

Κεφάλαιον Γ΄. Στὶς Καρυὲς μὲ τὸν «Ἅγιον τοῦ Παντοκράτορος».

Πόση χαρὰ ἔνοιωσα σὰν πάτησα μπροστὰ στὴν κυρία πύλη.

Σηκώνοντας τὰ μάτια, ἀντίκρυσα ἐπάνω ἀπὸ τὴν πύλη τὴν τοιχογραφία τοῦ Κυρίου Παντοκράτορος, πρᾶγμα ποὺ δὲν θεώρησα συμπτωματικό, μὰ σὰν σημεῖο καὶ πληροφορία μου, ὅτι ἀσφαλῶς θὰ εὐοδωθῆ ἡ ὅλη μου περιοδεία, ἀφοῦ ἡ ἀρχή της εὐλογήθηκε ἀπὸ τὸν ἄνωθεν τῆς πύλης εὐλογοῦντα Παντοκράτορα καὶ εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν θείαν ῥῆσιν: «Ἀπὸ Κυρίου ἄρχεσθε».

Μόλις συνῆρθα ἀπὸ τοὺς κόπους τῆς ὅλης διαδρομῆς, γιὰ τὸ εὐλαβικὸ αὐτὸ προσκύνημά μου, ὁ Πατὴρ Εὐθύμιος μοῦ δήλωσω, ὅτι μὲ εἶχε φιλοξενούμενό του καὶ ὅτι εἶναι πρόθυμος νὰ μὲ ξεναγήσει σὲ ὅλη τὴν διαδρομὴ τοῦ προσκυνήματός μου, πρᾶγμα γιὰ τὸ ὁποῖον τὸν εὐχαρίστησα γεμᾶτος συγκίνηση.

Ἀπὸ τὶς διαθέσεις καὶ τὴν ἐν γένει προαίρεσή του, κατάλαβα τὰ ἀνώτερα πνευματικὰ αἰσθήματα, ποὺ εἶχαν σὰν συνέπεια νὰ δημιουργηθῆ ἀνάμεσά μας, ἕνας χριστιανικὸς ἀδελφικὸς δεσμός, τελείως ἀντίθετος πρὸς τὶς συνηθισμένες κοινὲς καὶ κενὲς περιεχομένου φιλίες τοῦ κόσμου. Ἡ ὅλη λοιπόν, ἀπὸ τὸ ξεκίνημα ἀλλαγὴ ἐντυπώσεων καὶ σκέψεων καὶ τὸ ἐδῶ ἱερὸν περιβάλλον, μοῦ δημιούργησαν μία τέτοια ἐσωτερικὴ κατάσταση, γεμάτη ἀπὸ ψυχικὴ ἀγαλλίαση, ποὺ ποτὲ δὲν εἶχα δοκιμάσει στὴν ζωή μου, οὔτε καὶ μὲ τὰ πιὸ εὐτυχέστερα γεγονότα ποὺ εἶχα ζήσει.

-Καὶ τώρα, μοῦ λέει, εἴμαστε ἕτοιμοι ν’ ἀνεβούμε στὴν πρωτεύουσα.

Σὰν ἀστραπὴ πέρασε ἀπὸ τὸ μυαλό μου, ὕστερα ἀπὸ τὸ ἄκουσμα τῆς λέξεως πρωτεύουσα, ἡ σκέψη καὶ μία ἀπορία: «Τί θέλει ἐδῶ ἡ πρωτεύουσα;»

-Ξέρετε, μοῦ εἶπε ὁ Πατὴ Εὐθύμιος, ὅτι ἡ πρώτη ὑποχρέωσις τοῦ κάθε ἐπισκέπτη στὸ Ἅγιον Ὄρος, εἶναι νὰ πάει στὶς Καρυές, δηλαδὴ στὴν πρωτεύουσά μας, ποὺ βρίσκονται ἐκεῖ οἱ τοπικὲς ἀρχὲς καὶ οἱ διάφορες κρατικὲς ὑπηρεσίες, γιὰ νὰ ἐκδόσει ἀπὸ τὴν Ἱερὰν Ἐπιστάσια τὸ κεκανονισμένο διαμονητήριο. Χωρὶς αὐτό, δὲν μπορεῖ νὰ μετακινηθῆ καὶ νὰ περιοδεύσει κανένας πουθενὰ καὶ σὲ κανένα Μοναστήρι.

-Εἶμαι ὑποχρεωμένος, ἀπάντησα, νὰ συμμορφωθῶ σὲ κάθε ὑπόδειξή σας· ἀφοῦ τώρα ἡ σκέψη μου εἶχε ξαναγυρίσει στὴν ὁμαλὴ τροχιά της.

Ὁ Πατὴρ Εὐθύμιος εἶχε φροντίσει γιὰ τὴν μετάβασή μας ἐκεῖ. Τὰ ζῶα ἦταν ἕτοιμα. Ὁ βουρδουνάρης τοῦ Μοναστηριοῦ, μᾶς συνόδευσε γιὰ νὰ ξαναγυρίσει τὰ ζῶα στὸ Μοναστήρι, ἐπειδὴ θὰ παίρναμε ἀγωγιάτικα ἀπὸ τὶς Καρυές, γιὰ ὅλη τὴν περιοδεία μας. Ἦταν πάρα πολὺ πρωΐ, σχεδὸν νύχτα. Καὶ ἡ περιήγησή μας ἄρχισε στὸν ἱερὸ αὐτὸν τόπο. Ἀνάμεσα ἀπὸ βραχύκορμα δέντρα καὶ ἀπὸ διάφορα καλύβια ἀσκητῶν τῆς Καψάλας, φθάσαμε σὲ μίαν ὥρα ἔξω ἀπὸ τὶς Καρυές. Τὸ πρωϊνὸ αὐτό μας περπάτημα ἢ καλύτερα θἄλεγε κανένας νυχτερινό μας, μιὰ καὶ ξεκινήσαμε τὰ χαράματα, ἦταν κάτι τὸ ἔξοχο καὶ πρωτόγνωρο γιὰ μένα, σὰν ἕνα βάλσαμο στὴν καρδιὰ καὶ τὸ πνεῦμα. Μοὔδιωξε τὴν κακοκεφιὰ καὶ τὸν ὕπνο, ποὺ δὲν εἶχα χορτάσει ἀπὸ τὸ βράδυ.

Περνῶντας τὸν πλακόστρωτο δρόμο στὴν πλατεῖα τῶν Καρυῶν, προσκυνήσαμε ἀπὸ μακρυά, κάνοντας τὸν σταυρό μας στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας ποὺ βρίσκεται κάτω ἀπὸ τὸ ψηλὸ καμπαναριὸ τοῦ ἱεροῦ Ναοῦ τοῦ Πρωτάτου, δηλαδὴ τῆς μητρόπολης μποροῦμε νὰ ποῦμε τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Πλησίασα πρὸς τὸ καμπαναριὸ τοῦ ναοῦ, γιὰ νὰ ῥίξω μία βιαστικὴ ματιά, ἐνῶ ὁ Πατὴρ Εὐθύμιος εἶχε προχωρήσει λίγα μέτρα πιὸ πέρα καὶ κουβέντιαζε χαμηλόφωνα μὲ μερικοὺς ἄλλους, ποὺ εἶχαν βγεῖ ἀπὸ τὴν ἀκολουθία τοῦ Πρωτάτου.

Τοὺς πλησίασα. Ὁ Πατὴρ Εὐθύμιος μοῦ γνώρισε μερικούς, μὰ δὲν θυμᾶμαι τὰ ὀνόματά τους, οὔτε καὶ τὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ καθενός, καθὼς τὸ ἀραιὸ σκοτάδι τὰ παρουσίαζε συγκεχυμένα καὶ ὁμιχλιάρικα. Μακρυὰ γένεια καὶ λευκὰ μαλλιά, ἢ νεανικὰ πρόσωπα μὲ μάτια λαμπερὰ καὶ καθαρά. Ἦταν τὰ μόνα ποὺ ξεχώρισα. Εἶχαν διακόψει τὴν συζήτησή τους, ἴσως γιατὶ κουβέντιαζαν τὰ δικά τους καὶ δὲν θέλανε νὰ ἀκούσω ἢ ἴσως ἀπὸ λεπτότητα. Τοὺς χαιρέτησα μὲ σεβασμὸ καὶ ἐκεῖνοι μὲ ῥώτησαν εὐγενικὰ γιὰ τὸ ταξίδι μου καὶ τὴν καταγωγή μου. Τοὺς ἀπάντησα μὲ λίγα λόγια καὶ μαζὶ ὕστερα μὲ τὸν σεβαστὸ ὁδηγό μου συνεχίσαμε τὸν δρόμο. Οἱ δρόμοι ἦταν ἀκόμη θαμποὶ καὶ μόνο μερικὲς σκιὲς κινοῦνταν ἐδῶ καὶ ἐκεῖ. Ὁ συνοδός μου μὲ σίγουρα βήματα προχωροῦσε πάνω στὶς μυτερὲς πέτρες τοῦ καλντεριμιοῦ καὶ ἐγὼ λίγο πιὸ πίσω τὸν ἀκολουθοῦσα. Προχωρούσαμε ἀμίλητοι ἀπολαμβάνοντας καθένας γιὰ τὸν ἑαυτό του ἐκεῖνο τὸ συναίσθημα ποὺ βρίσκεις σὰν γυρίζεις νυχτιάτικα ἢ τὶς πρωϊνὲς ὧρες στὶς δασωμένες περιοχὲς τοῦ Ἁγίου Ὄρους, στὸν τόπο αὐτὸ τῆς ἀφιερώσεως καὶ τῆς προσευχῆς καὶ ποὺ δὲν ἀκοῦς τίποτε ἄλλο, παρὰ μονάχα ψαλμωδίες καὶ βυζαντινὲς λειτουργίες καὶ τὸ ἁρμονικὸ μουρμούρισμα τοῦ καλογήρου ποὺ διαβάζει. Τὸ χαμηλὸ φῶς τῶν καντηλιῶν στὸ μισοσκόταδο, οἱ ὁσιακὲς μορφὲς τῶν Ἁγίων ποὺ εἶναι ζωγραφισμένοι στοὺς τοίχους, ὅλα δημιουργοῦν γύρω σου καὶ μέσα στὴν καρδιά σου, κάτι παράξενο, πρωτόγνωρο, μπερδεμένο. Εἶναι σὰν κάτι νὰ φεύγει ἀπὸ μέσα σου καὶ νὰ ἀράζει σὲ ξένους διαφορετικοὺς κόσμους καὶ τώρα ποὺ ἄρχισε νὰ ῥοδίζει ἡ αὐγὴ πέρα στὴν ἀνατολή, προσπαθῶ νὰ ξεδιαλύνω αὐτὸ τὸ κάτι. Ἔρχονται στιγμές, ποὺ ὅσα εἶδα μοῦ φαίνονται σὰν ὄνειρο καὶ ἂς ἦταν πολὺ λίγο τὸ διάστημα ποὺ βρισκόμουν στὸ περιβάλλον αὐτό. Μπῆκαν βαθειὰ μέσα στὴν ψυχή μου καὶ καθὼς τὰ βήματά μου ἀντηχοῦσαν στὸ πλακόστρωτο δρομάκι ποὺ σὲ φέρνει στὸ ἀντιπροσωπεῖο, τὸ κονάκι τοῦ Μοναστηριοῦ ὅπως τὸ λένε ἐδῶ, κουράζω τὸ μυαλό μου, ξεμπερδεύω τὶς ἀνακατωμένες σκέψεις μου καὶ τὰ αἰσθήματά μου, ζῶντας κάτι ποὺ μοιάζει μὲ ἕναν γλυκὸ ἐφιάλτη. Φτάσαμε. Τραβήξαμε ἕνα καλώδιο ποὺ παίζει ῥόλο κλειδιοῦ καὶ ἀνοίγοντας τὴν πόρτα, πέρασε πρῶτος ὁ Πατὴρ Εὐθύμιος. Στάθηκα παράμερα καὶ ἐκεῖνος περνῶντας καὶ τὴν δεύτερη σιδερένια πόρτα, μοὔκανε τόπο νὰ περάσω καὶ ἐγώ. Ἀνεβήκαμε δύο σκαλιὰ καὶ βρεθήκαμε σὲ ἕνα σκοτεινὸ σαλόνι. Ἡ κακοκεφιά μου ποὺ εἶχε περάσει μέσα στὸ δροσερὸ ἀεράκι τῆς αὐγῆς, ξανάρθε καὶ μαζί της πιὸ ἐπιτακτικὴ ἡ νύστα, ἔπειτα ἀπὸ τὴν ταλαιπωρία τοῦ δρόμου. Ἴσως γιὰ πρώτη φορὰ ὕστερα ἀπὸ τὴν ἀναχώρησή μας ῥώτησα:

-Ἔχω τὴν ἄδειά σου Πάτερ μου νὰ ξαπλώσω λιγάκι; Αἰσθάνομαι τόσο κουρασμένος ὔστερα ἀπὸ τὴν νυχτιάτικη διαδρομή.

-Εὐχαρίστως, μοῦ ἀπάντησε. Ἄλλωστε καὶ ἐγὼ ἔχω μία δουλειὰ στὴν Ἱερὰ Κοινότητα καὶ σὰν τελειώσω καὶ γυρίσω, θὰ ἔχετε ἀσφαλῶς καὶ ἐσεῖς ξεκουραστεῖ καὶ τότε κουβεντιάζουμε τὶς ἐντυπώσεις μας ἀπὸ τὴν ἀσυνήθιστη γιὰ σᾶς νυχτερινὴ πορεία.

-Ἐν τάξει, εἶπα, καὶ προχώρησα σὲ ἕνα δωμάτιο, δίχως νὰ πῶ τίποτα ἄλλο. Ἑτοιμάστηκα καὶ ἀμέσως ξάπλωσα στὸ κρεββάτι μὲ μάτια μολυβένια.

Εἰκόνες, θύμησες καὶ φαντασίες, ἔστησαν ἕναν τρελὸ χορὸ στὸ μυαλό μου, μπερδεμένες, κομματιασμένες καὶ ἀσυνάρτητες. Σὰν ἄνοιξα τὰ μάτια μου, δὲν εἶδα τίποτα τὸ συνηθισμένο γύρω μου καὶ νομίζοντας πὼς ὀνειρευόμουν, τὰ ξανάκλεισα.

Πέρασε λίγη ὥρα καὶ τὸ μυαλό μου ἄρχισε νὰ καθαρίζει. Μὲ μάτια κλεισμένα ἀκόμα, ἀναρωτήθηκα ποιός εἶμαι, τί εἶμαι καὶ ποῦ βρίσκομαι. Ἀόριστα θυμήθηκα ὅτι ἔκανα ἕνα ταξίδι, μαζὶ μὲ μία συντροφιὰ σὲ κάποιο ἄγνωστο μέρος, ποὺ ὅπως μοῦ εἶπαν τὸ λένε «Ἅγιον Ὄρος». Τώρα γνώριζα ὅτι βρισκόμουν στὸ ἀντιπροσωπεῖο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Παντοκράτορος. Ὁ Πατὴρ Εὐθύμιος, μεταξὺ τῶν ἄλλων, μὲ εἶχε πληροφορήσει ὅτι εἶναι καὶ ἀντιπρόσωπος τῆς Μονῆς του καὶ ὁ ἑπιστάτης τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος.

Πόσες ὧρες κοιμήθηκα; Οὔτε ξέρω. Ἔριξα μία ματιὰ στὸ ῥολόϊ ποὺ βρισκόταν πάνω στὸ τραπέζι καὶ παίρνοντας τὴν ἀπόφαση σηκώθηκα γρήγορα καὶ ντύθηκα. Ἄνοιξα τὴν πόρτα γιὰ νὰ καλημερίσω τὸν εὐγενικὸ συνοδό μου, μὰ δὲν βρῆκα κανένα. Ἔκανα τὴν σκέψη πὼς ὁ Πατὴρ Εὐθύμιος δὲν θὰ γύρισε ἀκόμα καὶ βιαστικὰ πῆγα στὴν βρύση καὶ ἄρχισα νὰ ῥίχνω κρύο νερὸ στὸ κεφάλι μου, γιὰ νὰ χαθοῦν καὶ τὰ τελευταῖα ἴχνη τοῦ πρωϊνοῦ μου ὕπνου. Πρὶν τελειώσω, ἄκουσα βήματα στὴν πόρτα. Ἀνέβαινε ὁ Πατὴρ Εὐθύμιος, ἱδρωμένος καὶ χαμογελαστός. Μὲ καλημέρισε καὶ πρὶν προλάβω νὰ τελειώσω τὸ πλύσιμό μου, μοὔφερε μία πετσέτα καὶ τὴν κρέμασε δίπλα του. Τὸν εὐχαρίστησα πολὺ καὶ τοῦ εἶπα νὰ μὴν συνεχίσει νὰ μοῦ κάνει τέτοιου εἴδους περιποιήσεις, γιατὶ στὸ τέλος θὰ πίστευα, ὅτι ἦταν ὑποχρεωμένος νὰ τὶς κάνει.

Μὲ κοίταξε λίγο στοχαστικά, καὶ χωρὶς νὰ πῆ τίποτα, μὲ ἕνα πλατὺ χαμόγελο μονάχα, ἔτρεξε στὴν κουζίνα νὰ ἑτοιμάσει κάτι γιὰ πρωϊνό. Τί νἄκανα; Σὰν τελείωσα τὸ πλύσιμό μου, ἔφτιαξα τὰ μαλλιά μου σὲ ἕνα μικρὸ καθρεφτάκι ποὺ βρίσκονταν κρεμασμένο στὸν τοῖχο καὶ τράβηξα γιὰ τὴν κουζίνα, ποὺ ἦταν ἀπέναντι.

Ἡ πόρτα ἦταν ἀνοιχτή. Μπῆκα, πῆρα τὴν καρέκλα ποὺ μοῦ πρόσφερε, κάθησα καὶ ἔριξα μία διακριτικὴ ματιὰ γύρω μου. Ἀπέναντί μου καὶ λίγο ἀριστερά, ἕνα παληὸ τζάκι καὶ μία λαμπερὴ ἀνθρακιά. Αὐτὴ ἡ εἰκόνα μοῦ ἔφερε στὸν νοῦ τὴν παλιὰ πρωτόγονη ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν ἀκόμα δὲν εἶχε τὶς ξεκουραστικὲς ἀνέσεις ποὺ ἔχουμε σήμερα. Σὲ ἕνα μπρίκι ἔβραζε ὁ καφές, λίγο πιὸ ἀριστερὰ μία λεκάνη καὶ πάνω της ψηλότερα μία βρύση γιὰ τὸ πλύσιμο τῶν πιάτων καὶ τῶν ποτηριῶν. Ἔσκυψα λίγο τὸ κεφάλι μου καὶ ἀντίκρυσα ἕνα σαρακοφαγωμένο ντουλάπι, ποὺ πάνω του ἦταν βαλμένα ἕνα σωρὸ κατσαρόλες μαυρισμένες ἀπὸ τὴν καπνιὰ τοῦ τζακιοῦ. Ἀπότομα, στάματησα τὴν ἐξέταση. Ὁ Πατὴρ Εὐθύμιος καθόταν ἀπέναντί μου, κοντὰ στὸ τραπέζι σὲ μία καρέκλα, ὅμοια μὲ τὴν δική μου, λείψανα φαίνεται μιᾶς καλύτερης ἐποχῆς. Φαίνεται πὼς κατάλαβε τὴν περιέργειά μου καὶ γιὰ πρώτη φορὰ πέρασε μία σκιὰ μέσα στὰ μάτια του, κάτι σὰν στενοχώρια, σὰν μία αἴτηση συγγνώμης. Στὸ κοίταγμά του αὐτὸ τοῦ χαμογέλασα μὲ πολλὴ κατανόηση καὶ μὲ τὴν στάση μου αὐτὴ φάνηκε νὰ ξαναβρίσκει τὸν ἑαυτό του. Γιὰ μία στιγμὴ τὸν θαύμασα, γιὰ τὴν ἡρωϊκὴ ὑπομονὴ καὶ καρτερία του καὶ μὴ μπορῶντας νὰ ἀντέξω στὸν πειρασμὸ τοῦ εἶπα:

-Σὲ θαυμάζω Πάτερ μου, ποὺ μέσα στὶς τόσες δυσκολίες τῆς καθημερινῆς ζωῆς, δὲν χάνετε τὸ κουράγιο σας καὶ πρὸ παντὸς τὸ θάῤῥος σας. Ἂν δὲν φοβόμουνα καὶ δὲν νομίζατε ὅτι σᾶς κολακεύω, θὰ σᾶς ἔλεγα ὅτι εἴσαστε ἕνας ὥρας τῆς καθημερινῆς ζωῆς. Ἕνας ἥρωας ἀφανής. Θὰ πρέπει νὰ τὸ πιστέψετε αὐτὸ καὶ ἀκόμα, ὅτι δὲν ἔχω καμία διάθεση νὰ σᾶς κάνω κομπλιμέντα.

-Φίλε μου, σᾶς πιστεύω, μοῦ ἀπάντησε χωρὶς ψεύτικες μετριοφροσύνες. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι πραγματικὰ ἀντιμετωπίζω μεγάλες δυσκολίες στὴν ζωή μου, καὶ πρὸ παντὸς ἀπὸ τὴν ἔλλειψη τῶν ἀπαραίτητων μέσων. Ἡ ζωὴ γίνεται προβληματικὴ γιὰ τὸν σημερινὸ ἄνθρωπο. Ἴσως, μία ἀπὸ τὶς πολλὲς αὐτὲς αίτίες νὰ εἶναι καὶ αὐτό, ποὺ σήμερα δὲν ἔχει μοναχοὺς τὸ Ἅγιον Ὄρος. Τί νὰ γίνει ὅμως; Ἐλπίζουμε πὼς τὸ πνεῦμα τῆς ὑλιστικῆς ἐποχῆς μας, ποὺ κυριαρχεῖ σήμερα, θὰ περάσει πολὺ σύντομα καὶ ἀσφαλῶς θὰ ἔρθει καὶ πάλιν τὸ Ἅγιον Ὄρος στὴν παλαιὰ αἴγλη καὶ ἀκμή του. Ὅσο γιὰ πλούτη καὶ ἀνέσεις δὲν μᾶς ἐνδιαφέρουν αὐτά. Εἴμαστε ὀλιγαρκεῖς. Ἄλλωστε γι’ αὐτὸ ἐγκαταλείψαμε καὶ τὸν κόσμο καὶ τὶς ἀπολαύσεις του καὶ μόνοι μας ἀναζητήσαμε μία ἀνώτερη πνευματικὴ ζωή.

-Καὶ ὅμως, Πάτερ μου, σᾶς βεβαιώνω ὅτι καὶ σήμερα στὴν ἐποχή μας, τὸ θρησκευτικὸ συναίσθημα εἶναι ἀνεποτυγμένο. Μόνο πῶς νὰ σᾶς τὸ πῶς.  Ἐμεῖς ποὺ ζοῦμε τόσο μακρυά μας, δὲν ξέρουμε πὼς ὑπάρχει τόσο κοντά μας αὐτὸς ὁ τόπος. Εἶναι ἄνθρωποι ποὺ οὔτε κὰν ἔχουν ἀκούσει γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος, μὲ ὅλες τὶς μεταναστεύσεις ποὺ ἔγιναν τόσο στὴν Εὐρώπη ὅσο καὶ στὶς ἄλλες ἠπείρους.

Χαμογέλασε συγκαταβατικὰ μὲ ἐπιείκεια καὶ μοῦ ἀπάντησε:

-Μὴν προσπαθεῖτε φίλε μου, νὰ μὲ παρηγορήσετε. Ἀντιμετωπίζουμε καθημερινῶς τὶς δυσκολίες αὐτές, ὥστε τὶς συνηθίσαμε, ὅπως κανεὶς συνηθίζει τὰ πάντα, ἀκόμα καὶ τὰ δυσάρεστα. Προσπαθοῦμε νὰ τὰ καταφέρουμε μόνοι μας καὶ μὲ τὰ μέσα ποὺ ἔχουμε.

-Σᾶς καταλαβαίνω. Πόσο μεγάλο ἐμπόδιο θὰ εἶναι ὅμως αὐτὸ γιὰ τὰ πνευματικά σας καθήκοντα.

-Βέβαια, δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ ἀρνηθῆ, ὅτι οἱ φροντίδες στὸ μυαλὸ τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ ἔλλειψη τοῦ δεύτερου ἢ τρίτου προσώπου ἐμποδίζουν κατὰ κάποιον τρόπο τὸ πνευματικό μας ἔργο. «Ὁ ὑπομείνας εἰς τέλος, οὗτος σωθήσεται».

Μιλώντας, εἴχαμε ξεχάσει ὅτι στὸ τζάκι ὑπάρχει καφές, καὶ θὰ ἐξακολουθούσαμε νὰ τὸ ἀγνοοῦμε ἀκόμα, ἂν δὲν ἄρχιζε νὰ χύνεται. Ἅπλωσε γρήγορα τὸ χέρι του ὁ Πατὴρ Εὐθύμιος καὶ τράβηξε τὸ μπρίκι, πῆρε δύο φλιτζάνια καὶ τὰ γέμισε προσφέροντας τὸ ἕνα σὲ μένα καὶ ἀπὸ ἕνα συρτάρι ἔβγαλε δύο φέτες ψωμί.

-Μήπως θέλετε καὶ λίγο τυρί;, μὲ ῥώτησε.

Δίστασα γιὰ μία στιγμή, καὶ πρὶν ἀκόμα πάρει τὴν ἀπάντησή μου ἔφερε ἕνα κομμάτι τυρὶ τοῦ μισοῦ κιλοῦ σὲ ἕνα πιάτο τσίγκινο, τὸ ἀκούμπησε στὸ τραπέζι καὶ κάθησε. Ὅλη αὐτὴ τὴν ὥρα ἔμενα σιωπηλὸς περιμένοντας, νὰ ἀρχίσει πρῶτος. Τὸ κατάλαβε καὶ ἀφοῦ ἔκανε τὸ σταυρό του, μοῦ εἶπε:

-Νομίζω πὼς ἂν κάνετε ἔτσι καὶ τρῶτε τόσο λίγο, θὰ πεθάνετε τῆς πείνας. Μὴν ξεχνᾶτε ὅτι ἐγὼ εἶμαι καλόγερος, γιὰ αὐτὸ καὶ τὸ φαΐ μου εἶναι πολύ λίγο. Σᾶς παρακαλῶ λοιπόν, νὰ θεωρήσετε τὸ σπίτι αὐτό, τὸ ἀντιπροσωπεῖο, μοναστήρι μου καὶ σὰν σπίτι δικό σας καὶ νὰ βολευτῆτε σ’ αὐτὸ ὅπως μπορεῖτε καλύτερα, ἂν καὶ αὐτὸ δὲν τὸ πιστεύω ἐδῶ ποὺ τὰ λέμε.

Μὲ κοίταζε χαμογελώντας καλοκάγαθα.

-Εὐχαριστῶ πολύ, τοῦ εἶπα. Ξέρετε ὅτι ἔχω τὴν ἐντύπωση, ὅτι θὰ βολευτῶ καλὰ στὸ φιλόξενο αὐτὸ κονάκι. Καὶ κάτι ἄλλο. Θέλετε νὰ καταργήσουμε αὐτὸν τὸν ἐνοχλητικὸ πληθυντικό;

-Νομίζω πὼς πρέπει. Ἔχετε τόσες μέρες μαζί μου καὶ ἤθελα νὰ σᾶς τὸ προτείνω, μὰ περίμενα πρῶτα νὰ ἀρχίζαμε τὴν περιοδεία μας ἢ τὸ προσκύνημά μας, ὅπως ταιριάζει καλύτερα, θἄλεγα. Ξέρετε ἐμεῖς ἐδῶ, στὴν ζωή μας αὐτὴ τὴν φυσικὴ καὶ ἁπλή, ἐπειδὴ μᾶς στεναχωρεῖ κάθε ἐπιτήδευσις, μάθαμε στὴν ἀγάπη τὴν ἁγνὴ τοῦ Κυρίου μας καὶ τὴν ἁπλὴ συμπεριφορά, τὴν γεμάτη ὅμως μὲ καλοσύνη. Οἱ περισσότεροι συνηθίζουν τὴν γλῶσσα αὐτὴ ἀπὸ ταπείνωση βέβαια, γιατὶ στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ σὲ ὅλην τὴν περιοδεία σας θὰ συναντήσετε πολλοὺς μορφωμένους ἀνθρώπους. Ἦταν καὶ ἡ δική μου ἐπιθυμία νὰ μιλᾶμε στὸν ἑνικό, μὰ δὲν μποροῦσα νὰ βρῶ τὸ θάῤῥος καὶ νὰ σοῦ τὸ προτείνω. Λοιπόν, μπορεῖς νὰ μὲ φωνάζεις ἁπλῶς Πατέρ Εὐθύμιο, ἢ Πάτερ, ὅπως σοῦ ταιριάζει καλύτερα.

-Εὐχαριστῶ, τοῦ ἀπάντησα. Τώρα ἐμένα μπορεῖς νὰ μὲ φωνάζεις Μιχάλη.

Ἤπιαμε τὸν καφέ μας χωρὶς καμία κουβέντα, παίρνοντας καὶ ἀπὸ λίγο τυρί. Προτοῦ καλὰ τελειώσουμε, κάποιος μεσόκοπος, γκριζομάλλης, φορῶντας ἕνα παράξενο σκουφὶ στὸ κεφάλι σὰν τὰ κλέφτικα καὶ μὲ ἕνα μπαστούνι στὸ χέρι, πρόβαλε στὴν πόρτα καὶ μὲ σεβασμό, ὕστερα ἀπὸ τὸ καλημέρισμα, ἀνάφερε στὸν παπᾶ, ὅτι τὰ μουλάρια ἦταν ἕτοιμα. Αὐτὸς τὸν εὐχαρίστησε καὶ γυρίζοντας σὲ μένα μοῦ εἶπε:

-Νομίζω, πὼς εἶναι ὥρα νὰ πηγαίνουμε φίλε μου.

-Γιώργη, φώναξε στὸν ἄνθρωπο μὲ τὸ παράξενο σκουφί, σὲ παρακαλῶ νὰ προσέξεις τὸ μουλάρι τοῦ κυρίου. Βοήθησέ τον νὰ ἀνέβει καὶ πρόσεχε μὴν ἀγριέψει στὸν δρόμο. Φώναξε καὶ τὸν Ἠλία, γιὰ νὰ μᾶς συνοδεύσει.

Ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος ἔφευγε γιὰ νὰ φέρει τὰ ζῶα, γύρισε σὲ μένα καὶ μοῦ ἐξήγησε.

-Θὰ ἔρθει μαζί μας καὶ ὁ Ἠλίας, γιὰ τὴν προσκυνηματική μας περιήγηση. Εἶναι ἕνας ἐργάτης γιὰ τὰ ζῶα. Ὁ Γιώργης εἶναι Σεϊμένης. Τὸ ὄνομα Σεϊμένης εἶναι τούρκικο καὶ ἴσως νὰ προέρχεται ἀπὸ τοὺς Τούρκους αὐτὸς ὁ θεσμός.

-Σὰν Σεϊμένης, δὲν ἔχει κανένα προορισμό; Δηλαδή, εἶναι ἕνας τύπος;

-Ὄχι βέβαια μόνο θεσμός. Εἶναι καὶ σήμερα ἕνα εἶδος ἀστυνομίας τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος, μὰ φυσικὰ δὲν ἐκτελοῦν ἀστυνομικὰ καθήκοντα, παρὰ μονάχα ἐκτελοῦν διαταγές.

-Ἀπὸ ποῦ πληρώνονται οἱ Σεϊμένηδες;

-Φυσικὰ ἀπὸ τὴν Ἱερὰν Ἐπιστασίαν.

-Τί προσόντα ἀπαιτοῦνται γιὰ νὰ γίνει κανεὶς Σεϊμένης;

-Ὄχι καὶ σπουδαῖα γράμματα. Γράμματα τοῦ Δημοτικοῦ Σχολεῖου, γιὰ νὰ ξέρει νὰ βάζει τὴν ὑπογραφή του καὶ νὰ διαβάζει.

Ἡ δεύτερη ἀναφορὰ τοῦ Ἠλία, μᾶς βρῆκε στὸ κεφαλόσκαλο ἕτοιμους πιὰ νὰ κατεβοῦμε τὰ λίγα ξύλινα σκαλοπάτια. Ῥίξαμε μία τελευταία ματιά, μὴν καὶ ξεχάσαμε τίποτα καὶ περνώντας τὴν φωτογραφικὴ μηχανὴ στὸν ὦμό μου κατέβηκα τὰ σκαλιά.

Κάτω στὴν αὐλὴ μᾶς περίμεναν δύο περήφανα μουλάρια δεμένα σὲ μία γέρικη συκιά. Ἀντὶ γιὰ σέλα εἶχαν σαμάρια καὶ πάνω στὸ καθένα ἀπὸ μία κουβέρτα. Ὁ Ἠλίας ἔλυσε τὰ μουλάρια καὶ κρατῶντας τὰ χαλινάρια τους τἄφερε κοντά μας. Ἔδεσε τὸ σχοινὶ τοῦ πρώτου στὸ σαμάρι τοῦ δεύτερου καὶ πιάνοντας τὸ πρῶτο ἄρχισε νὰ περπατάει μπροστὰ γιὰ νὰ βγοῦμε ἀπὸ τὶς Καρυές. Μοῦ εἶχαν πῆ στὸ Μοναστήρι τοῦ φίλου μου, ὅτι ἀπαγορεύεται νὰ περάσεις καβάλα μέσα ἀπὸ τὶς Καρυές. Εἶναι ἕνα εἶδος σεβασμοῦ στὴν Παναγία ποὺ εἶναι προστάτις τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ αὐτὸ ἰσχύει καὶ γιὰ τοὺς μοναχοὺς καὶ γιὰ τοὺς λαϊκούς.

Ἀκολουθώντας ἀπὸ μακρυὰ τὸν Ἠλία, κοίταζα μὲ προσοχὴ γύρω μου ἐξετάζοντας τὸ καθετὶ καὶ ζητώντας ἐξηγήσεις γιὰ ὅσα μοῦ φαινόντουσαν παράξενα.

Στὸ δεξί μου χέρι, ἦταν μία σειρὰ ὁλόκληρη ἀπὸ κτίρια. Τὸ πρῶτο κονάκι, τὸ ἀντιπροσωπεῖον τῆς Μονῆς Ἰβήρων, πιὸ πέρα ἕνα ἑστιατόριο γιὰ τοὺς ξένους καὶ τοὺς ἐργάτες ποὺ δουλεύουνε στὰ βουνὰ καὶ στοὺς δασότοπους τῶν Μονῶν.

-Δὲν θὰ πρέπει, μοὖπε ὁ Πατὴρ Εὐθύμιος, νὰ σοῦ φανῆ παράξενο, ὅτι ὑπάρχουν ἐδῶ στὶς Καρυές, μαγαζιά. Εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ ἀναγκαῖα κακὰ ποὺ ὑπάρχουν ἐδῶ καὶ δὲν μποροῦμε νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ αὐτά. Κάποτε ὁ καλόγερος μποροῦσε νὰ ζῆ μόνος του, χωρὶς τὴν βοήθεια τῶν συνανθρώπων του. Σήμερα αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ γίνει γιατὶ ἄλλαξαν τὰ πράγματα. Δὲν εἶναι πιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος γεμᾶτο ὅπως τὰ παληὰ χρόνια ἀπὸ καλόγερους. Μείναμε πολὺ λίγοι καὶ κάθε μέρα λιγοστεύουμε περισσότερο. Γι’ αὐτὸ εἴμαστε ἀναγκασμένοι νὰ κλείνουμε τὰ μάτια μπροστὰ σὲ μερικὰ πράγματα καὶ νὰ κρατοῦμε τοὺς λαϊκοὺς γιὰ τὴν διατήρηση τουλάχιστον σὲ καλὴ κατάσταση αὐτῶν ποὺ βρίσκονται.

-Σᾶς βεβαιώνω, ὅτι δὲν εἶχα σκοπὸ νὰ σᾶς κατακρίνω. Βλέπω μονάχα, ἀκούω καὶ μαθαίνω. Τίποτε ἄλλο.

Συνεχίσαμε τὸν δρόμο μας, βυθισμένοι ὁ καθένας στὶς δικές του σκέψεις. Ἐγὼ βέβαια δὲν ἔπαψα νὰ προσέχω τὰ καθέκαστα, νὰ σημειώνω καὶ νὰ κάνω τὶς παρατηρήσεις μου, ἀλλὰ μονάχα γιὰ τὸν ἑαυτό μου.

Ἀπέναντι ἀπὸ τὸ ξενοδοχεῖο, βρισκόταν ἕνα κουρεῖο, καθὼς καὶ διάφορα ἄλλα μαγαζιά. Σὲ ἕνα μαγαζί, βρισκόντουσαν κρεμασμένα διάφορα κομπολόγια γιὰ παποῦδες, γιὰ μεσόκοπους, γιὰ νεαρούς, παραφουσκωμένα στὴν τιμή τους, ἐπειδὴ πουλιόντουσαν μονάχα στοὺς ξένους. Σὲ ἕνα ἄλλο μέρος τοῦ μαγαζιοῦ, λογῆς λογῆς γουδιά. Σὲ μία βιτρίνα χιλιάδες ζωγραφιὲς ἁγίων εἰκόνων καὶ διάφορες ἄλλες κάρτες μὲ ἀπόψεις ἀπὸ Μοναστήρια, Σκῆτες καὶ Κελλία.

Πρὶν φθάσουμε στὴν γωνία, ἀντικρύσαμε τὸν Ναὸν τοῦ Πρωτάτου.

Ὁ Πατὴρ Εὐθύμιος κοντοστάθηκε καὶ χαιρέτησε ἕνα-δύο μοναχούς, ποὺ τοῦ ἀνταποδώσανε τὸν χαιρετισμό του μὲ σεβασμό, καὶ μὲ προθυμία. Σὰν προχωρήσαμε κάμποσα βήματα, ῥώτησα τὸν Πατέρα Εὐθύμιο:

-Γιατί σᾶς προσφωνοῦν, Ἅγιε Παντοκράτορος;

-Ἐπειδὴ ἔχω τὸν τίτλο τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ Μοναστηριοῦ μας. Ὅλους τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν Ἱερῶν Μονῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τοὺς προσφωνοῦν μὲ τὸν τίτλον αὐτόν, δηλαδὴ μὲ τὸ ὄνομα τῆς Μονῆς ποὺ ἀνήκει ὁ καθένας ἀπὸ αὐτούς.

Τώρα μπροστά μας, πρόβαλε ἡ ἐκκλησία τοῦ Πρωτάτου, λάμποντας ὁλόκληρη στὴν μαγεία τῆς φωτεινότητας τοῦ μεσημεριανοῦ ἥλιου, ποὺ ἔδειχνε ὅλες τὶς λεπτομέρειές της καὶ τὴν ὁμορφιὰ τῶν παλαϊκῶν της γραμμῶν.

Ἄφωνος καὶ γεμᾶτος θαυμασμὸ τὴν κοιτοῦσα, χωρὶς νὰ προσέξω καθόλου κάτι μοὖλεγε ὁ φίλος μου. Καὶ αὐτὸ μοὖλεγε δὲν ἦταν τίποτα ἄλλο, παρὰ πὼς ἦταν ἡ κατάλληλη ὥρα νὰ ἐπισκεφθοῦμε τὸ Πρωτᾶτο, μιὰ καὶ εἶχε μιλήσει στὸν Ἠλία νὰ μᾶς περιμένει λίγο στὴν ἄλλη ἄκρη τῆς μικρῆς αὐτῆς πολιτείας, μέχρις ὅτου γυρίσουμε ἐκεῖ καὶ ξεκινήσουμε γιὰ τὸ Μοναστήρι τῶν Ἰβήρων.

Ἡ ἐκκλησία τοῦ Πρωτάτου, ἔχει σχῆμα ὀρθογώνιο καὶ εἶναι ἀνακαινισμένη τὰ τελευταῖα ἐτοῦτα χρόνια. Στὶς πέτρες καὶ στ’ ἀγκωνάρια τῶν τοίχων, ὕστερα ἀπὸ τὴν ἀφαίρεση τῶν παληῶν ἀμμοκονιασμάτων, ποὺ εἶχαν προσθέσει οἱ παληοὶ Πατέρες, βλέπει κανένας ἀνάμεσα στοὺς ἁρμούς, τσιμέντο κόκκινο. Τὰ κεραμίδια, καινούργια καὶ αὐτά, ἔχουν γίνει ἀπὸ κόκινο πηλὸ στὸ παληὸ σχέδιο. Σὰν σύνολο τώρα, μᾶς δείχνει ὅλη τὴν ὁμορφιὰ τὴς ἀρχαίας ἐκκλησίας, ὅπως τὴν ἄφησαν οἱ μάστοροι τῆς ἐποχῆς ποὺ πρωτοχτίστηκε.

Εἶναι ὁ μοναδικὸς ναὸς στὸ Ἅγιον Ὄρος ποὺ ἔχει ῥυθμὸ Βασιλικῆς καὶ ἔχει μεγάλη ἱστορία. Ποιός τὸν ἔχτισε; Δύσκολα μπορεῖ κανένας νὰ ἀπαντήσει μὲ σιγουριά. Ἕνα εἶναι βέβαιο. Φίλοι τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου, τοῦ ἱδρυτοῦ τῆς Λαύρας καὶ τῆς Κοινοβιακῆς ζωῆς στὸν Ἄθω, βοήθησαν νὰ χτιστῆ πιὸ μεγάλος, νὰ στολιστῆ μεγαλόπρεπα καὶ νὰ γίνει ἕνα λαμπρὸ στολίδι στὴν πρωτεύουσα τοῦ Ἁγίου Ὄρους.

Πόσες δόξες, μὰ καὶ πόσες βεβηλώσεις νὰ εἶδε ἄραγε στὸ κύλισμα τῶν αἰώνων; Στὶς στοές του μέσα ἔζησαν καὶ λειτουργήθηκαν Ἅγιοι. Στὰ στασίδια του ἀκούμπησαν μεγάλες μορφὲς τῆς πολιτικῆς καὶ πνευματικῆς ζωῆς καὶ ἐξουσίας. Ἕνας πραγματικὸς χορὸς ἀπὸ αὐτοκράτορες, στρατηγούς, Πατριάρχες καὶ τόσους ἄλλους μεγάλους καὶ σοφούς. Οἱ τοῖχοι ποὺ μαύρισαν ἀπὸ τὴν πολυκαιρία, πόσα θὰ ξέρουν νὰ μᾶς διηγηθοῦν γιὰ τὰ μεγαλεῖα ποὺ εἶδαν καὶ τὰ σοφὰ λόγια ποὺ ἄκουσαν; Γιατὶ αὐτοὶ δέχτηκαν τὸ χάϊδεμα τῆς ματιάς τους. Μποροῦν νὰ μᾶς μιλήσουν γιὰ ὅλους, καθὼς καὶ γιὰ τὴν μεγαλωσύνη τοῦ ἁγιογράφου, ποὺ ἱστόρησε ἐτούτη τὴν ἐκκλησία, τοῦ Μανουὴλ Πανσέληνου, γιὰ τὴν εὐκινησία ποὺ εἶχαν τὰ δάχτυλά του, καθὼς δούλευαν μὲ τὸ πινέλλο τὶς μπογιές, ποὺ ἔφτιαχνα θαύματα. Θὰ εἶχαν ἀκόμα πολλὰ νὰ μᾶς διηγηθοῦν γιὰ τὶς μαῦρες ἡμέρες ποὺ ἔζησε ὁ Ἄθως στὰ χρόνια τῶν Λατινοφρόνων τοῦ Βυζαντίου. Ὅπως ἀνέφερα πιὸ πάνω, εἶναι ῥυθμοῦ Βασιλικῆς χωρὶς τροῦλλο. Ἕνα κτίριο ὀρθογώνιο, χωρὶς καμία μεγαλοπρέπεια. Ἐξωτερικὰ σκεπάζεται μὲ ἀμφικλινὴ στέγη. Χτίστηκε μεγαλύτερη στὸν δέκατο αἰῶνα, καὶ ἦταν ἡ μεγάλη καὶ ἡ μοναδικὴ ἐκκλησία, ἀφοῦ μέχρι τότε δὲν ὑπῆρχαν Μοναστήρια στὸ Ἅγιον Ὄρος. Μικρὲς καλύβες μὲ δύο ἢ τρεῖς καλόγερους βρίσκονταν ὁλοτρόγυρα ἀπὸ τὶς σημερινὲς Καρυές, πάνω στὰ ὑψώματα. Μικρὰ μοναστηράκια στὴν ἀρχή, χωρὶς καμία ὀργάνωση, παρὰ μονάχα μία ἀσκητικὴ ζωή. Πολλοὶ καλόγεροι βρίσκονταν τότε στὸ Ἅγιον Ὄρος, σκορπισμένοι ὅμως σὲ ὅλο τὸ μάκρος καὶ τὸ πλᾶτός του. Στὰ καλύβια τους δὲν εἶχαν ἐκκλησία, μὰ πολὺ ἀργότερα σὲ πολλὰ ἱδρύθηκαν ἐκκλησάκια καὶ σιγὰ σιγὰ ἐπικράτησε ἡ συνήθεια σὲ κάθε καλύβα νὰ ἔχει τὴν δική της ἐκκλησία.

Έδῶ λοιπόν, στὸ Πρωτᾶτο μαζευόντουσαν ὅλοι γιὰ νὰ λειτουργηθοῦν κάθε Κυριακὴ καὶ ἑορτὴ καὶ νὰ μεταλάβουν.

Στὸ Πρωτᾶτο, ποὺ τὸ ὀνόμασαν ἔτσι ἀπὸ τὸν Πρῶτο τοῦ Ἁγίου Ὄρους, μαζεύονταν ὅλοι καὶ εὕρισκαν τὴν εὐκαιρία νὰ ἀνταλλάξουν τὶς ἰδέες τους, γιὰ διάφορα κοινὰ ζητήματα. Μέσα στὶς στοές του καθόνταν καὶ συζητοῦσαν τὰ προβλήματά τους οἱ ἀσκηταὶ ἐκεῖνου ποὺ ζοῦσαν στὴν ἔρημο καὶ στὴν μοναξιά. Παληὰ χρόνια ποὺ πέρασαν, μορφὲς ποὺ ξεχάστηκαν καὶ ποὺ ὅμως αὐτὸ ποτὲ δὲν τὶς ξέχασε καὶ οὔτε ἔπαψε νὰ μιλάει γιὰ αὐτὲς στὴν ἀγκαλιὰ τῆς νυχτερινῆς προσευχῆς ἢ στὸ σφύριγμα τοῦ βουεροῦ χιονιὰ σὰν λυσσομανάει καὶ δέρνει ἀλύπητα τὶς ἐξωτερικὲς πλευρές του. Σήμερα, δίπλα στὸ Πρωτᾶτο, ὑψώνεται τὸ καμπαναριὸ ποὺ χτίστηκε τώρα τελευταῖα καὶ ποὺ οἱ γλυκόηχες καμπάνες του ἀκούγονται μέσα στὴν σιγαλιὰ τῆς νύχτας καὶ σκορπᾶνε τὰ ὄνειρα καὶ τὶς φαντασίες τῶν ῥασοφόρων, ποὺ σὰν φαντάσματα ξεπροβάλλουν ἀπὸ τὶς γύρω πόρτες στὰ στενοσόκακα τῶν Καρυῶν καὶ προχωροῦν στὴν ἐκκλησία ὁδηγημένοι ἀπὸ τὸ δειλὸ φῶς ἑνὸς καντηλιοῦ ποὺ τρεμοσβήνει μέσα στὸ σκοτάδι.

Στὴν βάση του εἶναι ἀνοιγμένο σὲ δύο τεράστια παχειὰ σκέλη, ποὺ μοιάζουν νὰ στηρίζουν τὸ σῶμα ἑνὸς γίγαντα. Σὰν προχωρήσεις κάτω ἀπὸ τὴν καμάρα ποὺ σχηματίζουν, σὲ ὑποδέχονται τρεῖς στοές, ἡ μία συνέχεια στὴν ἄλλη, ποὺ στοὺς τοίχους του εἶναι ζωγραφισμένοι διάφοροι Ἅγιοι καὶ παραστάσεις ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Στὴν μέση τῆς τελευταίας στοᾶς, μία χαμηλὴ πορτούλα σὲ φέρνει στὸ ἐσωτερικὸ τῆς ἐκκλησίας ποὺ γεμίζει τὴν ψυχή σου μὲ τὸ ἄπλετο φῶς της καὶ μὲ τὶς ἱλαρὲς μορφὲς τῶν Ἁγίων.

Ἡ πορτούλα αὐτὴ δὲν εἶναι βέβαια ἡ κυρία εἴσοδος. Αὐτὴ ἐδῶ ἡ πορτούλα βρίσκεται στὸ βορεινὸ μέρος ὅπως καὶ οἱ στοὲς γιὰ νὰ προφυλάξουν τοὺς μοναχοὺς ἀπὸ τὴν παγερὴ νυχτιὰ καὶ τὸ παγωμένο σφύριγμα τοῦ ἀέρα. Ἡ κύρια εἴσοδος βρίσκεται, ὅπως καὶ σὲ ὅλες τὶς ἐκκλησίες, στὴν δυτικὴ πλευρά. Ἡ ἐκκλησία τοῦ Πρωτᾶτου χωρίζεται σὲ τρία κλίτη, σὲ τρία διαμερίσματα ὅπως θὰ λέγαμε ἐμεῖς ποὺ δὲν εἴμαστε βυζαντινολόγοι. Εἶναι λοιπόν, τρίκλιτος Βασιλικὴ ξυλόστογος, ὅπως τὴν ὀνομάζουν αὐτοὶ ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ τὴν παλαιὰ τέχνη. Τὰ κλίτη χωρίζονται μεταξύ τους μὲ τοίχους, χωρὶς βέβαια νὰ ἀπομωνόνται. Τὸ μεσαῖο κλίτος ἔχει κυρίως τὴν ἀμφικλινὴ στέγη. Αὐτὸ εἶναι ἀπαραίτητο, γιατὶ ἀλλιῶς, καὶ στὶς πιὸ φωτεινὲς μέρες τοῦ καλοκαιριοῦ, ἐκεῖ θὰ βασίλευε μισοσκόταδο. Ὅλη αὐτὴ ἡ στέγη στολίζεται ἀπὸ παράθυρα σὲ ἀραιὰ διαστήματα, ποὺ μὲ τὰ χρωματιστά τους τζάμια δίνουν μία ὄψη ἐξαιρετικὰ ὄμορφη καὶ ἐντυπωσιακή.

Ὁλοτρόγυρα στοὺς τοίχους ἀκουμπισμένα στασίδια, ποὺ περιμένουν τοὺς κουρασμένους προσκυνητές. Κάθησα λίγο σὲ ἕνα ἀπὸ αὐτὰ καὶ μὲ τὰ μάτια ὀρθάνοιχτα κοίταζα ἀρχόταγα τὴν κατανυκτικὴ ἐκκλησία. Τὸ τέμπλο, τοὺς πολυελαίους καὶ τὶς ἁγιογραφίες στοὺς τοίχους. Στὴν μία πλευρὰ βρίσκονται τὰ στασίδια τῶν ἀντιπροσώπων ποὺ ἀποτελοῦν τὴν Ἱερὰ Κοινότητα τοῦ Ἁγίου Ὄρους.

Ἕνα μαρμάρινο τέμπλο χωρίζει τὴν ἐκκλησία ἀπὸ τὸ Ἱερό. Εἶναι τὸ ἀρχαιότερο, ὅπως μοῦ εἶπαν. Ἔριξα μία ματιὰ στὶς εἰκόνες ἂν καὶ δὲν ἔχω τὴν ἰδιότητα τοῦ ἀρχαιολόγου. Δεῖγμα μιᾶς παληᾶς Βυζαντινῆς τέχνης. Μοῦ εἶπαν πὼς εἶναι ἔργα ἁγιογράφων τῆς Κρητικῆς Σχολῆς καὶ τοῦ Πανσέληνου. Τὰ ἔργα αὐτὰ εἶναι ἔξοχα, καὶ προκαλοῦν στὸν ἐπισκέπτη τὸ δέος. Ὅταν μὲ πίστη κοιτᾶς τὶς μορφές τους, σοῦ ἐξαϋλώνουν τὸ πνεῦμα καὶ σὲ φέρνουν σὲ ἄλλους κόσμους, πνευματικούς. Ὁ Πατὴρ Εὐθύμιος, σὲ λίγο μὲ ὁδήγησε στὸ Ἱερό. Στὴν γωνία καὶ ἀπέναντι ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα, ἕνας σκαλισμένος θρόνος ὑψώνεται σαρακοφαγωμένος ἀπὸ τὰ χρόνια. Πάνω του βρίσκεται ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα τοῦ «Ἄξιόν Ἐστιν».

Εἶναι παμπάλαιη, μαυρισμένη ἀπὸ τὸν χρόνο καὶ σοῦ δίνει τὴν ἐντύπωση τοῦ ἱεροῦ καὶ ἁγιασμένου.

Ἡ ὀνομασία της, ἡ τόσο παράξενη, ἔχει μία πολὺ μεγάλη ἱστορία, ποὺ ἐξελίχθηκε πρὶν ἀπὸ ἑκατοντάδες χρόνια. Ἡ παράδοση ἀναφέρει, ὅτι δὲν βρισκότανε πρὶν στὸ Πρωτᾶτο, παρὰ στὴν ἐκκλησία ἑνὸς μικροῦ Κελλιοῦ τοῦ Μοναστηριοῦ τοῦ Παντοκράτορος, ποὺ βρίσκεται λίγο πιὸ ἔξω ἀπὸ τὶς Καρυές, κοντὰ στὸ Σεράϊ, μέσα στὴν ῥεματιά, πρὸς τὰ βόρεια. Στὴν Σκήτη αὐτὴ σήμερα, σὲ φέρνει ἕνας πλακόστρωτο δρόμος.

Σὲ τοῦτο τὸ Κελλί, στὰ παληὰ χρόνια, ζοῦσε ἕνας γέροντας μὲ ἕναν νεαρὸ ὑποτακτικό. Ἡ ζωή τους ἦταν ἡ συνηθισμένη γιὰ ὅλους τοὺς ἀσκητάς. Δουλειὰ στὴν γῆ γιὰ νὰ ζήσουν καὶ προσευχὴ στὸν Θεὸ γιὰ νὰ σώσουν τὴν ψυχή τους. Ἀγῶνας διπλός, ποὒ μὲ αὐτὸν μονάχα μπορεῖς νὰ ἐπιτύχεις τὴν σωτηρία ποὺ ζητάει ἡ ψυχή σου καὶ τὴν κληρονομία τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν ποὺ ὑπόσχεται ὁ Χριστὸς σὲ ὅλους τοὺς ἀγωνιστάς. Ἦταν λοιπὸν καὶ αὐτοὶ ἀγωνισταί, ἀθληταὶ ἀπὸ τοὺς πιὸ καλούς, γιὰ νὰ μποροῦν νὰ σταθοῦν καὶ νὰ νικήσουν στὶς σοβαρὲς μάχες μὲ τὸν διάβολο. Ἔτσι, ἡ ζωὴ κυλοῦσε ἥσυχα, χωρὶς τίποτα νὰ ταράξει τὴν γαλήνη. Καὶ ξαφνικά, ἔγινε κάτι ποὺ ἔδωσε καινούργιο νόημα στὴν ζωή τους, ἔσπασε τὸν συνηθισμένο ῥυθμὸ τῆς καθημερινότητας καὶ ἄλλαξε τὰ πάντα. Καὶ αὐτὸ τὸ κάτι ἦταν ἕνα θαῦμα.

Μία μέρα σὰν τὶς ἄλλες, ὁ γεροντάκος καλόγερος ξεκίνησε γιὰ τὸ Πρωτᾶτο στὶς Καρυές, γιὰ νὰ παρακολουθήσει τὴν ἀγρυπνία. Ὁ νεαρὸς καλόγερος, μαθημένος στὴν ἄσκηση καὶ τὴν ἀρετή, ἔμεινε στὸ σπίτι καὶ τὴν ὥρα τῆς συνηθισμένης ἀκολουθίας μπῆκε στὴν σκοτεινὴ ἐκκλησούλα τους καὶ ἄναψε τὰ καντήλια. Μουρμουριστὰ ἄρχισε τὴν ἀκολουθία του μὲ τὴν ψυχὴ γεμάτη ἀπὸ κατάνυξη. Ἕνα περίεργο προαίσθημα ἔνιωσε ἐκείνη τὴν βραδιά. Ἦταν τάχα τὸ περιβάλλον τῆς ἐκκλησούλας ἢ τὸ μυστικὸ καὶ παιχνιδιάρικο φῶς τῶν κεριῶν ποὺ ἔκανε τὶς μορφὲς τῶν Ἁγίων νὰ κινοῦνται στὶς εἰκόνες; Ἕνα ἦταν γεγονός. Πώς μονάχος καθὼς ἦταν στὴν μικρὴ ἐκκλησούλα, μὲ τὶς γεμάτο μυστήριο καὶ αἰνιγματικὲς μορφὲς τῶν Ἁγίων γιὰ συντροφιά του, ἔνιωσε ἕνα πλάκωμα στὴν καρδιά του.

Μὲ τὰ ἴδια πάντα αἰσθήματα, ποὺ ὅσο περνοῦσε ἡ ὥρα δυνάμωναν, συνέχιζε τὴν ἀκολουθία του ὡς τὴν στιγμὴ ποὺ ἔφτασε στὸ σημεῖο ποὺ ἔπρεπε νὰ ψάλλει «τὴν τιμιωτέραν». Τὴν ἄρχισε μὲ κατάνυξη καὶ μόλις τελείωσε τὴν πρώτη στροφή, μία φωνὴ πολὺ καθάρια καὶ κρυστάλλινη ἄρχισε τὴν δεύτερη. Ἔστρεψε τὸ βλέμμα του καὶ ἀντίκρυσε μὲ ἔκπληξη κάποιον ἄγνωστο νέο μὲ μία οὐράνια ὀμορφιά, ποὺ ἔψελνε ἀπὸ τὸν ἄλλο χορὸ τῆς μικρῆς ἐκκλησούλας. Πρὶν ἀκόμα καλοσκεφτῆ πὼς βρέθηκε ἐτοῦτος ὁ ἄγνωστος στὸ καλύβι τους, ἡ στροφὴ τελείωσε καὶ αὐτὸς συνέχιζε ἔχοντας κολλημένο τὸ βλέμμα του στὸν ἄγνωστο ἐπισκέπτη, ποὺ ἦρθε ἔτσι ξαφνικὰ μέσα στὸ γλυκοχάραμα νὰ τὸν συντροφέψει στὴν προσευχή. Χωρὶς νὰ βασανίσει πολὺ τὸ μυαλό του, παραδέχτηκε ὅτι θὰ ἦταν κανένας περιπατητὴς τῆς νύχτας ποὺ ξημερώθηκε στὸ σπίτι τους καὶ ἀφοῦ ἄκουσε προσευχὲς καὶ ψαλμωδίες, μπῆκε γιὰ νὰ προσφέρει καὶ αὐτὸς τὴν λατρεία του στὸν Θεό. Σὲ λίγο, οἱ στροφὲς ποὺ ἦταν γνωστὲς τελείωσαν, μὰ ὁ ξένος δὲν σταμάτησε. Τὸ καλογεροπαίδι παραξενεύτηκε σὰν ἄκουσε νὰ ψέλνει ὁ ξένος κάτι τὸ θεϊκό, ποὺ ἔβγαινε ἀπὸ ἀγγελικὸ στόμα. Δὲν τὸν σταμάτησε, ἀλλὰ πρὶν καλοτελειώσει ὁ ξένος, ὁ νεαρὸς καλόγερος πῆγε δειλὰ κοντά του καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ τοῦ μάθει καὶ αὐτουνοῦ τὸν ὑπέροχον ἐτοῦτον ὕμνο, χωρὶς νὰ ὑποπτευθῆ ὅτι ὁ ξένος ποὺ ἔψελνε ἦταν Ἄγγελος τοῦ Θεοῦ, σταλμένος ἀπὸ τὰ ὑπερκόσμια γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν σκοπό.

Ὁ Ἄγγελος, τοῦ ζήτησε κάτι γιὰ νὰ τοῦ γράψει τὸν ὕμνο, μὰ δὲν ὑπῆρχε τίποτα γιὰ γράψιμο στὸ καλύβι, παρὰ μονάχα μία μαρμάρινη πλάκα. Τὸ καλογέρι μὲ θαμπωμένα μάτια ἀπὸ τὴν ἔκπληξη, κοίταζε λαίμαργα τὸν Ἄγγελο ποὺ μὲ τὸ δάχτυλό του χάραζε τὰ γράμματα πάνω στὴν σκληρὴ πέτρα, λὲς καὶ ἦταν καμωμένη ἀπὸ ζυμάρι. Πρὶν καλὰ καλὰ φτάσει νὰ κάνει καμία κίνηση καὶ πρὶν προφτάσει νὰ συνέλθει, ὁ ὕμνος εἶχε τελειώσει καὶ ὁ Ἄγγελος εἶχε χαθῆ ἀπὸ τὰ μάτια του ἀθόρυβα, ὅπως ἀθόρυβα εἶχε φανῆ μέσα στὴν μικρὴ ἐκκλησούλα τοῦ ταπεινοῦ Κελλιοῦ τῶν Καρυῶν. Πέρασε πολὺ ὥρα ὥσπου νὰ συνέλθει τὸ καλογέρι. Στὸ μεταξύ, κοίταζε ἀπολιθωμένος τὴν παράξενη πλάκα ποὺ βρισκόταν ἐκεῖ μπροστά του ἀκουμπισμένη στὸν τοῖχο. Σὰν συνῆλθε κάπως, κινήθηκε δισταχτικὰ πρὸς τὴν πλάκα, γιὰ νὰ βεβαιωθῆ μήπως ἦταν ὄνειρο. Τὴν ἔπιασε στὰ χέρια του ψάχνοντας μὲ τὰ δάκτυλά του γιὰ νὰ καταλάβει ἂν ἦταν κάτι χειροπιαστό, καὶ ὄχι ὀνειροφαντασία. Ἡ μαρμαρένια πλάκα βρισκόταν στὰ χέρια του καὶ πάνω της ἦταν χαραγμένος ὁ ὑπέροχος ἀγγελικὸς ὕμνος, ὅπως τὸν εἶχε ἀκούσει πρὶν ἀπὸ λίγο. Σὰν βεβαιώθηκε πιά, ὅτι ὅλα ὅσα εἶδε καὶ ἄκουσε δὲν ἦταν φαντασίες μὰ γίνηκαν στὴν πραγματικότητα, ἔπεσε στὰ γόνατα μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας ποὺ ὁ Ἄγγελος εἶχε ψάλλει καὶ μὲ δάκρυα στὰ μάτια τὴν εὐχαρίστησε. Τὴν εὐχαρίστησε, γιατὶ ἀνάμεσα σὲ ὅλους τοὺς ἄλλους διάλεξε αὐτὸν γιὰ νὰ φανερώσει τὸ θέλημά Της καὶ τὸν ὕμνο Της. Ὕστερα, ἄρχισε νὰ ψάλλει μὲ δυνατὴ φωνή, ξανὰ καὶ ξανά, ἀμέτρητες φορές, τὸ καινούργιο τροπάριο ποὺ ἀρχίζει: «Ἄξιόν Ἐστιν ὡς ἀληθῶς...», μὲ τὴν καρδιὰ γεμάτη ἐνθουσιασμὸ καὶ εὐλάβεια, μὲ ἱερὸ ζῆλο, μὴν χορταίνοντας νὰ ψάλλει καὶ νὰ ἀκούει. Ὁ Γέροντάς του, σὰν γύρισε ἀπὸ τὸ Πρωτᾶτο, τὸν βρὴκε στὴν ἴδια θέση νὰ ψάλλει ἀδιάκοπα τό: «Ἄξιόν Ἐστιν». Τὸν πλησίασε καὶ σὰν ἔμαθε τὸ τὶ συνέβη στὸ Κελλί τους, ἕνωσε καὶ αὐτὸς τὴν γεροντικὴ φωνή του μὲ τὴν φωνὴ τοῦ ὑποτακτικοῦ του καὶ γιὰ μία ἀκόμη φορὰ ἔψαλλαν τὸν πρωτάκουστο ὕμνο. Σὰν τελείωσαν, νόμισαν πὼς εἶδαν τὴν Παναγία ἀπὸ τὴν εἰκόνα νὰ τοὺς εὐλογῆ μὲ στοργή. Μὲ τὴν πλάκα στὰ χέρια τρέξανε στὶς Καρυές, καὶ ἀνέφεραν τὰ ὅσα εἶδαν καὶ ἄκουσαν στὸν Πρῶτο τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ὁ Πρῶτος, σὰν τἄκουσε καὶ βλέποντας καὶ τὴν μαρμαρόπλακα ἔτσι καθὼς ἦταν χαραγμένη μὲ τὸν ὕμνο, κάλεσε Σύναξιν τῆς Ἱερᾶς Κοινότητας καὶ μὲ κωδωνοκρουσίες μάζεψαν καὶ τοὺς ἄλλους ἀσκητὲς ἀπὸ τὰ γύρω Κελλιά. Μὲ μία μεγαλόπρεπη λιτανεία προχώρησε τότε πρὸς τὸ ταπεινὸ καὶ ἄσημο ἕως τότε Κελλὶ τῶν Καρυῶν, ποὺ ἀπὸ τότε ὀνομάστηκε «Ἄξιόν Ἐστιν» ἢ «Λάκκος τοῦ Ἄδειν», δηλαδὴ τοῦ ψάλλειν.

Μὲ αὐτὸ τὸ ὄνομα εἶναι μέχρι σήμερα γνωστὴ ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας, ποὺ μπροστά της ψάλθηκε γιὰ πρώτη φορὰ τὸ καινούργιο αὐτὸ τροπάριο.

Πέρασαν τὰ χρόνια καὶ διάφορες ἐπικίνδυνες περιστάσεις ἔφεραν τὴν εἰκόνα στὰ χέρια τῆς Ἱερᾶς Κοινότητας ὅπου βρίσκεται καὶ σήμερα, μαυρισμένη, σχεδὸν σβησμένη, ἀπὸ τὸ κύλισμα τῶν αἰῶνων.

Μέσα στὴν ἐκκλησία τοῦ Πρωτάτου μοῦ ἔδειξαν καὶ ἕνα ἀπὸ τὰ σπάνια καλλιτεχνήματα τοῦ Πανσέληνου, τὴν παράσταση τοῦ «Ἀναπεσόντος». Εἶναι παράσταση παρμένη ἀπὸ τὰ λόγια τῆς Ἁγίας Γραφῆς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης «...καὶ ἀναπεσών, ἐκοιμήθη ὡς λέων...». Παριστάνει τὸν Χριστὸν μὲ τὸ χέρι ἀκουμπισμένο στὸ μάγουλο, καθὼς εἶναι ξαπλωμένος σὲ ἀνάκλιντρο. Θαυμαστὴ παράσταση, φτιαγμένη ἀπὸ μεγάλο τεχνίτη. Στὸ πρόσωπό του χύνεται μία ἔκφραση τόσο θεϊκή, ποὺ σὲ ἀφήνει ἄφωνο, μὴν μπορῶντας νὰ ξεκολλήσεις τὰ μάτια σου ἀπὸ πάνω σου. Βρίσκεται ἀκριβῶς ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὴν κυρία εἴσοδο τοῦ ναοῦ.

***

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ.

  Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ. Ὁ ἱερομόναχος Ἄνθιμος Παντοκρατορινός (κατὰ κόσμον Ἀντώνιος Κατσαλιάκης,...