Κεφάλαιον Η΄. Στὴν Μονὴ Βατοπεδίου.
Περάσαμε τὴν πλακόστρωτη ἀνηφορίτσα. Στὸ ἴσωμα μὲ τὸν χωματένιο δρόμο, ἔριξα μία ματιὰ πλάϊ μου. Καμάρωσα γιὰ ἄλλη μία φορὰ τὴν μεγαλοπρέπεια τοῦ Σεραγιοῦ μὲ τοὺς πολλοὺς τρούλους, ποὺ στὴν κορυφή τους λαμποκοποῦσαν ὁλόχρυσοι σταυροί, στολισμένοι μὲ πολύχρωμα πετράδια. Κοίταζα, κοίταζα, χωρὶς νὰ χορταίνω τὴν ὁμορφιά, μέχρι ποὺ τὰ πανύψηλα δένδρα μοὔκρυψαν τὸ θέαμα καὶ τότε γύρισα τὸ κεφάλι μου ἐμπρός.
Συνεχίσαμε τὸν δρόμο μας κάτω ἀπὸ τὶς μεγάλες καστανιὲς ποὺ τὸν σκεπάζανε. Πέρασε μία ὥρα χορταστικὴ ἀπὸ τὸ θέαμα τῶν ἐρημητηρίων ποὺ βρίσκονταν δεξιὰ καὶ ἀριστερά μας καὶ σὲ ὅλο σχεδὸν τὸν δρόμο.
Σὲ διαστήματα ποὺ τὰ δένδρα ἀραίωναν καὶ ἄφηναν τὸν ὁρίζοντα νὰ φανῆ μπροστά μας, ἁπλωνότανε κάτω σχεδὸν ἀπὸ τὰ πόδια μας ἡ θάλασσα σὲ ὅλη τὴν ὁμορφιά της, γαληνεμένη παράξενα τὴν ὥρα ἐτούτη.
Θέαμα μοναδικὸ καὶ ἀσύγκριτο.
Ὕστερα ἀπὸ μία καὶ περισσότερη ὥρα, φτάσαμε σὲ μία πέτρινη βρύση κάτω ἀπὸ ἕναν γέρικο πλάτανο, ποὺ προσέφερε τὴν δροσιὰ καὶ τὴν ξεκούραση στοὺς κουρασμένους διαβάτες, ποὺ θὰ περνοῦσαν γιὰ τὶς Καρυὲς ἢ γιὰ τὸ Μοναστήρι τοῦ Βατοπεδίου. Κατεβήκαμε ἀπὸ τὰ μουλάρια καὶ κάτσαμε νὰ ξεκουραστοῦμε.
Ἡ σκιὰ μᾶς ἔκρυβε προστατευτικὰ ἀπὸ τὶς καυτερὲς ἀκτίνες τοῦ ἥλιου. Κάτσαμε κάμποση ὥρα ὥσπου νὰ ξεκουραστοῦμε καὶ νὰ μὴν χάσουμε τίποτα ἀπὸ ὅλη ἐτούτη τὴν ὁμορφιά.
Ἀνεβαίνοντας καὶ πάλι στὰ μουλάρια ἀρχίσαμε κεφάτοι τὸ κουβεντολόϊ. Ἡ κουβέντα μίκραινε τὴν ἀπόσταση καὶ ἔκανε τὴν ὥρα νὰ περνάει γρήγορα. Κατηφορίσαμε τὸ καλντερίμι ποὺ καὶ καὶ ἐδῶ ἦταν στρωμένο μὲ πελεκημένες πέτρες καὶ σὲ λίγο ἀντικρύσαμε μακριὰ τὸ Βατοπέδι νὰ ὑψώνεται μεγαλόπρεπο.
Περήφανο θὰ τὸ ἔλεγε κανένας γιὰ τὸν πλοῦτο καὶ τὴν δόξα του. Τροῦλοι καὶ μικρὰ καμπαναριά, καθὼς καὶ δύο θεόρατοι πύργοι δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ στὶς ἄκρες τοῦ Μοναστηριοῦ ξεχώριζαν, θέαμα ἀσυνήθιστο γιὰ ἐμᾶς, ποὺ βλέπουμε ὅλη μέρα οὐρανοξύστες καὶ πολυκατοικίες, σὰν ἀραδιασμένα τὸ ἕνα πάνω στὸ ἄλλο, σπιρτόκουτα, μαυρισμένες ἀπὸ τὶς καπνιὲς καὶ τὴν σκόνη μέσα στὸν θόρυβο καὶ στὴν κίνηση τῆς πολιτείας.
Τὸ Βατοπέδι στεκόταν περήφανο γιὰ τὰ πλούτη του, περήφανο γιὰ τὴν βιβλιοθήκη του καὶ γιὰ τὰ κειμήλιά του, περήφανο ἀκόμα καὶ γιὰ τὸ ἀρχονταρίκι του καὶ τὸν σημερινὸ ἀρχοντάρη του, σύμφωνα πάντοτε μὲ ὅσα μοῦ ἔλεγε ὁ συνοδός μου, ποὺ ἤθελε νὰ μὲ προετοιμάσει γιὰ ὅσα θὰ ἔβλεπα.
Γιὰ μία στιγμὴ τὸ ἔχασα ἀπὸ τὰ μάτια μου. Τὸ ἔκρυψε ἕνας λόφος μὲ πανύψηλα δένδρα. Λίγο πιὸ κάτω ὅμως καθὼς κατηφορίζαμε, ξαναφάνηκε γιὰ νὰ χαθῆ καὶ πάλι.
Σὲ κάμποσο, φτάσαμε κοντά του.
Ὁλοτρόγυρα κυπαρίσσια καὶ ἐλιές, ἀνάκατα μὲ καστανιὲς καὶ πεῦκα. Στοὺς γύρω λόφους θάμνοι καὶ παντοῦ ἐλιὲς άσημόφυλλες. Ἡ θάλασσα πραγματικὴ ὁμορφιά του, ποὺ στὰ νερά της καθρεφτιζότανε ἀκατάπαυστα. Στὴν γαλήνη καὶ στὴν φουρτούνα της ἀκούει πότε τὰ βογγητά της καὶ πότε τὸ γλυκό της ἀγκάλιασμα, καθὼς χτυπάει πάνω στὰ βράχια καὶ ξεχύνει τοὺς ἀφρούς της στὰ ἀκρογιάλια του.
Φτάσαμε, καὶ λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν πόρτα ξεπεζάμε, καθὼς συνήθως γίνεται σὲ ὅλα τὰ Μοναστήρια. Ὁ συνοδηγός μου φόρεσε τὸ ῥάσο του. Πλησιάσαμε, ἀφήνοντας τὸν Ἠλία νὰ κοιτάξει γιὰ τὰ ζῶά μας. Περάσαμε τὴν μεγαλόπρεπη πόρτα του. Ἕνας νεαρὸς καλόγερος μὲ γυλαιὰ μᾶς καλοσώρισε καὶ μοῦ ζήτησε τὸ διαμονητήριό μου.
Ἡ θάλασσα δὲν φαινότανε. Μόνο τὸ πάφλασμα τῶν κυμάτων καθὼς σκάγανε πάνω στὴν ἄμμο ἀκουγότανε. Δὲν ἦταν μακρυά. Ἕνας φυσικὸς λοφίσκος καὶ μερικὰ παληὰ οἰκήματα ποὺ βρίσκονταν στὴν ἄκρη τῆς μικρῆς αὐτῆς πολιτείας, τὴν κρύβανε.
Σταθήκαμε μία στιγμὴ γιὰ νὰ τραβήξω μία φωτογραφία καὶ νὰ καμαρώσω τὴν μεγαλόπρεπη μαρμαρένια πόρτα. Τοιχογραφίες γύρω-γύρω στοὺς τοἰχους τοῦ τρουλίσκου καὶ πάνω ἕνα μεγάλο καντήλι ποὺ ἔμοιζε μὲ φανάρι, φωτίζει τὶς εἰκονογραφίες καὶ δείχνει τὸν δρόμο στοὺς ἀργοπορημένους προσκυνητές. Ἀκριβῶς στὸ κέντρο τοῦ τρουλίσκου ἕνας μεγαλόπρεπος Παντοκράτορας εὐλογεῖ τὸν ἀνυποψίαστο ξένο. Πάνω ἐκεῖ ποὺ τελειώνει ἡ μεγάλη πόρτας, μία Πλατυτέρα σὲ μεγάλο μέγεθος, ὡραίας τέχνης, σὲ ὑποδέχεται καὶ σὲ κοιτάζει μὲ τὸ ἱλαρὸ καὶ γλυκό της βλέμμα.
Περάσαμε τὸ πρόπυλο καὶ μπήκαμε σὲ ἕναν φωτεινὸ διάδρομο. Στὴν ἀρχή του ἄνοιξε ἀπὸ κάπου ἕνα παραθυράκι καὶ μία φωνὴ μᾶς ῥώτησε.
-Ὁρίστε, τί θέλετε παρακαλῶ;
-Ἐπισκέπται, ἀπάντησα.
Μοῦ ξαναζήτησε καὶ ἐδῶ τὸ διαμονητήριο καὶ ἀφοῦ τὸ ἔριξε μία ματιά, μᾶς παρακάλεσε νὰ περάσουμε μέσα.
Ἀνεβήκαμε ἕνα-δύο σκαλοπάτια καὶ μπήκαμε ἀπὸ μία μικρὴ πορτούλα. Ἕως τὴν ὥρα αὐτὴ δὲν εἶχα δεῖ πουθενὰ σὲ ἄλλο Μοναστήρι μαγαζί. Ἔριξα μία ματιὰ γύρω μου. Σταυρουδάκια στὴν μικρὴ βιτρινούλα. Κομπολόγια κρεμασμένα. Γουδιὰ ξύλινα καὶ ὁλόκληρα σερβίτσια ἀπὸ ξύλο. Ὅλα θαῦμα λεπτότητας καὶ ὅλα φτιαγμένα μὲ τὸ χέρι καὶ τὴν ὑπομονὴ τοῦ καλόγερου, ποὺ κάθεται κλεισμένος στὸ μικρὸ ἐρημητήριό του πάνω ψηλὰ στὶς ἀπλησίαστες καὶ ἀφιλόξενες κορυφὲς τῶν Καρουλιῶν, τῆς Ἁγίας Ἄννης καὶ τῆς Σκήτης τῶν Καυσοκαλυβίων. Ὁ πορτάρης τελείωσε τὴν ἐξέταση τοῦ διαμονητηρίου καὶ ἐγὼ τοῦ θυρωρείου του, τοῦ μικροῦ ἐκείνου μαγαζιοῦ, ποὺ πουλοῦσε ἀπὸ κομπολόγια μέχρι τσιγάρα γιὰ τοὺς ἐργάτες. Βγήκαμε ξανὰ ἀπὸ τὴν στενὴ τζαμόπορτα καὶ προχωρήσαμε στὸ φωτεινὸ μέρος τοῦ διαδρόμου τῆς πόρτας. Τὸ περάσαμε καὶ μπήκαμε σὲ ἕνα σκοτεινὸ μικρὸ κομμάτι τῆς παληᾶς, ὅπως λένε πόρτας, γιὰ νὰ βγοῦμε σὲ ἕνα μεγάλο προαύλιο, ποὺ τὸ μέγεθός του χανότανε καὶ κρυβόταν ἀπὸ ἕνα πλῆθος μικρῶν ἐκκλησιῶν καὶ ἄλλων κτιρίων.
Ἡ αὐλὴ τοῦ Βατοπεδίου εἶναι κάτι παράξενο. Ἕνα σύνολο ἀπὸ αὐλὲς μικρές, γεμᾶτες ἡ κάθε μία τους ἀπὸ πολλὰ οἰκοδομήματα.
Μπροστὰ στὰ πόδια μας ἕνα στενόμακρο κομμάτι ἁπλωνόταν γιὰ τέρμα του. Εἶχε τὴν ἐκκλησία ποὺ πνιγμένη μέσα στὰ πολλὰ κτίρια, δὲν μποροῦσε νὰ ὑψώσει τοὺς τρούλους της ψηλότερα ἀπὸ ὅλα, γιὰ νὰ τοὺς φτάσει στὸν οὐρανό.
Τὸ ἔδαφος γύρω-γύρω, σὲ ἄλλα μέρη εἶναι ψηλότερο καὶ σὲ ἄλλα χαμηλότερο. Τὰ πολὺ ψηλὰ κελλιὰ τῶν καλογήρων, δὲν τὴν ἀφήνουν νὰ φανῆ καὶ νὰ δείξει τὸ ἐπιβλητικό της ἀνάστημα.
Κουρασμένοι καθὼς εἴμασταν ἀπὸ τὴν ὁλοήμερη πορεία μας, ἀνεβήκαμε μερικὰ σκαλοπάτια καὶ μπήκαμε σὲ ἕναν φωτεινὸ διάδρομο. Ἐκεῖ ἦταν τὸ ἀρχονταρίκι. Ὁ ἀρχοντάρης, ἕνας μεσόκοπος, ἔχει τὴν φήμη καὶ εἶναι ἀληθινὰ ὁ πιὸ εὐγενικὸς ἀρχοντάρης στὸ Ἅγιον Ὄρος. Πῶς κατάλαβε ὅτι εἴχαμε ἔρθει; Ἄγνωστο. Προτοῦ καλὰ-καλὰ φτάσουμε καὶ προτοῦ ἀκόμη ἀνεβοῦμε τὸ τελευταῖο σκαλί, μᾶς ὑποδέχτηκε εὐγενικὰ μὲ ἕνα καλοσυνάτο χαμόγελο.
-Καλῶς ἤλθατε. Σᾶς παρακαλῶ, περάστε. Ἅγιε Παντοκράτορος, τί γίνεσθε; Πῶς πᾶνε τὰ ζητήματα τοῦ Ἁγίου Ὄρους;
Πρόχειρα μᾶς κέρασε ἕνα τσίπουρο, ἕνα λουκούμι καὶ ἕναν καφέ, ἀπαραίτητα γιὰ ἕνα ἁγιορείτικο κέρασμα. Γνώριζε τὸν φίλο μου, γιὰ αὐτὸ ὁ πάγος ἔσπασε γρήγορα καὶ ἡ γνωριμία μας ξεπέρασε ἀκόμα καὶ τὰ ὅρια τῆς τυπικότητας καὶ τῆς εὐγένειας καὶ ἔμεινε θερμὴ καὶ ἐγκάρδια.
Πιάσαμε τὴν κουβέντα ὥσπου νὰ συνέλθουμε λίγο. Μᾶς μίλησε γιὰ τοὺς ξένους ποὺ καθημερινὰ ἔρχονται καὶ δέχονται τὶς περιποιήσεις του, ἔπειτα μᾶς μίλησε γιὰ τὴν ζωή του, ποὺ εἶναι μοιρασμένη ἀνάμεσα στὴν ὑποδοχὴ καὶ περιποίηση τῶν ξένων καὶ τὶς φροντίδες του στὸ ἀρχονταρίκι καὶ στὴν προσευχή.
Ὅταν ἡ συζήτηση ξεψύχησε, μᾶς πῆγε στὰ δωμάτιά μας, φωτεινά, μὲ ἕνα τραπεζάκι, μὲ ἕνα κρεβάτι, μία καρέκλα καὶ ἕναν καθρέφτη γιὰ μόνα στολίδια, ἔξω ἀπὸ τὶς προσωπογραφίες καὶ τὶς εἰκόνες ποὺ γέμιζαν τοὺς τοίχους.
Στὸ γύψινο ταβάνι ἦταν ζωγραφισμένα λουλούδια μὲ ἕναν κύκλο, κάτι σὰν ἥλιος μὲ ἀκτίνες καὶ προεκτάσεις. Τὸ πάτωμα στρωμένο μὲ μουσαμᾶ, ποὺ καθρεφτιζότανε πάνω στὸ ἄσπρο ταβάνι.
Βάλαμε πρόχειρα τὰ πράγματά μας σὲ μία γωνιὰ καὶ ῥίξαμε λίγο νερὸ στὸ πρόσωπό μας, γιὰ νὰ συνέλθουμε ἀπὸ τὴν κούραση καὶ νὰ ξεκουραστοῦμε ἀπὸ τὴν ταλαιπωρία τοῦ μεσημεριάτικου ἥλιου καὶ ἀπὸ τὴν μονοτονία τοῦ πράσινου, ποὺ βασιλεύει σὲ ὅλο τὸ μάκρος τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἕως τὴν πιὸ μικρὴ γωνιά του. Μονάχα ὁ πανύψηλος Ἄθωνας μὲ τὴν κωνοειδῆ κορυφή του καὶ τοὺς ὤμους του δεξιὰ καὶ ἀριστερά, σοῦ δίνει τὴν ποικιλία τῆς γυμνότητας καὶ ἀνακουφίζει τὸ μάτι στὸ μάκρος τῆς ἀποστάσεως.
Ὥσπου νὰ ἔρθει ἡ ὥρα γιὰ νὰ κατεβοῦμε στὴν ἐκκλησία, ξαπλώσαμε ὅπως εἴμαστε ντυμένοι στὰ κρεβάτια μας καὶ ὁ καθένας στὸ δωμάτιό του, ποὺ δὲν ἤτανε μακριὰ τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο. Ἔκλεισα τὰ μάτια καὶ παραδόθηκα στοὺς στοχασμοὺς καὶ τὴν ἀναπόληση. Στὸ μυαλό μου ξανάρθαν ὅλα τὰ παράξενα ποὺ ζοῦσα ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες. Ἡ θαυμάσια φύση, οἱ διαδρομές μου ἀνάμεσα στὸ πράσινο, ἔστησαν γύρω μου ἕναν τρελλὸ χορό. Μπερδεμένα ὅλα χωρὶς λογικὴ σειρὰ καὶ συνέπεια, πρόβαλαν ζωντανὰ στὰ κλειστά μου μάτια. Διάφορα κομμάτια, κουβέντες καὶ ἐντυπώσεις. Σὰν ἄνοιξα τὰ μάτια μου δὲν ἤμουνα βέβαιος ἂν κοιμήθηκα ἢ ὄχι. Καμπάνες ἀκούστηκαν καὶ μὲ ἀποτράβηξαν ἀπὸ τὶς ἀναπολήσεις μου, γυρίζοντάς με στὴν πραγματικότητα, μέσα σὲ τοῦτο τὸ ξένο καὶ ἄγνωστο καὶ φοβερὰ ἥσυχο περιβάλλον.
Πρὶν τελειώσω τὸ σιγύρισμά μου, ἡ πόρτα ἄνοιξε καὶ φάνηκε ὁ φίλος μου.
-Ἑτοιμάσου νὰ κατεβοῦμε στὴν ἐκκλησία.
-Ἕτοιμος, εἶπα.
Τὸν ἀκολούθησα καὶ πήγαμε στὸ σαλόνι. Ὁ ἀρχοντάρης πάντοτε πρόθυμος καὶ εὐγενικὸς μᾶς περίμενε, γιὰ νὰ μᾶς προσφέρει καφέ. Καθήσαμε στοὺς καναπέδες. Σὲ λίγο εἴχαμε ἀδειάσει τὰ φλιτζάνια μας καὶ ἡ δεύτερη καμπάνα δὲν εἶχε χτυπήσει γιὰ νὰ ἀρχίσει ὁ ἑσπερινός. Γιὰ αὐτὸ ὁ ἀρχοντάρης, γεμᾶτος φιλοφρόνηση μᾶς πρότεινε γιὰ νὰ περάσει ἡ ὥρα μας νὰ μᾶς δείξει τὸ ἀρχονταρίκι του.
Τὸν ἀκολουθήσαμε σὲ ἕναν φωτεινὸ διάδρομο μὲ πόρτες δεξιὰ καὶ ἀριστερά, ὅλο νούμερα, λὲς καὶ εἴμαστε σὲ ξενοδοχεῖο. Ἄνοιξε μία πόρτα καὶ μᾶς ἔμπασε μέσα. Ἕνα ὡραῖο δωμάτιο ἀρχοντικοῦ τύπου, λιτὸ στὴν διακόσμησή του, μὰ μὲ τὶς ἀπαραίτητες ἀνέσεις καὶ ὅλα περασμένα ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ θαυμάσιου ἀρχοντάρη. Τὸ περιεργαστήκαμε καὶ εἴπαμε ἕναν λόγο ἐπαινετικό, προχωρώντας στὸ δεύτερο στὴν σειρά. Ὅλα θαυμάσια. Ἄλλα βλέπανε στὴν αὐλὴ τοῦ Μοναστηριοῦ καὶ ἄλλα στὴν θάλασσα, ποὺ ἅπλωνε τὴν ὑγρὴ ἀπεραντοσύνη της κάτω ἀπὸ τὰ μπαλκόνια. Στὸ τέλος τοῦ διαδρόμου ἄνοιξε μία δίφυλλη πόρτα καὶ μᾶς πέρασε σὲ ἕνα θαυμάσιο σαλόνι. Στὰ ἀριστερά του ἄνοιξε μία ἄλλη πόρτα καὶ μᾶς ἔδειξε τὸ βασιλικὸ δωμάτιο. Ἕνα ὡραῖο ζεστὸ δωμάτιο μὲ λουλουδάτο μουσαμᾶ, ποὺ ἔβλεπε στὴν θάλασσα. Μᾶς ἔδειξε καὶ ἄλλα πολλὰ μὴ ξέροντας τὶ νὰ πρωτοθαυμάσουμε.
Ἡ καμπάνα, ἕνα ξύλινο χειροσήμαντρο αὐτὴ τὴν φορά, ποὺ χτυποῦσε παράξενα μὲ ἕναν μοναδικὸ ῥυθμό, μᾶς ἔκανε νὰ χάσουμε τὴν εὐκαιρία καὶ τὴν διάθεση γιὰ περισσότερο θαυμασμό.
Πήραμε τὸν ἴδιο δρόμο καὶ κατεβήκαμε τὶς σκάλες γιὰ τὴν ἐκκλησία.
Στὸ τέρμα ἄρχιζε ἡ ἀριστερὴ πλευρά. Τὴν ἀκολουθήσαμε δυτικά, θαυμάζοντας τὶς τοιχογραφίες τῆς στοᾶς. Παραστάσεις διάφορες καὶ ἐδῶ. Πρὶν μποῦμε ἀπὸ τὴν πλαϊνὴ πόρτα, στάθηκα μία στιγμὴ γιὰ νὰ κοιτάξω τὸ καμπαναριό, ποὺ εἶναι τὸ πιὸ ψηλὸ ὕστερα ἀπὸ τὸ καμπαναριὸ τοῦ Σεραγιοῦ, μὲ τὸν «Ἀράπη», ἕνα ῥολόϊ τοῦ τοίχου ποὺ ἔχει ἕναν ἀράπη ἀνδρείκελο νὰ χτυπάει τὶς ὥρες.
Στὶς δύο στῆλες τοῦ καμπαναριοῦ μοῦ ἔδειξε ὁ φίλος μου μία ἐπιγραφή.
-Ἄδικος κόπος, μοῦ εἶπε. Πρέπει νὰ ἀνεβοῦμε μία σκάλα, γιατὶ διαφορετικὰ δὲν διακρίνουμε τίποτα.
Μιὰ καὶ ἦταν ἄσκοπο, στρίψαμε πρὸς τὴν πλαϊνὴ πόρτα, ποὺ εἶχε γιὰ φύλακά της ἕνα μαρμάρινο λιοντάρι στὰ δεξιά της καὶ τραβώντας ἕνα βυσσινὶ παραπέτασμα μπήκαμε στὸ ἐσωτερικό. Ἕνα μεγαλόπρεπο θέαμα παρουσιάστηκε μπροστά μας. ἕνας ἀριστουργηματικὸς ναός, εὐρύχωρος, γεμᾶτος πλοῦτο καὶ ἀφιερωμένος στὸν Θεό.
Μὲ μία γρήγορη ματιά, εἴδαμε ὅ,τι εἶναι δυνατὸ κανένας νὰ κρατήσει μονάχα γιὰ μία στιγμή, ἀπὸ ἕνα πλῆθος θαυμαστῶν καὶ ὡραίων.
Προχωρήσαμε καὶ πήραμε θέση σὲ δύο στασίδια, γιὰ νὰ παρακολουθήσουμε τὸν ἑσπερινὸ καὶ νὰ κοιτάξουμε τὸ κάθε τί, ποὺ θὰ ἔπεφτε στὸ ὀπτικό μας πεδίο.
Τὸ δάπεδο ποὺ πατούσαμε ἦταν στρωμένο μὲ πολύχρωμα μάρμαρα. Κάτω ἀπὸ τὸν μεγάλο πολυέλαιο ποὺ κρεμότανε ἀπὸ τὴν κορυφὴ τοῦ κεντρικοῦ μεγάλου τρούλου, ἕνας κύκλος, κάτι σὰν ἥλιος μὲ ἀκτίνες πολύχρωμες, σκορπίζονταν σὲ ὅλες τὶς κατευθύνσεις. Θαυμάσιο, ἐκστατικὸ θέαμα. Λίγο μπροστά μας, δεξιὰ καὶ ἀριστερά, σὰν ἀπομακρυνθῆς ἀπὸ τὸν Νάρθηκα, δύο θρόνοι ἐπιχρυσωμένοι καὶ ἄδειοι τώρα, ἀφοῦ τὸ Μοναστήρι δὲν ἔχει ἡγούμενο, μὰ εἶναι Ἰδιόῤῥυθμο. Στὸν ἀριστερό, καὶ μπροστὰ ἀκριβῶς στὰ πόδια του, λίγο πρὸς τὰ δεξιά μας, μία ἑπτάφωτη λυχνία σὲ μικρότερο μέγεθος ἀπὸ αὐτὴν ποὺ εἶδαμε στὸ Μοναστήρι τῶν Ἰβήρων, μὰ πιὸ ἐξαίρετης τέχνης.
Οἱ τοιχογραφίες, τὸ τέμπλο, ὅλα θαυμάσια.
Ἀποῤῥοφημένος ἀπὸ τὴν παρατήρηση, μὲ βρῆκε τὸ τέλος τοῦ ἑσπερινοῦ. Σὰν ὁ παπᾶς τελείωσε, ὁ φίλος μου μὲ πῆγε στὸ ἐσωτερικό, γιὰ νὰ θαυμάσουμε καὶ νὰ προσκυνήσουμε τὰ ἅγια λείψανα.
Περάσαμε τὴν ἀριστερὴ Πύλη καὶ θαμπώθηκα.
Ἂν ὁ κυρίως ναὸς εἶναι μεγαλόπρεπος, τὸ ἱερὸ εἶναι ἀπερίγραπτο σὲ ὡραιότητα, πλοῦτο καὶ μεγαλοπρέπεια. Ἡ Ἁγία Τράπεζα ἀπὸ μάρμαρο, τὸ δάπεδο καὶ αὐτὸ μαρμάρινο, εἰκόνες τέχνης γύρω-γύρω, τοποθετημένες σὰν σὲ πινακοθήκη.
Ἕνας νέος στὴν ἡλικία παπᾶς, ἄνοιξε ἕνα σεντούκι μὲ τὰ ἅγια λείψανα. Τὰ προσκυνήσαμε μὲ εὐλάβεια καὶ ἀπολαύσαμε τὴν ἐξαίρετη καὶ οὐράνια εὐωδία τους.
Ὁ παπᾶς μᾶς ἐξηγοῦσε τὸ κάθε τί, μὰ ποῦ νὰ θυμηθῆ κανεὶς ὅλα τὰ ὀνόματα. Ἔπειτα, ἀνοίγοντας ἕνα ἄλλο πολύτιμο κουτί, μᾶς κάλεσε νὰ προσκυνήσουμε τὴν Ἁγία Ζώνη τῆς Θεοτόκου. Μὲ πόσο δέος τὴν ἀσπάστηκα.
Βρισκόταν πρῶτα στὸ Μοναστήρι τῶν Βλαχερνῶν στὴν Κωνσταντινούπολη, καὶ λίγο ἀργότερα στὴν Ἁγία Σοφία. Στὸν ΙΔ΄ αἰῶνα ὁ ἡγεμόνας τῆς Σερβίας Λάζαρος τὴν χάρισε στὸ Βατοπέδι, ὅπου βρίσκεται καὶ σήμερα.
Ὅση ὥρα τὴν θαύμαζα ἄνοιξε ἕνα ἄλλο κουτί.
-Εἶναι τὰ περίφημα «Νινιὰ» τῆς Θεοδώρας, μᾶς εἶπε.
Γιὰ αὐτὸ ἀναφέρει ἡ παράδοση, ὅτι τὰ φύλαγε κρυφὰ ἀπὸ τὸν εἰκονομάχο αὐτοκράτορα Θεόφιλο ἡ αὐτοκράτειρα Θεοδώρα καὶ τὰ προσκυνοῦσε σὲ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς βασιλείας του. Ὕστερα ἀπὸ τὸν θάνατό του, τὰ φύλαξε σὰν κειμήλια καὶ σὰν ἐνθύμια τῆς ταραγμένης ἐκείνης ἐποχῆς. Ἔτσι σώθηκαν. Ἡ Ἄννα ἡ Παλαιολογίνα τὰ χάρισε στὸ Μοναστήρι.
Μοῦ ἔδειξαν καὶ ἄλλες ἀρχαῖες εἰκόνες, καθὼς καὶ ἕναν σταυρὸ ὁλόχρυσο μὲ Τίμιο Ξύλο καὶ τόσα ἄλλα ἀκόμα, πολύτιμα καὶ ἱερά.
Ὁ παπᾶς, μάζεψε τὰ κιβώτια καὶ τὰ κλείδωσε πάλι στὸ σιδερένιο μπαοῦλο, ἀφοῦ γιὰ μία ἀκόμη φορὰ προσκυνήσαμε.
Ἕτοιμαστήκαμε νὰ φύγουμε ὅταν μᾶς σταμάτησε ἡ φωνή του.
-Περιμένετε λίγο, γιὰ νὰ σᾶς δείξω κάτι μοναδικὸ στὸ Ἅγιον Ὄρος.
Κοντοσταθήκαμε κοντὰ στὸ τέμπλο. Γύρω-γύρω τοιχογραφίες. Ψηλάφησα τὸ τέμπλο. Πῆγα κοντὰ στὶς τοιχογραφίες γιὰ νὰ ἀνακαλύψω τὸ μυστικὸ τῆς δύναμής τους, ποὺ σὲ τραβοῦν καὶ δὲν σὲ ἀφήνουν νὰ ξεκολλήσεις τὸ μάτι σου ἀπὸ πάνω τους.
Μὰ δὲν ἀνακάλυψα τίποτα.
Ὁ παπᾶς ἦρθε καὶ μᾶς πῆγε κάτω ἀπὸ τὸ δεξιὸ κιονόκρανο. Σήκωσε τὸ χέρι του καὶ μᾶς ἔδειξε τὴν εἰκόνα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου. Πραγματικά, ἦταν κάτι τὸ μοναδικό. Ἔπειτα, μᾶς πῆγε στὴν Λιτὴ καὶ μᾶς ἔδειξε τὴν «Δέηση». Ὅλα ἀπὸ μωσαϊκό. Λίγο ἀριστερὰ καὶ πάνω ἀπὸ τὴν πόρτα τοῦ παρεκκλησίου, μᾶς ἔδειξε τὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ἐπίσης ἀπὸ μωσαϊκό. Ὅλα ἔργα τέχνης θαυμάσιας καὶ μοναδικὰ στὸ εἶδός τους.
Περάσαμε τὴν πόρτα τοῦ Νάρθηκα καὶ μαγεμένοι ἀπὸ ὅ,τι εἰδαμε, βγήκαμε καὶ πάλι ἀπὸ τὴν πλαϊνὴ πόρτα καὶ ἀνεβήκαμε τὶς ἴδιες σκάλες.
Στὴν δεύτερη σκάλα στρίψαμε ἀριστερά, ἀνεβήκαμε ἄλλες σκάλες καὶ φτάσαμε στὴν Βιβλιοθήκη. Ἐκεῖ σταματήσαμε, ἀφοῦ περιμέναμε γιὰ λίγο τὸν βιβλιοθηκάριο. Σὲ λίγο ἀκούστηκαν βήματα βαριά, καὶ ἀπὸ πέρα φάνηκε ἕνας ἀρκετὰ ἡλικιωμένος μοναχός. Μᾶς χαιρέτησε καὶ ὕστερα τράβηξε ἀπὸ τὶς τσέπες ἕναν ἁρμαθὸ ἀπὸ κλειδιά. Ξεχώρισε ἕνα καὶ ἀφοῦ ἄνοιξε τὴν μία κλειδαριά, ἄνοιξε τὴν δεύτερη. Ἔσπρωξε τὰ βαρειὰ πορτόφυλλα καὶ μᾶς κάλεσε νὰ περάσουμε. Ἀνεβήκαμε ἔτσι μερικὰ σκαλιά, καὶ σταθήκαμε σὲ μία ἄλλη κλειδωμένη πόρτα. Ὁ βιβλιοθηκάριος πέρασε πρῶτος καὶ τὴν ἄνοιξε καὶ αὐτήν. Ἀκολουθήσαμε τὸ ἀνέβασμα τῶν σκαλοπατιῶν ποὺ γύριχαν ἕνα κύκλο ἀνάμεσα ἀπὸ χοντροὺς τοίχους καὶ τέλος σὲ ἕνα ἄνοιγμα ἀντικρύσαμε τὴν Βιβλιοθήκη.
Μᾶς ἔδειξε πρῶτο τὸ χειρόγραφο τῆς Γεωγραφίας τοῦ Κλαυδίου Πτολεμαίου. Στὴν βιτρίνα αὐτὴ ὑπάρχουν καὶ ἄλλα χειρόγραφα στολισμένα μὲ μινιατοῦρες στὸ ἐσωτερικό τους. Μινιατοῦρες, εἰκόνες χρυσοφτιαγμένες, ἀρχικὰ γράμματα, ὅλα σοῦ δίνουν τὴν εἰκόνα τοῦ ἀληθινοῦ κομψοτεχνήματος.
Ἕνας κόσμος θαυμάσιος, ποὺ σὲ φέρνει σὲ ἄλλους μακρινοὺς κόσμους καὶ σοῦ δημιουργεῖ τὸν πόθο νὰ μὴν τὸν ἐγκαταλείψεις καὶ νὰ μὴν φύγεις ποτὲ μακριά σου. Τὰ κοίταζα ὅλα ἀρχόταγα. Τὶ θαυμαστὸς κόσμος. Ἄγνωστος ἀπὸ πολλούς, σκεπτόμουνα. Μέσα ἐδῶ μπορεῖς νὰ ξεχάσεις τὸ σημερινό, νὰ φύγεις χίλια καὶ παραπάνω χρόνια γυρίζοντας πίσω καὶ νὰ ζήσεις σὰν ἄνθρωπος τῆς ἐποχῆς τοῦ μεσαίωνα, μὲ τὶς πολλὲς δεισιδαιμονίες του καὶ τὸ ζωντανὸ θρησκευτικὸ συναίσθημα. Ἀνάμεσα στὸν κόσμο αὐτὸ τῶν βιβλίων, μπορεῖς νὰ δημιουργήσεις γιὰ τὸν ἑαυτό σου ψευδαισθήσεις, παραλογισμούς, μπορεῖς νὰ νιώσεις τὰ βιβλία σὰν ὑπάρξεις ζωντανὲς ποὺ μιλᾶνε καὶ κινιοῦνται, νὰ τὰ ἀγαπήσεις καὶ νὰ ζήσεις εὐτυχισμένος μέσα σὲ αὐτὸν τὸν παραλογισμό, σὰν τοὺς Αἰγυπτιολόγους, ποὺ ἐρωτεύονται τὶς νεκρὲς μούμιες βασιλιάδων καὶ βασιλισσῶν ποὺ ἔζησαν χιλιάδες χρόνια πρίν. Καὶ ἡ ἀγάπη αὐτὴ ἔχει κάποιο στοιχεῖο παράξενο καὶ παρήγορο. Τὸ στοιχεῖο τῆς σιγουριᾶς καὶ τῆς νομιμότητος. Σὰν ἀγαπᾶς τὰ λείψανα ἐτοῦτα τῆς ἀρχαίας λαμπρῆς ζωῆς, δὲν διατρέχεις τὸν κίνδυνο νὰ ἀπογοητευθῆς, νὰ πονέσεις ἀπὸ τὴν μικρότητα ποὺ εἶναι συνηθισμένη σὲ ὅλες τὶς ἀγάπες τῆς ζωῆς. Εἶναι ἀφύσικη καὶ ὅμως παθιασμένη καὶ σίγουρη ἀγάπη καὶ τὴν παθαίνουν ὅλοι οἱ βιβλιοθηκάριοι τοῦ κόσμου, μὰ εἶναι ἁγνή, χωρὶς κανένα στοιχεῖο ἁμαρτωλότητας καὶ γιὰ αὐτὸ πιὸ δυνατή. Ζήλεψα τὸν ψαρογένη καλόγερο, ποὺ μέσα στὴν τσέπη του φύλαγε ἕναν μεγάλο θησαυρό, καὶ τὸν εἶχε πάντα στὴν διάθεσή του.
Μᾶς πέρασε στὰ δεξιά, καὶ μᾶς ἔδειχνε μία-μία τὶς θαυμάσιες, τακτοποιημένες βιβλιοθῆκες μὲ τὰ ὐπέροχα χειρόγραφα.
Στὴν γωνιὰ τοῦ δεξιοῦ τοίχου, μία βιβλιοθήκη μὲ χοντρὰ χειρόγραφα. Λένε, ὅτι ὁλόκληρη εἶναι γεμάτη μὲ χειρόγραφα τοῦ Αὐτοκράτορα Ἰωάννη Κατακουζηνοῦ. Αὐτὸς ἀργότερα ἔγινε καλόγερος καὶ ὀνομάστηκε Ἰωάσαφ. Χειρόγραφα, ἔντυπα, βρίσκονται σὲ ὁλόκληρη τὴν βιβλιοθήκη καὶ ὅλα στολισμένα μὲ μινιατοῦρες. Χρυσόβουλλα αὐτοκρατορικά, Σιγίλια πατριαρχικά, ἕνα πλῆθος ἀπὸ θαυμάσια πραγματικὰ στολίδια, τούρκικα φιρμάνια, καὶ τόσα ἄλλα βρίσκονται στὴν Βιβλιοθήκη τοῦ Βατοπεδίου.
Σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ χειρόγραφα ποὺ μοῦ δείξανε, εἶδα μία μινιατοῦρα ποὺ εἰκονίζει τὸν αὐτοκράτορα Ἰωάννη Κατακουζηνό, αὐτὸν ποὺ ἔγινε καλόγερος στὸ Μοναστήρι τοῦ Βατοπεδίου. Κοίταξα στὸ τέλος τοῦ χειρογράφου καὶ εἶδα τὴν πολύπλοκη ὑπογραφή του στολισμένη μὲ χρυσάφι.
Εἶδα πολλὰ ἀκόμα καὶ στὸ τέλος ἔκανα σύγκριση μὲ τὴν βιβλιοθήκη τῶν Ἰβήρων.
Δὲν μπορεῖ νὰ φτάσει τὸν πλοῦτο τῆς Βιβλιοθήκης τοῦ Βατοπεδίου. Ἂν καὶ περιέχει πληθώρα ἀρχετύπων τῆς Ἰβήρων, ἡ τακτοποίησή της ὑστεροῦσε πολύ. Ὁ βιβλιοθηκάριος τοῦ Βατοπεδίου, εἶναι μία ζωντανὴ ἀντίθεση. Μιλοῦσε γιὰ παραδόσεις μὲ ἕναν χαρακτηριστικὸ παλμό. Στὸ Ἰβήρων, ὁ βιβλιοθηκάριος μιλοῦσε γιὰ φιλοσοφία καὶ γιὰ τὴν ἀπόκτηση τῆς πραγματικῆς φιλοσοφίας, δίνοντας δευτερεύουσα σημασία στὸν πλοῦτο τῆς βιβλιοθήκης καὶ στὴν φήμη τοῦ Μοναστηριοῦ του.
Στὸ τέλος, ὁ βιβλιοθηκάριος μᾶς φύλαξε μία ἔκπληξη. Σὲ ἕνα παράξενο κουβούκλιο ἔχωσε ἕνα κλειδὶ καὶ μὲ μία ἐπιδέξια κίνηση παρουσίασε στὰ μάτια μας ἕνα καταπληκτικὸ ποτήρι, ποὺ ἔμοιαζε σὰν τὸν ἔναστρο οὐρανὸ στὴν σκοτεινὴ νύκτα. Πλησιάσαμε κοντά. Μείναμε ἄφωνοι κοιτάζοντάς του καλύτερα. Εἶναι τὸ πιὸ πολύτιμο ἔργο τέχνης καὶ ἀξίας. Δὲν εἶναι μονάχα ἡ τέχνη, μὰ ἔχει καὶ πραγματικὴ ἀξία, γιατὶ εἶναι καμωμένο καθὼς μᾶς εἶπε, ἀπὸ χημικὴ σύνθεση πολύτιμων λίθων. Μοὖπε πὼς τὸ ὀνομάζουν «Ἴασπι» καὶ ὅτι ἦταν τοῦ Μανουὴλ τοῦ Παλαιολόγου. Τὸ ποτήρι τὸ κρατᾶνε δύο ὁλόχρυσα φίδια στηριγμένα σὲ βάση χρυσή, μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Μανουὴλ Παλαιολόγου χαραγμένο ὁλοτρόγυρα. Τὸ χρησιμοποιοῦσε γιὰ καθημερινὴ χρήση καὶ τὸ ἔφτιαξε γιὰ νὰ παίρνει θαυμάσιο χρῶμα τὸ κρασί. Λιωμένα πετράδια διακρίνονται στὸ βάθος του. Στὶς τέσσερις πλευρές του ἔχει τὸ μονόγραμμα τοῦ Δεσπότη τοῦ Μυστρᾶ, σὰν ἀδιάψευστο στοιχεῖο τῆς γνησιότητός του. Ὁ ἴδιος τὸ χάρισε στὸ Μοναστήρι τοῦ Βατοπεδίου.
Ἡ ὥρα περνοῦσε. Ὁ βιβλιοθηκάριος φαινόταν κουρασμένος. Σὰν τὸ κλείδωσε καὶ πάλι, μᾶς εἶπε ὅτι ἡ ἀξία του εἶναι ἀνεκτίμητη. Οὔτε ὁλόκληρος ὁ προϋπολογισμὸς ἑνὸς κράτους δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἀντισταθμήσει τὴν ἀξία του. Φτάσαμε στὴν πόρτα καὶ περάσαμε πρῶτοι. Πέρασε καὶ αὐτὸς καὶ κλείνοντας πίσω του τὴν πόρτα, ἀκούστηκε ἕνας ἦχος καμπάνας. Περίεργος, κοίταξα γύρω μου. Πουθενὰ καμπάνα.
-Εἶναι ἡ καμπάνα τῆς κλειδαριάς, μᾶς ἐξήγησε. Τὴν ἔφτιαξε ἕνας καλόγερος κλειδαρᾶς, γιὰ νὰ ἐμποδίσει τὴν διάῤῥηξη. Ἔτσι, ἂν κανεὶς ἐπιχειρήσει νὰ ἀνοίξει τὴν πόρτα μὲ ἀντικλείδι, ἀμέσως ἡ καμπάνα χτυπάει καὶ εἰδοποιοῦνται οἱ μοναχοί. Βλέπετε, ἐδῶ κρύβονται τόσοι θησαυροί.
Συμφώνησα μαζί του. Ὁ κόσμος ὅλος πρέπει νὰ χρωστάει εὐγνωμοσύνη στοὺς ἀφανεῖς αὐτοὺς ἥρωες, ποὺ ἀρνήθηκαν τὸν κόσμο, γιὰ νὰ ζήσουν μία ζωὴ ἀνώτερη καὶ νὰ διαφυλάξουν τὶς παραδόσεις, τὰ μνημεῖα ποὺ ἄφησε ἡ ἀρχαιότητα ἀνάμεσα στοὺς αἰῶνες ποὺ πέρασαν καὶ τὰ ἀμέτρητα κειμήλια τῶν Μοναστηριῶν.
Συζητώντας, κατεβήκαμε τὶς σκάλες καὶ ἀφοῦ κλείδωσε καὶ τὴν ἄλλη σιδερένια πόρτα, στρίψαμε δεξιά, καὶ σὰν κατεβήκαμε δύο σκαλοπάτια, βαδίσαμε σὲ ἕναν ἀρκετὰ εὐρύχωρο διάδρομο στρωμένο μὲ χαλιὰ ποὺ ἔπνιγαν τὰ βήματά μας. Στὸ ἀριστερό του μᾶς ἔδειξε τὴν Τράπεζα, ποὺ χρησιμοποιοῦν μόνο στὶς πανηγύρεις καὶ σὲ ἐπισκέψεις μεγάλων προσωπικοτήτων. Δὲν εἶχε τὰ κλειδιά, γιὰ αὐτὸ κοιτάξαμε μέσα ἀπὸ τὸ τζάμι, μὰ δὲν μπόρεσα νὰ διακρίνω οὔτε τὸ σχῆμά της οὔτε τίποτε ἄλλο χαρακτηριστικό.
-Εἶναι ἡ πιὸ ὡραία Τράπεζα, μοῦ εἶπε ὁ πατὴρ Εὐθύμιος. Εἶναι φτιαγμένη σὲ σχῆμα Π. Γενικὰ ὅμως, ὅπως ἔχεις διαπιστώσει καὶ ὁ ἴδιος, τὸ Βατοπέδι εἶναι τὸ πιὸ πλούσιο Μοναστήρι μὲ τὸ πιὸ θαυμάσιο ἀρχονταρίκι. Ἐδῶ εἶναι τὸ Συνοδικό, δηλαδὴ τὰ Γραφεῖα. συνεδριάζουν οἱ Προϊστάμενοι καὶ παίρνουν τὶς διάφορες ἀποφάσεις ποὺ ἀφοροῦν τὸ Μοναστήρι. Εἶναι καὶ αὐτὸ πνιγμένο στὴν πολυτέλεια, καθὼς θὰ δῆς.
Εἶχε δίκιο. Τὸ δείχνανε τὰ χαλιὰ ποὺ ἦταν στρωμένα κάτω καὶ οἱ μεγάλες δίφυλλες πόρτες. Προχωρήσαμε στὸ βάθος καὶ μᾶς ἔδειξαν τὸ σαλόνι τοῦ Συνοδικοῦ, ποὺ οἱ καλόγεροι παίρνουν τὸν καφέ τους ὅλοι μαζὶ κάθε Κυριακὴ καὶ τὶς μεγάλες ἑορτές. Εἶναι ἕνα εὐρύχωρο δωμάτιο μὲ ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ θαυμάσια χαλιὰ τοῦ κόσμου, ποὺ φέρνει τὰ ἀρχικὰ γράμματα τῆς Μονῆς, Ι.Μ.Β.
Ὁ διάδρομος αὐτὸς ἦταν ἀρκετὰ μεγάλος καὶ μὲ αὐτὸν στρωνότανε ὁλόκληρος ὁ δρόμος ἀπὸ τὴν θάλασσα μέχρι τὴν πόρτα τοῦ Μοναστηριοῦ. Στρώθηκε γιὰ μία μονάχα φορά, σὰν ἐπισκέφτηκε τὸ Μοναστήρι ὁ Πρωθυπουργὸς Ἐλευθέριος Βενιζέλος. Τὸν εἶχαν ἑτοιμάσει γιὰ νὰ πατήσει ὁ Βασιλιᾶς Κωνσταντῖνος. Στερνὰ ὁ τάπητας αὐτὸς κομματιάστηκε καὶ στρώθηκε σὲ διάφορα σαλόνια. Τὸ μεγαλύτερο κομμάτι βρίσκεται στὸ Συνοδικό. Εἶναι ἕνα πολύχρωμο χαλί, μὲ κυρίαρχο χρῶμα τὸ θαλασσί. Στὸ κέντρο καὶ σὲ ὁρισμένες ἀποστάσεις βρίσκεται ἀπὸ ἕνας δικέφαλος ἀετός, μὲ τὰ ἀρχικὰ τοῦ Μοναστηριοῦ.
Πολυέλαιοι καὶ ἐδῶ κρέμονται ἀπὸ τὴν ὀροφὴ ποὺ εἶναι στολισμένη μὲ λουλούδια.
Ἀπὸ τὸ μεγάλο ἐτοῦτο σαλόνι, μὰς πῆγε ὁ βιβλιοθηκάριος σὲ ἕνα πιὸ μικρό, ποὺ βλέπει στὴν θάλασσα. Βγήκαμε στὸ μπαλκόνι καὶ καθήσαμε. Μᾶς πρόσφεραν καφέ. Βιαστικὰ τὸν ἤπιαμε, γιατὶ περνοῦσε ἡ ὥρα καὶ εἴχαμε πάρει τὴν ἀπόφαση νὰ βρεθοῦμε ἐκείνη τὴν ὥρα στὸ Μοναστήρι τοῦ Παντοκράτορος. Τοὺς εὐχαριστήσαμε λοιπόν, μὲ μία ἐγκάρδια χειραψία καὶ κατεβήκαμε μὲ βιαστικὰ βήματα τὶς σκάλες.
-Ἂς βιαστοῦμε, εἶπε ὁ φίλος μου, γιατὶ ἡ ὥρα πέρασε καὶ ὁ ἥλιος δὲν θὰ ἀργήσει νὰ βασιλέψει.
Σύντομα βρεθήκαμε στὴν πόρτα. Ὁ Ἠλίας περίμενε. Καβαλλικέψαμε τὰ ζῶα καὶ πήραμε τὸν δρόμο τῶν Καρυῶν.
***
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου