Κεφάλαιον Ζ΄. Ἡ ἐγκατάλειψη τῆς Σκήτης τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου.
Πήραμε τὸν δρόμο γιὰ τὶς Καρυές, ἀνηφορίζοντας στὴν πλαγιά. Χαμηλοὶ θάμνοι καὶ πράσινο παντοῦ. Ἔπειτα ἴσωμα καὶ ὕστερα μία κατηφόρα στρωμένη ἀπὸ πέτρες. Ὁ δρόμος αὐτὸς σὲ φέρνει στοῦ Παντοκράτορα.
Θὰ ξαναπᾶμε στὸ Μοναστήρι, ἀφοῦ πρῶτα πᾶμε στὸ Βατοπέδι. Τώρα ἀνηφορίζαμε καὶ πάλι γιὰ τὸ Μπουραζέρι, χωρὶς νὰ λέμε κουβέντα. Τὸ περάσαμε καὶ προχωρήσαμε σιωπηλοὶ πάντα στὴν Ῥωσσικὴ Σκήτη τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου. Ἐκεῖ σταματήσαμε. Κατεβήκαμε ἀπὸ τὰ ζῶα καὶ περάσαμε μία σιδερένια πόρτα. Ἕνα πλῆθος ἀπὸ μικρὰ καλογεράκια μᾶς ὑποδεχτήκανε μὲ περιέργεια. Ἦταν οἱ μαθηταὶ τῆς Ἀθωνιάδος Σχολῆς. χαιρετήσαμε μερικοὺς μαθητὲς τοῦ Μοναστηριοῦ τοῦ Παντοκράτορος. Τράβηξα μερικὲς φωτογραφίες καὶ περάσαμε τὴν δεύτερη σιδερένια πόρτα. Βρεθήκαμε σὲ μία μεγάλη αὐλὴ μὲ ἀντίκρυ μας τὸν περίφημο ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου. Εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ καυχιοῦνται ὅτι εἶναι ὁ πρῶτος σὲ μέγεθος καὶ μεγαλοπρέπεια ναὸς τῆς Βαλκανικῆς. Ἔτσι λένε. Μεγάλοι τροῦλοι ὑψώνονταν καὶ δίπλα του ἕνα πολὺ ψηλὸ καμπαναριό.
Ζητήσαμε τὸν ἡγούμενο, μὰ ἀντὶ γιὰ αὐτόν, ἕνας Ἕλληνας καλόγερος μᾶς ἄνοιξε τὴν ἐκκλησία καὶ μᾶς ἔμπασε μέσα. Θαύμασα τὸ ἐσωτερικό του. Ἕνα θαυμάσιο ἐπιχρυσωμένο τέμπλο μπροστά μας καὶ πανάκριβοι πολυέλαιοι παντοῦ. Ἕνας λαμπρὸς ναὸς στὸ σύνολό του, μὰ ποὺ ἔχει ἐγκαταλειφθῆ μιὰ καὶ δὲν ὑπάρχουν Ῥωσσοι μοναχοὶ νὰ τὸν διατηρήσουν.
Τὰ σημάδια τὴς ἐρημώσεως καὶ τῆς ἐγκαταλείψεως φαίνονται στοὺς τοίχους. Ὁλόκληρη ἡ ἐκκλησία μύριζε κλεισούρα. Πόσο καιρὸ εἶχε νὰ ἀνοιχτῆ;
Ἔφυγα μὲ τὴν καρδιὰ σφιγμένη γιὰ τούτη τὴν ἐγκατάλειψη καὶ τὴν καταστροφή. Βγαίνοντας στὴν πόρτα, ἀντίκρυσα τὴν καμένη πλευρὰ ἀπὸ τὴν φωτιὰ ποὺ ἔπιασε τὰ τελευταῖα χρόνια στὸ Σεράϊ.
Θέαμα συγκλονιστικό. Ἐρήμωση καὶ καταστροφὴ ἑνὸς παρελθόντος μεγαλόπρεπου καὶ λαμπροῦ ποὺ ἔφυγε πιά. Αὐτὴ ἦταν ἡ ἐντύπωση ποὺ μοῦ ἄφησε.
Οἱ λιγοστοὶ μοναχοὶ τοῦ Σεραγιοῦ, καθὼς μοῦ εἶπαν, δὲν εἶναι περισσότεροι ἀπὸ πέντε. Κατοικοῦνε σὲ μία πλευρά του καὶ αὐτὴ ἡ πτέρυγα διατηρεῖται. Ἡ ἐκκλησία ὅπως μοῦ εἶπαν ἄρχισε νὰ χτίζεται στὰ 1867, τότε ποὺ ἕνας Ῥῶσσος Δούκας ἔβαλε τὸν θεμέλιο λίθο. Ἔχει μάκρος 60 μέτρα καὶ πλάτος 33. Τὸ καμπαναριὸ ἔχει ὕψος 37 μέτρα καὶ ἔχει τὶς πιὸ πολλὲς καμπάνες τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Στὶς τέσσερις πλευρές του ἔχει καὶ ἀπὸ ἕνα ῥολόϊ μὲ κοινὸ σύστημα λειτουργίας. Ἕνας Ῥῶσσος καλόγερος ἔχει τὴν ἐπίβλεψή τους.
Ἀπέναντι ἀπὸ τὴν πόρτα τῆς ἐκκλησίας, βρίσκεται ὁ μικρὸς ναὸς τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου, ποὺ τὸν ἔχτισε ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Σεραφείμ, καταστραμμένος τώρα ἀπὸ τὴν πυρκαγιὰ τοῦ 1958. Οἱ τοιχογραφίες του ποὺ λίγες σώζονται, ἀνήκουν στὸ 1766.
Γύρω καὶ σὲ ὅλο τὸ μάκρος τῶν κτιρίων τῆς Σκήτης, τροῦλοι ὑψώνονται σὲ κάθε γωνιὰ καὶ παρεκκλήσια, γιὰ τὴν καθημερινὴ χρήση τῶν Ῥώσσων καλογήρων.
Βγήκαμε ἀπὸ τὴν Σκήτη, ἀφοῦ χαιρετίσαμε τοὺς μαθητὲς τοῦ Μοναστηριοῦ τοῦ Παντοκράτορος καὶ ξεκινήσαμε πάνω στὰ ζῶα.
***
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου