Κεφάλαιον ΙΔ΄. Ἕξι ὧρες ὁδοιπορία πρὸς τὴν Λαύρα.
Κατηφορίσαμε γιὰ νὰ πάρουμε τὸν δρόμο τῆς Λαύρας.
-Ὁ δρόμος εἶναι μακρύς, εἶπε ὁ φίλος μου. Θὰ πρέπει σήμερα νὰ ὁπλισθῆς μὲ ὑπομονὴ καὶ μὲ θάῤῥος.
-Πόσες ὧρες θὰ κάνουμε;
-Γύρω στὶς ἑπτά.
-Τόσο μακρυά;
-Ναί.
-Δὲν ὑπάχει ἄλλο Μοναστήρι;
-Ὄχι, μονάχα Κελλιὰ καὶ ἀρσανάδες θὰ συναντήσουμε.
-Σὰν πεινάσουμε θὰ βροῦμε νὰ φᾶμε κάτι καὶ νὰ ξεκουραστοῦμε;
-Ναί. Πάντα ὑπάρχει φιλοξενία ὅπου καὶ ἂν πᾶς.
-Τότε, ἂς τὸ πάρω ἀπόφαση πὼς σήμερα θὰ κουραστῶ.
-Ὄχι ἴσως καὶ πολύ.
Μὲ τὴν κουβέντα κατηφορίσαμε πρὸς τὴν θάλασσα. Ἡ ἡμέρα εἶχε χαράξει καὶ ὁ ἥλιος δὲν θὰ ἀργοῦσε νὰ φανῆ. Δίπλα ἀπὸ τὸν παληὸ πύργο, τὸν ἔρημο πιά, μὲ τὶς μισογκρεμισμένες πολεμίστρες, ξαναπεράσαμε γιὰ τελευταία φορά.
Πήραμε τὸν δρόμο γιὰ τὴν Λαύρα ἀνάμεσα ἀπὸ ἐληὲς καὶ γυμνὸ τοπίο. Καλντερίμι στρωμένο μὲ μεγάλα λιθάρια καὶ μὲ τὰ πέταλα τῶν μουλαριῶν νὰ σὲ ξεκουφαίνουν. Ἀριστερὰ ἔρημος ὁ τόπος, ξερός, μὲ μικροὺς θάμνους καὶ γυμνὲς γρανιτένιες πέτρες κομμένες κατακόρυφα. Τί νὰ δῆς γιὰ νὰ καμαρώσεις; Ἡ θάλασσα ἁπλώνοταν γαλάζια δίπλα μας καὶ πέρα στὰ μάκρη της ἐκεὶ ποὺ ῥόδιζε ἡ ἀνατολή, μία μικρὴ κουκίδα κουνιότανε ἀόριστα σὲ μία κατεύθυνση. Πέρα λίγο πιὸ μακρυὰ ἀριστερά μας, ἡ καλλίγραμμη σιλουέτα ἑνὸς νησιοῦ ἔσπαγε τὴν μονοτονία τῆς θάλασσας καὶ σκορποῦσε ὁλόγυρα μία παρήγορη ἐλπίδα ζωῆς. Ἀκύμαντη καὶ παράξενα γαληνεμένη, φιλοῦσε τὰ ἀκρογιάλια γιὰ νὰ γλυκάνει τὶς πληγές τους ποὺ ἡ ἴδια εἶχε ἀνοίξει.
Περπατούσαμε σὲ ἕνα ἴσωμα. Ὕστερα ἀπὸ ἕνα γεφύρι, δένδρα πυκνὰ μᾶς καλοσώρισαν καὶ ἀμέσως ἀνηφορίσαμε. Στάθηκα λίγο καὶ κοίταξα γύρω μου. Πουθενὰ σπίτι, πουθενὰ ζωή, μόνο φτερουγίσματα πουλιῶν μᾶς συντρόφευαν κάνοντας τὰ μουλάρια μας νὰ σηκώνουν τὰ αὐτιά τους τρομαγμένα. Ἐδῶ ἕνας κότσιφας. Λίγο πιὸ ἐκεῖ μία πετροπέρδικα καὶ ἀκόμα ἕνα ἀηδόνι, ποὺ μὲ τὸ κελαήδημά του ἔδιωχνε τὴν πρωϊνὴ ἀκεφιά. Πέρα στὸ βάθος ὁ Ἄθωνας, ἐπιβλητικὸς στὸν ὄγκο του ποὺ οἱ λιγοστὲς ἀκτίνες τοῦ ἥλιου χρύσωναν τὴν κορυφή του γιὰ νὰ χαιρετήσουν, πρῶτα αὐτὸν καὶ πρὶν ἀκόμα ἀγκαλιάσουν τὰ πάντα.
Κοίταζα τὴν ἀνατολή. Ἀμέτρητες χιλιάδες χρώματα, σὲ ἕνα ὄμορφο κρᾶμα, ἐμπροστοφυλακὴ τοῦ μεγάλου βασιλέως ποὺ σὲ λίγο θὰ φαινότανε. Ἀνακατωμένα καθὼς ἦταν μὲ τὴν ἡσυχία καὶ τὴν γαλήνη, ἔδιναν μία ἐπισημότητα. Σοῦ θυμίζανε σκηνοθέτη ποὺ θέλει νὰ δώσει στὸ φινάλε μία ὄμορφη τελευταία σκηνή, καὶ ποὺ μὲ βαθειὲς ὑποκλίσεις καὶ ὑπερβολικὴ βιασύνη σκορπάει λουλούδια πολύχρωμα γιὰ νὰ περάσει ὁ ἀφέντης τοῦ ἔργου.
Ξεχάστηκα σὲ τούτη τὴν ὀμορφιὰ καὶ λούστηκα ὁλόκληρος μέσα της.
Καθὼς προχωρούσαμε, κοίταζα καὶ ὅλο κοίταζα, γιὰ νὰ μὴν χάσω ἀπὸ τὰ μάτια μου τίποτα. Τὸ τοπίο ἄλλαξε, ἔγινε πράσινο, γεμᾶτο ζωὴ καὶ φρσκάδα., καταπράσινες πλαγιές, καὶ ὁ δρόμος στρωμένος μὲ μυτερὲς πέτρες, μία παραφωνία στὴν ὀμορφιὰ τοῦ τοπίου ποὺ χανότανε πέρα στὸ βάθος.
Δεύτερο γεφύρι. Ὄμορφα εἶναι τοῦτα τὰ γεφύρια. Ὅμοιό τους θὰ βρῆς καὶ στοῦ Παντοκράτορος μὰ πιὸ μικρό. Σὰν τὸ περάσαμε πήραμε μία κατηφόρα ποὺ σὲ βγάζει στὴν θάλασσα. Κοντά μας μία ῥεματιὰ μὲ πλατάνια καὶ νερὰ ποὺ κυλοῦσαν κρυστάλλινα. Μοῦ ἦρθε μία ἐπιθυμία νὰ κατέβω γιὰ λίγο μὰ δὲν κατέβηκα. Βιαζόμαστε νὰ προχωρήσουμε ὅσο δρόμο μπορούσαμε περισσότερο, πρὶν ὁ ἥλιος πυρπολήσει μὲ τὶς καυτερὲς ἀκτίνες του τὰ πάντα.
Προχωρήσαμε λίγο πλάϊ στὸ κύμα. Πέρα μακριὰ ἕνας κάβος. Μερικὰ σπίτια διακρινόντουσαν. Μοῦ εἶπαν πὼς τὸ μέρος αὐτὸ λέγεται Μορφωνοῦ ἢ τῶν Ἀμαλφινῶν καὶ ὅτι ἀνήκουν ὅλα στὴν Λαύρα.
Σὰν πλησιάσαμε, τὸ μάτι μας γέμισε ἀπὸ ἕνα πλῆθος χονδροὺς κορμοὺς ἐλατιοῦ. Ἦταν βαλμένα πλάϊ-πλάϊ, περιμένοντας τὸ καΐκι γιὰ νὰ τοὺς φορτώσουν. Πλάστιγγες ἐδῶ καὶ ἐκεῖ καὶ ξυλέμποροι ποὺ ζυγίζανε καὶ παραλαβαίνανε τὴν ξυλεία που φέρνανε τὰ μουλάρια ἀπὸ τὶς πλαγιὲς τοῦ Ἄθωνα. Φωνὲς ἄγριες ποὺ σὲ ξεκούφαιναν καὶ κουδούνια μᾶς ὑποδέχτηκαν. Μουλαράδες φώναζαν καθὼς προσπαθοῦσαν νὰ ἀνοίξουν πέρασμα ἀνάμεσα ἀπὸ ἕνα σωρὸ μουλάρια. Ἀριστερά, λικνιζόντουσαν στὸ κῦμα ψαροκάϊκα καὶ στὴν στεριὰ ψαράδες καθισμένοι μπάλωναν τὰ δίχτυα τους.
Γύρισα τὸ κεφάλι δεξιά. Λίγο πιὸ πάνω ἕνας θεόρατος πύργος βουτηγμένος στὴν πρασινάδα.
-Ἡ Μορφωνοῦ καὶ ὁ πύργος της, εἶπε ὁ φίλος μου.
-Πῶς κτίστηκε;
-Παλαιά, ἐδῶ ὑπῆρχε Μοναστήρι. Τὸ ὀνόμαζαν τὸ Μοναστήρι τῶν Ἀμαλφινῶν καὶ οἱ καλόγεροί του ἦταν ὅλοι Φράγκοι.
-Ἔχει σήμερα σὲ καμία ἄλλη περιοχὴ τοῦ Ἁγίου Ὄρους Φραγκοκαλόγερους;
-Ὄχι, τὸ ἀπαγορεύει αὐστηρὰ ἡ νομοθεσία μας.
-Μόνο γιὰ Φράγκους;
-Μὲ κάνεις νὰ ἀπορῶ. Φυσικὰ ὄχι. Εἶναι γενικὸς νόμος ποὺ ἀπαγορεύει σὲ κάθε ἑτερόδοξο νὰ μένει σὲ αὐτὸν τὸν τόπο.
-Δηλαδή, ὅποιος δὲν εἶναι ὀρθόδοξος, δὲν μπορεῖ νὰ καλογερέψει ἐδῶ;
-Ἀκριβῶς.
Ἀφοῦ πήραμε τὴν ἀντικρυνὴ πλαγιὰ τῆς ῥεματιᾶς, ποὺ στὴν ἀγκαλιά της βρίσκεται ἡ Μορφωνοῦ, συναντήσαμε μία βρύση. Ἀπὸ μακριὰ μοιάζει μὲ παρεκκλησάκι καθὼς ὁ θόλος ὑψώνεται στὸν οὐρανὸ καὶ στὴν κορυφή του γυαλίζει ἕνας σταυρός.
Βαδίσαμε ἔτσι κάμποσο ὥσπου φτάσαμε στὸ ἁγίασμα τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου. Τὸ ἁγίασμα βγαίνει ἀπὸ τὴν ῥίζα ἑνὸς βράχου κατακόρυφου μπροστὰ στὸ κύκλωμα ἑνὸς συνεχομένου ἐπίπεδου βράχου καὶ περνάει ἀπὸ μέσα τὸ κρυστάλλινο νερό του, ποὺ σχηματίζει μία μικρὴ δεξαμενή. Εἶναι ἀσφαλισμένη μὲ ἕνα σιδερένιο περίφραγμα γιὰ κάθε τυχὸν ζημία. Ἀκριβῶς ἔξω ἀπὸ τὸ περίφραγμα καὶ τὴν δεξαμενή, τὸ νερὸ τοῦ ἁγιάσματος περνάει ἀπὸ πάνω καὶ σκεπάζει μὲ τὸ ἅπλωμά του τὸν σταυρὸ ποὺ σχηματίστηκε μέσα στὸν βράχο ἀπὸ τὴν ῥάβδο τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου σὰν χτύπησε ἐκεῖ, κατὰ προσταγὴ τῆς Παναγίας καὶ βγῆκε τὸ ἁγίασμα, τρία-τέσσερα μέτρα πιὸ πέρα, δηλαδὴ στὴν ῥίζα τοῦ κατακόρυφου βράχου, ποὺ τρέχει χειμῶνα-καλοκαίρι στὴν ἴδια ποσότητα, γιὰ νὰ μεταβληθῆ σὲ καταῤῥάχτη καὶ νὰ χαθῆ παφλάζοντας στὴν ἀπόκρημνη κατηφόρα πρὸς τὴν θάλασσα. Ἤπιαμε μὲ εὐλάβεια καὶ νίψαμε τὸ πρόσωπό μας.
Παραδέχτηκα, ὕστερα ἀπὸ αὐτὴ τὴν διήγηση, ὅτι δίκαια πολὺ ὁ Ἄθως ὀνομάζεται Ἅγιον Ὄρος, ἀφοῦ σὲ κάθε γωνία του συναντᾶς καὶ ἕνα ἀποδεδειγμένο θαῦμα.
Μεταρσιωμένοι ἀπὸ τὴν ἁγιασματικὴ ἐπίδραση τοῦ προσκυνήματος, ἑτοιμαστήκαμε νὰ ξεκινήσουμε ἀφοῦ προσκυνήσαμε στὸ διπλανὸ ἐκκλησάκι τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, καὶ ἀφήσαμε τὸ ὑπόλοιπο ψωμὶ ποὺ μᾶς ἔμεινε μέσα στὸ σιδερένιο ντουλάπι ποὺ βρίσκεται πάνω ἀπὸ τὰ καθίσματα, ὥστε νὰ μὴν λείψει ποτὲ ψωμὶ γιὰ τοὺς πεινασμένους ὁδοιπόρους.
Μὲ καινούργιο κουράγιο ξεκινήσαμε. Ὁ δρόμος ἔγινε ἀπότομα ἀνηφορικός. Τὰ ζῶα κόντιναν τὸ βῆμά τους καὶ λαχανιασμένα καὶ ἱδρωμένα φτάσανε στὴν κορυφή. Ὁ Ἄθωνας μπροστά μας, τόσο κοντά μας, ποὺ νόμιζα πὼς ἂν ἅπλωνα τὸ χέρι μου θὰ τὸν ἄγγιζα. Σὲ λίγο πέσαμε σὲ μία ἄλλη ῥεματιὰ μὲ ἕνα μεγάλο πέτρινο γεφύρι. Ἄρχισε νὰ μὲ πιάνει ζαλάδα. Πόσες ῥεματιὲς καὶ πόσους λόφους ἀκόμα θὰ περάσουμε, ἀναρωτήθηκα. Δὲν τὶς εἶχα μετρήσει μὰ καὶ τὸ ἔκανα σίγουρα θὰ κουραζόμουνα καὶ θὰ ἔχανα τὸν λογαριασμό.
Πιὸ πέρα, μία τελευταία μικρῆ βρυσούλα στὸν δρόμο τῆς Λαύρας. Πυκνὴ φυλωσσιὰ γύρω μας. Βρισκόμαστε πιὰ στὰ ῥιζὰ τοῦ Ἄθωνα καὶ γιὰ νὰ δοῦμε τὴν κορυφή του, ποὺ ὅσο προχωρούσαμε χανότανε, ἔπρεπε νὰ σηκώσουμε τὸ κεφάλι.
Καὶ νὰ σὲ λίγη ὥρα φάνηκε μπροστά μας μεγαλόπρεπο τὸ Μοναστήρι τῆς Λαύρας.
-Ἐπὶ τέλους, φώναξα.
-Ἐπὶ τέλους, εἶπαν καὶ οἱ ἄλλοι δύο.
Δύσκολο νὰ φτάσεις στὴν Λαύρα. Ὁ δρόμος ἀπὸ τοῦ Καρακάλλου ἕως ἐδῶ εἶναι ἕξι ὧρες. Χρειάζεται μεγάλη ὑπομονὴ καὶ πολλὴ κούραση. Γύρισα στὸν φίλο μου καὶ τοῦ εἶπα:
-Συγκοινωνία δὲν πιάνει στὴν Λαύρα;
-Βέβαια. Μὰ σὰν ἡ θάλασσα εἶναι γαληνεμένη, ὅπως σήμερα. Ξεκινάει τὸ μοτόρι τὸ μεσημέρι ἀπὸ τὴν Ἱερισσό, καὶ καταλήγει τὸ ἀπόγευμα στὴν Λαύρα ἀφοῦ πιάσει στὰ ἄλλα Μοναστήρια. Τὶ τὰ θέλεις ὅμως, τὴν ὀμορφιὰ τοῦ τόπου δὲν μπορεῖς νὰ τὴν ζήσεις παρὰ καβάλα στὸ μουλάρι ἢ πεζοπορώντας.
-Ἔχεις δίκιο, ἀλλὰ νομίζω ὅτι καὶ μὲ τὸ καΐκι δὲν θὰ στερηθῆς ἀπὸ ὀμορφιὰ καὶ θέα.
-Ὄχι βέβαια, μὰ καταντᾶ μονοτονία. Ἀκρογιάλια μὲ μυτερὰ βράχια, μικρὲς πινελιὲς ἀπὸ ἀμμουδιά, ξανὰ βράχια καὶ ξανὰ ἀμμουδιά, καὶ πηγαίνει συνέχεια τὸ πρᾶγμα, ὥσπου τὰ μάτια σου βαραίνουν νανουρισμένα ἀπὸ τὸν μονότονο κρότο τῆς μηχανῆς.
***
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου