Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2024

ΠΕΡΙΗΓΗΣΙΣ ΣΤΟΝ ΑΘΩΝΑ 1969. Κεφάλαιον ΙΣΤ΄. Κουρὰ στὰ Καυσοκαλύβια.

 

Κεφάλαιον ΙΣΤ΄. Κουρὰ στὰ Καυσοκαλύβια.

Ὁ καπετάνιος τράβηξε τὴν ἄγκυρα ἀπὸ τὴν θάλασσα, πήδησε στὸ μουράγιο, ἔλυσε τὸν κάβο καὶ κρατῶντάς τον πήδηξε ξανὰ μέσα. Σὲ λίγα λεπτά, ἡ μηχανὴ ἀγκομαχοῦσε. Βούιζε ὁλόκληρη καὶ ἄρχισε γρήγορα νὰ σπρώχνει τὸ μικρὸ σκάφος ἔξω ἀπὸ τὸ λιμάνι δουλεύοντας τώρα στὸν κανονικὸ ῥυθμό.

Δύο-τρεῖς ἄνθρωποι πετάχτηκαν μέσα ἀπὸ τὸν Ἀρσανᾶ καὶ ἕνας χωριάτης ἔβγαλε τὸ κεφάλι του ἀπὸ ἕνα παράθυρο τοῦ πύργου, γιὰ νὰ δῆ τὶ γινότανε, σὰν ὁ κρότος της γέμισε καὶ τάραξε τὰ γύρω καὶ σκόρπισε τὴν γαλήνη σὲ χίλια μικρὰ κομμάτια. Τὸν χαιρετίσαμε. Τὰ ῥάσα τοῦ φίλου μου διώξανε τὴν δυσπιστία του χωροφύλακα ποὺ θὰ ταξίδευε καὶ αὐτὸς μαζί μας καὶ σβέλτος πήδησε μέσα στὸ καΐκι.

Τὸ μικρὸ ψαροκάϊκο βγήκε ἀπὸ τὸ μικρὸ στόμα τοῦ λιμανιοῦ καὶ γρήγορα ἄφησε πίσω του τὸν Ἀρσανᾶ. Μονάχα ὁ ψηλὸς πύργος διακρινότανε ἐπιβλητικός.

Σὲ λίγο, πρόβαλε ἡ Λαύρα λουσμένη ἀπὸ τὶς πρῶτες ἀκτίνες τοῦ ἥλιου, ποὺ ἐκείνη τὴν ὥρα ἄρχισε νὰ βγαίνει. Πήραμε τὸν νοτιὰ καὶ ἀφήσαμε πίσω τὸν πύργο, ἐνῶ στὰ ἀριστερά μας κυριαρχοῦσε ἡ ἀπεραντοσύνη τῆς θάλασσας καὶ δεξιά μας ὑψωνότανε τὸ ἐπιβλητικὸ συγκρότημα τῆς Λαύρας μὲ τὶς ἁπλὲς γραμμές του, ποὺ σοῦ ξεκούραζε τὸ μάτι. Προχωρούσαμε γιαλὸ-γιαλὸ κοντὰ στὰ βράχια ἀποφεύγοντας μόλις τὶς ξέρες ἀπὸ τὰ ἔμπειρα χέρια τοῦ καπετάνιου μας, ποὺ ὁδηγοῦσε τὸ καΐκι μὲ πραγματικὴ μαεστρία. Πελώριοι βράχοι μπροστά μας, σκαμμένοι σὲ ἀπροσδιόριστα σχήματα ἀπὸ τὴν ἀγριάδα τῆς θάλασσας ποὺ ξεσποῦσε πάνω τους.

Πιὸ πέρα ἕνας μικρὸς κολπίσκος. Πουθενὰ ἀμμουδιά. Ὁ Ἄθωνας κατεβαίνει κοφτὰ καὶ χώνεται βαθειὰ στὰ νερὰ τοῦ πελάγους. Περάσαμε μία μεγάλη ἀπόσταση μὲ δαντελωτὰ ἀκρογιάλια γεμᾶτα μὲ θάμνους ποὺ ἔφταναν ὡς κάτω στὸ κῦμα. Πελώριοι βράχοι ποὺ στὶς ῥωγμές τους καὶ στὸ λιγοστὸ χῶμα ποὔχει ῥίξει ὁ ἀγέρας, φυτρώνουν ἀγκάθια κάθε λογῆς, ποὺ ψηλώνουν σὲ μικρὰ φυτὰ καὶ μὲ ἕνα λουλούδι στὴν κορυφή τους.

Λίγο ἀκόμα ταξιδεύαμε σὲ ὁμαλὰ ἀκρογιάλια. Ἔπειτα οἱ βράχοι ὑψώθηκαν πάνω μας σὲ τεράστιους ἀπειλητικοὺς ἀπότομους ὄγκους. Στὶς κορυφές τους κάθονταν γλάροι καὶ ἄλλα θαλασσοπούλια. Τἄβλεπες νὰ ἀγναντεύουν τὸ πέλαγος ψάχνοντας μὲ τὰ διαπεραστικά τους μάτια, μήπως δοῦν κανένα καΐκι ἢ καμία τράτα νὰ ψαρεύει. Σὰν ἔβλεπαν τίποτα, σκύβανε λίγο, πέρναν κατεύθυνση καὶ φτεροκοποῦσαν πέρα μακρυά, γιὰ νὰ βροῦν τὸ καθημερινό τους. Ἀλλὰ πάλι εἴχανε βγῆ στὸ κυνήγι, στὸ ψάρεμά τους, ποὺ τὸ κάνουν μὲ τὸν δικό τους τρόπο. Μὲ γαλήνη ἢ φουρτούνα, χώνουν τὸ κεφάλι τους στὸ κῦμα καὶ ἁρπάζουν στὰ πεταχτὰ τὸ ψάρι ποὺ σημάδεψαν. Καὶ σήμερα, μόλις μᾶς βλέπανε, φτεροκοποῦσαν χαρούμενα καὶ μᾶς τριγύριζαν ἀκολουθώντας μας ἀπὸ μακρυά, καὶ πετώντας πάνω μας ἢ προπορεύονταν λὲς καὶ ἤθελαν νὰ μᾶς δείξουν τὸν δρόμο.

Ὕστερα ἀπὸ μία ὥρα εὐχάριστου ταξιδιοῦ, φτάσαμε σὲ ἕναν μικρὸ ὅρμο, στὰ Καυσοκαλύβια. Οἱ καλύβες τῶν ἀσκητῶν βρίσκονταν πάνω στὴν θάλασσα. Γιὰ νὰ φτάσεις ἐκεῖ πρέπεις νὰ ἀνέβεις μία μεγάλη ἀνηφόρα. Ἀράξαμε στὸ τσιμεντένιο μουράγιο καὶ βρεθήκαμε στὴν στεριά. Δεξιά μας μία μικρὴ ἀμμουδιὰ καὶ πάνω μας βράχοι ἀπότομοι. Τὸ τελευταῖο παρακλάδι τοῦ Ἄθωνα. Ἀνεβήκαμε καμία πενηνταριὰ σκαλοπάτια. Σὰν φτάσαμε στὸ κεφαλόσκαλο λαχανιασμένοι, πήραμε ἕναν πλαϊνὸ δρόμο, γιὰ νὰ φτάσουμε στὰ Καυσοκαλύβια.

Δὲν κάναμε περισσότερο ἀπὸ μισὴ ὥρα. Ὁ δρόμος όμως ἦταν ἀνηφορικός, μᾶς κούρασε. Ἀπὸ μακρυὰ ἀντικρύσαμε κάτι ποὺ δὲν ἔμοιαζε πιὰ μὲ Μοναστήρι, ἀλλὰ μὲ ἕνα μικρὸ χωριό, σκαρφαλωμένο στὶς ἔρημες πλαγιὲς τοῦ Ἄθωνα. Οὔτε τείχη, οὔτε πύργοι, παρὰ μονάχα μικρὰ ταπεινὰ χαμηλοτάβανα ἀσκητήρια.

Ὁ πατὴρ Εὐθύμιος ἄρχισε νὰ μοῦ ἐξηγεῖ τὴν ζωή τους. Ἔμαθα ὅτι ἡ ζωή τους εἶναι ἰδιόῤῥυθμη, ἀπαλλαγμένη ἀπὸ κάθε ἐξωτερικὸ περιορισμό. Ὁ καθένας ἐδῶ ὀργανώνει τὴν ζωή του σύμφωνα μὲ τὴν ἀντοχή του στὴν ἄσκηση καὶ πιὸ πολὺ σύμφωνα μὲ τὶς προσωπικές του ἀντιλήψεις γιὰ τὴν μοναχικὴ ζωή, καὶ τὴν προσπάθεια τῆς τελειοποιήσεως. Δὲν ἔχουν περιουσία τοῦτοι οἱ ἀσκητές. Ζοῦν ἀπὸ τὴν δουλειά τους. Ἀσχολοῦνται μὲ τὰ ἐργόχειρα, γιὰ νὰ ἀπασχολοῦν τὴν σκέψη τους καὶ νὰ κουράζουν τὸ σῶμα, ἀλλὰ καὶ νὰ μποροῦν νὰ ἐξοικονομοῦν τὸ ψωμὶ τῆς ἡμέρας. Δουλεύουν καὶ δὲν παύουν νοερῶς νὰ προσεύχονται. Φτιάχνουν ὅλα τὰ θαυμάσια ποὺ μπορεῖ κανεὶς νὰ ἀγοράσει σὲ ὅλα τὰ μαγαζιὰ στὶς Καρυές. Ἐργόχειρα, ζωγραφική, περίφημες ξυλόγλυπτες εἰκόνες, θαύματα τέχνης καὶ ὑπομονῆς. Ἐδῶ στὰ ταπεινὰ αὐτὰ ἀσκητήρια τὰ φτιάχνουν.

Μέτρησα καμιὰ πενηνταριὰ καλυβάκια. Ἁπλωνόντουσσαν σὲ μεγάλες ἢ μικρὲς ἀποστάσεις γύρω ἀπὸ τὸ μεγάλο Κυριακό, ὅπως λένε ἐδῶ τὴν ἐκκλησία. Στὴν ἐκκλησία αὐτὴ συγκεντρώνονται κάθε Σαββατοκύριακο οἱ ξεχασμένοι αὐτοὶ ἀσκηταί, γιὰ νὰ προσευχηθοῦν ὅλοι μαζί, νὰ ἐπικοινωνήσουν καὶ νὰ ἀνταλλάξουν τὶς ἰδέες τους πάνω σὲ θέματα πνευματικῆς ζωῆς καὶ τῆς ἀσκήσεως. Τὶς ὑπόλοιπες ὅμως ἡμέρες τῆς ἑβδομάδος, τὶς περνοῦν κλεισμένοι στὸ μικρὸ καλύβι τους καὶ προσεύχονται στὸ ἐκκλησάκι ποὺ ἀπαραίτητα ὑπάρχει στὸ κάθε καλύβι.

Φτάσαμε στὰ πρῶτα σπιτάκια. Χαμηλά, ποὺ μόλις θὰ μποροῦσε ἕνας ἄνθρωπος μὲ μέτριο ἀνάστημα νὰ κουνηθῆ μὲ ἄνεση, χωρὶς νὰ σκύψει τὸ κεφάλι, γιὰ νὰ μὴν χτυπήσει στὸ χαμηλὸ ταβάνι. Μικρὰ κηπάκια μπροστά, λεμονιὲς καὶ πορτοκαλιὲς δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ καὶ πίσω τὸ μικρὸ καλυβάκι.

Δὲν προχωρήσαμε στὸ Κυριακὸ καὶ στὸ ἀρχονταρίκι, ποὺ ἕνας ἀσκητὴς βρίσκεται πάντα γιὰ νὰ περιποιεῖται τοὺς κουρασμένους ὁδοιπόρους ποὺ φτάνουν ἕως ἐκεῖ, γιὰ νὰ γνωρίσουν τὴν ταπεινή τους ζωή. Προχωρήσαμε γιὰ κάποιο μικρὸ σπιτάκι ποὺ ζοῦσαν σὲ αὐτὸ γνωστοί του ἀσκηταί. Σταθήκαμε στὴν κλειστὴ πόρτα καὶ χτυπήσαμε. Ἕνας σεβάσμιος γέροντας μὲ ἀραιὰ κατάλευκα γένια μᾶς ἄνοιξε. Τὸ μάτι του δύσπιστο στὴν ἀρχή, ἡμέρεψε σὰν εἶδε καὶ γνώρισε τὸν φίλο μου.

Μᾶς πέρασε μέσα στὸ χαμηλὸ σπίτι. Φοροῦσε φτωχικὰ ῥάσα, γιατὶ θεωροῦν τὴν πολυτέλεια σὰν ἐμπόδιο ποὺ τοὺς χωρίζει ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὴν πραγματικὴ ζωὴ τοῦ μοναχοῦ. Περάσαμε τὴν χαμηλὴ πόρτα. Τὸ ἐσωτερικὸ φτωχό. Ἕνα μικρὸ στενὸ κελλί, ποὺ μόλις χωροῦσε ἕναν ἄνθρωπο, μὲ ἕνα ξύλινο κρεβάτι καὶ μία μικρὴ σάλα μὲ μία πόρτα ἀπέναντι ποὺ σὲ ἔβγαζε στὴν ἁπλωταριά.

Ἐκεῖ μᾶς πῆγε ὁ γέροντας. Καθήσαμε σὲ δύο σαρακοφαγωμένους καναπέδες, κάτω ἀπὸ τὴν σκιὰ μίας μεγάλης κληματαριᾶς, ποὺ τὴν σκέπαζε ὁλόκληρη. Μᾶς πρόσφερε τὸ κέρασμα. Κρυστάλλινο νερὸ ἀπὸ τὴν πηγὴ τοῦ Ἁγίου Ἀκακίου τοῦ Καυσοκαλυβίτου καὶ ἕνα καφεδάκι.

Δὲν καθήσαμε πολύ, γιατὶ βιαζόμαστε. Ἀνεβήκαμε τὴν ἀνηφόρα ἕως τὸ Κυριακό. Ἐκεῖ μᾶς ὑποδέχτηκε ὁ Δικαῖος τῆς Σκήτης. Μᾶς καλοσώρισε καὶ μᾶς συνέστησε νὰ περάσουμε στὴν ἐκκλησία ποὺ κατὰ σύμπτωσιν θὰ γινότανε ἡ κουρὰ ἑνὸς μοναχοῦ.

Μοῦ δόθηκε ἡ εὐκαιρία νὰ ζήσω στιγμὲς μοναδικὲς στὴν ζωή μου καὶ νὰ μπῶ δὲ βάθη κατανύξεως. Οἱ πολλὲς δυνατὲς φράσεις τῶν μοναχικῶν ὑποσχέσεων, ποὺ δίνει ὁ κειρόμενος μοναχός, καθὼς εἶναι ξυπόλυτος καὶ χωρὶς νὰ φοράει σακάκι παρὰ μονάχα μὲ τὴν φανέλα του, συμβολικὸ καὶ αὐτὸ καὶ ποὺ δείχνει ὅτι προσέρχεται στὸν μοναχισμό, καὶ ἀπαρνιέται κάθε τὶ τὸ κοσμικό, καὶ ποὺ τὸν ῥωτάει ὁ ἱερέας ποὺ στέκεται μπροστὰ στὸ Θυσιαστήριο καὶ ἐνώπιον τῆς ἱερᾶς εἰκόνος τοῦ Κυρίου, εἶναι κάτι τὸ πρωτόγνωρο.

-Τί προσῆλθες ἀδελφέ;

-Ποθῶν τὸν βίον τῆς ἀσκήσεως, τίμιε Πάτερ.

-Ποθεῖς ἀξιωθῆναι τοῦ ἀγγελικοῦ σχήματος καὶ καταταγῆναι ἐν τῷ χορῷ τῶν μοναζόντων.

-Ναί, τοῦ Θεοῦ συνεργοῦντος τίμιε Πάτερ.

-Φυλάττεις, τέκνον, σεαυτὸν ἐν παρθενίᾳ καὶ σωφροσύνῃ καὶ εὐλαβείᾳ καὶ ὑπομενεῖς πᾶσαν θλίψιν καὶ στενοχωρίαν τοῦ μονήρους βίου διὰ τὴν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν.

-Ναί, τοῦ Θεοῦ συνεργοῦντος τίμιε Πάτερ.

-Βλέπε τέκνον, οἵας συνθήκας δίδεις τῷ Δεσπότῃ Χριστῷ. Ἄγγελοι γὰρ πάρεσιν τὴν ὁμολογίαν σου ταύτην ἀοράτως, ἣν μέλλεις ἀπαιτεῖσθαι ἐν τῇ Δευτέρᾳ Παρουσίᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Ῥίγη συγκινήσεως πέρασαν στὰ βάθη τῆς καρδιᾶς μου στὸ ἄκουσμα τῶν ἐρωτήσεων τῆς μοναχικῆς ὁμολογίας, γιατὶ στὴν ἱερὴ αὐτὴ στιγμή, ἀντίκρυζα ἕναν νέο 25 ἐτῶν, νὰ ἀπαρνιέται τὸν κόσμο καὶ τὰ τοῦ κόσμου, «οὐχὶ ἔκ τινος ἀνάγκης ἢ βίας, ἀλλ’ ἑκουσίᾳ τῇ βουλῇ», καὶ ὅτι θὰ παραμείνει εἰς τὴν ἄσκησιν μέχρι τῆς τελευταίας του ἀναπνοῆς.

Δὲν μπόρεσα νὰ σταματήσω τὴν συγκίνηση ποὺ εἶχε πλημμυρίσει ὅλο τὸν ἐσωτερικόν μου κόσμο καὶ ποὺ μοῦ εἶχε δώσει ἕνα ἐσωτερικὸ ἀναβάπτισμα καὶ αὐθόρμητα, μὲ πολὺ ψυχικὴ δύναμη καὶ χωρὶς νὰ ἔχω καμία γνωριμία μὲ τὸν νεοκαρέντα μοναχό, ποὺ τὸν ὀνόμασαν Καλλίνικον, εὐχήθηκα στὸν Θεὸ νὰ τὸν φωτίζει, νὰ τὸν ὁδηγῆ καὶ νὰ τὸν δυναμώνει, γιὰ νὰ κρατήσει ἀπαρασάλευτη τὴν ἱερὴ ὁμολογία καὶ νὰ «εὐαρεστήσει Θεῷ καὶ ἀνθρώποις», καθὼς ἄκουσα νὰ τοῦ εὔχονται οἱ ἄλλοι μοναχοὶ ποὺ παρακολούθησαν τὴν κατανυκτικὴ τελετὴ τῆς μοναχικῆς κουρᾶς.

Πόσο εὐτυχισμένοι πρέπει νὰ εἶναι πραγματικά, οἱ συνεπεῖς πρὸς τὶς ὑποσχέσεις τους μοναχοί, ἀφοῦ ἡ ἀφιέρωσις τοῦ ἑαυτοῦ τους στὸν Θεό, θὰ τοὺς καταστήσει μετόχους τῆς οὐρανίου Βασιλείας Του.

Ῥώτησα τὸν φίλο μου:

-Γιατί, πάτερ Εὐθύμιε, τὸ σχῆμα τοῦ μοναχοῦ λέγεται ἀγγελικόν;

-Γιατί, οἱ μοναχοὶ ποὺ θὰ φανοῦν συνεπεῖς πρὸς τὰς ὑποσχέσεις των ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ, τὶς ὁποῖες θὰ ἀκούσεις τώρα, θὰ ἀντικαταστήσουν τὸ ἐκπεσὸν τάγμα τοῦ Ἑωσφόρου, ἀλλὰ καὶ γιατὶ ἡ ζωὴ τοῦ μοναχοῦ εἶναι ἀγγελική.

Ἐδῶ, θὰ μοῦ ἐπιτρέψεις ἀγαπητέ μου, νὰ σοῦ ἀναπτύξω μὲ λίγα λόγια τὸ βασικὸ νόημα τοῦ μοναχισμοῦ καὶ τὴν νέα ζωὴ ποὺ θὰ ἀντιμετωπίσει ὁ νεοκαρὴς μοναχός.

Ὁ μοναχισμὸς εἶναι τὸ ἀνώτατον σύστημα βίου πνευματικοῦ, τὸ ὁποῖον διαθέτει τέτοια δραστικὰ μέσα ποὺ ἔχουν ἄμεσον ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς ψυχῆς, ὥστε μὲ τὴν εὐδιάκριτον καὶ προσεκτικὴν χρησιμοποίησίν των, νὰ εἶναι ἱκανὰ ὅπως ἀπαλλάξουν τὴν ψυχὴν ἀπὸ τὰ διάφορα σωματικὰ καὶ ψυχικὰ πάθη ποὺ τὴν μαστίζουν, νὰ τὴν καθαρίσουν καὶ νὰ τὴν καταστήσουν δοχεῖον κατάλληλον πρὸς ἐγκατοίκησιν τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Αὐτὰ τὰ μέσα παρέχονται πλούσια ἀπὸ τὸ μοναχικὸ πολίτευμα, μερικὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἶναι ἡ φυγὴ τοῦ κόσμου ἢ ξενητεία, ἡ ἀκτημοσύνη, ἡ παρθενία, ἡ ὑποταγή, ἡ ὁποία λέγεται καὶ μητέρα τῆς θεομιμήτου ταπεινώσεως, ἡ ὁποία εἶναι τὸ θεμέλιον τῶν ἀρετῶν καὶ πολλὰ ἄλλα.

Ὁ μοναχισμὸς λοιπόν, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι εἶναι ἡ ἀριστοκρατία τοῦ Χριστιανισμοῦ ἀπὸ ἀπόψεως πνευματικοῦ ὕψους καὶ βαθμῖδος ἀρετῆς, ἢ ἡ χριστιανικὴ τελειότης.

Στηρίζεται εἰς τὰ ἴδια λόγια τοῦ Κυρίου ἡμῶν:

α) εἰ θέλεις τέλειας γενέσθαι, πώλησον τὰ ὑπάρχοντα, δὰς πτωχοῖς καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι, καί·

β) ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθε ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθήτω μοι.

Οἱ πρόδρομοι τοῦ μοναχισμοῦ εἶναι ὁ Προφήτης Ἠλίας καὶ ὁ Τίμιος Πρόδρομος, μετέπειτα δὲ οἱ ἐν Αἰγύπτῳ ἀναχωρηταί, ἀπὸ τῶν ὁποίων καὶ παρελήφθη τὸ μοναχικὸν ἰδεῶδες καὶ ὀργανώθηκε τὸ μοναχικὸ πολίτευμα, ἀπὸ τοὺς μεγάλους Ὁσίους Πατέρας, Ἀντώνιον, Παχώμιον, Εὐθύμιον, Σᾶββαν καὶ λοιπούς. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ μᾶς διαφεύγει, ὅτι ὁ μοναχισμὸς εἶναι ἡ «φρουρὰ» τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ «σωστικὴ κιβωτὸς» τῶν ἱερῶν θεσμῶν αὐτῆς, ἀνέκαθεν δὲ καὶ ἁπλοὶ ἀκόμα μοναχοὶ ἀγωνίστηκαν πρὸς διάσωσιν αὐτῆς ταύτης τῆς Ὀρθοδόξου ὑποστάσεώς Της καὶ ὅτι τὰ πλέον ἐκλεκτότερα αὐτῆς στελέχη τὰ ὁποῖα τὴν ἐκλέησαν, προήρχοντο ἀπὸ τὰς τάξεις τοῦ μοναχισμοῦ.

Μὲ ὅλα λοιπὸν αὐτά, τὰ πλούσια πνευματικὰ μέσα ἐφοδιασμένος καὶ ὁ εὐτυχὴς αὐτὸς νεοκαρὴς μοναχὸς τῶν Καυσοκαλυβίων, θὰ προχωρήσει εἰς τὸν πνευματικὸν ἀγῶνα τῆς μοναχικῆς ζωῆς τὴν ὁποίαν ὑποσχέθηκε εἰς τὸν Χριστὸν νὰ διαφυλάξει ἀμόλυντον μέχρι τελευταίας του ἀναπνοῆς.

Σύμφωνα λοιπόν, μὲ τὶς ὑποσχέσεις ποὺ ἔδωσε καὶ γιὰ νὰ ἀνταποκριθῆ μὲ συνέπεια πρὸς τὴν νέα του ζωή, πρέπει νὰ ἔχει πάντοτε ὑπ’ ὄψιν του τὴν βασικὴν ἀρχὴν τῆς «ἀπαρνήσεως τοῦ ἑαυτοῦ του».

Ναί, φίλε μου! Θὰ ἀπαρνηθῆ τὸν ἑαυτόν του ὑπὸ τὴν βαθυτέραν πνευματικὴν ἔννοιαν. Δηλαδή, θὰ ἀσκῆ μίαν «βίαν φύσεως διηνεκῆ». Θὰ ἀντιστρατευθῆ μὲ ὅλας του τὰς δυνάμεις, πρὸς ὅλας τὰς ὑλικάς, σωματικάς, καὶ σαρκικάς του ἐπιθυμίας, προηγουμένως δὲ πρὸς ὅλας τὰς κοσμικὰς κλίσεις καὶ συνηθείας, ἀλλὰ καὶ πέρα ἀπὸ αὐτά, θὰ ἀπαρνηθῆ τὸν ἐσωτερικό του ἑαυτό, τὸ ἐγώ του, τὴν γνώση του, τὴν γνώμη του καὶ γενικὰ τὸ θέλημά του. Μὲ αὐτὰ θὰ περιφρουρήσει τὴν ψυχή του, τὸ πολυτιμότερο ἀγαθὸ καὶ ἀπὸ ὅλη τὴν κτήση, ἀπὸ τὸ πλέον πνευματικὸ καταστρεπτικὸ καὶ θανατηφόρο στοιχεῖο, τὴν ὑπερηφάνεια, θὰ τὴν ἐξευγενίσει, ἀπαλλάσοντάς την ἀπὸ τὰ διάφορα πάθη καὶ θὰ τὴν κάμει ἱκανὴ νὰ δεχθῆ τὰς θείας ἐλλάμψεις τῆς Θείας Χάριτος. Καὶ ξέρεις, ἀγαπητέ μου, ποιός εἶναι ὁ μοναδικὸς καὶ ἀσφαλὴς ὁδηγὸς καὶ συμβουλάτορας εἰς τὸν ἀγῶνά του αὐτόν; Πρῶτα-πρῶτα, βέβαια, ἡ χάρις τοῦ παναγάθου Θεοῦ μας, ἀφοῦ γιὰ τὴν πολύ του πρὸς αὐτὸν ἀγάπη θὰ τὰ κάνει ὅλα αὐτὰ γιατὶ  «ἄνευ ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν», λέγει ὁ Κύριος. Δεύτερον, δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν Γέροντά του, τὸν πνευματικό του πατέρα. Ὁ Γέροντάς του, λοιπόν, αὐτός, εἶναι ἡ μοναδικὴ καὶ ἀσφαλὴς ὁδὸς σωτηρίας γιὰ τὸν νεοκαρέντα αὐτὸν μοναχόν, ἐφ’ ὅσον ὅμως ὁ δεύτερος, δὲν θὰ κάνει τίποτα χωρὶς τὴν ἐντολὴ τοῦ Γέροντος. Καὶ μὲ λίγα λόγια, θὰ ὑποτάξει ὅλον τὸν ἐσωτερικό του κόσμο εἰς τὴν πνευματικὴ θέληση καὶ κατεύθυνση τοῦ Γέροντος.

Δὲν θὰ δίνει γνώμη χωρὶς νὰ ἐρωτηθῆ, οὔτε θὰ κάνει προτάσεις γιὰ διάφορες ὑποθέσεις καὶ ἐργασίες καὶ θὰ κόβει συνεχῶς τὸ θέλημά του εἰς ὅλας του γενικῶς τὰς θελήσεις, εἰς τρόπον ὥστε, διὰ τῆς τοιαύτης ἐσωτερικῆς τῶν παθῶν νεκρώσεως, νὰ ἐπέλθη ἡ πνευματικὴ ἀνάστασις τῆς ψυχῆς του.

Ἂς παρακαλέσουμε λοιπόν, νοερῶς τὸν Θεόν, ὅπως δώσει πλούσια τὴν χάρη Του εἰς τὸν νεόκουρον μοναχό, καὶ νὰ τὸν ἀξιώσει, ὅπως καὶ ὅλους τοὺς μοναχούς, νὰ διανύσουν κατὰ τὸ Ἅγιόν Του Θέλημα τὸ στάδιον τῶν πνευματικῶν ἀγώνων τους.

Βγαίνοντας ἀπὸ τὸ Κυριακό, πήραμε τὸ μονοπάτι γιὰ τὴν παραλία, μιὰ καὶ ξέραμε ὅτι παραβήκαμε τὴν ὑπόσχεσή μας στὸν καπετάνιο, ποὺ τὸν εἴχαμε βεβαιώσει ὅτι δὲν θὰ ἀργούσαμε πολὺ νὰ γυρίσουμε.

Δὲν εἴχαμε προχωρήσει λίγα βήματα, ὅταν ὁ προνοητικὸς Δικαῖος, μᾶς ἔφερε τρέχοντας τὸ σχετικὸ κέρασμα τῆς κουρᾶς, ποὺ πήραμε ὄρθιοι ἀπὸ τὴν μεγάλη μας βιασύνη.

Κατηφορίσαμε προσεχτικά, γιατὶ ὑπῆρχε κίνδυνος νὰ γλιστρήσουμε στοὺς βράχους καὶ νὰ βρεθοῦμε στὴν θάλασσα.

Φτάσαμε στὸ μουράγιο καὶ πηδήσαμε στὸ καΐκι ποὺ ξεκίνησε χωρὶς ἄλλη καθυστέρηση.

***

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ.

  Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ. Ὁ ἱερομόναχος Ἄνθιμος Παντοκρατορινός (κατὰ κόσμον Ἀντώνιος Κατσαλιάκης,...