Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2024

ΠΕΡΙΗΓΗΣΙΣ ΣΤΟΝ ΑΘΩΝΑ 1969. Κεφάλαιον ΙΓ΄. Ἡ κοινοβιακὴ ζωὴ τῆς Μονῆς Καρακάλλου.


Κεφάλαιον ΙΓ΄. Ἡ κοινοβιακὴ ζωὴ τῆς Μονῆς Καρακάλλου.

-Καὶ τώρα γιὰ τὸ Καρακάλλου, πετάχτηκε καὶ εἶπε ὁ φίλος μου.

-Εἶναι μακρυά;

-Ὄχι. Σᾶν ἀνεβοῦμε αὐτὴ τὴν ἀνηφόρα, -καὶ μοὔδειξε τὸν λόγο ποὺ ἦταν στὸ βάθος τοῦ δρόμου- καὶ κατηφορίσουμε, θὰ φανῆ τὸ Μοναστήρι καὶ πιὸ κάτω ἡ θάλασσα.

-Ὡραῖο θέαμα, φαντάζομαι.

-Ναί. Πολὺ ὡραῖο.

-Μήπως δὲν εἶμαι χορτάτος ἀπὸ ὀμορφιά;

-Ζῆσέ την ὅσο μπορεῖς περισσότερο, γιατὶ οἱ μέρες σου λιγοστεύουν καὶ πρέπει νὰ φύγεις. Ζῆσέ την τώρα πρὶν τὴν ξανανοσταλγήσεις.

Κούνησα τὸ κεφάλι μου καὶ δὲν ξαναμιλήσαμε.

Σὰν φτάσαμε στὴν κορυφὴ τοῦ λόφου, ἀντικρύσαμε ἕνα μεγαλόπρεπο θέαμα. Τὸ κοίταξα ὥσπου σὲ λίγο τὰ ψηλὰ δένδρα μοῦ τὸ ἔκρυψαν. Γύρισα τότε τὸ κεφάλι μου πρὸς τὸ βουνὸ καὶ στὴν πυκνὴ βλάστηση, ποὺ ὀργίαζε κυριολεκτικά.

Ἀνάμεσα στοὺς κορμοὺς τῶν δένδρων προσπάθησα νὰ διακρίνω κανένα κελλί. Σὲ μικρὴ ἀπόσταση φάνηκε ἕνα, ἔπειτα σὰν προχωρήσαμε καὶ ἄλλο καὶ ἄλλο, καμία δεκαριά. Μικρὰ σπιτάκια μὲ τὴν ἐκκλησούλα τους καὶ τὴν περιοχή τους γεμάτη ἀπὸ φουντουκιές. Κατηφορίσαμε πρὸς τὴν θάλασσα. Φάνηκαν οἱ ἀρσανάδες καὶ ὁ παληὸς πύργος. Λίγη ὥρα ἀκόμα καὶ θὰ φτάναμε στοῦ Καρακάλλου.

Κάτω στὴν θάλασσα ἀρσανάδες καὶ ἕνας παληὸς πύργος σφηνωμένος στὰ βράχια πλάϊ στὴν θάλασσα. Ἡ παράδοσις ἀναφέρει γιὰ τοῦτον τὸν πύργο, ὅτι ὁ Ἡγεμόνας τῆς Βλαχίας Ἰωάννης Πέτρου, χτίζοντας τὸ Καθολικὸ τοῦ Καρακάλλου, ἔστειλε τὸν Σπαθάριό του, ποὺ τὸν λέγανε καὶ αὐτὸν Πέτρο, γιὰ νὰ κτίσει τὸ Μοναστήρι ποὺ εἶχε καταστραφῆ ἀπὸ τοὺς πειρατές.  Ὁ Σπαθάριος ἦρθε στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἀντὶ νὰ ξαναχτίσει τὸ Μοναστήρι, σφετερίστηκε τὰ χρήματα τοῦ ἡγεμόνα του καὶ ἔχτισε αὐτὸν ἐδῶ τὸν πύργο στὸ ἀκροθαλάσσι, γιὰ νὰ γλυτώσει τὰ πολλὰ ἔξοδα. Σὰν τελείωσε ὁ πύργος ὁ ἡγεμόνας τὸ ἔμαθε. Τότε, γεμᾶτος θυμό, διέταξε τὸν Σπαθάριο νὰ χτίσει χωρὶς ἄλλο τὸ Μοναστήρι, γιατὶ διαφορετικὰ θὰ τοῦ ἔπαιρνε τὸ κεφάλι. Ξανάστειλε καὶ ἄλλα χρήματα καὶ χτίστηκε τὸ Μοναστήρι. Ἡ παράδοσις συνεχίζει, ὅτι ὁ Ἡγεμόνας καὶ ὁ Σπαθάριός του, λίγο ἀργότερα γίνηκαν μοναχοὶ καὶ ὀνομάστηκαν καὶ οἱ δυό τους Παχώμιοι.

Λίγο πιὸ πάνω βρίσκεται τὸ Μοναστήρι. Ἕνας ἀνήφορος σὲ φέρνει σὲ αὐτό. Προχωρήσαμε πρὸς τὴν πόρτα. Ἡ ἴδια διαδικασία. Κατεβήκαμε ἀπὸ τὰ μουλάρια. Σταθήκαμε λίγο. Πάνω ἀπὸ τὴν βαρειὰ σιδερένια πόρτα ὑψώνεται ὁ πύργος, ὁ πιὸ ὄμορφος ἀπὸ ὅλους τοὺς πύργους τοῦ Ἁγίου Ὄρους, μὲ τὶς πολεμίστρες του, ποὺ καὶ ἐδῶ διηγοῦνται τὰ παληὰ δράματα ἀπὸ τὶς κουρσάρικες ἐπιδρομές. Εἶναι ὄμορφος ἐτοῦτος ὁ πύργος. Ἔχει τὴν ὀμορφιὰ τοῦ μεγάλου καὶ τοῦ δυνατοῦ καὶ σὲ αἰχμαλωτίζει μὲ τὸν ὄγκο του. Πιὸ ψηλὸς ἀπὸ ὅλα τὰ γύρω κελλιά, ὑψώνει τὸ κορμί του στὸν οὐρανό, γιὰ νὰ συναντηθῆ μὲ αὐτόν, νὰ κουβεντιάσει μὲ τὸν ἥλιο τὴν ἡμέρα, μὲ τὰ ἀστέρια καὶ τὸ φεγγάρι τὴν νύχτα. Στοργικὰ ἁπλώνει τὴν σκιά του στὸ Μοναστήρι καὶ κρύβει τὶς φωληὲς τῶν νυχτερίδων στὰ σκοτάδια του. Πῆρα τὴν ἀπόφαση νὰ ἀνεβῶ σὰν μποῦμε στὸ Μοναστήρι.

Πλησιάσαμε. Ὁ πορτάρης ζήτησε τὸ διαμονητήριο. Τοῦ τὄδωσα καὶ ἀφοῦ τοὔριξε μία ματιά, μοῦ τὸ ξανάδωσε. Μᾶς πῆγε στὸ ἀρχονταρίκι. Καὶ ἐδῶ οἱ ἴδιες διατυπώσεις, τὰ ἴδια ἐρωτήματα. Ἡ ἰδιότητα τοῦ φίλου μου ἔκανε κάποια αἴσθηση. Μᾶς πέρασαν στὸ σαλόνι καὶ μᾶς πρόσφεραν τὸ συνηθισμένο κέρασμα. Τὸ ἀρχονταρίκι εἶναι καθαρὸ καὶ πολὺ φωτεινό. Τὸ καλοκαίρι γεμᾶτο δροσιά. Βρίσκεις ἐκεῖ τὴν ξεκούραση ποὺ σοῦ χρειάζεται σὰν εἶσαι κουρασμένος. Νιώθεις τὴν γαλήνη στὴν ψυχή σου σὰν νὰ βρίσκεσαι ἀσφαλισμένος σὲ θαλασσινὸ λιμάνι. Βλέπεις ἀπὸ ἐκεῖ πάνω τὴν θάλασσα μὲ τοὺς ἀρσανάδες καὶ τὸν παληὸ πύργο, νὰ καθρεφτίζονται στὴν θάλασσα ποὺ ἡσύχαζε. Πιὸ δεξιά, ἡ σιλουέτα τοῦ Ἄθωνα, ποὺ στέκει σχεδὸν ἀπὸ πάνω σου καὶ σὲ κάνει νὰ νιώθεις τὸ πλάκωμα τῆς σκιᾶς του. Πιὸ πέρα καὶ λίγο ἀριστερότερα, τὸ καλντερίμι ποὺ φέρνει στὴν Λαύρα.

Θὰ τὸ περπατήσουμε καὶ αὐτό, σκέφτηκα.

Ἕνα καμπανάκι ποὺ χτύπησε ἐκείνη τὴν στιγμή, ἔκοψε τὶς σκέψεις μου.

-Εἶναι γιὰ τὴν Τράπεζα, μᾶς εἶπε ὁ ἀρχοντάρης. Θὰ πᾶτε ἢ μήπως προτιμᾶτε νὰ σᾶς ἑτοιμάσω κάτι ἐδῶ;

-Ὄχι, θὰ πᾶμε στὴν Τράπεζα. Εἶναι τὸ μόνο Κοινόβιο ποὺ ἐπισκεφτήκαμε καὶ θέλω νὰ ζήσω τὴν ζωή του ἀπὸ κοντά.

Μὲ γρήγορα βήματα κατεβήκαμε τὶς σκοτεινὲς σκάλες. Κατὰ περίεργο τρόπο, ὅλες οἱ σκάλες τοῦ Ἁγίου Ὄρους εἶναι σκοτεινές. Δὲν ἀνέβηκα οὔτε μία ποὺ νὰ ἔχει φῶς, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Παντοκράτορα στὴν νέα πτέρυγα.

Κατεβήκαμε στὴν αὐλή. Μικρή, χωρὶς πολλὰ κτίρια. Μόνο ἡ Τράπεζα καὶ τὸ Καθολικό. Ἔχει ὅμως ἕνα στολίδι. Εἶναι κατάφυτη ἀπὸ κυπαρίσσια σὲ μία δύο σειρές. Δὲν θυμᾶμαι ἀκριβῶς. Φτάσαμε στὴν πόρτα τῆς Τράπεζας. Σκοτεινή, ἂν καὶ ἦταν ἀκόμη μέρα. Στὰ Κοινόβια τρώνε νωρίς. Εἶχαν ἀνάψει τὶς λάμπες.

Πήραμε θέση γύρω ἀπὸ ἕνα τραπέζι κοντὰ στὴν πόρτα. Ἔῤῥιξα μία ἐπιφυλακτικὴ ματιὰ γύρω μου, ὥσπου νὰ ἔρθει ὁ ἡγούμενος. Σκιὲς μαυροντυμένες καθόντουσαν στὰ τραπέζια καὶ ἕνας-δύο ξένοι σὰν καὶ ἐμένα.

Γύρω οἱ τοῖχοι ζωγραφισμένοι, ἀπὸ χέρι ὄχι πολὺ ἔμπειρο. Στὰ δεξιά, κάτι ποὺ μοιάζει μὲ ἄμβωνα. Πρὶν τελειώσω τὴν παρατήρησή μου, φάνηκε ὁ ἡγούμενος. Ἕνας ἀσπρογένης ξανθός, μὲ τὸ μπαστούνι στὸ χέρι, ποὺ ἀπὸ τὴν κορυφή του κρεμόταν ἕνα κομποσχοίνι. Ῥώτησα γιὰ αὐτὸ τὸν φίλο μου.

-Τὸ κομποσχοίνι, εἶναι τὸ ὄργανο, ἂν μπορούσαμε νὰ τὸ ὀνομάσουμε ἔτσι, τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Οἱ μοναχικοὶ κανόνες ὁρίζουν, ὅτι ὁ μοναχὸς πρέπει νὰ προσεύχεται συνεχῶς, σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε». Ἔκει 100 ἢ 150 κόμπους καὶ στὸν κάθε κόμπο ποὺ περνάει ἀπὸ τὰ δάχτυλα, ὁ μοναχὸς ψιθυρίζει νοερά «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με». Αὐτὴ εἶναι ἡ νοερὰ προσευχή. Ἕνα τέτοιο κομποσχοίνι ἔχουν ὅλοι οἱ μοναχοὶ στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἀκόμα σὰν βγοῦν ἔξω ἀπὸ αὐτό, στὸν δικό σας κόσμο. Στὴν κορυφή του ἔχει ἕναν σταυρό.

Ὁ ἡγούμενος προχώρησε καὶ πῆρε θέσην στὴξ κεφαλὴ τῆς Τραπέζης ποὺ σχημάτιζε ἕνα Π.

Ἕνας μοναχὸς μὲ μονότονη φωνὴ εἶπε τὴν προσευχή. Μία προσευχή, ποὺ ἐμεῖς ποὺ ζοῦμε στὸν κόσμο δὲν τὴν ξέρουμε. Εἶναι εἰδικὴ προσευχὴ καὶ λέγεται μόνο πρὶν ἀπὸ τὸ βραδυνὸ φαγητό.

Ὁ ἡγούμενος εὐλόγησε τὴν τράπεζα καὶ καθήσαμε ὅλοι στὶς θέσεις μας. Ἀρχίσαμε νὰ τρῶμε ἀμίλητοι. Ἕνας καλόγερος πάνω στὸν ἄμβωνα διάβαζε σχεδὸν ψαλτὰ τὴν ζωὴ καὶ τὸν βίο ἑνὸς Ἁγίου σὲ μία ἀρχαϊκὴ γλῶσσα. Οἱ καλόγεροι σὲ ὅλο τὸ Ἅγιον Ὄρος ἔχουν μία προτίμηση στὴν καθαρεύουσα καὶ πιὸ πολὺ στὶς ἀρχαίες φράσεις, ποὺ πολλὲς φορὲς τὶς λένε χωρὶς νὰ τὶς καταλαβαίνουν.

Τρώγαμε ἀμίλητοι. Σὲ μία στιγμὴ ἀκούστηκε ἕνας χτύπος ἀπὸ τὸ μέρος ποὺ βρισκόταν ὁ ἡγούμενος καὶ ὁ διαβαστὴς σταμάτησε τὸ διάβασμα γιὰ νὰ πῆ τό· «Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων...». Σὰν τελειώσε πῆρα τὸ ποτήρι στὸ χέρι καὶ ἔκανα ὅτι ἔκαναν καὶ οἱ ἄλλοι. Τὸ ἔφερα στὰ χείλη μου, ἀφοῦ ἔκανα τὸν σταυρό μου πρὶν πιῶ. Στὰ Κοινόβια, πρὶν φᾶς καὶ ἀκόμα πρὶν πιεῖς, πρέπει νὰ κάνεις τὸν σταυρό σου, ἀλλιῶς θὰ σὲ παρεξηγήσουν καὶ θὰ σκεφτοῦν ὅτι δὲν πιστεύεις σὲ τίποτα πιστὰ καὶ θερμά.

Εἴχαμε φάει. Οἱ μοναχοί, σκυφτοὶ στὸ πιάτο τους, ἔτρωγαν ἢ ἔπιναν τὸ κρασί του ἐλεύθερα, μιὰ καὶ ὁ ἡγούμενος ἔδωσε τὸ σύνθημα. Εἶναι καὶ αὐτὸ κάτι ἀφοῦ τὸ ὁρίζουν οἱ μοναχικοὶ κανόνες. Φοροῦν τὸ κοινοβιάτικο καλογερικὸ καλυμμαύχι τους χαμηλὰ στὰ μάτια καὶ τὸ κουκουλί τους, ποὺ εἶναι κατὰ κάποιον τρόπο τὸ δακτυλίδι τῶν ἀῤῥαβώνων τους μὲ τὸν Χριστό, καὶ τὸ τραβοῦν ὥστε νὰ σκεπάζουν σχεδὸν ὁλόκληρο τὸ πρόσωπο καὶ νὰ ἀφήνουν μονάχα τὰ μάτια τους ἀσκέπαστα. Ἀπαγορεύεται αὐστηρὰ νὰ σηκώσεις τὸ βλέμμα στοὺς ἄλλους, γιὰ νὰ μὴν διακόπτεται καὶ ξεφεύγει ἡ σκέψις ἀπὸ τὴν ζωὴ τοῦ Ἁγίου ποὺ διαβάζουν, γιὰ νὰ παρακινηθῆς καὶ ἐσὺ νὰ τὸν μιμηθῆς. Γιὰ κουβέντα, οὔτε λόγος νὰ γίνεται.

Ὁ ἡγούμενος, στὴν μέση τῆς Τράπεζας, ἔχει κάτω ἀπὸ τὸ βλέμμα του ὅλα τὰ πρόσωπα καὶ μονάχα αὐτὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κοιτάξει. Ἂν δεῖ κάποιον νὰ παρεκτραπῆ, δὲν διακόπτει τὴν ἡσυχία τοῦ φαγητοῦ μὲ παρατήρηση. Μονάχα σὰν τελειώσει ἡ Τράπεζα, καλεῖ τὸν παραβάτη καὶ ἀφοῦ συμβουλευτῆ καὶ τοὺς ἄλλους Προϊσταμένους, τοῦ βάζει τιμωρία. Ἡ πιὸ συνηθισμένη τιμωρία, εἶναι νὰ τὸν ὑποχρέωσει νὰ κάνει κομποσχοίνι στὴν μέση τῆς Τραπέζης. Ὑπάρχει εἰδικὰ γιὰ αὐτὴν τὴν δουλειά, ἕνα μεγάλο κομποσχοίνι. Στέκεται ἐκεῖ ὄρθιος καὶ προσεύχεται, ἐνῶ οἱ ἄλλοι τρῶνε μηχανικὰ τὸ λιτὸ φαγητό τους. Σκληρὴ ἡ ταπείνωσις, μὰ αὐτοὶ ποὺ τὴν σκέφθηκαν θὰ εἶχαν τοὺς λόγους του. Πρέπει, λένε, ὁ μοναχὸς νὰ ταπεινωθῆ, γιατὶ ὁ ἐγωϊσμὸς εἶναι ἕνα διακριτικὸ ἁρματωλότητας. Μονάχα ἔτσι, θὰ μπορέσεις νὰ κέρδισεις τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, κατὰ τὸν θεῖον ὁρισμόν: «Ὑπερηφάνοις ὁ Θεὸς ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν».

Ἐδῶ ἔχει μεγάλη αὐστηρότητα. Ἂν κανένας ἀμελήσει τὰ θρησκευτικά του καθήκοντα, μποροῦν νὰ τὸν τιμωρήσουν. Αὐτὸ βέβαια θὰ ἐξαρτηθῆ ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπή τοῦ Μοναστηριοῦ.

Κατὰ τὴν ἔξοδό μας ἀντίκρυσα μία σκηνὴ ποὺ μοῦ ἔκανε ἐντύπωση. Μόλις τελείωσε ἡ προσευχὴ τῆς εὐχαριστίας, ἀρχίσαμε ὅλοι νὰ βγαίνουμε ἔξω. Δεξιὰ ἀπὸ τὴν πόρτα, ὁ ἡγούμενος, μὲ σηκωμένο τὸ δεξὶ χέρι σὲ στάση εὐλογίας στεκότανε γιὰ νὰ περάσουμε ὅλοι. Ἀριστερά του στεκόταν ἕνα καλόγερος μισογονατισμένος, ἐνῶ ὅλοι ποὺ βγαίναμε ἀπὸ τὴν Τράπεζα, χαιρετούσαμε μὲ μία ὑπόκλιση. Μὲ αὐτὴ τὴν ὑπόκλιση, ὑπὸ τὰς εὐλογίας τοῦ ἡγουμένου, εὐχαριστοῦμε, πρῶτα αὐτὸν ποὺ μᾶς εὐχαρίστησε διὰ τῆς σωματικῆς τραπέζης καὶ τῆς πατρικῆς εὐλογίας καὶ συγχρόνως ὅτι δίνουμε εὐλογία στὸν γονατιστὸ μοναχό, μήπως δὲν μείναμε εὐχαριστημένοι ἀπὸ τὸ μαγείρεμά του. Πόση ἔννοια καὶ βαθύτητα ὅπως καὶ πνευματικὴ ἀλληλουχία, μακρυὰ ἀπὸ κάθε πάθος καὶ ἐγωϊσμό, ἔχουν αὐτὲς οἱ μετρημένες λεπτομέρειες τῆς Κοινοβιακῆς τάξεως, ποὺ ἀποβλέπουν στὴν πνευματικὴ καλλιέργεια καὶ πρόοδο γιὰ τὴν μόρφωση ἑνὸς εὐαγγελικοῦ χαρακτῆρα.

Ἀμέσως οἱ κοινοβιάτες πατέρες πήρανε τὴν κατεύθυνση ποὺ ἔπρεπε, δηλαδή, πῆγε καθένας στὸ διακόνημά του. Ὕστερα καὶ ἀπὸ τὸν τελευταῖο ποὺ βγῆκε ἀπὸ τὴν Τράπεζα, ὁ τραπεζάρης ἔκλεισε τὴν πόρτα καὶ μαζὶ μὲ τὸν βοηθό του σήκωσαν τὰ πιάτα καὶ σκουπίσανε γιὰ νὰ εἶναι ἕτοιμη τὴν ἄλλη ἡμέρα.

Λίγο πιὸ πέρα ἔστεκε ὁ ἡγούμενος, δίνοντας ὁδηγίες σὲ κάτι διακονητὰς πατέρας.

-Πρέπει νὰ τὸν γνωρίσεις, μοῦ εἶπε ὁ φίλος μου, γιατὶ εἶναι μεταξὺ τῶν ἄλλων, σημαντικὸ στέλεχος τοῦ Ἁγίου Ὄρους.

Τὸν πλησίασα μὲ σεβασμό, τὸν χαιρέτησα καὶ μὲ σύστησε σὲ αὐτὸν κατὰ τὴν τάξη. Ἐκεῖνος, ποὺ τὸ παρουσιαστικό του εἶναι μεγαλοπρεπὲς καὶ ἀξιοσέβαστο, μὲ πολὺ εὐγένεια μᾶς συνόδεψε στὸ Ἡγουμενεῖο, ποὺ βρίσκεται κοντὰ στὸ Συνοδικὸ καὶ διέταξε ἔκτακτο κέρασμα.

-Δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω καὶ πολύ, μᾶς εἶπε στὴν ἀρχή, γιατὶ ἐπειδὴ εἶστε βιαστικοί, πρέπει τώρα νὰ δῆτε ὅ,τι μπορέσετε. Πῶς λοιπόν, σᾶς φάνηκε κύριέ μου, ἡ τάξις τοῦ Μοναστηριοῦ μας;

-Πιστέψτε με, ἅγιε καθηγούμενε, ὅτι αἰσθάνθηκα ζωηρὰν ἐντύπωσιν ἀπὸ τὸ τυπικὸν καὶ τὴν ἐν γένει διαβίωσιν ἐδῶ στὸ Κοινόβιον ἀπὸ τὰς κατὰ σειρὰν Ἰδιοῤῥύθμους Μονὰς ποὺ ἕως τώρα ἐπισκέφτηκα. Εἶναι φανερόν, ὅτι εἰς τὰ Ἰδιόῤῥυθμα πρέπει νὰ ἔχει κανεὶς ἰδίας πνευματικὰς δυνάμεις, ἐνῶ ἡ στρατιωτικὴ θὰ ἔλεγα τάξις τοῦ Κοινοβίου καὶ ἡ ὑποχρεωτικὴ ὑπακοὴ σὲ κάθε μεγαλύτερο, ὄχι μόνο τῆς ἀπαραιτήτου ἐκπληρώσεως τῶν μοναχικῶν ὅρων καὶ θεσμῶν εἰς τοὺς προθύμους, ἀλλὰ ἀναγκάζει καὶ ὠθεῖ τοὺς ῥαθύμους καὶ ἀμελεῖς, ὅπως ἀνταποκριθοῦν εἰς τὰ καθήκοντά τους. Δὲν παραλείπω δὲ νὰ σᾶς προσθέσω, ὅτι κατὰ τὴν γνώμη μου, τοῦτο ὀφείλεται κατὰ μέγα μέρος εἰς τὴν προσωπικὴν μέριμναν καὶ τὴν πατρικὴν παρακολούθησιν ποὺ ἀσκεῖ εἰς τὸ Κοινόβιον τὸ πρόσωπον τοῦ ἡγουμένο. Ἡ Μονή σας, θέλω νὰ πιστέψω, ὅτι εἶναι μία ἐξ ἐκείνων ποὺ διακρίνονται διὰ τὴν παραδειγματικὴν τάξιν καὶ τὴν πνευματικὴν ζωήν.

-Θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ σᾶς συγχαρῶ διὰ θὰ τὰς βαθυστοχάστους κρίσεις καὶ διατυπώσεις, μοῦ ἀπάντησε ὁ ἡγούμενος Παῦλος, μὲ κάποια ἔκδηλη ἔκφραση ἐσωτερικῆς ἱκανοποίησης. Πάντως, θὰ πρέπει νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι εἰς ὅλα τὰ ἐν Ἁγίῳ Ὄρει συστήματα διαβιώσεως τῶν μοναχῶν, δὲν λείπουν οἱ ἀκάματοι καὶ ἐν πολλοῖς ἐργάται τῆς ἀρετῆς.

Ὁ χρόνος δὲν μᾶς ἄφησε νὰ συνεχίσουμε τὴν ἐνδιαφέρουσα καὶ ἐποικοδομητικὴ αὐτὴ συζήτηση, ποὺ διέκοψε ἕνας μᾶλλον νέος μοναχός, ποὺ ἦρθε ἀπὸ κάπου ἐκεῖ κοντά, κρατῶντας δύο πορτοκαλάδες σὲ ἕναν δίσκο.

-Πᾶρτε, μᾶς εἶπε ὁ ἡγούμενος, ἕνα ἀναψυκτικό, τώρα δὲν εἶναι ἡ ὥρα κατάλληλη γιὰ ἄλλου εἴδους κέρασμα.

Βιαστικὰ-βιαστικὰ τὸν ἤπιαμε, καὶ ἄφοῦ τὸν εὐχαριστήσαμε, ῥώτησα ἂν ἐπιτρέπεται νὰ ἀνεβοῦμε στὸν πύργο.

-Βεβαίως, ἀπάντησε.

Τὸν χαιρέτησα κατὰ τὴν τάξη καὶ χωρὶς καθυστέρηση φθάσαμε στὸν πύργο καὶ ἄρχισα νὰ ἀνεβαίνω τὰ σκαλοπάτια γρήγορα-γρήγορα. Σὰν ἔφτασα στὴν ταράτσα ἀκούμπησα λαχανιασμένος καὶ ἔριξα ἕνα βλέμμα γύρω μου. Ἐξαίσιο καὶ ἀσυλλήπτο μεγαλεῖο. Πῶς νὰ τὸ περιγράψεις;

Ἡ θάλασσα γαληνεμένη καὶ ἥρεμη αὐτὴ τὴν ὥρα. Ῥεματιὲς σκοτεινιασμένες, λόφοι κατάφυτοι. Ὄμορφο καὶ ἀξέχαστο θέαμα. Τιτιβίσματα πουλιῶν γύρω ἀπὸ τὸ Μοναστήρι, χαρούμενα κρωξίματα κουκουβάγιας· λίγο μακρύτερα, σὲ μία λαγκαδιά, ἕνα τσακάλι ἄρχισε νὰ καλῆ τὴν συντροφιά του. Ξεχάστηκα ἐκεῖ ὥρα πολὺ καὶ μόνο τὸ τράβηγμα τοῦ φίλου μου μὲ ξύπνησε. Πετάχτηκα σὰν τρομαγμένος.

Κατεβήκαμε γρήγορα τὰ σκαλιά, πιὸ γρήγορα ἀπὸ ὅτι τὰ εἴχαμε ἀνέβει. Προχωρήσαμε πάλι ατὴν ἐκκλησία. Ἀπὸ τὸν Νάρθηκα ἀνεβήκαμε μερικὰ σκαλιὰ στριφογυριστά, κατασκότεινα. Ὁ βιβλιοθηκάριος μᾶς περίμενε. Εἶχε ἀνοιχτὴ τὴν πόρτα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἐρχόταν λιγοστὸ φῶς ποὺ φώτιζε τὰ σκαλιὰ. Περάσαμε τὴν πόρτα καὶ μπήκαμε σὲ ἕνα εὐρύχωρο φωτεινὸ δωμάτιο, τὴν Βιβλιοθήκη. Θαυμάσια τακτοποιημένη, στὸ ἴδιο σχέδιο μὲ αὐτὴ τοῦ Παντοκράτορος.

Μᾶς δείξανε μερικοὺς κώδικες ἀπὸ περγαμηνὴ τοῦ 9ου αἰώνα καὶ ἄλλους τοῦ 11ου. Οἱ περισσότεροι τετραβάγγελα. Σὲ μία βιτρίνα ἕνα εἰλητάριο μὲ τὴν λειτουργία τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. Μᾶς ἔδειξε ἔντυπα καὶ ἄλλα χειρόγραφα καὶ ἀρχέτυπα σπάνιων ἐκδόσεων. Στὴν βιβλιοθήκη βρῆκα τὴν εὐκαιρία νὰ ῥωτήσω γιὰ τὸ Μοναστήρι. Ὁ γέρος μοναχὸς μοῦ εἶπε, ὅτι δὲν εἶναι γνωστὸ πότε ἱδρύθηκε. Στὸ Γ΄ Τυπικὸ ὅμως ἀναφέρεται ὡς τρίτο στὴν σειρὰ τῶν Μοναστηριῶν. Κάηκε πολλὲς φορές, μὰ ξαναχτίστηκε. Εὐτυχῶς ὅλες τὶς φορὲς μπόρεσαν νὰ σώσουν τὴν Βιβλιοθήκη. Στὸ κτίσιμο βοήθησαν κατὰ καιροὺς οἱ ἡγεμόνες τῆς Βλαχίας.

Μιλοῦσε εὐχάριστα ὁ γέρος. Φαινότανε μορφωμένος. Τὸ ἀρνήθηκε ὅμως, ὅταν τὸν ῥώτησα. Τὸν εὐχαριστήσαμε καὶ κατεβήκαμε τὴν σκοτεινὴ σκάλα μὲ ἀργὰ καὶ προσεχτικὰ βήματα. Περάσαμε πάλι ἀπὸ τὸν Νάρθηκα ποὺ ἦταν ζωγραφισμένος ἀδέξια.

Ἡ νύχτα εἶχε πέσει. Ξάπλωσα στὸ κρεβάτι, μὰ μὲ ὅλη τὴν ἡσυχία δὲν μπόρεσα νὰ κοιμηθῶ. Οἱ σκέψεις μου πετοῦσαν μακρυά, μπερδευόντουσαν μὲ ἐντυπώσεις καὶ ἔδιωχναν μακρυὰ τὸν ὕπνο. Στριφογύρισα πολὺ ὥσπου νὰ κοιμηθῶ.

Τὰ ὄνειρά μου καὶ αὐτὰ ταραγμένα. Ξαναζοῦσα τὰ Μοναστήρια ποὺ πῆγα σὲ ἕνα παράξενο μπέρδεμα. Ἔβλεπα τὴν ἀγρυπνία τοῦ Παντοκράτορος, τὴν Βιβλιοθήκη τοῦ Βατοπεδίου, τὴν Ἰβήρων, τοῦ Σταυρονικήτα, καὶ τὴν μορφὴ τοῦ γέροντα Μακάριου μὲ τὰ φυσεκλίκια του μπροστὰ στοῦ Ζωγράφου. Μορφὲς ἁγιορείτικες μὲ τὰ κουκούλια τους, μαυροντυμένες. Βιβλία ἀνοιγμένα, πύργους μὲ πολεμίστρες, κτίρια, ἀρχονταρίκια καὶ ἀγριεμένους πορτάρηδες. Ἀνήσυχος ὕπνος, ποὺ ἔδειχνε τὴν κούραση στὸ σῶμά μου.

Ἔπειτα ἄλλαξε τὸ σκηνικό. Βρέθηκα στὸ σπίτι μου μέσα στὸ γνώριμο περιβάλλον. Σκεπτόμουνα νὰ πάω στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ παράξενα, μιὰ καὶ τὸ γνώριζα δὲν ἤθελα νὰ πάω μὲ κανέναν τρόπο.

Καὶ πάλι τὸ σκηνικὸ ἄλλαξε. Βρισκόμουνα σὲ ἕνα πόλεμο. Τὰ κανόνια μὲ ξεκούφαιναν. Αἵματα γύρω μου, σκοτωμένοι, καὶ ἐγὼ προσπαθοῦσα νὰ φυλαχτῶ ἀπὸ τὶς σφαῖρες. Ἔπειτα ὁ πόλεμος γίνηκε μεγάλη παρέλασις. Τὰ κανόνια δὲν σκότωναν, μὰ τιμοῦσαν μὲ ὁμοβροντίες κάποια μεγάλη προσωπικότητα. Ἡ σκοτεινὴ ἡμέρα γίνηκε ἡλιόλουστη, κραυγὲς ἀκουγόντουσαν καὶ τύμπανα.

Ἦταν τὸ χειροσήμαντρο καὶ οἱ καμπάνες ποὺ καλοῦσαν τοὺς μοναχοὺς στὴν νυχτερινὴ ἀκολουθία. Οἱ ζητωκραυγὲς δὲν ἦταν τίποτε ἄλλο παρὰ τό·  «Δι’ εὐχῶν» ἑνὸς μοναχοῦ ποὺ τοῦ εἶχαν ἀναθέσει νὰ ξυπνήσει τοὺς ἄλλους.

Σηκώθηκα καὶ ἀφοῦ ἔριξα λίγο νερὸ στὰ μάτια μου, ἄνοιξα τὴν πόρτα. Στὸν διάδρομο βρῆκα τὸν φίλο μου καὶ χωρὶς νὰ ποῦμε κουβέντα, νυσταγμένοι ἀκόμα, κατεβήκαμε τὴν σκάλα ποὺ τὴν φώτιζε μία μικρὴ λάμπα πετρελαίου. Ἀπὸ μακρυὰ ἀκουγότανε τὸ μουρμουρητὸ τοῦ καλόγερου ποὺ διάβαζε.

Μπήκαμε στὴν ἐκκλησία. Τὸ ἴδιο βυζαντινὸ περιβάλλον καὶ ἐδῶ, οἱ ἴδιες μονότονες φωνὲς στοὺς χορούς, τὸ ἴδιο γλυκὸ καὶ χαμηλὸ φῶς τῶν κεριῶν. Καμία διαφορὰ ἀπὸ τὶς ἄλλες ἀκολουθίες. Προσκύνησα τὶς εἰκόνες καὶ κάθησα σὲ ἕνα στασίδι. Ξανασηκώθηκα γιὰ νὰ κάνω μία μικρὴ ἐξερεύνηση στὰ γύρω. Φεύγοντας ἔνιωσα τὸ βλέμμα τοῦ μοναχοῦ νὰ πέφτει ἐπιτιμητικὰ πάνω μου.

Τράβηξα στὸ παρεκκλήσι ποὺ βρίσκεται μέσα στὴν ἐκκλησία. Στὰ ἀριστερά, ἕνα καντήλι φώτιζε μία ζωγραφισμένη μορφὴ στὸν τοῖχο. Δὲν ἔμοιαζε μὲ Ἅγιο. Πῆγα κοντὰ καὶ κοίταξα περίεργα. «Αὐτοκράτωρ Καρακάλλας», διάβασα. Φαίνεται, πὼς σὲ μία μακρινὴ ἐποχὴ οἱ καλόγεροι, θέλοντας νὰ στηρίξουν μία παράδοση, ὅτι τἄχατες ἱδρύθηκε ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Καρακάλλα, τὸν ζωγράφισαν στὸν τοῖχο. Στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅλα τὰ Μοναστήρια, ἀπὸ τὰ παλιὰ τὰ χρόνια ἀκόμα, νόμιζαν, ὅτι ἦταν ἀπαραίτητο νὰ λένε, ὅτι τὸ Μοναστήρι τους ἱδρύθηκε ἀπὸ κάποιον βασιλιὰ ἢ αὐτοκράτορα ἢ ἡγεμόνα. Τὸ θεωροῦσαν ταπεινὸ νὰ ποῦνε ὅτι τὸ ἔκτισε κάποιος θνητὸς ποὺ στὶς φλέβες του δὲν ἔτρεχε γαλάζιο αἷμα.

Προχώρησα μέσα στὸ παρεκκλήσι. Ἐκεῖ εἶδα μία εἰκόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων. Μοῦ ἔκανε ἐντύπωση. Εἶναι θαυμάσιο ἔργο τέχνης καὶ τοὺς παρουσιάζει νὰ ἀλληλοασπάζονται. Θαυμάσιο ἔργο τέχνης. Στάθηκα λίγο καὶ τὴν θαύμασα. Βρῆκα ἕνα στασίδι καὶ κάθησα. Κανένας δὲν μὲ ἐνοχλοῦσε, κοίταξα ὅλο τὸ παρεκκλήσι. Βυζαντινό, μὲ ὡραῖες εἰκόνες, μὲ τοιχογραφίες νέας τέχνης, μὰ ὄχι ἄσχημες.

Γύρισα πάλι στὴν κυρίως ἐκκλησία καὶ περίμενα νὰ τελειώσει ὁ Ὄρθρος. Σὰν τελείωσε, πλησίασα στὸ Ἱερὸ καὶ παρακάλεσα νὰ μᾶς δείξουν τὰ λείψανα. Μὲ εὐλάβεια ἀνάπνευσα τὸ θεῖο ἐκεῖνο ἄρωμα μὲ τὸ ὁποῖο τίμησε ὁ Θεὸς τοὺς Ἁγίους Του. Ἔκανα κανα-δυὸ μετάνοιες. Στὴν ἀρχὴ ἦταν τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα, μετὰ τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου, τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς, τοῦ Ἁγίου Τρύφωνος καὶ τελευταῖο τοῦ Ὁσιομάρτυρος Γεδεών, μοναχοῦ τοῦ Μοναστηριοῦ ποὺ μαρτύρησε στὸν Τύρναβο.

Ἡ νύχτα ἦταν βαθειὰ καὶ τὸ σκοτάδι πυκνό. Βγαίνοντας ἀπὸ τὴν ἐκκλησία πήγαμε στὸ ἀρχονταρίκι. Ὁ πάντοτε πρόθυμος ἀρχοντάρης μᾶς σέρβιρε καφέ. Καθήσαμε στὸ σαλόνι καὶ περιμέναμε νᾶ ξημερώσει κουβεντιάζοντας κάπου-κάπου. Πέρασε ἔτσι μία ὥρα σὰν ἄρχισε νὰ χαράζει. Πήγαμε νὰ ἑτοιμαστοῦμε γιατὶ θὰ φεύγαμε μὲ τὸ πρῶτο φῶς τῆς αὐγῆς.

Ἡ θάλασσα ἄρχισε σιγὰ-σιγὰ νὰ παίρνει τὸ χρῶμά της. Σὲ λίγο, πέρα στὸ βάθος, ἐκεῖ ποὺ νομίζεις ὅτι τελειώνει ὁ κόσμος, φάνηκε μία πυρκαϊὰ ποὺ φεγγοβολοῦσε γύρω στὴν θάλασσα, καὶ τῆς ἔδινε ἕνα ἀπερίγραπτιο ὡραῖο χρῶμα. Στάθηκα ἄφωνος νὰ τὴν κοιτάζω.

-Εἶναι ἡ ἀνατολή, τὸ ξημέρωμα, ἀκούστηκε ἡ φωνὴ τοῦ φίλου μου.

Τοῦ ἀπάντησε μὲ ἕνα μουρμουρητὸ γιατὶ δὲν ἤθελα νὰ χάσω αὐτὸ τὸ θέαμα. Κάθησα κολλημένος στὸ τζάμι μέχρι ποὺ ἔφυγαν καὶ τὰ τελευταῖα σκοτάδια ἀπὸ τὶς πιὸ σκοτεινὲς γωνίες καὶ τὸ φῶς κυρίαρχο πιὰ γέμισε τὰ πάντα ὁλόγυρα. Τότε ἀποτραβήχτηκα καὶ μὲ ἕνα σφίξιμο τοῦ χεριοῦ εὐχαρίστησα τὸν ἀρχοντάρη.

Στὴν ἔξοδο, ὁ ἡγούμενος μᾶς περίμενε νὰ μᾶς χαιρετήσει. Τὸν εὐχαριστήσαμε καὶ ἀφοῦ τὸν χαιρετήσαμε μὲ σεβασμό, ἀνεβήκαμε στὰ μουλάρια ποὺ ὁ συνεπὴς Ἠλίας τὰ εἶχε ἕτοιμα καὶ ξεκινήσαμε.

***

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ.

  Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ. Ὁ ἱερομόναχος Ἄνθιμος Παντοκρατορινός (κατὰ κόσμον Ἀντώνιος Κατσαλιάκης,...