Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2024

ΠΕΡΙΗΓΗΣΙΣ ΣΤΟΝ ΑΘΩΝΑ 1969. Κεφάλαιον ΣΤ΄. Διανυκτέρευση σὲ Κελλί

 

Κεφάλαιον ΣΤ΄. Διανυκτέρευση σὲ Κελλί

Στὴν πόρτα καὶ λίγο πιὸ κάτω, μᾶς περίμενε ὁ Ἠλίας κρατῶντας ὅπως πάντα τὰ γκέμια τῶν μουλαριῶν. Ἀνεβήκαμε στὴν ῥάχη τους καὶ σὲ λίγο βρισκόμαστε σὲ ἕνα παραθαλάσσιο μονοπάτι, ἀνάμεσα σὲ φουντωτοὺς θάμνους. Προχωρούσαμε καμαρώνοντας τὴν θάλασσα ἐτούτη τὴν βραδινὴ ὥρα. Ἐρημιὰ βασίλευε παντοῦ. Κανένας περαστικὸς στὸν δρόμο. Μονάχα τὰ κελαηδήματα μᾶς συνοδεύανε στὸ βραδινό μας περίπατο, καθὼς τὰ ῥυθμικὰ βήματα τῶν μουλαριῶν ἀκουγόντουσαν πάνω στὶς πέτρες καὶ τὰ χαλίκια. Προχωρούσαμε ἔτσι κάπου μία ὥρα, χωρὶς νὰ ἀντικρύσουμε οὔτε σπίτι οὔτε καλύβι, κάτι ποὺ νὰ μᾶς δείχνει ὅτι στὸν τόπο αὐτὸ ὑπάρχει ζωή. Ξαφνικά, πίσω ἀπὸ ἕνα λοφάκι, ξεπρόβαλε μεγαλόπρεπος ἕνας τεράστιος πύργος. Οἱ τελευταῖες ἀκτίνες τοῦ ἥλιου ποὺ ἔσβηνε πίσω ἀπὸ τὶς χαμηλὲς κορυφὲς τῶν λόφων, τοῦ δίνανε μία παράξενη ὀμορφιά.

-Ποιό Μοναστήρι εἶναι αὐτό;, ῥώτησα.

-Δὲν εἶναι Μοναστήρι, ὅπως μοῦ ἐξήγησε ὁ φίλος μου. Εἶναι ἕνας παληὸς πύργος ποὺ ἀνήκει στὸ Μοναστήρι τοῦ Κουτλουμουσίου. Κατὰ τὴν παράδοση, στὰ παληὰ χρόνια, ἐδῶ ἦταν χτισμένο τὸ Μοναστήρι. Καταστράφηκε ὅμως ἀπὸ τοὺς πειρατάς. Οἱ μοναχοὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, γιὰ νὰ γλιτώσουν μιὰ γιὰ πάντα ἀπὸ τὶς ἐπιδρομές τους, ζήτησαν ἀλλοῦ καταφύγιο καὶ βρῆκαν σὰν τὴν πιὸ κατάλληλη θέση τὴν περιφέρεια τῶν Καρυῶν, ἐκεῖ ποὺ βρίσκεται τὸ σημερινὸ Μοναστήρι. Ἔτσι, τὸν 11ο αἰῶνα χτίστηκε τὸ Κουτλουμούσι, ποὺ σοῦ μίλησα γιὰ αὐτὸ στὶς Καρυές. Ὁ πύργος αὐτὸς εἶναι σὰν τοὺς ἄλλους ποὺ συναντᾶς σὲ κάθε Μοναστήρι. Χρειάστηκε καὶ αὐτὸς γιὰ τὴν ἴδια δουλειά. Νὰ σπάζει τὴν ὁρμὴ τῶν πειρατῶν καὶ νὰ προστατεύει τὸ Μοναστήρι. Στοὺς τοίχους εἶναι ἀνοιγμένες πολεμίστρες. Ἀπὸ αὐτὲς οἱ καλόγεροι πολεμοῦσαν προστατευμένοι ἀπὸ τὸ πάχος τῶν τοίχων. Καυτὸ λάδι καὶ μεγάλες πέτρες ποὺ τἂ ἔῤῥιχναν ἀπὸ τὸ ὕψος του, ἦταν τὰ μόνα τους ἀμυντικὰ ὅπλα καὶ μὲ αὐτὰ μπόρεσαν πολλὲς φορὲς νὰ ἀποκρούσουν τοὺς βαρβάρους ὅταν καμία φορὰ ἡ δύναμή τους δὲν ἦταν πολὺ μεγάλη.

Μὲ τέτοιους ἀγωνιστὰς καὶ μὲ τέτοιες θυσίες, κρατήθηκαν καὶ φυλάχθηκαν τὰ κειμήλια καὶ οἱ θησαυροὶ τῶν Μοναστηριῶν. Ἀγῶνες σκληροὶ ἔγιναν σὲ αὐτὸ τὸν τόπο. Δὲν ἦταν μονάχα ἀγῶνες γιὰ νὰ σώσουν τὴν ζωή τους, μὰ ἀγῶνες νὰ διαφυλαχθοῦν τὰ ἱερὰ καὶ τὰ ὅσια, καθὼς καὶ τὰ κειμήλια τῶν Μοναστηριῶν, ποὺ ἐκείνη τὴν ἐποχὴ δὲν εἶχαν τὴν ἀξία ποὺ ἔχουν σήμερα, ἀποτελοῦσαν ὅμως παρακαταθήκη τῶν Πατέρων καὶ γι’ αὐτὸ ἱερή.

Ὁ πύργος αὐτὸς μὲ τὴν γύρω περιοχή του εἶναι ἡ Καλληάγρα. Στὰ ὑπόγειά του βρίσκουν τὴν σιγουριὰ ἀπὸ τὴν ἀγριεμένη θάλασσα, ψαράδικες βάρκες καὶ μικρὰ καΐκια, σὰν ἡ τρικυμία τὰ κλείσει στὸ μικρὸ ἐτοῦτο λιμάνι. Δὲν σταματήσαμε νὰ τὸν δοῦμε ἀπὸ κοντά, γιατὶ ἡ ὥρα περνοῦσε καὶ πολὺ γρήγορα θὰ μᾶς τύλιγε τὸ σκοτάδι καὶ ἡ ἀπέραντη σιωπή.

Προχωρούσαμε κουβεντιάζοντας κάπου-κάπου γιὰ κοινὰ θέματα. Σὲ μία ὥρα φθάσαμε στὸ Μοναστήρι τοῦ Σταυρονικήτα. Ἡ ὥρα εἶχε περάσει πιά, καὶ οἱ βαρειὲς σιδερένιες πόρτες ἦταν μανταλωμένες. Μὴ ἔχοντας σκοπὸ νὰ μείνουμε τὸ βράδυ ἐκεῖ δὲν χτυπήσαμε ἂν καὶ θὰ μπορούσαμε νὰ τὸ κάνουμε μιὰ καὶ ὁ φίλος μου ἦταν πολὺ γνωστός.

Κανονικά, ὅταν οἱ πόρτες ἑνὸς Μοναστηριοῦ κλείσουν, δὲν ἀνοίγουν παρὰ μονάχα τὸ πρωΐ. Ὅταν ὁ πορτάρης κλείσει τὴν πόρτα, παραδίνει τὸ κλειδὶ στὴν ἀρχὴ τοῦ Μοναστηριοῦ, γιὰ νὰ τὸ ξαναπάρει τὸ πρωΐ. Σὲ περιπτώσεις ποὺ συμβαίνει κάτι ἔκτακτο καὶ σοβαρό, τότε συνέρχεται ἡ Σύναξις καὶ ἀποφασίζει ἂν πρέπει νὰ ἀνοίξει ἢ ὄχι.

Περάσαμε κοντὰ ἀπὸ τὸ Μοναστήρι καὶ ἀπὸ σεβασμὸ κατεβήκαμε ἀπὸ τὰ ζῶα. Ἔῤῥιξα μία ματιὰ ὁλοτρόγυρα. Μικρὸ Μοναστήρι εἶναι τοῦ Σταυρονικήτα καὶ ὅπως μοῦ εἶπαν, στενάχωρο ἀκόμα καὶ στὸ ἐσωτερικό του. Γυρόφερα τὴν μεριὰ ποὺ μπορεῖ νὰ δῆ κανείς. Εἶναι, τὸ μισὸ σχεδὸν φυτεμένο στὴν θάλασσα καὶ τὸ ἄλλο μισὸ στὴν στεριά. Ἕνας τεράστιος πύργος ὑψώνεται. Πόσους ἀγῶνες καὶ πόσες σκηνὲς φρίκης νὰ ἔχουν ἰδωμένα οἱ πολεμίστρες του. Τὸ πέρασμα τῶν αἰώνων ἀπὸ πάνω του ἄφησε τὰ ἴχνη του. Μαυρισμένες τρύπες ποὺ χάσκουν στὰ πλευρά του. Ὅπως σὲ ὅλους τοὺς πύργους καὶ ἐδῶ ἀνοιγμένες πολεμίστρες. Ὅταν δινόταν τὸ σῆμα τοῦ κινδύνου, τότε ὅλα τὰ ἱερὰ κειμήλια καὶ τὰ πιὸ πολύτιμα σκεύη, μεταφερόντουσαν ἐκεῖ καὶ ὅλοι οἱ καλόγεροι κλεινόντουσαν σὲ αὐτόν, ἀποφασισμένοι νὰ σώσουν καὶ αὐτὰ καὶ τοὺς ἑαυτούς τους. Σὲ τέτοιους ἀγῶνες καὶ θυσίες χρωστάμε τὴν ὕπαρξη ὅλων τῶν θησαυρῶν καὶ τῶν κειμηλίων ποὺ καμαρώνουμε σήμερα.

Ξανανεβήκαμε πάλι στὰ ζῶα καὶ ἀφοῦ ἀφήσαμε τὸ παραλιακὸ δρομάκι, ἀρχίσαμε τὴν ἀνηφοριά, ποὺ φέρνει στὴν κορυφὴ ἑνὸς λόφου. Ὁ ἥλιος εἶχε ἀπὸ ὥρα χαθῆ καὶ τὸ σκοτάδι ὅσο πήγαινε καὶ πύκνωνε. Παράξενη ἡ ἡσυχία ὁλοτρόγυρα ποὺ σὲ φόβιζε. Ἦταν ἡ ὥρα ποὺ ἡ μέρα παραδίνει τὰ ὅπλα στὴν νύχτα καὶ ποὺ ὅλα εἶναι βουβά, λὲς καὶ σκιάζονται. Νόμιζες, πὼς ὅλα μένουν ἀκίνητα, μὴ καὶ ταράξουν τὴν ἱερότητα τῆς στιγμῆς μὲ ἕνα μικρὸ κελάηδημα ἢ μὲ ἕνα ἀνεπαίσθητο κράξιμο.

Τὸ σκοτάδι ποὺ εἶχε τυλιχτεῖ γύρω μας ἄρχισε νὰ μᾶς λύνει τὴν γλῶσσα, νὰ πλακώνει παράξενα τὴν καρδιά μας καὶ νὰ τὴν γεμίζει μὲ φόβους. Γίναμε πιὸ φλύαροι, θέλοντας νὰ πάρουμε κουράγιο ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν φωνή μας.

-Θὰ ἀργήσουμε πολύ;, ῥώτησα.

-Δὲν πιστεύω νὰ εἶναι μακριὰ ἀκόμα, ἀπάντησε ὁ φίλος μου. Δὲν πρέπει νὰ εἶναι πολὺ μακριὰ ἀπὸ ἐδῶ, μὰ ὁ δρόμος εἶναι ἀνηφορικός, τὰ ζῶα κουρασμένα καὶ τὸ σκοτάδι ἄρχισε νὰ μᾶς τυλίγει ἀπειλητικά Ἂς μὴν σταματήσουμε τὴν κουβέντα. Εἶναι μία παρηγοριὰ νὰ νιώθεις δίπλα σου ἀνθρώπινη παρουσία καὶ νὰ ἀκούει τὴν φωνή σου σὰν περπατᾶς στὴν σκοτεινὴ ἐρημιά. Ὄχι βέβαια πὼς φοβόμαστε, ἀλλὰ ἡ νύχτα φέρνει παράξενα πράγματα στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου.

-Ναί, ἔχεις δίκιο. Δημιουργεῖ μέσα σου ἕνα παράξενο συναίσθημα. Ἀκόμα περισσότερο σοῦ ἀφαιρεῖ τὴν αὐτοπεποίθηση ποὺ ἔχεις κάτω ἀπὸ τὸ λαμπρὸ φῶς τῆς ἡμέρας.

-Ὡραία. Βλέπω, πὼς πρέπει νὰ προσθέσω, ὅτι τὴν νύχτα τὸ ἄγνωστο γίνεται πιὸ κοντινὸ καὶ πιὸ μυστηριῶδες καὶ ἀκόμα πιὸ μεγάλο μέσα σου, γιὰ αὐτὸ καὶ φοβόμαστε. Τὴν νύχτα, οἱ ὀρθολογιστικὲς σκέψεις πηγαίνουν περίπατο καὶ ὁ ἄνθρωπος μένει γυμνός, ἔχοντας μονάχα τὸ ἁγνὸ ποὺ κρύβει μέσα του ὁ ἴδιος. Νομίζει ὅτι βλέπει φαντάσματα, ἐπειδὴ τὰ κρύβει μέσα του, εἶτε ἀπὸ μία διήγησις τῆς γιαγιάς του εἴτε ἀπὸ τὴν ἀνώμαλη λειτουργία τῆς ψυχῆς του. Τρομάζει στὸ κάθε τί, γιατὶ τὸν τρομάζει περισσότερο ἡ ἀνακάλυψη ὅτι μέσα του ὑπάρχει ἕνας ἄλλος ἄγνωστος κόσμος ποὺ δὲν ἐκδηλώνεται παρὰ μονάχα μὲ ἀναλαμπές. Τότε, στὶς ἐκδηλώσεις αὐτὲς τρομάζει, γιατὶ ὁ κόσμος, αὐτὸς ποὺ τοῦ ξεφεύγει δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν ἀναλύσει, νὰ τὸν καταλάβει. Ὁ κόσμος αὐτὸς ὁ ἄγνωστος, εἶναι ἡ θεϊκὴ προέλευση τῆς ψυχῆς του, ποὺ στὸ σκοτάδι τῆς νύχτας προσπαθεῖ νὰ σπάσει τὰ γήϊνα ὑλικὰ δεσμά της, ποὺ τὴν κρατάνε αἰχμάλωτη σὲ ἕναν κόσμο μικρὸ καὶ ἐκ διαμέτρου διαφορετικὸ ἀπὸ αὐτήν.

Κουβεντιάζοντας ἔτσι, ἀνεβήκαμε δίχως νὰ τὸ καταλάβουμε τὸ λοφάκι, κατηφορήσαμε μία πλαγιὰ γεμάτη ἀπὸ λιόδεντρα καὶ σταματήσαμε μπροστὰ σὲ ἕνα φτωχικὸ σπίτι ποὺ τὸ τύλιγε τὸ σκοτάδι.

Κατεβήκαμε ἀπὸ τὰ μουλάρια μπροστὰ σὲ μία πόρτας, ἀνεβήκαμε μερικὰ σκαλοπάτια καὶ ὁ φίλος μου πιάνοντας τὴν πόρτα ποὺ εἶχε ἕνα μικρὸ σφυράκι κρεμασμένο στὴν μέση, χτύπησε μία-δύο φορές. Καμία φωνή, κανένας θόρυβος μέσα στὸ σπίτι. Ξαναχτύπησε, μὰ πάλι καμία ἀπάντηση.

-Μὴ καὶ δὲν εἶναι μέσα;, ῥώτησα.

-Μπά, νομίζω πῶς μᾶλλον κοιμᾶται. Ἂς κάνω μία τελευταία προσπάθεια.

Κατεβήκαμε τὰ σκαλοπάτια καὶ ἀφοῦ κάναμε τὸν γύρο τοῦ σπιτιοῦ, ποὺ φαίνεται πὼς τοῦ ἦταν γνώριμο, χτύπησε τὸ τζαμόφυλλο ἑνὸς παραθυριοῦ. Πρὶν ἀκόμα σβηστεῖ στὴν ἡσυχία τῆς νύχτας, μία πόρτα ἄνοιξε μέσα στὸ σπίτι καὶ ξανάκλεισε. Ἔπειτα, ἕνα βαρὺ περπάτημα ἀκούστηκε νὰ ἔρχεται κουρασμένο πρὸς τὴν πόρτα. Περιμέναμε λίγο καὶ ξαφνικὰ ἄνοιξε καὶ φάνηκε ἕνας γέροντας μὲ κάτασπρη γενειάδα. Στὴν στιγμή, φάνηκε καὶ ὁ φίλος μου. Τότε, τὰ μάτια τοῦ γέροντα φωτίστηκαν καὶ τὰ χείλη του ἄνοιξαν σὲ ἕνα πλατὺ χαμόγελο.

-Καλῶς τους, φώναξε. Πῶς αὐτὴ ἡ νυχτιάτικη ἐπίσκεψη;

Μᾶς ἔδωσε τὰ χέρια χαρούμενος. Γιὰ τὸν ἁπλὸ αὐτὸν γέροντα οἱ συστάσεις καὶ οἱ καθὼς πρέπει τρόποι μεταξὺ δύο ἀγνώστων δὲν εἶχαν καμία σημασία τὴν ὥρα ἐκείνη. Ὁ πάγος που φυσικὰ ὑπάρχει πάντα στὶς συστάσεις δύο ἀγνώστων ἀνθρώπων, ἐδῶ διαλύθηκε στὸ ἀντίκρυσμα τοῦ φίλου μου.

Κρατώντας πάντα τὰ χέρια μας, ἄρχισε μία χαριτωμένη κουβέντα γιὰ τὴν χαρὰ ποὺ ἔνιωσε ἐπειδὴ πήγαμε νὰ τοῦ κάνουμε συντροφιά. Ἔπειτα, προβάλλοντάς το σὰν δικαιολογία, ἄρχισε:

-Μὲ τὸν Πατέρα Εὐθύμιο γνωριζόμαστε πολλὰ χρόνια. Τὸν γνωρίζω ἀπὸ παιδί, ὅταν γιὰ πρώτη φορὰ ἦρθε στὸ Ἅγιον Ὄρος γιὰ νὰ τὸν μάθω μουσικὴ καὶ νὰ τὸν κάνω ψάλτη. Περασμένα χρόνια.

Σταμάτησε μὲ μιᾶς, γιατὶ τότε κατάλαβε ὅτι μᾶς κρατοῦσε ἀκόμα τὰ χέρια καὶ ὅτι μᾶς εἶχε ὄρθιους μπροστὰ στὴν πόρτα νὰ τὸν ἀκοῦμε καὶ μὲ φανερὴ πίκρα συνέχισε:

-Πώ! Πώ! Τὶ φλύαρος ποὺ εἶμαι. Σᾶς ἔχω μπροστὰ στὴν πόρτα νὰ μὲ ἀκοῦτε, ἐνῶ θὰ εἴσαστε φοβερὰ κουρασμένοι. Περᾶστε σᾶς παρακαλῶ μέσα καὶ ἐκεῖ τὰ λέμε. Μποροῦμε νὰ συζητήσουμε ὅσο θέλουμε, ὅλη τὴν νύχτα.

Μᾶ ἔμπασε μέσα καὶ μᾶς ἔβαλε σὲ ἕνα δωματιάκι. Καθήσαμε ὅπως-ὅπως σὲ κάτι παληὲς ψάθινες καρέκλες καὶ ἐκεῖνος στὸ κρεβάτι του. Πιάσαμε ἀμέσως τὴν κουβέντα. Κοντὰ σὲ αὐτὸν γέροντα ἔνοιωθες νὰ σβήνουν ὅλες οἱ ἐπιφυλάξεις σου καὶ ἡ καρδιά σου νὰ ἀνοίγεται διάπλατα.

Μὲ ῥώτησε ἀπὸ ποῦ εἶμαι, τί δουλειὰ κάνω καὶ ἀφοῦ παράτησε τὸν πληθυντικό, ἄρχισε νὰ μιλάει γιὰ παληὲς ἱστορίες, ποὺ ξετυλίχτηκαν στὰ νιάτα του. Ἔφερε φωτογραφίες του, φωτογραφίες μὲ πολλοὺς ἄλλους, ποὺ περάσανε καὶ χαθήκανε ἀπὸ τὴν ζωὴ αὐτή. Μᾶς μίλησε γιὰ χίλια δύο πράγματα, κάνοντας γύρω μας μία ἀτμόσφαιρα φιλικὴ καὶ ἐγκάρδια, λὲς καὶ γνωριζόμαστε ἀπὸ πολλὰ χρόνια. Ὕστερα ξανάρχισε νὰ μὲ ῥωτάει, ἂν στὴν Ἀμερικὴ ἢ τυχὸν σὲ ἄλλες ξένες χῶρες ποὺ ἔχω ταξιδέψει, ζῆ ὁ κόσμος καλά, ἂν θρησκεύονται καὶ πιστεύουν πραγματικὰ μὲ πίστη καὶ ἀκόμα ἂν οἱ μετανάστες παληοὶ καὶ νέοι, θυμοῦνται καὶ νοσταλγοῦν τὴν πατρίδα τους, τὴν Ἑλλάδα.

Τὰ ἐρωτήματα πέφτανε βροχή, χωρὶς νὰ μπορῶ νὰ ἀπαντήσω μὲ τὴν σειρά τους. Μὰ εὐτυχῶς, οὔτε καὶ αὐτὸς περίμενε τὶς ἀπαντήσεις μου. Ἔκανε σὰν μικρὸ παιδί. Χαρούμενος, ξανανιωμένος, ὅλο ῥωτοῦσε καὶ ὅλο ἔλεγε, ἐκφράζοντας ἔτσι τὴν εὐτυχία του, γιὰ τὴν ἀναπάντεχη ἐτούτη νυχτερινὴ συντροφιά, σὰν μία νότα ποικιλίας στὴν καθημερινὴ μονοτονία τῆς ζωῆς του.

Ξαφνικὰ σταμάτησε καὶ ἀφοῦ μᾶς ζήτησε συγγνώμη, ἐξαφανίστηκε μὲ μεγάλη βιασύνη γιὰ νὰ ξαναγυρίσει σὲ λίγο κρατώντας στὰ χέρια του ἕναν δίσκο, ποὺ παρὰ τὰ ὀγδόντα του χρόνια, τὸν κρατοῦσε σταθερά. Τὸν ἀκούμπησε πάνω σὲ μία καρέκλα καὶ μᾶς κάλεσε νὰ σερβιριστοῦμε μόνοι μας. Δύο ποτήρια νερὸ μὲ ἕνα κουταλάκι στὸ καθένα, ἕνα βάζο γλυκὶ ποὺ τὸ φύλαγε μονάχα, γιὰ κάτι τέτοιες ἐξαιρετικὲς περιστάσεις, σὰν κάποιος θὰ χτυποῦσε τὴν πόρτα τοῦ σιωπηλοῦ ἐρημητηρίου του καὶ δύο μικρὰ ποτηράκια γεμᾶτα μὲ τσίπουρο. Πρὶν τελειώσουμε, μᾶς ἔδειξε μία φωτογραφία ποὺ κρατοῦσε στὰ χέρια του.

-Βλέπε, εἶπε μὲ ὑπερηφάνεια, ἐγὼ ἔκανα ὅσο μποροῦσα τὸ καθῆκόν μου στὸν ἱερὸ αὐτὸν τόπο. Βρίσκομαι στὸ Ἅγιον Ὄρος ἀπὸ ἑπτὰ χρονῶν παιδάκι καὶ μέχρι σήμερα μόνο μία φορὰ πῆγα στὴν πατρίδα μου καὶ νὰ ἦταν μήπως μακριά;

Θυμᾶσαι βέβαια, τὴν Ἱερισσό, εἶπε ἀποτεινόμενος σὲ μένα. Αὐτὸ εἶναι τὸ χωριὸ ποὺ γεννήθηκα. Οἱ γονεῖς μου μὲ ἄφησαν ὀρφανὸ ἀπὸ πολὺ μικρό. Ἕνα πεντάρφανο, μονάχο στὴν ζωή, μὲ κάτι μακρινοὺς συγγενεῖς ἐκεῖ κάτω. Ἡ φωτογραφία αὐτὴ εἶναι βγαλμένη πρὶν ἀπὸ πολλὰ χρόνια., Ὅπως βλέπετε μὲ παρουσιάζει Ἱερολοχίτη. Εἶναι μία παληὰ ἱστορία, ποὺ ὡστόσο δείχνει μὲ αὐτὴν τὴν φωτογραφία, ὅτι οἱ Ἁγιορεῖτες μαζὶ μὲ τὰ ἀσκητικά τους καθήκοντα, πρόσφεραν μὲ τὶς ἀσθενικές τους δυνάμεις τὸ ἱερότερο καθῆκον. Τὶς ὑπηρεσίες τους στὴν πατρίδα.

Γύρισε καὶ μᾶς κοίταξε καὶ σὰν εἶδε ὅτι τὰ λόγια του μᾶς συγκίνησαν, συνέχισε γεμάτος νοσταλγία:

-Ἀπὸ τότε βλέπω τὴν φωτογραφία αὐτὴ καὶ θυμᾶμαι τὰ δοξασμένα ἐκεῖνα χρόνια καὶ τὰ νιάτα μου.

Νιώθαμε τώρα μία κατάθλιψη, ποὺ εἶχε κάπως χαλάσει τὴν προηγούμενη ομορφη διάθεσή μας.

 Γιὰ νὰ μᾶς τὴν ξαναφέρει ἄρχισε νὰ μᾶς μιλάει γιὰ τὶς φουντουκιές του, γιὰ τὸ κτῆμά του καὶ ἀκόμα γιὰ τὴν μονοτονία τῆς ζωῆς του. Καὶ ὅλο μᾶς μιλοῦσε, καὶ ὅλο μᾶς ἔλεγε ὁ παράξενος ἐτοῦτος γέροντας. Σὰν ἔφυγε γιὰ νὰ σκαλώσει στὸν τοῖχο τὴν φωτογραφία του, ὁ φίλος μου μοῦ εἶπε ψιθυριστά:

-Εἶναι χαρούμενος πολὺ ἀπόψε γιατὶ ἤρθαμε. Μὲ ἀγαπάει σὰν παιδί του καὶ προσπαθεῖ μὲ κάθε τρόπο νὰ τὸ ἀποδείξει. Εἶναι ὑπέροχος καὶ ἔχει καρδιὰ χρυσή. Ὁμολογῶ πὼς καὶ ἐγὼ τὸν σέβομαι σὰν πραγματικό μου πατέρα, μιὰ καὶ στάθηκε γιὰ μένα στοργικός, γεμᾶτος μὲ πατρικὲς συμβουλές, καὶ σὰν δάσκαλός μου στὴν βυζαντινὴ μουσική, μοῦ τὴν δίδαξε μὲ ἀφιλοκέρδεια. Εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς καλύτερους ψάλτες τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Αὐτὸς ὁ γεροντάκος ποὺ βλέπεις καὶ παρὰ τὰ ὀγδόντα του χρόνια του δὲν παραδίνεται τόσο εὔκολα.

Σταμάτησε τοὺς ἐπαίνους του, γιατὶ ὁ γέροντας Μακάριος, ἔτσι τὸν ἔλεγαν, ξαναγύρισε κοντά μας.

Συνεχίσαμε τὴν συζήτηση στρέφοντάς την σὲ διάφορα κοινὰ πράγματα κάπου δύο ὥρες ἀκόμα. Ἔπειτα ὁ ἴδιος ἔστρωσε τὸ τραπέζι καὶ φάγαμε τὸ λιτό του δεῖπνο κουβεντιάζοντας. Μᾶς κέρασε τὸ ἀπαραίτητο ποτήρι μὲ κρασί, καὶ μετὰ πήγαμε στὴν ἐκκλησία γιὰ νὰ εὐχαριστήσουμε τὸν Θεό, γιὰ τὴν ἡμέρα ποὺ πέρασε καὶ νὰ τὸν παρακαλέσουμε νὰ μᾶς δώσει καὶ τὴν ἄλλη τόσο πλούσια σὲ ἐντυπώσεις καὶ εὐχαρίστηση. Ἄνοιξε τὴν πόρτα τῆς μικρῆς ἐκκλησοῦλας καὶ πέρασε πρῶτος νὰ ἀνάψει κερί. Ὕστερα μπῆκα ἐγὼ καὶ ὁ φίλος μου.

Στὸ ἀδύνατο φῶς τοῦ κεριοῦ ἀντίκρυσα ἕνα πολὺ μικρὸ ἐκκλησάκι. Λίγοι ἄνθρωποι θὰ μποροῦσαν νὰ χωρέσουν μέσα. Τὸ τέμπλο του στόλιζαν δύο εἰκόνες καὶ ὅλοι οἱ τοῖχοι ἦταν κατάγραφοι ἀπὸ εἰκόνες Ἁγίων καὶ παραστάσεις ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή. Μία μικρὴ πορτοῦλα ὁδηγοῦσε στὸ ἱερό, ποὺ δύσκολα χωροῦσε τρεῖς ἀνθρώπους. Διαβάσαμε μὲ κατάνυξη τὴν προσευχὴ τοῦ Ἀποδείπνου καὶ ἔνας ἕνας βγήκαμε πηγαίνοντας καὶ πάλι στὸ δωμάτιο ποὺ εἴμαστε πρίν.

Ὁ γέροντας ἔστρωσε τὰ κρεβάτια καὶ πέσαμε νὰ κοιμηθοῦμε κατάκοποι ἀπὸ τὴν ἡμέρα ποὺ πέρασε, μὲ τὸ κεφάλι βαρὺ καὶ γεμᾶτο ἐντυπώσεις, ποὺ ἡ μία διαδεχόταν τὴν ἄλλη. Σὰν ξύπνησα τὸ πρωΐ, ὁ ἥλιος εἶχε ἀνατείλει ἀπὸ ὥρα. Κοίταξα τὸ ῥολόϊ μου. Ὀχτώ. Ἀκόμα νύσταζα καὶ τὸ κεφάλι μου πονοῦσε. Μὴ θέλοντας ὅμως νὰ κάνω τοὺς ἄλλους νὰ μὲ περιμένουν πίεσα τὸν ἑαυτό μου καὶ σηκώθηκα. Ἄνοιξα τὴν πόρτα, μὰ δὲν ἀκούστηκε κανένας θόρυβος ποὺ νὰ φανερώνει ὅτι οἱ σύντροφοί μου εἶχαν ξυπνήσει. Πῆγα στὴν βρύση καὶ ἔριξα λίγο νερὸ στὸ πρόσωπό μου. Ἔπειτα ἀνοίγοντας τὴν ἐξώπορτα βγῆκα ἔξω νὰ ἀπολαύσω τὴν πρωϊνὴ δροσιά.

Ἔριξα ἕνα βλέμμα ὁλοτρόγυρα. Ὁ Ἠλίας ποὺ τὸν εἶχα χάσει, ἦταν λίγο πιὸ πέρα στὸ σταῦλο καὶ ἑτοίμαζε τὰ ζῶα. Μὲ εἶδε καὶ μὲ καλημέρισε. Ἀπάντησα στὸ καλημέρισμά του καὶ πῆρα τὸ μονοπάτι κάνοντας ἕνα γύρο στὸ σπίτι. Ἦταν παληό, μὰ θεόγερο. Ἄντεχε ἀκόμα. Προχώρησα καὶ ἔφτασα στὴν μεριὰ ποὺ βρισκόταν ἡ ἐκκλησία. Ἀπὸ ἕνα μικρὸ ἀνοιχτὸ παράθυρο ἄκουσα μουρμουρητὰ καὶ ψαλμωδίες.

Θὰ εἶναι ὁ γέρος, σκέφτηκα. Δὲν κοιμᾶται λοιπόν. Καὶ νὰ σκεφθῆς, ὅτι ὁ ἥρωας αὐτὸς τῆς ἐρήμου σηκώνει στὴν πλάτη του ὀγδόντα χρόνια. Μόνος του ἀπὸ πολλὰ χρόνια σὲ τοῦτο τὸ ἐρημητήριο, κάνει ὅλες τὶς δουλειὲς μονάχος του. Καὶ νὰ εἶχε τουλάχιστον τὶς ἀνέσεις; Οὔτε καὶ αὐτές. Καλλιεργεῖ τὴν γῆ καὶ ζεῖ.

Πῆγα πιὸ κάτω καὶ ἐξέτασα τὰ γύρω. Κοντά του ἕνα μικρὸ κηπάκι φυτεμένο μὲ λαχανικά. Μελιτζάνες, πιπεριές, διάφορα χορταρικὰ καὶ στὴν μέση τοῦ κήπου μία μικρὴ δεξαμενή, ποὺ μόλις ἔτρεχε λίγο νεράκι γιὰ πότισμα. Πιὸ πέρα ἐλιές, ἀμυγδαλιὲς καὶ στὸ βάθος φουντουκιὲς καὶ σκόρπια ἀμπέλια.

Κάθησα σὲ μία πέτρα καὶ ἔβλεπα. Γύρισα τὸ βλέμμα μου καὶ λίγα βήματα μακριά μου ἀντίκρυσα μία νεκροκεφαλή, ποὺ μὲ κοίταζε μὲ τὰ ἀδειανὰ σβηστά της μάτια. Περιφρόνηση, ἀναρωτήθηκα. Ναί, περιφρόνηση στὸν θάνατο καὶ στὸν κόσμο, ἦταν ἡ ἀπάντηση ποὺ ἀπροσδόκητα θρονιάστηκε μέσα μου. Πίστεψα, ὅτι ἄρχισα φαίνεται νὰ γίνομαι καὶ ἐγὼ καλόγερος, μὰ αὐτὸ παραδόξως δὲν μὲ πείραξε. Μὲ εἶχε ἐπηρεάσει τὸ περιβάλλον ἢ ἄλλαξαν οἱ ἰδέες μου γύρω ἀπὸ τὴν ζωὴ αὐτή, τώρα ποὺ μοῦ ἔτυχε νὰ τὴν γνωρίσω ἀπὸ κοντά; Δὲν μπόρεσα νὰ δώσω ἀπάντηση. Βήματα ποὺ πλησιάζανε μὲ ἔβγαλαν ἀπὸ τοὺς στοχασμούς μου. Σήκωσα τὸ κεφάλι μου καὶ ἀντίκρυσα τὸν γέροντα Μακάριο.

-Εὐλογεῖτε, μοῦ εἶπε ἀπὸ μακριά.

-Καλημέρα, τοῦ ἀπάντησα.

-Βλέπω, πρωϊνός.

-Ὄχι καὶ πρωϊνός. Ἡ ὥρα εἶναι ὀχτώμιση Πάτερ μου.

-Ἔχεις δίκιο. Ὁ παπᾶς κοιμᾶται ἀκόμα. Τὸν ἀγαπάει τὸν ὕπνο λιγάκι, μοῦ ἀπάντησε καὶ στὸ πρόσωπό του ζωγραφίστηκε ἡ πραγματικὴ ἔκφρασις, σὰν ἀγαπᾶς ἕναν ἄνθρωπο.

-Πολὺ τὸν συμπαθεῖτε, πάτερ Μακάριε.

-Ναί, γιατὶ μοῦ θυμίζει περισσότερο τὴν νιότη μου. Ἐξάλλου ἔχουμε τόσο πολὺ ζήσει μαζί, ποὺ τὸν νοιώθω σὰν δικό μου ἄνθρωπο, σὰν πραγματικό μου παιδί. Ἔχει καλὴ καρδία.

Σκύβοντας δὲ πρὸς τὸ μέρος μου μὲ ἐμπιστευτικὸ τόνο συνέχισε:

-Εἶναι ἴσως λίγο νευρικός, μὰ ἔχει μεγάλη καρδιὰ καὶ εὔκολα ξεχνάει τὸ κάθε τί. Δὲν κρατάει κακία. Ἴσως νὰ τὸν κάνουν τόσο νευρικὸ οἱ εὐθῦνές του στὴν ὑπηρεσία ποὺ τοῦ ἔχουν ἀναθέσει.

Συμφώνησα μαζί του. Πραγματικά, ὁ φίλος μου ἴσως νὰ ἦταν νευρικός, μὰ ἐγὼ δὲν εἶχα καταλάβει τίποτα στὸ διάστημα ποὺ τὸν γνώριζα. Ἄλλαξε τὴν κουβέντα καὶ τὸ βλέμμα του γέμισε πίκρα.

-Πρὶν εἴκοσι χρόνια, σὲ αὐτὸ τὸ ἐρημητήριο, βρισκόντουσαν τρία ἄτομα. Τώρα εἶναι πεθαμένοι ὅλοι καὶ ἔμεινα μονάχος ἐγώ, γιὰ νὰ διατηρήσω τὸ σπίτι αὐτὸ καὶ τὴν παράδοσή του. Ἔρχονται στιγμὲς καὶ ἀναρωτιέμαι καὶ αὐτὸ συμβαίνει κάθε μέρα, ποιός θὰ βρεθῆ ὕστερα ἀπὸ μένα νὰ διατηρήσει τουλάχιστον τὴν ἐκκλησοῦλά του, ποὺ ἁγίασε ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ; Δυστυχῶς μὲ ὅλες μου τὶς προσπάθειες μέχρι τώρα, δὲν κατάφερα νὰ βρῶ διάδοχο. Οἱ νέοι μας σήμερα προτιμοῦν τὶς κοσμικὲς ἀπολαύσεις καὶ ὄχι τὴν δύσκολη ἐτούτη ζωὴ ποὺ φέρνει κοντὰ στὸν Θεό. Μὰ καὶ ἂν βρισκόταν κανείς, σκέφτομαι πῶς θὰ μποροῦσα νὰ τὸν θρέψω καὶ νὰ τὸν πορέψω, γιατὶ ὅπως καταλάβατε τὰ εἰσοδήματά μου εἶναι πενιχρὰ καὶ δὲν φτάνουν ὄχι γιὰ δύο μὰ οὔτε καὶ γιὰ μένα τὸν γέροντα. Ποιός θὰ βρεθῆ λοιπόν; Πῶς θὰ ἐξοικονομηθοῦν τὰ πρὸς τὸ ζῆν; Παρακαλῶ καθημερινὰ τὸν Θεὸ νὰ φροντίσει γιὰ ὅλα. Μόνο αὐτὸς εἶναι παντοδύναμος καὶ μνπορεῖ νὰ τὸ κάνει. Καὶ νὰ ἤμουνα μονάχα ἐγώ, καλὰ θὰ ἦταν. Ὅλα τὰ Μοναστήρια περνοῦν τὴν ἴδια ἀγωνία. Τὰ ἐρημητήριά μας ὅμως περᾶνε μεγαλύτερη κρίση. Κανεὶς πιὰ δὲν ἔρχεται νὰ ἀσπαστῆ τὴν μοναχικὴ ζωή μας. Τί θὰ γίνουν ὅλα αὐτά;

Ὁ πόνος ποὺ εἶχε ἡ ψυχή του, χάλασε τὴν πρωϊνή μου διάθεση καὶ μὲ γέμισε σκέψεις καὶ θλίψη. Στὶς ἀνησυχίες του πρόσθεσα καὶ τὶς δικές μου. Θυμήθηκα τὴν διαδρομή μου ἀπὸ τὸ Μοναστήρι τοῦ Παντοκράτορος στὶς Καρυὲς καὶ ἀπὸ τὶς Καρυὲς στὸ Μοναστήρι τῶν Ἰβήρων καὶ μέχρι ἐδῶ ποὺ βρισκόμουνα τώρα. Πόσα μικρὰ ἐρημητήρια, ποὺ κάποτε ἀντηχοῦσαν στὶς ἐκκλησοῦλές τους ψαλμωδίες, συναντήσαμε τώρα ἔρημα καὶ μισοερειπωμένα. Μία θλιβερὴ εἰκόνα ποὺ σὲ κάνει νὰ πονᾶς.

-Πάω νὰ ξυπνήσω τὸν παπᾶ, εἶπε, χωρὶς νὰ γυρίσει νὰ μὲ κοιτάξει.

Σὰν χάθηκε καὶ δὲν φαινόταν πιά, σηκώθηκα ἀπὸ τὴν πέτρα ποὺ καθόμουν καὶ τράβηξα καὶ ἐγὼ γιὰ τὸ σπίτι. Περνῶντας κοντὰ ἀπὸ τὸν Ἠλία, τὸν ῥώτησα:

-Ἕτοιμα τὰ ζῶα, Ἠλία;

-Ναί, σᾶς περιμένω ὅπως καὶ τὸν γέροντά μας παπᾶ-Εὐθύμιο.

Ἀνοίγοντας τὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ ἄκουσα κουβέντες. Φαίνεται πὼς ὁ φίλος μου εἶχε ξυπνήσει. Προχώρησα, καλημέρισα καὶ κάθησα στὴν καρέκλα. Πήραμε μαζὶ τὸν πρωϊνὸ καφέ μας ποὺ ὁ καλὸς γέροντας εἶχε ἑτοιμάσει, τὸν χαιρετήσαμε μὲ ἀγάπη καὶ σεβασμό, καὶ βγήκαμε ἔξω.

Μᾶς συνόδευσε ἕως τὴν πόρτα.

Καβαλλικέψαμε τὰ ζῶα, ξανακαλημερίσαμε καὶ τραβήξαμε γιὰ τὸ μονοπάτι, κουνώντας τὸ χέρι μας σὲ ἀποχαιρετισμό.

***

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ.

  Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ. Ὁ ἱερομόναχος Ἄνθιμος Παντοκρατορινός (κατὰ κόσμον Ἀντώνιος Κατσαλιάκης,...