Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2024

ΠΕΡΙΗΓΗΣΙΣ ΣΤΟΝ ΑΘΩΝΑ 1969. Κεφάλαιον Ε΄. Στὴν Μονὴ Ἰβήρων.

 

Κεφάλαιον Ε΄. Στὴν Μονὴ Ἰβήρων.

Σιγοπερπατῶντας, προχωρήσαμε τώρα πεζοὶ γιὰ τὴν πόρτα γιὰ νὰ τιμήσουμε τὴν Παναγία τὴν Πορταΐτισσα, ποὖναι καὶ προστάτισσα τοῦ Μοναστηριοῦ. Περάσαμε τὸ κατώφλι καὶ μπήκαμε σὲ ἕνα φωτεινὸ διάδρομο. Ἐκεῖ μᾶς περίμενε ὁ πορτάρης, ὁ πρῶτος ἀνθρωπος ποὺ συναντήσαμε στὴν διαδρομὴ Καρυὲς-Ἰβήρων. Εἶπαμε τὸ συνηθισμένο: «Εὐλογεῖτε», ποὺ ἔχει ἀντικαταστήσει κάθε χαιρετισμὸ στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ μᾶς ἀπάντησε: «Ὁ Κύριος», δηλαδή, ὁ Κύριος νὰ σὰς εὐλογήσει, γιατὶ ἐγὼ εἶμαι ἀνάξιος. Μᾶς ῥώτησε καλοκάγαθα ἀπὸ ποῦ ἐρχόμαστε. Τοῦ εἴπαμε. Ζήτησε τὸ διαμονητήριό μου, ποὺ εἶναι ὑποχρεωτικὸ γιὰ κάθε ξένο καὶ ποὺ ἐφοδιάζει ἡ Ἱερὰ Ἐπιστασία κάθε προσκυνητή. Δίχως αὐτὸ δὲν μπορεῖς νὰ μπῆς σὲ κανένα Μοναστήρι. Ἔριξε μία ματιὰ καὶ μοῦ τὸ ξανἆδωσε. Ἔλεγχος ἀνώδυνος σκέφτηκα, ποὺ δὲν ἐνοχλεῖ μὲ πολλὲς διατυπώσεις.

Πρόθυμα ὁ πορτάρης μᾶς ὁδήγησε στὸ ἀρχονταρίκι, στὸν ξενῶνα δηλαδὴ τοῦ Μοναστηριοῦ.

Μπροστά μας ἀνοιγότανε μία εὐρύχωρη αὐλή, ποὺ στὴν μέση της βρισκόταν ἡ ἐκκλησία, τὸ Καθολικὸ ὅπως λένε στὸ Ἅγιον Ὄρους τὸν κυρίως ναό.

Λίγο πιὸ δεξιά, τὸ καμπαναριό, μὲ ἕνα παληὸ κτίριο ποὺ τώρα μένει σχεδὸν ἄχρηστο. Εἶναι ἡ Τράπεζα. Κάποτε, ποὺ τὸ Μοναστήρι ἦταν Κοινόβιο, οἱ μοναχοὶ ἔτρωγαν ἀπὸ κοινοῦ, ἐνῶ τώρα εἶναι Ἰδιόῤῥυθμο καὶ καθένας τὸ φαγητό του τὸ φροντίζει μονάχος. Ἐτούτη ἡ Τράπεζα, χρησιμοποιεῖται μία φορὰ τὸν χρόνο, στὴν πανήγυρι τοῦ Μοναστηριοῦ.

Φτάνοντας στὸ καμπαναριό, κοντοστάθηκα κοιτάζοντας. Ἀριστερά μας ἀφήσαμε τὴν φιάλη τοῦ ἁγιασμοῦ. Εἶναι ἕνα κτίσμα κυκλικό, ποὺ στὴν μέση του κλείνει μία εὐρύχωρη ἀπὸ μάρμαρο λεκάνη ἁγιασμοῦ, ποὺ γίνεται κάθε πρωτομηνιά. Τὸ μάτι μου ἔπεσε σὲ κάτι ἐπιγραφὲς καὶ χρονολογίες, μὰ ἐπειδὴ ἡ συντροφιά μου εἶχε προχωρήσει ἀρκετά, ἔτρεξα νὰ τοὺς φτάσω, ἀφήνοντας τὴν ἐξέταση γιὰ μία ἄλλη στιγμή. Ἀνεβήκαμε τὰ πέτρινα σκαλοπάτια ποὺ φέρνουν στ’ ἀρχονταρίκι. Ἕνας ἀδύνατος καλόγερος ἀπροσδιόριστης ἡλικίας εἶχε σὰν καθῆκον τὴν περιποίηση τῶν ξένων. Μᾶς δέχτηκε μὲ καλωσύνη καὶ χαμόγελο. Στὴν παράδοξη αὐτὴ γωνιὰ τοῦ κόσμου ποὺ λέγεται Ἅγιον Ὄρος, ἡ φιλοξενία εἶναι πατροπαράδοτη καὶ μποροῦμε νὰ ποῦμε ἱερὸς θεσμός.

Σὲ ὅλα τὰ Μοναστήρια βρίσκει κανεὶς τὶς πόρτες ἀνοιχτέες, ἕτοιμες νὰ δεχτοῦν τὸν ξένο καὶ νὰ τὸν ξεκουράσουν. Γιὰ τοὺς μοναχούς, ἡ φιλοξενία εἶναι ἱερὸ καθῆκόν τους, ποὺ οἱ ῥίζες του φτάνουν στὰ χρόνια τῆς ἱδρύσεως τοῦ μοναχισμοῦ καὶ τὸ ἐπιβάλλει ἡ χριστιανικὴ ἀγάπη μὲ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ : «Ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» καὶ ἡ διαταγὴ τῶν κτητόρων τῶν Μοναστηριῶν, ποὺ τὴν ἐκτελοῦν μὲ προθυμία καὶ ἀνιδιοτέλεια παντοῦ, σὰν ἐλάχιστη προσφορὰ εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸν Θεόν.

Στοὺς τοίχους τοῦ σαλονιοῦ, εἴδαμε κρεμασμένες εἰκόνες καὶ ἐλαιογραφίες τῶν Τσάρων τῆς Ῥωσσίας, ποὺ στάθηκαν μεγάλοι εὐεργέτες τοῦ Μοναστηριοῦ, ὅπως μοῦ ἐξήγησε ὁ συνοδός μου. Ἀνάμεσα σὲ αὐτὲς κυριαρχεῖ ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας μὲ διάφορους Ἁγίους στὶς γωνίες της.

Ὁ ἀρχοντάρης ἀπομακρύνθηκε ἀφήνοντάς μας μόνους καὶ ξαναγύρισε σὲ λίγο κρατῶντας ἕναν δίσκο στὰ χέρια. Ἦταν τὸ συνηθισμένο κέρασμα τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Λουκούμι, τσίπουρο καὶ ὁ ἀπαραίτητος καφὲς μὲ ἕνα ποτήρι δροσερὸ νερό, ποὺ τρέχει ἄφθονο ἀπὸ τὶς πηγὲς τοῦ Ἄθωνα.

Ὥσπου νὰ πᾶμε στὴν ἐκκλησία, ξεκουράσαμε γιὰ λίγο τὸ κορμί μας καὶ τὰ πόδια μας καθισμένοι σὲ ἕναν καναπέ. Ἡ μουλαροδρομία ἀπὸ τὶς Καρυές, μᾶς εἶχε κουράσει. Ὁ φίλος μου, ὡς ἀντιπρόσωπος καὶ ἐπιστάτης ποὺ ἦταν στὴν Ἱερὰ Κοινότητα, εἶχε φροντίσει γιὰ ὅλα καὶ πρῶτα βέβαια γιὰ τὸ προσκύνημα τῶν ἁγίων λειψάνων.

Πέρασε λίγη ὥρα ὥσπου νὰ μᾶς παραγγείλουν ὅτι ὅλα ἦταν ἕτοιμα καὶ ὅτι μπορούσαμε νὰ προσκυνήσουμε στὴν ἐκκλησία.

Κατεβήκαμε ξανὰ τὰ πέτρινα σκαλοπάτια. Στὴν εἴσοδο τῆς ἐκκλησίας μᾶς περίμενε ἕνα καλογέρι γιὰ νὰ μᾶς ξεναγήσει.

Μᾶς ἔμπασε στὸ ἐσωτερικὸ τῆς ἐκκλησίας καὶ ἄρχισε σὲ γενικὲς γραμμὲς νὰ μᾶς μιλάει γιὰ τὴν ἱστορία τῆς θρησκείας μας ἀπὸ τὴν δημιουργία τοῦ κόσμου ὡς τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, ὅπως τὴν εἰκονίζανε οἱ ἁγιογραφίες ποὺ βρίσκονταν ὁλοτρόγυρα. Εἰκονογράφησις νέας τέχνης ποὺ ἡ ἀξία της βασίζεται κυρίως στὸ ὅτι σὲ διδάσκει μὲ χειροπιαστὰ καὶ ὀπτικὰ μέσα στὴν θρησκεία μας, γιὰ νὰ χαρακτῆ βαθειὰ μέσα στὴν ψυχή σου καὶ νὰ μείνει γιὰ πάντα. Τὸ καλογέρι ἄνοιξε τὴν πόρτα καὶ μᾶς πέρασε σὲ ἕνα κατασκότεινο νάρθηκα, τὸν Πρόναο. Ἀκολουθώντας τον προχωρήσαμε στὸν δεύτερο, ποὺ φωτιζότανε κάπως καλύτερα καὶ ὕστερα πρόβαλλε στὰ μάτια μας μεγαλοπρεπὲς τὸ ἐσωτερικὸ τῆς ἐκκλησίας, ἐπιβλητικὸ στὴν μέση τῆς ἐκκλησίας.

Εὐρύχωρος ναός, στολισμένος ἀπὸ πολλὰ παράθυρα καὶ ποὺ στεγάζεται μὲ πέντε τρούλους. Τὸ δάπεδό του εἶναι στρωμένο μὲ πολύχρωμα μάρμαρα. Εἶναι ἀπὸ τὰ καλύτερα καὶ ἀρχαιότερα δείγματα στὸ εἶδός του. Στὸ κέντρο τοῦ ναοῦ καὶ κάτω ἀπὸ τὸν μεσαῖο τροῦλο, κρέμεται ἕνας ὀχτάγωνος πολυέλαιος, πρᾶγμα ποὺ ὑπάρχει σὲ ὅλα γενικὰ τὰ Καθολικὰ τῶν Μοναστηριῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Κάναμε μερικὰ βήματα καὶ στὸν ἀριστερὸ θρόνο μπροστά μας, τράβηξε τὴν προσοχή μας μία λεμονιά. Πλησιάσαμε. Εἶναι μία ἀργυρὴ ἑπτάφωτη λυχνία σὲ σχέδιο λεμονιᾶς, ἔργο ἀριστουργηματικὸ καὶ δῶρο σταλμένο ἀπὸ τὴν Μόσχα καθὼς μᾶς εἶπαν. Στὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821, ὅταν ζητήθηκε ἡ οἰκονομικὴ ἐνίσχυση τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων, ὅλα τὰ Μοναστήρια πρόσφεραν ὅτι μπόρεσαν τὸ καθένα καὶ ἡ Μονὴ Ἰβήρων σὰν πολύτιμη προσφρά της ἔστειλε αὐτὴν τὴν λεμονιά. Οἱ τῆς Ἐπανάστασης ὅμως δὲν δέχτηκαν νὰ λυωθῆ σὰν ἀσήμι, κρατήθηκε ὡς τὸ τέλος τοῦ ἀγῶνα στὴν ὕδρα καὶ στάλθηκε πίσω στὸ Μοναστήρι μαζὶ μὲ ἄλλα κειμήλια. Κάναμε τὸν γύω τῆς ἐκκλησίας, βλέποντας τὶς νέες μὰ ἐξαίρετης τέχνης ἁγιογραφίες καὶ πλησιάσαμε στὸ Τέμπλο. Σπάνιο ἔργο τέχνης, ψηλὸ καὶ ψιλοδουλεμένο καὶ ἐπιχρυσωμένο ἀπὸ πάνω ἕως κάτω. Βγαίνοντας, γιὰ μία ἀκόμα φορὰ στάθηκα νὰ θαυμάσω τὸν κεντρικὸ τροῦλο μὲ τὴν ἐπιβλητικὴ μορφὴ τοῦ Παντοκράτορα ποὺ δέσποζε σὲ ὅλο τὸν ναό.

Περάσαμε πάλι τὸν πρῶτο νάρθηκα καὶ ἀπὸ μία πλαϊνὴ πόρτα, ὁ νεαρὸς συνοδός μας μᾶς ἔμπασε στὸ σκευοφυλάκιο. Ἄνοιξε ἕνα ντουλαπάκι καὶ μᾶς ἔδειξε ἕνα τεράστιο Εὐαγγέλιο μὲ ἀσημένιο κάλυμα, βάρους εἰκοσιτεσσάρων ὀκάδων, δῶρο τοῦ Μεγάλου Πέτρου τῆς Ῥωσσίας. Τὸ χρησιμοποιοῦν μία φορὰ τὸν χρόνο στὴν ἑορτὴ τῆς Πανηγύρεως καὶ τὸ βαστάνε κατὰ τὴν ἀνάγνωση δύο ἱεροδιάκονοι. Μᾶς ἔδειξε καὶ ἄλλα πολλά, μὰ ποῦ νὰ τὰ θυμᾶσαι; Ἔπειτα, ἄνοιξε ἕνα δεύτερο ντουλάπι καὶ τράβηξε ἀπὸ μέσα μερικὰ χρυσοκέντητα ὑφαντὰ τόσο τέλειας τέχνης, ὥστε νὰ μὴν πιστεύεις ἂν εἶναι ἔργα χεριοῦ ἢ ὄχι. Μᾶς ἔδειξε ἀκόμα κηροπήγια χρυσὰ καὶ ἀσημένια καὶ ἄλλα πολλὰ πράγματα ποὺ κουραστήκαμε νὰ βλέπουμε καὶ φύγαμε ἱκανοποιημένοι μὲ ἀνάκατες ἐντυπώσεις καὶ θολωμένο μυαλό.

Ἀπὸ τὴν ἐκκλησίας μᾶς πῆγαν στὴν Βιβλιοθήκη. Ὁ βιβλιοθηκάριος, ἕνας γηραλέος μοναχός, μᾶς παράλαβε. Μᾶς ἔδειξε σπάνια χειρόγραφα καὶ ἀκόμα πιὸ σπάνια ἀρχέτυπα σὲ ἐκδόσεις τῆς Βενετίας. Βιτρίνες καθιστές, ντουλάπες μικρὲς καὶ μεγάλες μὲ βιβλία φθαρμένα ἐξωτερικὰ ἀπὸ τὰ πολλὰ χρόνια ποὺ πέρασαν. Ψαλτήρια, εἰλητάρια μὲ λειτουργίες καὶ τόσα ἄλλα, ποὺ σὲ θαμπώνουνε μὲ τὸ πλοῦτο τῆς διακόσμησής τους. Πραγματικὰ μένεις μὲ στόμα ἀνοιχτὸ ἀπὸ θαυμασμό. Ὁ βιβλιοθηκάριος μᾶς ἐξηγοῦσε τὸ κάθε τί. Ὅπως κατάλαβα ἦταν μεγάλης μορφώσεως καὶ ἐξυπνότατος, μὰ προπαντὸς φιλόσοφος. Φιλοσοφεῖ τὴν ζωὴ καὶ πιὸ πολὺ τὴν μοναχική. Ὅταν μιλάει, διακρίνεις πάνω σ’ αὐτὸν διάχυτη τὴν πίκρα καὶ τὴν περιφρόνηση γιὰ τὰ ἐγκόσμια. Εἶναι ἕνα συναίσθημα ποὺ τὸν κάνει περισσότερο ἄγγελο παρὰ ἄνθρωπο. Ὁ ἴδιος ἔτσι ἁπλὰ ντυμένος, δείχνει πολὺ λίγο τὶς γνώσεις του καὶ τὸ ἤρεμο ὕφος του, σοῦ δημιουργοῦν τὸν σεβασμὸ καὶ τὴν ἐμπιστοσύνη. Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ θὰ ἀνοίξει τὸ στόμα του, τὸν ἀκοῦς τόσο μαγεμένος, αἰχμαλωτισμένος μπορεῖς νὰ πῆς ἀπὸ τὸ λέγειν του. Μπερδεύεσαι μὴ γνωρίζοντας ἂν θὰ πρέπει νὰ θαυμάσεις τὰ σπάνια χειρόγραφα καὶ τὰ ἀρχέτυπα τῆς Βιβλιοθήκης ἢ αὐτὸν τὸν ἴδιο μὲε τὴν φιλοσοφίαν του καὶ τὸν ἀσκητισμόν του. Εἶναι μία ἀπὸ τὶς κορυφαῖες μορφὲς τῶν Ἁγιορειτῶν, μία φυσογνωμία ποὺ θεληματικὰ ἔμεινε στὴν ἀφάνεια, γιὰ νὰ κερδίσει ἔτσι τὴν αἰώνια δόξα, τὴν δόξα τοῦ ἁγίου ποὺ ὑπόσχεται ὁ Θεὸς στοὺς ἐκλεκτούς του. Πολλὲς προτάσεις τοὔγιναν γιὰ ἀνώτερα ἀξιώματα ἀντάξια τῆς ἱκανότητός του, ὅπους μοὖλεγε ὁ συνοδός μου, μὰ αὐτὸς δὲν τὰ δέχτηκε, καὶ τὰ ἀπόῤῥιψε σὰν κάτι περιττό, γιατὶ πίστεψε, πῶς θὰ τὸν ἔβγαζαν ἀπὸ τὸν προορισμό του, δηλαδὴ τὴν ἐπίτευξη τῆς μέλλουσας αἰώνιας μακαριότητος καὶ εὐδαιμονίας.

Ῥώτησα διακριτικὰ τὸν φίλο μου, ἂν ὑπάρχουν στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἄλλοι μοναχοί, σὰν καὶ αὐτόν. Κούνησε τὸ κεφάλι του μὲ ἀμφιβολία καὶ μοῦ ἐξέθεσε τὴν πραγματικὴ κατάσταση ποὺ ἐπικρατεῖ στὸν Τόπο αὐτόν.

-Ἡ σημερινὴ ἐποχὴ γιὰ μᾶς σὲ ὁλόκληρο τὸ Ἅγιον Ὄρος, εἶναι ἄσχημη. Πρὶν ἀπὸ πολλὰ χρόνια ἡ κάθε γωνιά του ἦταν γεμάτη ἀπὸ μοναχοὺς καὶ παντοῦ ἀντηχοῦσαν ψαλμωδίες ποὺ ἀπευθυνόντουσαν πρὸς τὸν Κύριον. Σήμερα ὅμως καὶ στὴν δική μας ἐποχή, ποὺ ἐπικρατοῦν οἱ ἀντιλήψεις τοῦ ὑλισμοῦ καὶ τῶν κοσμικῶν ἀπολαύσεων, τὸ Ἅγιον Ὄρος ὑποφέρει ἀπὸ τὴν ἐγκατάλειψη. Λίγοι, πολὺ λίγοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἔρχονται νὰ ἀσπασθοῦν τὸν μοναχισμὸ καὶ τὴν δύσκολη ζωή μας. Αὐτοὶ εἶναι οἱ ἀγωνισταί, οἱ σπάνιοι ἄνθρωποι, οἱ ἀφιερωμένοι στὸν Θεό. Μὰ ἔχουμε τὴν βεβαιότητα καὶ τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἡ σημερινὴ κατάστασις εἶναι μία κρίσις καὶ ὅτι ὅταν τὰ ἐνδιαφέροντα τοῦ ἀνθρώπου θὰ γίνουν περισσότερο πνευματικὰ καὶ ἐξωγήϊνα, ἡ κρίσις θὰ περάσει. Στὴν μακρόχρονη ἱστορία του τὸ Ἅγιον Ὄρος πέρασε πολλὲς τέτοιες κρίσεις, μὰ πάντοτε μπόρεσε νὰ ἐπιζήσει. Στὴν Τουρκοκρατία, στάθηκε δυνατὸ καὶ ὕψωσε τὸ ἀνάστημά του. Κρατήθηκε γερὰ μὲ τὸ καρυοφύλλι στὸ χέρι, χωρὶς νὰ ἀφήσει νὰ χαθοῦν τὰ ἰδανικά του. Ἔχουμε τὴν ἐλπίδα καὶ τὴν βεβαιότητα, πὼς καὶ σήμερα θὰ περάσει τὴν κρίση καὶ τὶς δοκιμασίες. Πέρασε πολλὲς συμφορὲς τὸ Ἅγιον Ὄρος, μὰ ἀπὸ ὅλες βγῆκε σῶο, σὰν τὸ χρυσάφι ἀπὸ τὴν φωτιά, γιατὶ τὰ ἰδανικά του ἦταν πάντα ἀληθινά, καὶ ἡ δύναμις τοῦ Θεοῦ δὲν τὸ ἄφησε νὰ σβήσει.

Ἡ Παναγία, ποὺ καυχώμεθα ὅτι τὸ Ἅγιον Ὄρος εἶναι τὸ Περιβόλι Της, δὲν τὸ ἐγκατέλειψε. Τὸ προστάτεψε ἀπὸ ὅλους τοὺς κινδύνους, τὸ διαφύλαξε καὶ τὸ ἀνέδειξε πιὸ δυνατὸ ὕστερα ἀπὸ κάθε μπόρα, γι’ αὐτὸ καὶ σήμερα ἔχουμε τὴν ἐλπίδα μας σὲ Αὐτὴν καὶ ὅτι οἱ ἄσχημοι καιροὶ θὰ περάσουν καὶ ὕστερα ἀπὸ αὐτοὺς θὰ πάρει καὶ πάλι τὸ Ἅγιον Ὄρος τὴν θέση του στὸν κόσμο, τὴν θέση ποὺ τοῦ ἀνήκει ἀνάμεσα στοὺς Ὀρθοδόξους.

Πίστεψα τὸν φίλο μου καὶ στὴν δική του παράκληση, πρόσθεσα ὁλόψυχα καὶ τὴν δική του. Εὐχήθηκα μὲ ὅλη μου τὴν καρδιὰ καὶ μὲ ὅλη τὴν δύναμη τῆς ψυχῆς μου νὰ ἔρθουν ὅλα βολικὰ καὶ νὰ μπορέσει τὸ Ἅγιον Ὄρος νὰ ξαναβρῆ τὴν παληά του αἴγλη, ἔστω καὶ μὲ λίγα ἀναπότρεπτα ἴχνη ἐρημώσεως στὰ διάφορα μικρὰ ἐρημητήριά του.

Πόση εὐγνωμοσύνη χρωστᾶμε ἀλήθεια στοὺς ἀφανεῖς αὐτοὺς ἀγωνιστές.

Μπόρεσαν, ἀνάμεσα στὶς συμφορὲς καὶ στὶς καταστροφὲς τῆς πατρίδας μας νὰ διαφυλάξουνε τὴν ἑλληνικότητα καὶ τὴν πλούσια παρακαταθήκη ποὺ ἄφησαν οἱ πατέρες μας. Τετρακόσια ὁλόκληρα χρόνια φυλάξανε μὲ ἡρωϊσμὸ καὶ αὐταπάρνηση τὶς ἑλληνικὲς παραδόσεις καὶ τὴν Ἑλληνικὴ Παιδεία καὶ γλῶσσα. Ἡ ἐθνικὴ δρᾶσις τῶν ἁγιορειτῶν διαγράφεται ξεκάθαρη ἀπὸ τοὺς χρόνους τῆς ἁλώσεως, ἀπὸ τὸ 1368-1453.

Οἱ Ἁγιορεῖτες μοναχοί, μὲ φωτισμένη τὴν διάνοια, ποὺ ἀποκτοῦσαν μὲ τὴν ἀφοσιωμένη στὸν Θεὸ προσευχή τους, μὲ ὅλες τὶς κρίσιμες περιστάσεις ποὺ περνοῦσε ὁ ἱερὸς Τόπος ἀπὸ τὶς ἀκατάπαυστες ἐπιδρομές, κατόρθωναν μὲ τὴν θαυματουργικὴ ἐπέμβαση τῆς Θείας Προνοίας, νὰ τραβήξουν τὴν συμπάθεια, τὸν σεβασμό, ἀλλὰ καὶ τὴν προστασία τῶν βαρβάρων κατακτητῶν. Ἔβλεπε κανεὶς φανερὰ πιά, τὴν ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ, γιατὶ σὲ στιγμὲς ποὺ ὅλο τὸ Κράτος εἶχε σβήσει, τὸ Ἅγιον Ὄρος, θεία οἰκονομία μὲ τὴν πρεσβεία καὶ προστασία τῆς ὑψηλῆς αὐτοῦ Ἐφόρου Κυρίας ἡμῶν Θεοτόκου, ὠφελήθηκε μὲ πλεῖστα εὐεργετικὰ προνόμια ποὺ ἀναγνωρίστηκαν ἔπειτα ἀπὸ τοὺς Σουλτάνους Μουρὰτ καὶ τὸν Μωάμεθ τὸν Πορθητή, μὲ τὰ ὁποῖα ἐξασφαλίστηκε καὶ τὸ αὐτοδιοίκητον καὶ τὸ αὐτόνομον καθεστὼς τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Διατηρήθηκε δὲ ἡ κυριότητα τῶν ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τῶν Μοναστηριῶν κατεχομένων κτημάτων, χωρὶς ὑποχρέωση νὰ δίνουν τὰ Μοναστήρια κάθε δόσιμον ἢ τελωνειακὸ δασμό, γιὰ τὰ εἰσαγόμενα ἢ ἐξαγόμενα προϊόντα.

Τὰ εὐεργετήματα ὅμως αὐτά, δὲν ἀπολάμβαναν οἱ Ἁγιορεῖται μονάχα γιὰ ὄφελός τους, μὰ αὔξησαν τὸ πνεῦμα ἐκμεταλλευθέντες τὴν ὕλην. Γιατὶ βάσει τοῦ προνομιακοῦ καθεστῶτος, οἱ Ἁγιορεῖται βρῆκαν τὴν εὐκαιρία νὰ κινητοποιήσουν τὶς πνευματικὲς δυνάμεις του καὶ νὰ ἀναδείξουν τὸν Ἄθωνα κέντρο πνευματικῆς καὶ ἐθνικῆς σημασίας, ὅπως καὶ φορέα τῶν γραμμάτων καὶ τῆς τέχνης καὶ νὰ καταστήσουν ἀργότερα τὸν ἱερὸ Τόπο ἄγγελο καὶ λιμάνι τῶν κατατρεγμένων, φιλόξενη δὲ στέγη μαρτυρικῆς ἐξορίας καὶ θριάμβου μεγάλων ἱεραρχῶν.

Ἦταν δὲ θαυμαστὸ καὶ μόνο διὰ τῆς πίστεως στὸν Θεό, ἐξηγούμενον τὸ ὅτι, ἐνῶ ἦταν μέγας διώκτης τῶν χριστιανῶν ὁ Σουλτὰν Σελὴμ ὁ Α΄ (1514-1519) ἀναδείχτηκε εὐεργέτης καὶ κτήτωρ καὶ ἀνακαιστιστὴς τῆς καταστραφείσης ἀπὸ πυρκαϊὰ Μονῆς τοῦ Ξηροποτάμου. Αὐτὸ φαίνεται στὸν ἀπὸ τὸν ἴδιο Σουλτάνο ἐκδοθέντα γιὰ τὴν Μονὴ ὁρισμὸ «Χάτι Σερίφ», ποὺ ἀναφέρει ὅτι: «Ἐνῶ ἦταν εἰς τὴν Αἴγυπτον μετὰ τὴν κατάκτησιν αὐτῆς, τεσσαράκοντα μεγαλόσωμα παλληκάρια, δηλαδὴ οἱ Ἅγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες, ἐπ’ ὀνόματι τῶν ὁποίων τιμᾶται ἡ Μονὴ Ξηροποτάμου, τὰ ὁποῖα ἐκινοῦντο εἰς τὸν ἀέρα σὰν ἄγγελοι, τὸν ἐβεβαίωσαν ὅτι αὐτοὶ ἦσαν ἐκεῖνοι ποὺ τὸν ἐβοήθησαν νὰ συντρίψει τοὺς ἐχθρούς του. Τοῦ γνώρισαν δέ, ὅτι ἂν ἤθελε, θὰ δεχόντουσαν σὰν ἀμοιβή τους ἀπὸ αὐτόν, ὅπως χορηγήσει στοὺς μοναχοὺς ποὺ θὰ ἐρχόντουσαν τὴν ἄλλη μέρα, ὄχι μονάχα ἄδεια νὰ ἀνοικοδομήσουνε τὸ σπίτι ποὺ βρισκόντουσαν τὰ λείψανά τους, ἀλλὰ καὶ νὰ τοὺς ἐφοδιάσει μὲ βασιλικὲς φιλοδωρίες». Τὸ ἴδιο ὅραμα εἶδαν καὶ οἱ ἐπιτελεῖς τοῦ Σελήμ. Τὴν ἄλλη μέρα φθάσανε καὶ οἱ μοναχοὶ τοῦ Ξηροποτάμου. Ἡ ἀγριότητά του τότε, μεταβλήθηκε σὲ εὐγνωμοσύνη καὶ εὐχαριστία, θεωρώντας ὑποχρέωση του νὰ ἐκδώσει τὸν σπουδαῖο αὐτὸν ὁρισμό.

Ἕνας Κοσμᾶς Αἰτωλός, καλόγερος ἀπὸ τὸ Μοναστήρι τοῦ Φιλοθέου καὶ ἕνας Εὐγένιος Βούλγαρης, σχολάρχης τῆς Ἀθωνιάδος Σχολῆς, καὶ ἄλλοι πολλοὶ ἥρωες καλόγεροι, πρόσφεραν μὲ θυσίες καὶ κίνδυνο τῆς ζωῆς τους τὶς ταπεινὲς ὑπηρεσίες τους. Ὁ σπόρος ποὺ ἔσπειρε ὁ Πατρο-Κοσμᾶς, γυρνῶντας ὅλη τὴν Ἑλλάδα, καρποφόρησε. Ὁ ξεσηκωμὸς τοῦ 1821 κατὰ ἕνα μεγάλο μέρος, ἦταν δικό του ἔργο, γιὰ τὸ ὁποῖο σήμερα τὸν εὐγνωμονοῦμε ὅλοι οἱ νεώτεροι Ἕλληνες.

Οἱ αρχηγοὶ τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως στὴν περιφέρεια τῆς Χαλκιδικῆς, Ἐμμανουὴλ Παπᾶς καὶ καπετὰν Ῥήγας καὶ ὁ στρατηγὸς Καρατάσος, βρῆκαν ἄξιους συμπαραστάτες τους τοὺς Ἁγιορείτες Πατέρες εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ ἱεροῦ πολέμου.

Ὕστερα ἀπὸ τὴν Βιβλιοθήκη, ἐπισκεφθήκαμε ἕνα ἄλλο παρεκκλήσι κοντὰ στὸ Καθολικό. Εἶναι τὸ παρεκκλήσι τῆς Παναγίας τῆς Πορταΐτισσας. Μὲσα σ’ αὐτὸ τὸ παρεκκλήσι βρίσκεται ἡ θαυματουργικὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας, μία εἰκόνα γεμάτη ἀφιερώματα, δεῖγμα τῶν πολλῶν θαυμάτων Της. Βλέπεις κρεμασμένα δακτυλίδια, ῥολόγια, φλουριὰ χρυσά, καὶ τόσα ἄλλα. Ἡ εἰκόνα στὸ ἐσωτερικό της καὶ κάτω ἀπὸ τὸ χρυσὸ πουκάμισο ποὺ τὴν περικλείνει, εἶναι σχεδὸν σβησμένη ἀπὸ τὸ πέρασμα τῶν αἰώνων. Ὅταν τὴν πλησιάσεις, νιώθεις ἕνα παράξενο συναίσθημα συστολῆς, ἀνάκατο μὲ τὸν φόβο. Νιώθεις τὴν ἐπίδραση τοῦ ἐξωανθρωπίνου καὶ τοῦ ἀΰλου, ποὺ ξεπερνάει τὰ ὅρια τῆς λογικῆς μας. Μπήκαμε στὸ παρεκκλήσι βυθισμένοι στὶς σκέψεις μας καὶ στὰ παράξενα συναισθήματά μας. Γονατίσαμε μπροστὰ στὴν Παναγία μὲ εὐλάβεια καὶ ἀσπασθήκαμε τὰ πόδια Της. Κάναμε μία παράκληση καὶ προσευχηθήκαμε μὲ κατάνυξη νὰ μᾶς βοηθήσει. Ἡ εἰκόνα αὐτὴ καθὼς λέει ἡ παράδοσις ἦρθε ἀπὸ τὴν Ἀνατολή, σὲ μία πολὺ μακρινὴ ἐποχή. Εἶναι μεγάλη ἡ ἱστορία τῆς εἰκόνας αὐτῆς. Ἴσως κάποτε ἀσχοληθοῦμε μ’αὐτήν.

Ἀνάμεσα σὲ τόσα ἄλλα ποὺ μᾶς δείξανε, ἦταν καὶ ὁ Σάκκος τοῦ Πατριάρχη Ἐθνομάρτυρα Γρηγορίου τοῦ Ε΄, ποὺ ἡ Ἐκκλησία μας ἀναγνωρίζει ὡς Ἅγιον. Ὁ Πατριάρχης αὐτὸς μόνασε πολλὰ χρόνια στὸ Μοναστήρι τῶν Ἰβήρων, σὰν ἁπλὸς ἀσκητής, ὅταν ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις τὸν εἶχε ἐξορίσει γιὰ τὴν ἐθνική του δράση. Στὸ Μοναστήρι τῶν Ἰβήρων καὶ γενικώτερα στὸ Ἅγιον Ὄρος, γνώρισε καὶ μυήθηκε στὰ μυστικὰ τῆς Φιλικῆς Ἐταιρείας. Ἐδῶ ἔμαθε γιὰ τὸν ἀγῶνα ποὺ ἦταν ἕτοιμος νὰ ξεσπάσει.

Ἀκόμα ἕνα κειμήλιο μοῦ ἔκανε ἐντύπωση. Εἶναι ὁ Σάκκος τοῦ Αὐτοκράτορα Ἰωάννου τοῦ Τσιμισκῆ, ἕνα ἔργο σπάνιας τέχνης, δεῖγμα φυσικὰ τῆς ἐποχῆς του. Εἶναι κεντημένος ὁλόκληρα μὲ πολύτιμα πετράδια. Τὸν θαυμάζεις γιατὶ εἶναι πραγματικὰ ἕνα ἔργο ἀξεπέραστης τέχνης.

Κουρασμένοι ἀπὸ τὴν πολύωρη ἐπίσκεψη στὰ κειμήλια τοῦ Μοναστηριοῦ, ξαναγυρίσαμε στὸ Ἀρχονταρίκι. Ὁ πάντοτε εὐγενικὸς ἀρχοντάρης μᾶς ὑποδέχτηκε μὲ χαμόγελο, σίγουρος ὅτι θὰ μείναμε εὐχαριστημένοι ἀπὸ ὅ,τι εἴδαμε καὶ ἀκούσαμε. Μᾶς ἔμπασε στὴν τραπεζαρία καὶ μᾶς σερβίρισε τὸ φαγητό, ποὺ εἶχε γιὰ μᾶς. Φάγαμε σιωπηλοί.

Ὥρα γιὰ ὕπνο τώρα. Τὰ δωμάτιά μας ἦταν φωτεινά, καὶ βλέπανε σὲ ἕνα περιβόλι μὲ φόντο μία καταπράσινη πλαγιά. Ξάπλωσα καὶ μὲ πῆρε ἀμέσως ὁ ὕπνος. Στὸς τρεῖς τὸ ἀπόγευμα ξύπνησα ἀπὸ τὸν κρότου τοῦ ξυλοσήμαντρου καὶ τῆς καμπάνας. Ἔστριψα τὸ βλέμμα μου στὸν φίλο μου, ποὺ ἦταν καὶ αὐτὸς ξαπλωμένος στὸ διπλανὸ κρεβάτι.

-Εἶναι ὁ ἑσπερινός, μοῦ ἐξήγησε, ἡ μεταμεσημβρινὴ προσευχή. Σὲ ὅλα τὰ Μοναστήρια τὴν ὥρα αὐτὴ μαζεύονται ὅλοι γιὰ νὰ προσευχηθοῦν.

-Ἐμεῖς θὰ πᾶμε;

-Ὄχι, σὲ λίγο θὰ φύγουμε. Ἀπόψε θὰ μείνουμε σὲ ἕνα ἐρημικὸ μέρος, στὸ σπίτι ἑνὸς γέρου μοναχοῦ φίλου μου. Πρέπει νὰ γνωρίσεις καὶ ἐσὺ πῶς ζοῦν οἱ μοναχοὶ στὰ ἐρημητήριά τους. Ἡ ζωή τους δὲν μοιάζει ἀκριβῶς μὲ τὴν ζωὴ τῶν καλογήρων ποὺ ζοῦν στὰ Μοναστήρια. Ἐκεῖ ζοῦν διαφορετικά. Ζοῦνε μονάχοι μέσα στὴν ἀφάνεια, χωρὶς νὰ ἔχουν τὴν εὐτυχία νὰ βρίσκεται κάποιος, ποὺ σὲ δύσκολες στιγμὲς νὰ τοὺς ἀκούσει, νὰ τοὺς παρηγορήσει καὶ νὰ τοὺς τονώσει.

-Καὶ δὲν θὰ φτάσουμε ἀργά;

Μοῦ χαμογέλασε ὁ Πατὴρ Εὐθύμιος.

-Εἶναι κάτι ποὺ δὲν θὰ μᾶς ἐμποδίσει. Τὰ ἐρημητήρια δὲν ἔχουν βαρειὲς σιδερένιες πόρτες γιὰ νὰ κλείσουν. Οἱ ἐρημῖτες αὐτοὶ δέχονται μὲ χαρὰ κάθε ξένο ποὺ ἔρχεται νὰ σπάσει τὴν μονοτονία τῆς καθημερινῆς ζωῆς του, χαρίζοντας σὲ αὐτοὺς λίγη συντροφιά.

-Τότε ἂς κάνουμε γρήγορα, ἔστω καὶ ἂν δὲν κλείσουν οἱ πόρτες ὥσπου νὰ φθάσουμε.

Ἑτοιμαστήκαμε καὶ ἤπιαμε τὸν καφὲ ποὺ μᾶς εἶχε ἕτοιμο ὁ καλὸς ἀρχοντάρης. Ἀφοῦ τελειώσαμε, ἀποχαιρετήσαμε τὸν καλόγερο ποὺ μᾶς περιποιήθηκε καὶ βγήκαμε ἔξω ἀπὸ τὸ Μοναστήρι.

***

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ.

  Ἡ ἀντιστασιακὴ δράση τοῦ ἱερομονάχου Ἀνθίμου Παντοκρατορινοῦ. Ὁ ἱερομόναχος Ἄνθιμος Παντοκρατορινός (κατὰ κόσμον Ἀντώνιος Κατσαλιάκης,...