Κεφάλαιον Δ΄. Κατηφορίζοντας τὸ Μονοπάτι Καρυές-Ἰβήρων.
Σὲ ἕνα πεζουλάκι ἀπὸ δύο σκαλοπάτια μᾶς περίμενε ὁ Ἠλίας μὲ τὰ μουλάρια του, ἀνυπόμονος λίγο, μιὰ καὶ εἴχαμε καθυστερήσει κοιτάζοντας τὰ καθέκαστα στὸ Πρωτᾶτο.
Ἔπιασε ἕνα μουλάρι καὶ μοῦ ἔκανε νόημα νὰ ἀνεβῶ στὸ σαμάρι. Ἀνεβαίνοντας τὰ δύο σκαλιὰ ποὺ ἦταν φτιαγμένα γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν σκοπό, πέρασα τὸ πόδι μου στὸν ἀναβολέα καὶ μὲ ἕνα πήδημα κάθησα ἄνετα στὴν ῥάχη τοῦ μουλαριοῦ. Μοὔδωσε τὰ χαλινάρια ὁ Ἠλίας, ποὺ εἶχε βάλει καὶ αὐτὸς τὸ χεράκι του γιὰ ν’ ἀνέβω καὶ σὰν πρωτόβγαλτος καβαλάρης ποὺ ἤμουνα, δὲν ἤξερα τὶ ἔκανα. Ὁ Ἠλίας τράβηξε τὸ ἄλλο μουλάρι, μὰ τὸ δικό μας φαίνεται πὼς δὲν ἤθελε νὰ μᾶς ἀφήσει νὰ συνεχίσουμε ἥσυχα τὸ ταξίδι μας. Ἀπὸ τὴν πρώτη κιόλας στιγμή, φάνηκε πὼς ἤτανε ζωηρὸ καὶ ἄγριο. Μόλις ἔνιωσε στὴν ῥάχη του ἐμένα, ἄρχισε νὰ στριφογυρίζει, χωρὶς νὰ παίρνει τὸν γνωστὸ δρόμο. Ἀσφαλῶς θὰ βρισκόμουνα πεταμένος στὴν γῆ, ἂν δὲν ἔτρεχε ὁ Ἠλίας νὰ τὸ ἡμερέψει καὶ νὰ μὲ βοηθήσει νὰ κατεβῶ. Μὲ ἀνακούφιση πήδησα στὴν γῆ καὶ μὲ πολὺ δισταγμὸ πλησίασα τὸ ἄλλο, σὰν μοῦ εἶπαν ὅτι ἦταν ἥμερο σὰν ἀρνάκι. Ἀνέβηκα ξανὰ τὰ δύο σκαλοπάτια καὶ μὲ ἕνα πήδημα βρέθηκα στὴν ῥάχη του, ἐνῶ ὁ σύντροφός μου Πατέρας Εὐθύμιος, ἔπιασε τὸ δικό μου τὸ πρῶτο καὶ χαϊδεύοντάς το βρέθηκε μὲ μιᾶς στὴν ῥάχη του.
Τώρα, καθὼς γύρισα τὰ μάτια μου, σίγουρος πιὰ γιὰ μένα, ἀντίκρυσα κάτω σὲ ἕνα χαμήλωμα τῶν Καρυῶν, ἕνα πύργο καὶ πλάϊ του ἕνα συγκρότημα κτιρίων. Θόλοι ἀπὸ ἐκκλησίες, πλῆθος ἀπὸ παράθυρα καὶ πυκνὴ βλάστηση ὁλοτρόγυρα. Ῥώτησα τί εἶναι αὐτό, μιὰ καὶ δὲν μοῦ εἶχε μιλήσει ὁ φίλος μου, ἂν καὶ εἴμαστε στὶς Καρυές.
-Μὰ αὐτὸ εἶναι τὸ Μοναστήρι τοῦ Κουτλουμουσίου.
Μοῦ φάνηκε παράξενο τὸ ὄνομα καὶ ῥώτησα νὰ μάθω περισσότερα.
-Εἶναι Κοινόβιο, καὶ τιμᾶται καὶ αὐτὸ ὅπως καὶ τοῦ Παντοκράτορος, στὴν μνήμη τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος. Εἶναι πολὺ παληὸ Μοναστήρι, ἀφοῦ ὑπῆρχε στὰ τέλη τοῦ δεκάτου αἰῶνος, ὅπως φαίνεται σὲ ἔγγραφα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Σοὔκανε ἐντύπωση ἡ τούρκικη ῥίζα τοῦ ὀνόματος. Ἕνας Ῥῶσος ἱστορικός, διατείνεται ὅτι ἡ Μονὴ ἱδρύθηκε ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο, γυιὸ τοῦ Ἀζζεδὶν ἀπὸ τὴν οἰκογένεια τοῦ Κουτλουμούς, γόνου τῆς Μικρασιατικῆς δυναστείας τῶν Σελδζουκιδῶν Σουλτάνων τοῦ Ἰκονίου. Ἂν καὶ ἡ μητέρα του ἦταν χριστιανὴ καὶ λεγόταν Ἄννα καὶ ὅτι καὶ αὐτὸς ἔγινε χριστιανὸς ὀνομασθεὶς Κωνσταντῖνος καὶ ὅτι μὴ μπορῶντας νὰ ἀνακτήσει τὸν θρόνο τοῦ Ἰκονίου, ἦρθε στὸν Ἄθωνα καὶ ἔγινε μοναχὸς χτίζοντας ἐτοῦτο τὸ Μοναστήρι, δὲν μποροῦμε μὲ βεβαιότητα νὰ τὸ ποῦμε. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι αὐτὸς ὁ Κουτλουμούς, ἄφησε στὸ Μοναστήρι ἕνα τσιφλίκι στὶς Σέῤῥες. Τὸ Μοναστήρι τὸ γκρέμισαν οἱ Λατινόφρονες, στὰ χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Μιχαὴλ Παλαιολόγου. Πολὺ ἀργότερα τὴν ξανάκτισαν οἱ Βοεβόδαι τῆς Βλαχίας, Ῥάδουλος καὶ Νέαγγος, μὲ πύργο καὶ τὴν ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Νικολάου. Τὸ σημερινὸ Καθολικὸ χτίστηκε στὰ 1540. Ἔχει πλούσια Βιβλιοθήκη σὲ χειρόγραφα καὶ πολλὰ ἀπὸ αὐτὰ εἶναι σπουδαιότατα. Ἔπαθε πολλὲς φορὲς ἀπὸ πυρκαϊά, μὰ σώθηκαν τὸ Καθολικὸ καὶ ἡ Βιβλιοθήκη. Ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Φοβερᾶς Προστασίας βρίσκεται σὲ ξεχωριστὸ παρεκκλήσι. Ὑπάρχει Τίμιο Ξύλο καὶ ἅγια λείψανα. Εἶναι σπουδαῖο αὐτὸ τὸ Μοναστήρι καὶ μὲ μεγάλη ἱστορία.
Χωρὶς ἄλλα ἀπρόοπτα συνεχίσαμε τὸ ταξίδι μας πρὸς τὸ Μοναστήρι τῶν Ἰβήρων. Περάσαμε μπροστὰ ἀπὸ τὸ Διοικητήριο τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἀνεβήκαμε ἕνα πλακόστρωτο ἀνηφοράκι, ποὺ στὸ τέρμα του ἔχει ἕνα ὑπόστεγο ποὺ τὸ λένε Κιόσκι, κατάλοιπο τῆς τουρκικῆς σκλαβιᾶς μιὰ καὶ ἐδῶ ῥεμβάζανε οἱ τοῦρκοι Καϊμακάμηδες καὶ πήραμε τὴν κατηφοριά.
Μπροστὰ πήγαινε ὁ Πατὴρ Εὐθύμιος καὶ ἀκολουθοῦσα ἐγώ. Ὁ Ἠλίας ποὺ περπατοῦσε, ἐρχότανε τελευταῖος κρατώντας στὰ χέρια του μία βέργα ποὺ ἔκοψε ἀπὸ ἕνα κλαρί.
Βαδίζαμε σὲ ἕνα πλακόστρωτο καλντερίμι, καθὼς λένε ἐδῶ στὸ Ἅγιον Ὄρους τοὺς δρόμους. Γραφικὸ δρομάκι ἀνάμεσα ἀπὸ καστανιὲς καὶ ψηλοὺς θάμνους, ποὺ σὲ πολλὲς μεριὲς ἔφτιαχναν πραγματικὲς ἁψίδες ἀπὸ πράσινο. Τραβούσαμε ἀμίλητοι, ἐκεῖνος γιὰ νὰ μὴν χαλάσει τὶς σκέψεις μου καὶ ἐγὼ βυθισμένος στοὺς στοχασμούς μου καὶ στὴν μαγεία τοῦ τοπίου. Τὴν γύρω μας σιγαλιά, τὴν γεμίζανε τὰ κελαηδήματα τῶν πουλιῶν καὶ οἰ φωνὲς τῶν βατράχων, ποὺ τραγουδούσαν τὴν εὐτυχία τους μέσα στὶς ῥεματιές. Μία διαδρομὴ ἐξαίσια καὶ κάτι τὸ ἐξαιρετικὸ καὶ πρωτόγνωρο γιὰ μένα, ποὺ γεννοῦσαν στὴν ψυχή μου σκέψεις καὶ μπερδεμένα συναισθήματα, κόβοντας κάθε ὄρεξη γιὰ φλυαρίες.
Σὲ λίγο καὶ στὸ τέλος τῆς κατηφοριᾶς, φάνηκε ἕνα μεγάλο συγκρότημα ἀπὸ κτίρια.
-Τὸ Μπουραζέρι, μοῦ εἶπαν. Εἶναι ῥωσσικὸ Κελλί, ποὺ κάποτε μόναζαν σὲ αὐτὸ πολλοὶ Ῥῶσοι καλόγεροι, μὰ ποὺ τώρα δὲν βρίσκονται παρὰ μόνο ἐλάχιστοι. Ὁλοτρόγυρα ἀπὸ τοῦτο τὸ συγκρότημα βρίσκονταν δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ καὶ σὲ μικρὲς ἀποστάσεις Κελλιά, ἡσυχαστήρια. Στὴν ἀριστερὴ πλευρά, καὶ ἀπέναντί μας, ἕνας σημαντικὸς ἀριθμὸς ἀπὸ Κελλιὰ στόλιζε τὰ κράσπεδα καὶ τὶς κορφὲς τῶν λόφων, ποὺ χωρίζονταν ἀπὸ μεγάλες κατακόρυφες πρὸς τὴν θάλασσα ῥεματιές.
Περάσαμε τὸ Μπουραζέρι καὶ συνεχίσαμε τὸ πλακόστρωτο δρομάκι, ποὺ ἔγινε τώρα πιὸ κατηφορικό. Σὲ λίγο μπήκαμε σὲ μία χαράδρα ποὺ μᾶς ἔκρυψε μὲ μιᾶς στὴν δροσερὴ ἀγκαλιά της. Ἔκρυψε τὴν θέα γύρω μας σκεπάζοντας τὰ πάντα καὶ ἀφήνοντας μονάχα νὰ φαίνεται ἡ κορυφὴ τοῦ Ἄθωνα, ποὺ τίποτα δὲν τὴν κρύβει.
Ἐδῶ, ἡ συναυλία ἀπὸ τὶς φωνὲς τῶν βατράχων δυνάμωσε καὶ ἔγινε πιὸ ὅμορφη, καθὼς ἀντηχοῦσαν στοὺς ὄχθους καὶ δημιουργοῦσαν ἕνα παράξενο παιχνίδισμα ἀπὸ ἤχους ποὺ στὸ ξαναγύρισμά τους ἔμοιαζαν πιὸ ἁρμονικοὶ καὶ ἀλλαγμένοι.
Ὁ δρόμος συνεχίστηκε μὲ ἀνηφοριὲς καὶ κατηφοριές, περνώντας ἀπὸ πλαγιὲς καὶ χαράδρες, ποὺ μέσα τοὺς ἔτρεχαν ἄφθονα νερὰ καὶ κελαηδοῦσαν ἀμέτρητα ἀηδόνια. Σὲ μία στροφή, πρόβαλε μπροστά μας ἕνα προσκυνητάρι μὲ μία πολὺ μικρὴ ἐκκλησούλα, τόσο μικρὴ ποὺ δὲν χωροῦσε περισσότερους ἀπὸ τρεῖς ἀνθρώπους.
Κατεβήκαμε ἀπὸ τὰ μουλάρια καὶ μπήκαμε στὸ μικρὸ ἐκκλησάκι.
Προσκυνήσαμε τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας καὶ ἔπειτα ὁ φίλους μου μοῦ ἔδειξε ἕνα κορνιζαρισμένο κίτρινο ἀπὸ τὴν πολυκαιρία ἔγγραφο, ποὺ ἐξιστοροῦσε κάποιο θαῦμα καὶ τὴν ὕπαρξη τῆς μικρῆς ἐκκλησούλας στὸ μέρος ἐκεῖνο.
Σὲ κάθε γωνιὰ τοῦ Ἁγίου Ὄρους καθὼς εἶδα, ὑπῆρχε πάντα ἕνα προσκυνητάρι, μία μικρὴ ἐκκλησοῦλα, γιὰ νὰ ὑποδεχτῆ τὸν κουρασμένο ταξιδιώτη καὶ νὰ τοῦ κατευθύνει τὴν σκέψη κοντὰ στὸν Θεὸ καὶ νὰ μεταβιβάσει τὶς προσευχές του καὶ τὴν εὐγνωμοσύνη του στὸν Δημιουργό.
Νὰ μὲ λίγα λόγια ποιὸ εἶναι τὸ θαῦμα, καθὼς βρίσκεται γραμμένο στὸ κορνιζαρισμένο χαρτί:
Σὲ μία ὄχι καὶ τόσο μακρινὴ ἐποχή, πέρασε ἀπὸ τὸ Μοναστήρι τῶν Ἰβήρων ἕνας κατάκοπος καὶ πεινασμένος ταξιδιώτης. Χτύπησε τὴν πόρτα ποὺ ἦταν κλειστὴ ἀπὸ ὥρα καὶ περίμενε. Κανένας δὲν ἀπάντησε στὸ χτύπημά του. Ξαναχτύπησε καὶ πάλι γιὰ δεύτερη φορά. Καμία ἀπάντησε καὶ τώρα. Ξαναχτύπησε πολλὲς φορὲς τὴν σιδερένια βαρειὰ πόρτα, ὥσπου ἕνα μικρὸ παραπόρτι ἄνοιξε καὶ ξεπρόβαλλε μία ἀγαναχτισμένη καλογερίστικη μορφή, ποὺ βλέποντας τὸν σκονισμένο ξένο ἀγανάχτησε περισσότερο, μιὰ καὶ τοὔχε χαλάσει τὸν μεσημεριάτικο ὕπνο του. Ἀπὸ μία ἄποψη εἶχε ἕνα μικρὸ δίκιο, γιατὶ τὴν προηγούμενη βαρδιὰ εἶχαν ἀγρυπνία στὸ Μοναστήρι καὶ ὅλοι, ἐτούτη τὴν ὥρα βρισκόντουσαν ξαπλωμένοι στὸ σκληρὸ κρεβάτι τους. Ὅλα καλὰ καὶ ἅγια, μὰ ὁ θυμός του ἦταν κάτι παράλογο γι’ αὐτὸν ποὺ εἶχε ἀφιερωθῆ στὴν ἀνακούφιση τοῦ πλησίον. Φέρθηκε πολὺ ἄσχημα στὸν δυστυχισμένο ἀνθρωπάκι, ποὺ δὲν τοῦ ζητοῦσε τίποτε ἄλλο, παρὰ μονάχα λίγο ψωμί, γιὰ νὰ χορτάσει τὴν πεῖνά του. Μὲ βάρβαρο τρόπο τὸν ἔδιωξε καὶ τοὔκλεισε κατάμουτρα τὸ παραπόρτι.
Πικραμένος ὁ φτωχὸς στρατοκόπος καὶ μὲ δάκρυα στὰ μάτια, τράβηξε ἀπελπισμένος ξανὰ τὸν δρόμο του. Ἀφηρημένος ἀνηφόριζε γιὰ τὶς Καρυές. Πεινασμένος καὶ κατάκοπος καὶ μὲ μάτια θολωμένα ἔφτασε στὴν θέση ποὺ βρίσκεται τὸ προσκυνητάρι. Κάθησε κάτω ἀπὸ τὴν σκιὰ τοῦ γεροπλάτανου καὶ ἔχωσε τὸ κεφάλι του στὰ δύο του χέρια κλαίγοντας σιωπηλά, γιὰ τὴν σκληρότητα τοῦ πορτάρη. Πόση ὥρα εἶχε μείνει ἔτσι κανεὶς δὲν ξέρει. Σὰν ξανάνοιξε τὰ μάτια, βρίσκονταν μπροστά του μία ὡραία γυναῖκα ντυμένη παλαιϊκά. Τρομαγμένος ἀναρωτήθηκε μὴ καὶ ἦταν πλάσμα τῆς θολῆς φαντασίας του ἀπὸ τὴν ἐξάντληση καὶ τὴν πεῖνα. Ἔτριψε δυνατὰ τὰ μάτια του καὶ ξανασήκωσε τὸ κεφάλι. Ἡ ὀπτασία δὲν εἶχε χαθεῖ καὶ ἡ γυναῖκα βρισκόταν ἀκόμη μπροστά του καὶ τὸν κοιτοῦσε μὲ ἕνα γλυκὺ καὶ ἱλαρὸ βλέμμα. Πῆγε νὰ τρελαθῆ. Γνώριζε καλὰ ὅτι στὸ Ἅγιον Ὄρος δὲν ὑπάρχουν γυναῖκες. Πῶς λοιπὸν εἶχε βρεθεῖ ἐκεῖ αὐτὴ ἡ γυναῖκα; Μὴ καὶ ἦταν δημιούργημα τῆς φαντασίας ἢ καὶ αὐταπάτη; Δὲν εἶχε τελειώσει τὴν σκέψη του καὶ ἡ φωνή της ἦρθε νὰ τὸν βγάλει ἀπὸ τὶς ἀμφιβολίες καὶ νὰ τοῦ δώσει τὴν βεβαιότητα ὅτι δὲν ὀνειρεύτηκε.
-Γιατί κλαῖς φτωχὲ διαβάτη;, τὸν ῥώτησε.
Τῆς ἐξιστόρησε τὰ καθέκαστα μὲ τὸν πορτάρη καὶ τῆς μίλησε γιὰ τὴν πεῖνά του καὶ τὴν ἐξάντλησή του. Τότε αὐτὴ φέρνοντας τὸ χέρι της στὸν λαιμό της, ξεκρέμασε ἀπὸ μία ἁλυσίδα ἕνα πολύτιμο νόμισμα. Τὸ πῆρε καὶ τὸ ἔβαλε στὸ χέρι τοῦ φτωχοῦ ἀνθρώπου λέγοντάς του:
-Πάρε αὐτὸ καὶ πήγαινε ξανὰ στὸν πορτάρη. Δεῖξέ του τὸ νόμισμα καὶ πές του νὰ σοῦ δώσει ψωμί.
Μόλις τελείωσε ἀπομακρύνθηκε λίγο καὶ ξαφνικὰ χάθηκε ἀπὸ τὰ μάτια του. Ὁ σκονισμένος καὶ πεινασμένος στρατοκόπος, νιώθοντας τὴν γλυκειὰ ἐπαφὴ τοῦ πολύτιμου νομίσματος στὴν χούφτα του, ποὺ τόσο παράξενα τοῦ δόθηκε, σηκώθηκε καὶ τρικλίζοντας πῆρε τὸν δρόμο τοῦ γυρισμοῦ. Χτύπησε πάλι τὴν πόρτα τοῦ Μοναστηριοῦ καὶ ὁ πορτάρης πιὸ ἀγριεμένος τοῦ ἄνοιξε ἕτοιμος νὰ τὸν ξαναδιώξει. Πρὶν ἀνοίξει τὸ στόμα του καὶ τὸν βρίσει, ὁ ἄλλος ἄνοιξε τὴν παλάμη του καὶ δείχνοντας τὸ νόμισμα τοῦ παρακάλεσε νὰ τοῦ δώσει ψωμί. Τότε γίνηκε κάτι παράξενο γιὰ τὸν ἁπλοϊκὸ ἀνθρωπάκο. Στὴν στιγμή, ὁ θυμὸς τοῦ πορτάρη ἐξαφανίστηκε ἀπὸ τὰ μάτια του. Τοῦ ἄνοιξε τὴν πόρτα διάπλατα, τὸν ἔβαλε νὰ καθήσει καὶ παίρνοντας τὸ χρυσὸ νόμισμα στὰ χέρια του τὸν παρακάλεσε νὰ μὴν φύγει πρὶν ξαναγυρίσει. Τρομαγμένος ἔτρεξε στοὺς Γέροντες τοῦ Μοναστηριοῦ καὶ τοὺς ἔδειξε τὸ νόμισμα ποὺ κρατοῦσε. Μόλις τὸ ἀντίκρυσαν ἕνας πανικὸς φτερούγισε στὰ μάτια τους καὶ ῥώτησαν νὰ μάθουν πῶς βρέθηκε τὸ νόμισμα στὰ χέρια του. Ὅλοι νωρίζανε ὅτι αὐτὸ ἦταν κρεμασμένο στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Πορταΐτισσας. Ὁ πορτάρης τρέμοντας τοὺς διηγήθηκε τὰ ὅσα γίνηκαν, ἐνῶ τὰ μάτια του ἦταν πλημμυρισμένα στὰ δάκρυα μετανοιωμένος γιὰ τὴν σκληρὴ συμπεριφορά του. Σὰν τελειώσε, ὅλοι οἱ Ἰβηρῖτες Προϊστάμενοι πῆγαν στὴν ἐκκλησία καὶ μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Πορταΐτισσας, διαπίστωσαν πὼς ἔλειπε τὸ νόμισμα. Ἦταν αὐτὸ ποὺ κρατοῦσαν στὰ χέρια τους. Τρομοκρατημένοι γονάτισαν μπορστά της καὶ τὴν παρακάλεσαν νὰ τοὺς συγχωρέσει. Καλέσανε ἔπειτα τὸν ξένο καὶ ἔκαναν γνωστὸ σὲ ὅλους τοὺς ἀδελφοὺς τῆς Μονῆς τὸ θαῦμα. Ἀπὸ τὴν ἡμέρα ἐκείνη δὲν κλείνει πιὰ ἡ πόρτα τὸ μεσημέρι, γιὰ νὰ φιλοξενῆται κάθε ξένος ποὺ θὰ περάσει.
Αὐτὸ εἶναι τὸ προσκυνητάρι ποὺ τώρα ἐμεῖς βρισκόμαστε μέσα, γιὰ νὰ θυμίζει στοὺς πιστοὺς τὴν δύναμη τοῦ Θεοῦ.
Ἀφήσαμε τὸ γραφικὸ ἐκκλησάκι καὶ βρεθήκαμε ξανὰ στὴν ῥάχη τῶν μουλαριῶν μας, παίρνοντας πάλι τὸν ἀνώμαλο δρομάκι. Σὲ λίγο καὶ σὲ μικρὴ ἀπόσταση, πρόβαλαν μπροστά μας τὰ ψηλὰ κτίρια τοῦ Μοναστηριοῦ τῶν Ἰβήρων. Εἶναι ἕνα συγκρότημα χτισμένο ὅπως ὅλα τὰ Μοναστήρια σὲ σχῆμα τετράγωνο. Ἀπὸ μακρυὰ ξεχώριζε ἡ ψηλὴ κορφὴ τοῦ καμπαναριοῦ, πλάϊ στοὺς τρούλους τῆς ἐκκλησίας ποὺ ὑψώνονταν πάνω ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα κτίρια. Εἶπα στὸν φίλο μου νὰ σταθοῦμε λίγο, γιὰ νὰ καμαρώσουμε ἀπὸ μακρυὰ τὸ ὡραῖο αὐτὸ Μοναστήρι. Πραγματικά, θαύμασα τὴν ἁπλὴ ὁμορφιά του καὶ τὸ μεγαλεῖο τοῦ συγκροτήματος.
***
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου