Κεφάλαιον ΙΗ΄. Μονὴ Ἁγίου Παύλου.
Πλέαμε κόντα πιὸ κοντὰ στὰ βράχια. Τὰ νερὰ μαῦρα ἀπὸ τὸ βάθος ποὺ γινότανε ὅλο καὶ πιὸ ἀπότομο. Ἕνας κάβος, δεύτερος, τρίτος καὶ ξαφνικὰ πρόβαλε τὸ Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Παύλου.
Βρίσκεται χτισμένος σὲ μία ῥεματιὰ ποὺ καταλήγει στὴν κορυφὴ τοῦ Ἄθωνα. Ὁ Ἄθωνας, ἐπιβλητικός, ὑψώνεται κατακόρυφα πάνω του. Θαῤῥεὶς πῶς τὸ ἔχει στὰ πόδια του.
Μικρὸς κάμπος μπροστά του. Θεόρατο τὸ ἀντικρύζεις. Πάντω στὰ χοντρά του τείχη, πολλὰ πατώματα. Στὴν πίσω πλευρά του καὶ στὸ ἀριστερό τους ὑψώνεται ὁ τέραστιος πύργος, ποὺ σοῦ θυμίζει σὰν τὸ ἀντικρύζεις, τὸ Μοναστήρι.
Τὰ σημερινά του κτίρια εἶναι νέα. Δὲν βρίσκεις ἐδῶ τὴν γνωστὴ γραμμὴ τῶν Μοναστηριῶν. Οὔτε ἁπλωταριές, οὔτε ξύλα νὰ τὶς κρατάνε. Στὴν μέση μονάχα, μία σειρὰ παράθυρα ὁμορφαίνουν τὸ σύνολο. Ψηλὰ στὴν γωνία δεξιά σου, ἕνας θόλος σπάει τὴν μονοτονία στὸ τεράστιο αὐτὸ συγκρότημα.
Ἀράξαμε. Τὸ καΐκι ἔσβησε τὴν μηχανή του. Εἶπαμε στὸν καπετάνιο πὼς δὲν θὰ ἀργούσαμε. Κοίταξα τὸ ῥολόϊ. Πηδήσαμε στὸ μουράγιο καὶ μὲ γρήγορα βήματα πήραμε τὴν μικρὴ ἀνηφόρα. Φαρδὺς ὁ δρόμος γιὰ αὐτοκίνητο. Παραξενεμένος ῥώτησα:
-Ὑπάρχει αὐτοκίνητο ἐδω;
-Ναί. Τὸ ἔχουν γιὰ νὰ μεταφέρουν τὴν ξυλεία ἀπὸ τὸ βουνό.
Ἀνεβαίνουμε τὸν φιδωτὸ δρόμο. Ἡ ζέστη μεγάλη. Μούσκεψε γρήγορα τὸ κορμί μου στὸν ἱδρῶτα. Πουθενὰ σκιὰ καὶ ἀέρας. Δὲν φυσοῦσε καθόλου., μὰ βιαζόμαστε. Σὰν φτάσαμε στὴν πόρτα, καθήσαμε σὲ ἕνα ὑπόστεγο νὰ ξεκουραστοῦμε καὶ πλησιάσαμε μία βρύση νὰ δροσιστοῦμε. Συνήρθαμε λίγο καὶ ἡ ἀναπνοή μας ἔγινε κανονικὴ ὕστερα ἀπὸ τὸ λαχάνιασμα. Προχωρήσαμε στὸν κουμπὲ τῆς πόρτας. Ἔδωσα τὸ διαμονητήριο στὸν πορτάρη, ποὺ τόση ὥρα μᾶς περίμενε καὶ μᾶς κοίταζε μὲ δύσπιστο μάτι.
-Ἐσεῖς, Πάτερ;, ῥώτησε μὲ περιέργεια.
-Ἀντιπρόσωπος τοῦ Παντοκράτορος.
Αὐτὸς ὁ τίτλος ἔχει μία ἐπίδραση σὲ ὅλους τοὺς μοναχοὺς τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Σὲ ὅλα τὰ Μοναστήρια ἄνοιγαν τὶς πόρτες καὶ γέμιζε τὰ μάτια ὅλων μὲ ἐμπιστοσύνη καὶ μὲ χαμόγελο, γιατὶ ὅλα τὰ Μοναστήρια ἔχουν τὸν Ἀντιπρόσωπό τους. Ἔτσι καὶ αὐτὸς ὁ πορτάρης σηκώθηκε νὰ μᾶς ἐξυπηρετήσει.
Κοινόβιο τὸ Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Παύλου, ἔμενε δίχως ἡγούμενο ἐκεῖνον τὸν καιρό. Εἶχε παραιτηθεῖ γιὰ ἄγνωστους σὲ ἐμᾶς λόγους. Σήμερα, ὁ πατὴρ Ἀνδρέας, παλαιὸς Ἡγούμενος, βρίσκεται στὴν θέση του ξανὰ γιὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Μοναστηριοῦ.
-Ὁ καθηγούμενος, πατὴρ Ἀνδρέας, μοῦ εἶπε ὁ φίλος μου, διακρίνεται γιὰ τὴν βαθειά του εὐλάβεια καὶ γιὰ τὴν συνειδητὴ διαποίμανση τῆς ἀδελφότητος τῆς Μονῆς. Κατέχεται ἀπὸ τὴν ἀγωνία ὅπως πλουτίσει τὸ ποίμνιό του μὲ βιώματα οὐσιωδῶς πνευματικά, ἰδίως εἰς τὸν τομέα τῆς μυστηριακῆς ζωῆς, γιατὶ γνωρίζει, ὡς καλὸς ὁδηγός, ὅτι ἡ πνευματικὴ τροφὴ εἶναι τὸ θεμέλιον τῆς ψυχικῆς ὑγείας καὶ τῆς εὐρωστίας τῶν πατέρων.
Περικοσμεῖται δὲ μὲ πολὺ ἱκανὰ διοικητικὰ προσόντα, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ πνευματικά, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ διαχειριστικὰ ζητήματα τῆς Μονῆς εἶναι ἄριστος. Εἰς τὴν Μονήν του παρατηρεῖται πολὺ σεβασμὸς καὶ ἀγάπη τῆς ἀδελφότητος πρὸς αὐτόν, τῆς ὁποίας ἐκδήλωσις εἶναι ἡ ἐξ αὐτοῦ ψυχικὴ αὐτῆς ἱκανοποίησις. Τοῦτο ἄλλωστε μαρτυρεῖται καὶ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἀδελφότης ἀποτελεῖται ἀπὸ εὐαρίθμους καὶ κατὰ τὸ πολὺ ἀπὸ νέους στὴν ἡλικία πατέρες.
Ὁ πορτάρης μᾶς πῆγε στὴν Ἐπιτροπὴ καὶ προσπάθησε μὲ κάθε τρόπο νὰ μᾶς φανῆ χρήσιμο. Μᾶς πήγε στὸ Καθολικό, μόλις τελειώσαμε. Καινούρια ἡ ἐκκλησία, καὶ πιὸ καινούριες οἱ ἁγιογραφίες της, καθὼς τὸ Μοναστήρι κάηκε καὶ ξαναχτίστηκε τὸν 19ον αιώνα. Ἡ φωτιά, σκέφτηκα, καταστρέφει τὰ περισσότερα Μοναστήρια. Τίποτα τὸ ἀξιόλογο δὲν βρῆκα ποὺ νὰ μοῦ κάνει ἐντύπωση. Μόνο στὸ στενὸ παρεκκλήσι τοῦ Ἁγίου Γεωργίου χάρηκε τὸ μάτι μου ζωγραφική.
Παρακαλέσαμε καὶ μᾶς ἔδειξε τὰ Τίμια Δώρα τῶν Μάγων. Δὲν προσκυνήσαμε τὰ ἅγια λείψανα, πρᾶγμα ποὺ κάναμε γιὰ πρώτη φορὰ σὲ Μοναστήρι. Μονάχα μπροστὰ στὸ εἰκόνισμα τῆς Παναγίας τῆς Μυροβλύτισσας σταθήκαμε λίγο καὶ μετὰ στὴν Σαμαρείτιδα.
Ἡ Βιβλιοθήκη ὄχι πλούσια. Μερικὰ χειρόγραφα, κάτι λιγοστά Χρυσόβουλα, μὰ μὲ ἕνα μοναδικὸ σὲ ὁλόκληρο τὸν κόσμο ἀπόκτημα. Τὸ φιρμάνι τοῦ Σουλτάνου Βαγιαζὴτ τοῦ Α΄ τοῦ λεγομένου Ἰλδιρίμ, ποὺ στὴν μάχη τῆς Ἄγκυρας στὰ 1402 πιάστηκε αἰχμάλωτος ἀπὸ τὸν Ταρμελάνο. Τὸ φιρμάνι αὐτὸ εἶναι γραμμένο στὰ Ἑλληνικὰ καὶ εἶναι σπουδαῖο, γιατὶ κανένα ἄλλο γραφτὸ τοῦ Σουλτάνου αὐτοῦ δὲν σώζεται πουθενά, οὔτε στὴν Τουρκικὴ γλῶσσα οὔτε στὴν Ἀραβική. Πρέπει νὰ γράφτηκε στὴν Προῦσα.
Κατεβαίνοντας τὶς στριφογυριστὲς σκάλες μᾶς εἶπε λίγα λόγια γιὰ τὴν ἱστορία τοῦ Μοναστηριοῦ.
Μᾶς ἔφερε ἕως τὴν πόρτα συζητώντας μαζί μας. Χειραψίες ἐδῶ, εὐλογεῖτε καὶ δρόμο τὸν κατήφορο γιὰ τὴν θάλασσα.
Ἔντεκα ἡ ὥρα καὶ ὁ καπτετάνιος μᾶς περίμενε ἀνυπόμονος. Πηδήσαμε μέσα καὶ ἔβαλε πάλι ἐμπρὸς τὴν μηχανή. Τραβήξαμε πάλι γιὰ νέους κάβους καὶ γιὰ νέα ἀκρογιάλια. Στρίψαμε ἕναν κάβο καὶ πλέαμε τώρα σὲ ἕνα στρογγύλεμα τοῦ βουνοῦ.
***
Κεφάλαιον ΙΘ΄. Μονὴ Διονυσίου.
Ἀπὸ μακρυὰ ἀντικρύσαμε τὸ Μοναστήρι τοῦ Διονυσίου, χτισμένο σὲ ἕναν βράχο. Ὅλο καὶ πλησιάζαμε. Δεξιά μας μυτεροὶ βράχοι ἀπότομοι, ποὺ χώνονται βαθειὰ στὴν θάλασσα γεμᾶτοι ὑποθαλάσσιες σπηλιές. Φτάσαμε κοντά. Τὸ Μοναστήρι τὸ ἀφήσαμε λίγο στὰ δεξιά μας πρὶν ἀράξουμε στὸ λιμάνι του. Ἀπέναντί μας φάνηκε τὸ φαράγγι ποὺ στὸ ἄνοιγμά του εἶναι χτισμένο τὸ Μοναστήρι καὶ ποὺ γιὰ τέρμα του ἔχει τὸν Ἀντιάθωνα. Τὸ φαράγγι τοῦτο κατεβάζει δροσιά. Ἀράξαμε καὶ πρὶν βγοῦμε στὴν στεριά, στάθηκα λίγο νὰ τὸ καμαρώσω. Σήκωσα τὸ κεφάλι μου ψηλά γιὰ νὰ τὸ κοιτάξω ἀκριβῶς ἀπὸ πάνω μου. Λὲς καὶ κρέμεται κυριολεκτικὰ ἀπὸ τὸν βράχο.
Ἁπλωταριὲς ποὺ στηρίζονται σὲ χοντρὰ ξύλα καστανιᾶς, μὲ ἕνα πλῆθος πόρτες καὶ παράθυρα. Τέσσερα πατώματα ὑψώνονται ψηλὰ ἀπὸ τὴν θάλασσα, ποὺ εἶναι θεμελιωμένα γερὰ στὸν βράχο. Ὡς τὰ μισὰ τοῦ Μοναστηριοῦ κουράστηκα νὰ κοιτάζω. Εἶναι τόσο ψηλὰ ἀπὸ τὴν θάλασσα καὶ ὁ δρόμος ποὺ σὲ φέρνει στὴν πόρτα τόσο ἀνηφορικός, ποὺ οἱ καλόγεροι ἔχουν κρεμάσει ἕνα καλάθι γιὰ νὰ ἀνεβάζουν τὰ λίγα πράγματα ποὺ φέρνει τὸ καΐκι ὅταν ἀράζει στὸ λιμάνι ἢ γιὰ νὰ κατεβάζουν τὰ δικά τους ποὺ στέλνουν ἀλλοῦ.
Πηδήσαμε στὸ μουράγιο καὶ εἴπαμε τοῦ καπετάνιου ὅτι τὸ μεσημέρι θὰ μέναμε πάνω. Ἀργὰ τώρα πήραμε τὸ στριφογυριστὸ καλντερίμι σταματώντας ποῦ καὶ ποῦ γιὰ νὰ ἀνασάνουμε ἀπὸ τὴν ἀπότομη ἀνηφόρα.
Ἕνα τέταρτο κράτησε σχεδὸν ὁ δρόμος ἕως τὴν πόρτα. Ὁ πορτάρης μᾶς καλωσόρισε καὶ ἐγὼ τοῦ ἔδωσα τὸ διαμονητήριο. Μᾶς πῆγε στὸ ἀρχονταρίκι. Πουθενὰ αὐλή. Οὔτε τόσο δὰ μέρος δὲν ἔχει. Ὅλο τὸ κέντρο τοῦ Μοναστηριοῦ τὸ πιάνει τὸ Καθολικό.
Ἀπὸ ἕναν στενὸ διάδρομο μᾶς πῆγε καὶ μᾶς παρέδωσε στὰ χέρια τοῦ ἀρχοντάρη, ἐνῶ αὐτὸς ξαναγύρισε στὸ πόστο του. Στὸ σαλόνι μᾶς πρόσφερε τὸ κέρασμα καὶ κατόπιν πήγαμε γιὰ φαΐ. Σὰν τελείωσε τὸ φαγητό, πήγαμε νὰ ξεκουραστοῦμε. Ἔκλεισα πίσω μου τὴν πόρτα μουρμουρίζοντας:
-Μέρα καὶ ἡ σημερινή. Βλέπεις τόσα πολλὰ μαζὶ ποὺ δὲν προφθάνεις νὰ τὰ συγκρατήσεις ὅλα. Ἂς εἶναι. Μόνο λίγες ὧρες μοῦ μένουν καὶ θὰ πρέπει νὰ δῶ τὴν Βιβλιοθήκη καὶ τὴν Τράπεζα.
Βυθίστηκα στὸν ὕπνο. Ἡ καμπάνα χτύπησε νωρίς, καὶ μὲ τὸ χτύπημά της βρέθηκα στὸ πόδι. Κατέβηκα τὶς σκάλες χωρὶς νὰ ἐνοχλήσω τὸν φίλο μου. Ἴσως νὰ κοιμότανε. Δὲν τὸν βρῆκα πουθενά, καὶ σκέφτηκα ὅτι θὰ μὲ εὕρισκε στὴν ἐκκλησία. Στὸ τελευταῖο σκαλοπάτι σταμάτησα ῥίχνοντας ἕνα βλέμμα γύρω μου. Ἡ ἐκκλησία μεγάλη μὲ τρουλίσκους καὶ ἕναν μεγάλο στὴν μέση. Βασίλισσα τῆς ἀνύπαρκτης αὐλῆς. Τὴν καμάρωσα.
Ὡραῖο σχέδιο καὶ ἡ σκεπὴ μολυβδοσκέπαστη. Ἔστριψα ἀριστερὰ καὶ βρέθηκα ἔτσι μπροστὰ στὴν πόρτα. Παραμέρισα τὴν κουρτίνα καὶ πέρασα μέσα. Ἁγιογραφίες παντοῦ. Εὐρύχωρη ἡ ἐκκλησία ἀντιβούϊζε ὁλόκληρη ἀπὸ τὴν μουρμουριστὴ φωνὴ ποὺ διάβαζε ἕνας καλόγερος. Προχώρησα στὴν γεμάτη θόλους καὶ γωνίτσες Λιτή. Γυρόφερα τὰ μάτια τὶς τοιχογραφίες Κρητικῆς Σχολῆς ὁπωσδήποτε. Θαυμάσιες ὅλες. Τὶς καμάρωσα. Στάθηκα σὲ ἕνα στασίδι καὶ παραδόθηκα σὲ ἕνα ἐξεταστικὸ βλέμμα. Βυζαντινὸ τὸ Καθολικό. Εὐρύχωρο, σιωπηλό. Μερικὰ γεροντάκια στὰ στασίδια τους παρακολουθούσανε τὸν διαβαστή, χωρὶς νὰ ἐνοχληθοῦνε μὲ τὴν παρουσία μου. Λίγο πιὸ μπροστὰ εἶδα καὶ τὸν φίλο μου. Στεκόταν καὶ αὐτὸς ὄρθιος σὲ ἕνα στασίδι καὶ παρακολουθοῦσε τὸν ἑσπερινό.
Σὰν τελείωσε, προσκυνήσαμε τὶς εἰκόνες καὶ ἕνας ἀσπρομάλλης γέροντας προσφέρθηκε νὰ μᾶς δείξει τὶς πιὸ σπουδαῖες ἁγιογραφίες· Κρητικῆς Σχολῆς ἐπιβεβαίωσε. Ὁ περίφημος Τζώρτζης ὁ δημιουγός τους. Ἀδελφὸς τοῦ Θεοφάνη τῆς Λαύρας. Μεγάλος καὶ αὐτὸς σὰν τὸν ἀδελφό του, μὰ μὲ δικό του προσωπικὸ χαρακτῆρα. Μᾶς ὁδήγησε κάτω ἀπὸ τὸν κεντρικὸ πανύψηλο τροῦλο. Συναρπαστικός, ὑπέροχος ὁ Παντοκράτορας. Σὲ μαγεύει. Σειρὰ ἔχει τώρα ἡ Μεταμόρφωσις. Τὸ ἴδιο νιώθεις καὶ ἐδῶ. Μᾶς ἔδειξε καὶ ἄλλες ἁγιογραφίες τοῦ Τζώρτζη. Ὅλες ὑπέροχες, ἀληθινὰ θαύματα τέχνης. Ἔπειτα μᾶς πῆγε στὸ Ἱερό. Ἔβγαλε δύο εἰκονίσματα, τοῦ Ἀκαθίστου καὶ τοῦ Προδρόμου. Γιὰ τὸ πρῶτο μᾶς εἶπε, ὅτι εἶναι ἐκεῖνο ποὺ κρατοῦσε στὰ χέρια του πάνω στὰ τείχη τῆς Κωνσταντινουπόλεως στὴν ἐπιδρομὴ τῶν Ἀράβων, ὁ Πατριάρχης Σέργιος. Καὶ τὰ δύο θαυματουργὰ καὶ παμπάλαια.
Σὰν βγήκαμε, μᾶς ἔδειξε τὰ θυρόφυλλα τῆς εἰσόδου. Θαῦμα ξυλογλυπτικῆς. Τὰ ἴδια ἀκριβῶς βρήκαμε καὶ στὴν Τράπεζα μὰ πιὸ μικρά.
Ἡ Τράπεζα τοῦ Διονυσίου εἶναι ὡραία, ὕστερα ἀπὸ τὴν Τράπεζα τῆς Λαύρας. Χαμηλὲς καμάρες στηριγμένες σὲ κολῶνες μὲ ὄμορφο σχέδιο, σχηματίζουμε μία στοὰ πρὶν ἀκόμα μπῆς στὴν Τράπεζα. Οἱ τοῖχοί της εἶναι ζωγραφισμένοι καὶ ἐδῶ ἀπὸ τὸν Τζώρτζη.
Σταθήκαμε μπροστὰ στὴν «Δευτέρα Παρουσία», γεμᾶτοι φόβο καὶ θαυμασμό. Στὴν κορυφή, ὁ Χριστός, ἀνάμεσα στοὺς Δικαίους καὶ λίγο πιὸ κάτω ὁ χορὸς τῶν Ἀγγέλων. Στὴν ἄκρη, ἕνα βάραθρο ποὺ πέφτουν μέσα διάβολοι καὶ ἄνθρωποι. Στὰ δεξιά, μία σκάλα ποὺ στηρίζεται στὴν γῆ καὶ ποὺ στὴν κορυφή της βρίσκεται ὁ Χριστός. Πάνω στὴν σκάλα καμιὰ δεκαριὰ μοναχοί, ἄλλοι νὰ πέφτουν στὸ στόμα τοῦ Δράκου ποὺ συμβολίζει τὸν ᾍδη καὶ ἄλλοι νὰ στηρίζονται ἀκόμα. Στὸ κεφαλόσκαλο, ἕνας μονάχα καταφέρνει νὰ σωθῆ στὰ χέρια τοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ δύο-τρεῖς πέφτουν ἀπὸ τὸ ὕψος ἐκεῖνο στὸ ἀνοιχτὸ στόμα τοῦ Δράκου.
-Θέλει νὰ τονίσεις, ὅτι ὁ μοναχὸς κινδυνεύει περισσότερο νὰ πέσει ὅταν βρίσκεται στὴν τελειότητα, μᾶς ἐξήγησε ὁ γέροντας-ξεναγός.
Πῶς νὰ μὴν νιώσεις φόβο μπροστὰ σὲ αὐτὸ τὸ τραγικὸ καὶ ἀπειλητικὸ ἀριστούργημα;
Ἀπὸ τὴν «Δευτέρα Παρουσία», στὴν «Ἀποκάλυψη». Στὶς σκηνές της θὰ βρῆς ὅλα τὰ σύγχρονα φονικὰ ὅπλα. Ἀκρίδες ποὺ βγάζουν φωτιὰ ἀπὸ τὸ στόμα τους· συμβολίζουν τὰ ἀεροπλάνα. Τὰ λιοντάρια καὶ αὐτὰ μὲ φλόγες στὸ στόμα τους· συμβολίζουν τὰ τεθωρακισμένα. Νιώθεις ἀνατριχίλα σὰν ἀναλογιστῆς τὴν προφητικότητα τοῦ ἁγιογράφου αὐτοῦ.
Ἀπὸ τὴν Τράπεζα τὴν Βιβλιοθήκη. Ὁ ξεναγός μας ἦταν καὶ βιβλιοθηκάριος. Ἀνεβήκαμε τὴν σκοτεινὴ στριφογυριστὴ σκάλα τοῦ πύργου. Σταματήσαμε στὴν βαρειὰ σιδερένια πόρτα. Ὁ γεροντάκος ἔβγαλε ἕνα τεράστιο κλειδί. Γύρισε μία-δύο φορὲς μὲ δύναμη καὶ ἡ πόρτα ἄνοιξε τρίζοντας στοὺς σκουριασμένους μεντεσέδες της. Βιβλιοθήκες ὁλόγυρα. Ἕνα τραπέζι στὴν μέση, δύο καθίσματα, χαρτιὰ στὸν πάγκο, μολύβια, πένες καὶ ἕνας φακός. Μᾶς ἔφερε στὴν ἀρχὴ χειρόγραφα τοῦ 9ου αιῶνος καὶ κατόπιν μέχρι τοῦ 14ου αἰῶνος. Κώδικες πολλοί, μὲ ἀρχικὰ θαυμάσια, ὅπως ἐπίσης καὶ μὲ θαυμάσιες μινιατοῦρες. Ἕνα Εὐαγγέλιο τοῦ 14ου αἰῶνος ἔχει τώρα σειρά. Τὸ κάλλυμμά του ξύλινο. Ἔμεινα κατάπληκτος. Ἦταν τόσο τέλειες οἱ μινιατοῦρες τῶν παθῶν, στὴν μέση καὶ στὰ πλευρά. Σὰν κοίταξα μὲ τὸν φακό, ἔμεινε μὲ ἀνοιχτὸ στόμα. Ἔκφραση στὰ πρόσωπα καὶ καλοσχεδιασμένα τὰ σχήματα καὶ οἱ συνθέσεις. Σωστὸ θαῦμα δουλειᾶς. Ἔπειτα, ἄλλα εὐαγγέλια καὶ ψαλτήρια καὶ ὅλα μὲ πραγματικὰ ἀριστουργηματικὲς μινιατοῦρες. Τὰ χρυσόβουλα καὶ τὰ φιρμάνια τώρα. Πολλὰ ἀπὸ τὸ εἶδος αὐτό. Θαυμάσια τὰ ἀρχικά τους καὶ στὸ τέλος ἡ ὑπογραφὴ τοῦ αὐτοκράτορα μὲ ὡραῖα χρυσᾶ γράμματα. Σηκωθήκαμε. Τί νὰ πρωτοθαυμάσεις; Θέλεις μία ζωὴ γιὰ νὰ τὰ δῆς καὶ νὰ τὰ μελετήσεις. Εἶναι πολλά. Μία ἀπὸ τὶς πιὸ πλούσιες εἶναι ἡ Βιβλιοθήκη τοῦ Διονυσίου.
Κατεβήκαμε γρήγορα τὰ σκαλιά, ἀποχαιρετῶντας τὸ ἀγαθὸ γεροντάκι ποὺ τὸ βάλαμε σὲ τόσους κόπους.
Φτάνοντας στὴν πόρτα τῆς ἐκκλησίας, μᾶς περίμενε ὁ Ἡγούμενος Γαβριήλ. Ὕστερα ἀπὸ τὶς συστάσεις, τὶς ὑποκλίσεις καὶ τὸ χειροφίλημα, μᾶς πῆρε μέσα γιὰ νὰ προσκυνήσουμε τὰ ἅγια λείψανα τοῦ Πατριάρχου Νήφωνος. Ἔβγαλε μία θαυμάσια ἀργυρόχρυση θήκη, δῶρο τοῦ Ἡγεμόνα τῆς Βλαχίας Νεάγγου.
Βγήκαμε καὶ ἀποχαιρετίσαμε τὸν σεβάσμιο Καθηγούμενο.
-Ὁ Ἡγούμενος Γαβριήλ, μοῦ εἶπε ὁ φίλος μου, δὲν θὰ εἶναι ὑπερβολὴ ἐὰν ποῦμε ὅτι εἶναι πραγματικὸ «Ταμεῖον Γνώσεως» καὶ ὁ πλέον πεπειραμένος γνώστης, ἰδίως τῶν Ἁγιορείτικων ζητημάτων καὶ βαθυστόχαστος πνευματικὸς ὁδηγὸς τῆς μοναστικῆς ποίμνης. Πολλάκις ἀντιπροσώπευσε καὶ ἀντιπροσωπεύει τὸ Ἅγιον Ὄρος εἰς τὰ πλέον σοβαρὰ ζητήματα τοῦ τόπου.
Προχωρήσαμε πρὸς τὴν πόρτα. Κατεβήκαμε τὸ καλντερίμι καὶ ὅταν φτάσαμε στὴν παραλία, ἡ ὥρα εἶχε περάσει.
***
Κεφάλαιον Κ΄. Τὰ βαθιὰ νερὰ τῆς Γρηγορίου.
Ὁ καπετάνιος ἔβαλε μπροστὰ τὴν μηχανὴ καὶ ὥσπου νὰ πάρει μπρὸς γιὰ τὸ ξεκίνημα ἔριξα ἕνα βλέμμα γύρω μου γιὰ τελευταία φορά, γιὰ νὰ κρατήσω ζωντανὴ τὴν εἰκόνα τοῦ Μοναστηριοῦ, καθὼς ὁ ἥλιος ἔπεφτε καὶ χτυποῦσε τὰ τζάμια.
Ἔμοιαζε μὲ μία φαντασμαγορία. Γεμᾶτο παράθυρα, γεμᾶτο ἁπλωταριὲς καὶ στὸ ὕψος του πάνω του φαινότανε παραμυθένιο. Ἡ ῥεματιά, φωτεινὴ στὴν μία μεριὰ καὶ σκοτεινὴ στὴν ἄλλη, φαινόταν νὰ χωρίζεται στὰ δύο. Παντοῦ βράχια, ποὺ τὴν γυμνότητά τους τὴν κρύβουν οἱ λίγοι θάμνοι.
Πιὸ κάτω, στὴν μία πλευρὰ τοῦ Ἀντιάθωνα, ὁ κῆπος τοῦ Μοναστηριοῦ, ποὺ γιὰ νὰ γίνει ἔφεραν χῶμα ἀπὸ ἄλλο μέρος, γιατὶ ἐδῶ δὲν ὑπάρχει πουθενά.
Ἡ μηχανὴ πῆρε μπροστὰ καὶ τὸ καΐκι ἄνοιξε ταχύτητα. Τὸ ἔβλεπα ὥσπου τὸ ἔεχασα ἀπὸ τὰ μάτια μου. Σὲ μία στροφή, περνώντας ἕναν κάβο ἔστριψα τὸ βλέμμα μου στὴν θάλασσα.
Ἡσυχία βαθειά. Κανένα σημάδι ζωῆς. Ὁ κρότος τῆς μηχανῆς μονάχα, χτυπῶντας στοὺς βράχους ξαναγυρνοῦσε γιὰ νὰ ἀνταμωθῆ ἀδελφικὰ μὲ τὸ καΐκι.
Πέντε ἡ ὥρα. Καθόμουνα στὴν πλώρη καὶ κοίταζα μελαγχολικὰ τὸν βυθό, ποὺ ἐρχόταν νὰ μᾶς προϋπαντήσει στὸ κάθε ἑκατοστὸ ποὺ περνούσαμε. Παράξενα σχήματα, χορταριασμένοι βράχοι, σπηλιὲς ποὺ μέσα τους μπαινόβγαιναν μικρὰ καὶ μεγάλα ψάρια. Κοίταζα, κοίταζα καὶ δὲν χόρταινα, ὥσπου τὰ μάτια μου δάκρυσαν καὶ ἔχασαν τὸ φῶς ἀπὸ μπροστά τους.
-Μὴν κοιτᾶς κάτω, θὰ σὲ πιάσει ἡ θάλασσα, μὲ συνέφερε μία φωνή.
Ὁ καλὸς καὶ ἀνεκτίμητος φίλος μου, ὁ πατὴρ Εὐθύμιος, ποὺ καθότανε δίπλα μου, ἐνδιαφέρθηκε. Στὴν σκέψη του ἔνιωσα πόνο. Εἴχαμε δεθεῖ μὲ γερὰ δεσμὰ φιλίας αὐτὲς τὶς μέρες. Εἴχαμε ἀγαπήσει ὁ ἕνας τὸν ἄλλο καὶ τώρα ποὺ ἔφτανε ἡ ὥρα τοῦ χωρισμοῦ, ἔνιωσα μέσα μου κάτι νὰ βαραίνει. Λίγο θὰ μέναμε μαζὶ ἀκόμα. Θὰ χωρίζαμε καὶ ὁ καθένας θὰ τραβοῦσε τὸν δρόμο του. Ἐγὼ στὴν θορυβώδη ζωὴ μέσα στὴν καθημερινὴ ἀγωνία ποὺ σκοτώνει καὶ αὐτὸς στὴν ἥσυχη γαλήνη τοῦ Μοναστηριοῦ καὶ στὸ Ἀντιπροσωπεῖο.
Πόσο σὲ ζηλεύω φίλε μου. Ὅμως δὲν μπορῶ νὰ σὲ ἀκολουθήσω. Οἱ δεσμοὶ ποὺ μὲ κρατοῦν στὸν κόσμο εἶναι γεροί, καὶ τώρα πιὰ δὲν μπορῶ νὰ τοὺς σπάσω. Ἐσὺ τοὺς ἔσπασες μικρός. Ἐγώ, μεγάλος τώρα, νιώθω ἀδύναμος νὰ τὸ κάνω. Νέος ἐσύ, σχεδὸν παιδὶ μπροστὰ σὲ μένα καὶ ὅμως μὲ μία παράδοξη ὠριμότητα ποὺ σὲ ἀφήνει ἄφωνο. Γύρισα τὸ βλέμμα μου, γιατὶ κατάλαβε ὅτι τὸν κοίταζα μὲ προσοχή., εἶχα ἀκόμα λίγο καιρὸ μπροστά μου, γιὰ νὰ μελετήσω κάθε πτυχὴ τοῦ προσώπου του καὶ νὰ τὸ φυλάξω βαθειὰ στὴν ψυχή μου, σὰν τὴν πιὸ καλή, τὴν πιὸ ὀμορφότερη ἀνάμνηση ἀπὸ τὴν περιοδεία μου στὸ Ὄρος. Κοίταξα πέρα μακριὰ τὸν ὁρίζοντα, τὴν θάλασσα, ποὺ γαληνεμένη ἅπλωνε τὸ ἀτλάζι της καὶ ἔντυνε μέσα σὲ αὐτὸ τὶς γύρω στεριές. Ἄφησα τὸ μάτι μου νὰ ξεκουραστῆ στὶς ἁπαλὲς γραμμὲς ποὺ δίνει στὶς στεριὲς ἡ ἀπόστασις καὶ βυθίστηκα σὲ μία περίεργη ἀναπόληση.
Ξέχασα ὅτι δίπλα μου βρισκόταν ἄνθρωπος. Φαντάστηκα ὅτι ἤμουνα μόνος, κατάμονος στὸν κόσμο καὶ ταξίδευα μὲ τὸ πλοῖο τῆς εὐτυχίας σὲ ἄγνωστα λιμάνια παραδομένος σὲ ἕνα ἐσωτερικὸ ἡδονισμὸ ποὺ ἔφτανε στὸ ἄπειρο.
Ἔμοιαζε νὰ ἔχω ἑνωθεῖ μὲ τὸ θεῖον, νὰ ἔχω γίνει ἕνα μὲ τὸν κόσμο ποὺ κρύβει τὴν θεότητα. Παραδόθηκα στὴν μαγεία του μὲ ἐμπιστοσύνη καὶ χωρὶς σκοπό. Ἔνιωθα λυτρωμένος ἀπὸ τὰ πάθη μου καὶ τὴν ἐξάρτησή μου ἀπὸ αὐτά, καθὼς καὶ ἀπὸ συμβατικότητα. Ξύπνησα ἀπὸ τὴν βύθισή μου ἀπότομα, σὰν ὁ κρότος τῆς μηχανῆς κόντυνε.
Γύρισα τὸ κεφάλι μου. Περνούσαμε ξυστὰ ἕναν κάβο ποὺ ὑψωνόταν τεράστιος καὶ ἀπειλητικὸς πάνω μας. Ὁ ἦχος τῆς μηχανῆς, χτυπῶντας στὰ γρανιτένια πλευρά του ξαναγύρισε μεταλλικὸς καὶ σοῦ τρυπάνιζε τὰ αὐτιά. Τὰ βούλωσα μὲ τὸ χέρι μου μὴν ὑποφέροντας ἄλλο.
***
Περίμενα ἔτσι ὥσπου νὰ στρίψουμε καὶ σὰν στρίψαμε πιά, πρόβαλε μεγαλόπρεπο ἕνα Μοναστήρι. Τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου.
Χτισμένο πάνω στὸν βράχο φάνταζε ἐπιβλητικό. Ἁπλωταριὲς ξύλινες τὸ τριγυρίζουν καὶ φρεσκοβαμμένες, δίνοντας μία ζωηρὴ ἀντίθεση. Τείχη ὁλόγυρα καὶ στὴν πλευρὰ ποὺ φαίνεται, τέσσερις κολῶνες νὰ βαστάνε τὸ βάρος ἑνὸς ὡραίου καινούριου οἰκοδομήματος. Βαμμένα τὰ πολλὰ παράθυρά του μὲ ζωηρὸ χρῶμα καὶ οἱ τοῖχοι ὁλόασπροι. Τὴν βυζαντινὴ εἰκόνα τὴν χάνεις κοιτώντας το, οἱ θόλοι τῆς ἐκκλησίας μόλις ποὺ διακρίνονται, πνιγμένοι στὰ ψηλὰ νέα κτίρια. Πουθενὰ πύργος., πιὸ ψηλὰ ἀπὸ ὅλα, τὰ καμπαναριά. Μία πτέρυγα μονάχα ποὺ πρόβαλε ἔτσι καθὼς πλέαμε, μοῦ ἔδωσε τὴν ἐντύπωση ὅτι βρισκόμαστε σὲ Μοναστήρι.
Πλησιάσαμε πιὸ κοντά. Βράχια θαλασσοδαρμένα, χωμένα βαθειὰ στὴν θάλασσα στηρίζουν τὰ θεμέλιά του. Βαθειὰ κατάμαυρα τὰ νερὰ τῆς θάλασσας.
Στὸ ἀμέτρητο βάθος της, μπορεῖ νὰ φανταστῆς καὶ ἂν εἶσαι τυχερὸς νὰ δῆς σκυλόψαρο νὰ ἀνεβοκατεβαίνει μὲ ἀνοιχτὸ στόμα περιμένοντας κάτι νὰ πέσει ἀπὸ τὰ περαστικὰ καΐκια. Ἄθελά σου τραβιέσαι πιὸ μέσα ἀνατριχιασμένος. Ἔδειξα τὸ βάθος στὸν φίλο μου.
-Πολὺ βαθειὰ καὶ ἄγρια, συμφώνησε.
Πρὶν λίγα χρόνια ἔγινε ἕνα τρομερὸ δυστύχημα. Ἕνας νεαρὸς διάκος, ὕστερα ἀπὸ τὴν Λειτουργία, μία Κυριακή, ζήτησε τὴν ἄδεια ἀπὸ τὸν ἡγούμενο νὰ πάει γιὰ μπάνιο. Ὁ ἡγούμενος προσπάθησε νὰ τὸν κάνει νὰ ἀλλάξει γνώμη. Αὐτὸς ὅμως ἐπέμενε νὰ κολυμπήσει. Ὁ ἡγούμενος, βλέποντας τὴν ἐπιμονή του, τοῦ ἔδωσε τὴν ἄδεια. Τότε αὐτὸς βούτηξε στὴν θάλασσα καὶ ἄρχισε νὰ κολυμπάει δίπλα στὴν στεριά. Φοβόταν νὰ πάει πιὸ βαθειά. Πρὶν προφτάσει νὰ κάνει δέκα ἁπλωτές, ἕνα σκυλόψαρο ἀναποδογύρισε πάνω του καὶ τὸν τράβηξε στὸ στόμα του. Τὸ στόμα του ὅμως φαίνεται ἦταν μικρό, καὶ τὸ σκυλόψαρο δὲν ἦταν μεγάλο, καὶ ὅπως αὐτὸς εἶχε ἁπλώσει τὰ χέρια του γιὰ νὰ πάρει ὤθηση, τὸ σῶμά του σταμάτησε στοὺς ὤμους. Σὰν κατάλαβε τὶ τοῦ συμβαίνει, ἔβγαλε δυνατὲς φωνὲς τρομαγμένες, ζητῶντας βοήθεια. Τὸ Μοναστήρι ἀναστατώθηκε καὶ ὅλοι τρέξανε στὸ λιμάνι. Μὰ τὸ σκυλόψαρο τὸν εἶχε τραβήξει στὰ βαθειά, καὶ καμιὰ βοήθεια δὲν μποροῦσαν νὰ δώσουν, μιὰ καὶ καμία βάρκα δὲν βρισκόταν γύρω. Ἡ θάλασσα ἄρχισε νὰ βάφεται κόκκινη ἀπὸ τὸ αἷμα τοῦ διάκου, ποὺ κουνοῦσε ἀπελπισμένα τὰ χέρια του. Καμία ἐλπίδα γιὰ τὴν σωτηρία του. Σιγὰ-σιγὰ τὸ σκυλόψαρο θὰ τὸν ἔκοβε στὴν μέση. Κάποιος τότε τὸν λυπήθηκε καὶ μὲ νοήματα καὶ φωνὲς τοῦ φώναξε νὰ μαζέψει τὰ χέρια του στὸ κεφάλι. Ἔτσι, γλίτωσε τὸ μαρτύριο. Οἱ καλόγεροι μὲ τὴν φρίκη στὰ μάτια πῆγαν καὶ κλείστηκαν στὰ κελλιά τους φορτωμένοι πίκρα.
Τραγικὴ διήγησις, ποὺ μὲ τρόμαξε. Πρόσεχα τώρα ὅλες τὶς κινήσεις μου καὶ κρατιόμουν δυνατὰ πάνω σὲ ἕνα μαδέρι, μὴν καὶ βρεθῶ στὸ νερό. Τὸ καΐκι πῆρε τὴν στροφὴ τοῦ Μοναστηριοῦ καὶ στὴν ἀριστερὴ πλευρά του ἄραξε μανουβράροντας στὸ τσιμεντένιο μουράγιο. Ὁ καπετάνιος ἔριξε τὴν ἄγκυρα καὶ πέταξε τὸν κάβο στὰ χέρια ἑνὸς καλόγηρου ποὺ βρισκόταν ἐκεῖ. Αὐτὸς τὸν ἔπιασε στὸν ἀέρα καὶ προσεχτικὰ μᾶς τράβηξε κοντά του. Σὰν ἡ μηχανὴ σταμάτησε, μὲ προσοχὴ πήδησα ἔξω. Εἴπαμε στὸν καπετάνιο ὅτι θὰ περνούσαμε τὴν βραδιά μας στὸ Μοναστήρι νὰ νὰ ἐρχότανε τὸ πρωΐ νὰ μᾶς πάρει.
Πήραμε τὴν μικρὴ ἀνηφόρα. Οἱ ἴδιες διατυπώσεις στὴν πόρτα. Ὁ πορτάρης μᾶς πέρασε μέσα καὶ μᾶς ἔδειξε τὸ ἀρχονταρίκι. Ἕνα κυπαρίσσι καὶ ἕνας φοίνικας μᾶς ὑποδέχτηκαν ἀφοῦ περάσαμε μία πόρτα. Τὸ κυπαρίσσι στὴν ἀρχή, ὁ φοίνικας στὸ τέρμα, μᾶς φέρανε στὴν παληὰ πόρτα. Ἡ πρώτη ποὺ πρωτομπήκαμε ἦταν ἡ καινούρια.
Τὸ Μοναστήρι ὁλόκληρο χωρίζεται σὲ παλαιὸ καὶ νέο. Χτίστηκε τελευταῖα μιὰ καὶ ἀπὸ τὸ παλαιὸ μόνο ὁ σκελετός του εἶχε μείνει ἀπὸ τὶς πολλὲς καταστροφές.
Περάσαμε τὴν παληὰ πόρτα. Μία μικρὴ καὶ πιὸ λίγο μεγαλόπρεπη, χωρὶς νὰ ἔχει ἄλλον πορτάρη. Τὴν περάσαμε καὶ βρεθήκαμε μπροστὰ στὸ Καθολικὸ καὶ ἀπὸ ἕναν διάδρομο στρωμένο μὲ μαῦρες πλάκες ἀνεβήκαμε δύο πατώματα γιὰ νὰ φτάσουμε στὸ ἀρχονταρίκι. Κοινόβιο καὶ αὐτὸ, μὰ καθαρὸ καὶ νοικοκυρεμένο, τὸ ἀρχονταρίκι του φωτεινό, ὡραιότατο, βλέπει στὴν θάλασσα. Φωτεινὰ τὰ δωμάτια καὶ καλοστρωμένα.
Καθήσαμε στὸ σαλόνι. Αὐτὴν βραδυὰ ἀποφασίσαμε νὰ μὴν φᾶμε στὴν Τράπεζα γιὰ νὰ βροῦμε τὴν εὐκαιρία νὰ κουβεντιάσουμε. Σὰν δροσιστήκαμε μὲ ἕνα ποτήρι νερό, καὶ τὸ συνηθισμένο κέρασμα, κατεβήκαμε στὴν ἐκκλησία. Δὲν βρήκαμε κανέναν νὰ μᾶς ἀνοίξει. Πήγαμε στὸν ἡγούμενο, στὸ γραφεῖό του. Μᾶς καλοδέχτηκε, καθὼς γνώριζε τὸν φίλο μου, καὶ ἔδωσε ἐντολὴ σὲ κάποιον μεσόκοπο μοναχὸ νὰ μᾶς ἀνοίξει τὴν ἐκκλησία νὰ προσκυνήσουμε τὰ ἅγια λείψανα. Ὑποκλίθηκα βαθειὰ γιὰ νᾶ τὸν εὐχαριστήσω καὶ βγήκαμε ἀκολουθώντας τὸν μοναχό.
Περνώντας δίπλα ἀπὸ τὸ Καθολικό, μοῦ εἶπε ὁ φίλος μου πὼς ἐδῶ ἦταν ἡ Τράπεζα. Νέο κτίριο. Εἶναι αὐτὸ ποὺ βλέπει κανεὶς σὰν ἔρχεται ἀπὸ τοῦ Διονυσίου. Αὐτὸ στηρίζεται στὶς τέσσερις κολῶνες. Πολὺ φωτεινὴ μὰ χωρὶς τοιχογραφίες. Δὲν πῆγα νὰ τὴν δῶ. Δὲν ἄξιζε τὸν κόπο.
-Καὶ ἐδῶ θὰ σοῦ προσθέσω, μοῦ εἶπε ὁ πατὴρ Εὐθύμιος, ὅτι ὁ Ἡγούμενος πατὴρ Βησσαρίων, εἶναι καὶ αὐτὸς ἰσότιμος μὲ τὸν Ἡγούμενο τῆς Διονυσίου. Θὰ εἴμαστε ἐκτὸς τῆς πραγματικότητας ἐὰν θὰ λέγαμε ὅτι αὐτὸς εἶναι λιγώτερο χρήσιμος γιὰ τὸ Ὄρος, ἐφ’ ὅσον οἱ ἀγῶνές του ὑπὲρ τοῦ Ὄρους εἶναι γνωστοὶ ἀπὸ τὶς ἀλλεπάλληλες ἀποστολὲς ποὺ τοῦ ἔχουν ἀνατεθῆ, πρὸς τὰς ὁποίας καὶ ἀπέδειξε ἀπόλυτη ἀποτελεσματικότητα. Διὰ τὴν Μονήν του ἀπεδείχθη ὁ ἄξιος πνευματικὸς ἡγέτης ποὺ γνωρίζει νὰ συνδυάζει τὸ αὐστηρὸν μὲ τὸ ἐπιεικὲς μετὰ διακρίσεως καὶ συνέσεως. Εἰς δὲ τὰ διοικητικά του προσόντα εἶναι ἀπαράμιλλος, ἀποκαταστήσας πλήρως τὴν Μονήν του ἐκ τῆς ἐπαινετῆς διαχειριστικῆς του ἱκανότητος.
Ἀκολουθήσαμε τὸν μοναχὸ στὸ Καθολικό. Μὲ τρούλους καὶ αὐτὸ καὶ μὲ ψηλὸ καμπαναριό. Σὰν ἄνοιξε ἡ πόρτα, παρουσιάστηκε μπροστά μου μία εὐρύχωρη ἐκκλησία μὲ νέες τοιχογραφίες. Ἀπογοήτευση καὶ ἐδῶ. Πήγαμε στὸ ἱερό. Μπροστὰ στὸ τέμπλο στάθηκα. Ξυλόγλυπτο μὲ πολὺ ὡραῖες εἰκόνες. Τίποτα ὅμως τὸ ἀξιόλογο. Καὶ τὰ ἅγια λείψανα λίγα. Ἕνα κομμάτι Τιμίου Ξύλου, τὸ δεξὶ χέρι τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καὶ τὸ δεξὶ χέρι καὶ πόδι τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας τῆς Ῥωμαίας. Τὰ προσκυνήσαμε μὲ εὐλάβεια.
Ἡ Βιβλιοθήκη ἀνύπαρκτη σχεδόν. Μόνο μερικὰ φύλλα τοῦ Ποιμένος τοῦ Ἐρμνᾶ ἔχουν ἀξία, γιατὶ εἶναι μοναδικὰ σὲ ὅλον τὸν κόσμο. Τίποτε ἄλλο. Ἡ πυρκαγιὰ κατέστρεψε τὰ πάντα. Πολλὲς φορὲς καταστράφηκε τὸ Μοναστήρι ἀπὸ πυρκαγιά. Μὰ ἡ τελευταία τοῦ 1762 δὲν ἄφησε τίποτα παρὰ μόνο τὴν ἀρχαία εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, στὴν ἀριστερὴ κολώνα τοῦ Καθολικοῦ
Τὸ Μοναστήρι σήμερα βρίσκεται σὲ ἄνετη οἰκονομικὴ κατάσταση καὶ οἱ μοναχοί του ἀρκετοὶ καὶ νέοι οἱ περισσότεροι.
Πήγαμε στὸ ἀρχονταρίκι καὶ καθήσαμε δίπλα ἀπὸ ἕνα παράθυρο. Ἡ ὀμορφιὰ τῆς θάλασσας σοῦ πλημμύριζε τὴν ψυχὴ μὲ εὐτυχία. Καὶ ὅμως, λίγες ὧρες ἀκόμα θὰ χαιρόμουνα ὅλη αὐτὴ τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴν γαλήνη.
Ἡ ὥρα πέρασε καὶ πρέπει νὰ ἑτοιμαζόμαστε. Ἡ φιλοσοφία πάνω στὰ ζητήματα τῆς ζωῆς μᾶς ἔμαθε νὰ παίρνουμε καὶ τὰ καλὰ καὶ τὰ ἀντίθετα. Ἐδῶ δὲν ἦρθα νὰ δεθῶ μὲ τὸν τόπο οὔτε νὰ μείνω σὲ ὅλη μου τὴν ζωή. Τὸν φίλο μου θὰ τὸν θυμᾶμαι πάντα μὲ ἀγάπη καὶ σεβασμό. Εἶναι ἐκεῖνος ποὺ μοῦ ἔδειξε τὴν ζωὴ καὶ τὰ καθέκαστα τοῦ Ὄρους καὶ ἐκεῖνος ποὺ μοῦ φανέρωσε τὶς ὀμορφιὲς καὶ τὸν πλοῦτο ἑνὸς τόπου, ποὺ ἡ ζωή του κύλησε ἀδιάκοπα χίλια χρόνια, μέσα ἀπὸ καταιγίδες καὶ αἰθρίες.
***
Κεφάλαιον ΚΑ΄. Μονὴ Σιμωνόπετρας.
Ἀπὸ τὸ Μοναστήρι τοῦ Γρηγορίου ξεκινήσαμε στὴν ὥρα μας. Τὸ καΐκι ἔβαλε μπρός.
Τὸ βουνὸ ὀρθονότανε πλάγια μας καὶ ἡ θάλασσα παιχνιδίζοντας χτυποῦσε ἁπαλὰ πάνω στὰ βράχια. Στρίβοντας τὸν δεύτερο κάβο, πρόβαλε μπροστά μας τὸ Μοναστήρι τῆς Σιμωνόπετρας, χτισμένο πάνω σὲ θεόρατο βράχο.
Πραγματικά, σὲ πιάνει τρομάρα σὰν τὸ ἀντικρύσεις.
Ὁ θαυμασμὸς γιὰ τὸ κατόρθωμα αὐτὸ τοῦ ἀνθρώπου σὲ ἀφήνει ἄνθρωπο.
Τὸ Μοναστήρι, μὲ τοὺς πανύψηλους τοίχους του εἶναι χτισμένο πάνω στὸν βράχο καὶ σὲ ἕνα κατάμαυρο φαράγγι. Ἑφτὰ πατώματα ὑψώνονται μὲ σειρὲς ἀπὸ παράθυρα καὶ κρεμασμένα σὲ ξύλινα δοκάρια μπαλκόνια. Ἡ Σιμωνόπετρα ὑψώνεται μπροστὰ στὰ μάτια σου μεγαλόπρεπη, χωρὶς νὰ νοιώθει σὲ ὅλους τοὺς καιροὺς κανέναν φόβο.
Εἴπαμε στὸν καπετάνιο νὰ σταματήσει τὴν μηχανή, γιὰ νὰ θαυμάσουμε, ὅσο μπορούσαμε περισσότερο, αὐτὸ τὸ θαῦμα τῆς τεχνικῆς.
Δὲν θὰ ἀνεβαίναμε στὸ Μοναστήρι. Ὁ δρόμος εἶναι πολύς, καὶ μὲ πολὺ ἀνηφοριά. Ἔπειτα δὲν ἔχει καὶ τίποτα νὰ δῆς ἀπὸ βιβλία, χειρόγραφα καὶ ἔργα τέχνης, μιὰ καὶ κάηκε δύο φορές, τὸν 16ον καὶ τὸν 19ον αἰώνα. Εἶναι Κοινόβιο καὶ αὐτὸ τὸ Μοναστήρι.
Καὶ τὸ Καθολικό, καὶ ἡ Τράπεζα εἶναι χωρὶς καμία ἁγιογραφία.
Ἀπὸ κειμήλια, ἔχει ἕνα κομμάτι Τιμίου Ξύλου, τὸ ἀριστερὸ χέρι τῆς Ἁγίας Μαρίας τῆς Μαγδαληνῆς, τὸ δεξὶ χέρι τοῦ Ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου καὶ ἄλλα.
Ξεκινήσαμε πάλι. Μᾶς περίμενε τώρα ἡ Δάφνη.
***
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου