Κεφάλαιον ΚΒ΄. Μονὲς Ξηροποτάμου καὶ Ἁγίου Παντελεήμονος.
Μπροστά μας καὶ ψηλὰ ἀπὸ τὴν Δάφνη, ἀντικρύσαμε ἕνα Μοναστήρι. Ῥώτησα τὸν φίλο μου ποιό Μοναστήρι εἶναι καὶ ἂν θὰ πᾶμε σὲ αὐτό.
-Ὄχι, μοῦ ἀπάντησε. Δὲν θὰ πᾶμε γιατὶ ὁ δρόμος εἶναι πολὺς καὶ γεμᾶτος κούραση καὶ τὸ αὐτοκίνητο θὰ ἀργήσει νὰ κατέβει στὴν Δάφνη, γιὰ νὰ τὸ πάρουμε μιὰ καὶ περνάει μπροστὰ ἀπὸ τὸ Μοναστήρι τοῦ Ξηροποτάμου. Ἔτσι ὀνομάζεται αὐτὸ τὸ Μοναστήρι. Εἶναι ἰδιόῤῥυθμο καὶ τιμᾶται στὸ ὄνομα τῶν Σαράντα Μαρτύρων. Ἐδῶ θὰ βρῆς δύο μεγάλα κομμάτια Τιμίου Ξύλου, χειρόγραφα, Χρυσόβουλα καὶ τὸν δίσκο τῆς Πουλχερίας.
***
Τὸ καΐκι ξανάβαλε μπροστὰ τὴν μηχανὴ καὶ αὐτὴ τὴν φορὰ πλέαμε γιὰ τὸ Ῥωσσικὸ Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος.
Καθὼς πλέαμε, ἀντίκρυζες πίσω νὰ ὀρθώνεται μέσα στὶς ἀκτίνες τοῦ ἥλιου ἡ κορυφὴ τοῦ Ἄθωνα.
Μπροστά μας τώρα ξανοίγονταν κάτι πελώρια κτίρια ἀνάμεσα σὲ δένδρα καὶ πρασινάδα.
Τροῦλοι μικροὶ καὶ μεγάλοι ἀστράφτουν στὸν ἡλιο, γεμᾶτοι μὲ σταυροὺς ποὺ λαμποκοπᾶνε ἀπὸ τὰ γυαλένια πετράδια ποὺ ἔχουν πάνω τους.
Σταματήσαμε τὴν μηχανή, καὶ πηδήσαμε στὸ μουράγιο. Ἐδῶ σὲ τοῦτο τὸ Μοναστήρι βρίσκεται τὸ μεγαλύτερο λιμάνι τοῦ Ὄρους.
Σὰν γυροφέρνεις τὴν ματιά σου ἀντικρύζεις πελώριους ὄγκους ἀπὸ κτίρια, ἀδειανὰ καὶ ἔρημα τώρα ἀπὸ καλογήρους. Κτίρια, τὰ ὁποῖα ῥημάξανε ἀπὸ τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου, ἀπὸ τὴν φωτιὰ καὶ τὴν ἐγκατάλειψη.
Τίποτα τὸ ἄγριο ἐδῶ κάτω. Ὅλα ἤμερα μὲ μία γαλήνη ποὺ σοῦ θυμίζει νεκροταφεῖο καὶ θάνατο. Δὲν βρίσκεις ἐδῶ τὸ ἄγριο ποὺ συναντήσαμε ἀπὸ τὴν Λαύρα ἕως τὴν Σιμωνόπετρα. Ἐδῶ, σὲ τοῦτο τὸ Μοναστήρι, θὰ βρῆς ὅπως καὶ στὰ ἄλλα πιὸ κάτω μία γλύκα. Κυπαρίσσια, ἐλιὲς καὶ πεῦκο γλυκαίνουν τὸ τοπίο. Τὸ Μοναστήρι εἶναι Κοινόβιο καὶ ὑπάρχουν καὶ ἕλληνες καλόγεροι.
-Ἂς ῥίξουμε μία ματιὰ ἀπὸ τὴν πόρτα, μοῦ εἶπε ὁ φίλος μου, γιὰ νὰ δοῦμε τὸ καμπαναριὸ μὲ τὴν μεγαλύτερη καμπάνα ποὺ ὑπάρχει στὴν Ἑλλάδα. Λένε πὼς ζυγίζει δέκα χιλιάδες ὀκάδες. Τίποτα ἄλλο δὲν μποροῦμε νὰ δοῦμε ἀπὸ χειρόγραφα καὶ βιβλία, μιὰ καὶ ὅλοι ὅσοι ζοῦνε ἀκόμα, εἶναι πολὺ γέροντες.
Ῥίξαμε μία ματιά, σηκώνοντας τὰ μάτια μας στὴν ἀριστερὴ μεριὰ τοῦ Μοναστηριοῦ. Πραγματικά, ὁ νοῦς σου τρέχει ἀμέσως στὸ πῶς τὴν ἀνέβασαν ἐκεῖ πάνω.
Ὁ ἥλιος ἔκαιγε καὶ τὸ φῶς σὲ τύφλωνε, καθὼς ἔπεφτε πάνω στὰ ἄσπρα μάρμαρα.
Κεφάλαιον ΚΓ΄. Μονὴ Ξενοφῶντος.
Ξεκινήσαμε τώρα γιὰ τὸ Μοναστήρι τοῦ Ξενοφῶντος.
Βρίσκεται χτισμένο πλάϊ στὴν θάλασσα ποὺ εἶναι γεμάτη μὲ βότσαλα καὶ ἄμμο.
Τὰ τείχη του ὑψώνονται πρὸς τὸ βουνὸ στὴν βορεινή του πλευρά. Ὁ Ἀρσανᾶς βρίσκεται κολλημένος σχεδὸν στὸ Μοναστήρι, ἔτσι ποὺ νὰ σὲ μπερδεύει. Ἀνάμεσα στὰ κτίρια ὑψώνεται ὁ τροῦλος τῆς ἐκκλησίας. Ἐλιὲς καὶ πράσινο φουντώνουν γύρω ἀπὸ τὸ Μοναστήρι.
Οἱ ἴδιες διαδικασίες καὶ ἐδῶ. Διαμονητήριο στὸν πορτάρη καὶ ὕστερα στὸ ἀρχονταρίκι γιὰ τὸ κέρασμα, γιὰ τὸ φαΐ, καὶ γιὰ τὸν ὕπνο.
Δὲν θὰ μέναμε σήμερα ἐδῶ. Τὸ καΐκι περίμενε.
Ἔτσι παρακαλέσαμε νὰ προσκυνήσουμε στὴν ἐκκλησία, νὰ ῥίξουμε μία ματιὰ καὶ νὰ φύγουμε.
Φιλόξενοι καὶ ἐδῶ ὅπως παντοῦ ὅπου πήγαμε, προχωρήσαμε στὸ ὀρεινὸ μέρος τῆς αὐλῆς, γιὰ νὰ φτάσουμε στὴν ἐκκλησία, ποὺ τιμᾶται στὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Αὐτὴ ἐδῶ ἡ ἐκκλησία εἶναι ἡ μεγαλύτερη καὶ μεγαλοπρεπέστερη ἀπὸ ὅλες τὶς ἐκκλησίες στὸ Ἅγιον Ὄρος. Εἶναι νέο κτίσμα, ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 19ου αἰώνα.
Τὸ τέμπλο εἶναι μαρμάρινο σὲ ὄμορφο σχέδιο. Ἡ ἐκκλησία δὲν εἶναι ἁγιογραφημένη παρὰ στὸ τροῦλο τῆς λιτῆς καὶ στὴν πρόθεση, μὰ σὲ ἀποζημιώνουν τρία εἰκονίσματα ποὺ βλέπεις στὴν ἐκκλησία. Μία μικρὴ εἰκόνα τῆς Μεταμορφώσεως καὶ δύο φορητὲς μωσαϊκὲς εἰκόνες στὰ προσκυνητάρια τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καὶ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου.
Τὸ καμπαναριὸ τῆς ἐκκλησίας μοιάζει μὲ ἕνα τετράγωνο πύργο, χωρὶς πολὺ ὀμορφιά, ὅπως καὶ ἡ Φιάλη γιὰ τὸν ἁγιασμό.
Ἡ Βιβλιοθήκη τοῦ Μοναστηριοῦ, εἶναι φτωχὴ σὲ χειρόγραφα ἀπὸ περγαμηνή. Καμιὰ δεκαριά, μᾶς εἶπε ὁ βιβλιοθηκάριος, τοῦ 12ου μὲ 14ου αἰώνα.
Τὸ Μοναστήρι εἶναι Κοινόβιο. Βγαίνοντας ἀπὸ τὴν ἐκκλησία, εὐχαριστήσαμε τὸν ἀρχοντάρη ποὺ στεκόταν στὴν πόρτα καὶ τραβήξαμε γιὰ τὸ καΐκι.
***
Κεφάλαιον ΚΔ΄. Μονὴ Δοχειαρίου.
Ἀπὸ μακρυὰ ξεπρόβαλε τώρα ἕνα ἄλλο Μοναστήρι.
-Αὐτὸ εἶναι τὸ Μοναστήρι τοῦ Δοχειαρίου, μοῦ εἶπε ὁ πατὴρ Εὐθύμιος. Τὸ τελευταῖο Μοναστήρι ποὺ θὰ ἐπισκεφθοῦμε.
Πλέαμε τώρα σὲ μία ἀκύμαντη θάλασσα, ποὺ τὸ μπλὲ χρῶμά της σὲ ξεκούραζε καὶ σὲ γέμιζε χαρά. Μὰ ἐγὼ εἶχα μελαγχολήσει. Λίγες ὧρες θὰ μέναμε μαζὶ μὲ τὸν εὐγενικὸ Ἀντιπρόσωπο τοῦ Μοναστηριοῦ τοῦ Παντοκράτορος, ποὺ τοῦ χρωστοῦσα τόσα πολλὰ γιὰ αὐτήν μου τὴν περιήγηση.
Ἀπὸ τὶς σκέψεις μου μὲ ἔβγαλε τὸ σταμάτημα τῆς μηχανῆς καὶ σὲ λίγο τὸ καΐκι διπλάρωσε στὸν μῶλο. Μπροστά μου καὶ πλάϊ στὴν θάλασσα ὀρθονώτανε τὸ Μοναστήρι τώρα.
Ὁ Ἀρσανᾶς του μόλις πατήσεις στὸ μουράγιο, σοῦ γεμίζει τὴν ψυχή. Ὕστερα κτίρια πολλά, τὸ ἕνα ψηλότερο ἀπὸ τὸ ἄλλο, τροῦλοι καὶ τρουλίσκοι, ποὺ ξεπετάγονται στὸν ἀέρα.
Ἔχουν μία ὀμορφιὰ ὅλα ἐδῶ.
Προχωρήσαμε στὴν πόρτα καὶ ἀφοῦ σταυροκοπηθήκαμε, ἔδωσα τὸ διαμονητήριο στὸν πορτάρη.
Στὸ ἀρχονταρίκι πήραμε τὸ τελευταῖο κέρασμα. Σὲ λίγο θὰ χωρίζαμε.
Βγήκαμε στὴν αὐλὴ γιὰ νὰ δοῦμε τὸ Μοναστήρι. Ὅλα ἐδῶ ἔτσι ποὺ βρίσκονται χτισμένα, σοῦ γεμίζουν τὰ μάτια μὲ ὀμορφιά.
Ἀφοῦ προσκυνήσαμε τὴν «Παναγία τὴν Γοργοϋπήκοο», συγκινημένοι, ξεκινήσαμε γιὰ τὸ μουράγιο. Δὲν θὰ βλέπαμε τίποτε ἄλλο, οὔτε καὶ θὰ καθόμαστε γιὰ φαΐ καὶ οὔτε θὰ βλέπαμε τὴν Βιβλιοθήκη. Εἶχα δεῖ καὶ εἶχα θαυμάσει τόσα πολλά, ποὺ μπερδευόντουσαν στὸ μυαλό μου.
***
Κεφάλαιον ΚΕ΄. Τέλος τοῦ ταξιδιοῦ.
Τὸ καΐκι ἔβαλε τώρα πλώρη γιὰ τὸν Ἀρσανᾶ τοῦ Ζωγράφου.
Καθισμένος πλάϊ στὸν φίλο μου ἔνιωθα μία μελαγχολία. Ἡ ἰδέα τοῦ χωρισμοῦ πλανιόταν ἀνάμεσά μας καὶ μὲ ἔκανε ἀμίλητο.
Πόσο παράξενη εἶναι στὰ ἀλήθεια ἡ ζωή. Σὲ μία της ἰδιοτροπία σὲ παίρνει καὶ σὲ ῥίχνει σὲ ἕνα ἄγνωστο περιβάλλον· ὥσπου νὰ γνωρίσεις καὶ νὰ ἀγαπήσεις ἀνθρώπους, μὲ τοὺς ὁποίους θὰ σὲ δέσουν γεροὶ δεσμοὶ φιλίας καὶ ξαφνικὰ σὲ σηκώνει καὶ σὲ ξαναφέρνει πάλι πίσω στὸ ἴδιο σημεῖο ἀπὸ ὅπου εἶχες ἀρχίσει.
Τώρα φθάνουμε στὸ τέλος τοῦ ταξιδιοῦ μας. Ὅ,τι εἶχα νὰ δῶ τὰ εἶδα.
Ἂν εἴχαμε μπροστά μας λίγες μέρες θὰ μποροῦσα νὰ πάω ἀπὸ τὸν Ἀρσανᾶ τοῦ Ζωγράφου στὸ Μοναστήρι ποὺ εἶναι ψηλότερα ἀπὸ τὸν Ἀρσανᾶ καὶ στὸ Μοναστήρι τοῦ Κωνσταμονίτου, ποὺ βρίσκεται καὶ αὐτὸ μακρύτερά του. Μὰ δὲν γινότανε. Τὰ ζῶα τὰ εἴχαμε στείλει ἀπὸ τὴν Λαύρα στὶς Καρυές, καὶ δὲν ἦταν καθόλου εὔκολα νὰ πᾶμε μὲ τὰ πόδια. Ὁ φίλος μου εἶχε ταλαιπωρηθεῖ τόσες ἡμέρες τώρα καὶ ἐγὼ δὲν ἤμουνα καλύτερα.
Λοιπὸν τέρμα, στὸν Ἀρσανᾶ τοῦ Ζωγράφου. Ἀπὸ ἐκεὶ θὰ ἔπαιρνα τὸ μοτόρι τῆς γραμμῆς ποὔρχεται ἀπὸ τὴν Δάφνη καὶ θὰ κατέβαινε στὴν Οὐρανούπολη.
Τὸν τόπο τῆς προσευχῆς καὶ τῆς γαλήνης δὲν θὰ τὸν ἔβλεπα σὲ λίγες ὧρες, μονάχα θὰ τὸν ἀναπολοῦσα μέσα στὸν κόσμο τὸν δικό μας.
Στάθηκα ὡς τὤρα καλότυχος.
***
Τὸ ψαροκάϊκο ὅλο καὶ μάκραινε ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Βουναλάκια μέσα στὸ πράσινο ξεχυνόντουσαν πλάϊ στὰ ἀκρογιάλια. Ἡ θάλασσα στέλνει ἁπαλὰ κυματάκια νὰ τ’ ἀγκαλιάσουν.
Ἀπὸ μακρυὰ ξεχωρίζει ἕνας πύργος. Πλάϊ τους ἀρσανάδες καὶ σπίτια γεμᾶτα μὲ ἁπλωταριές.
Ἕνας μῶλος γεμᾶτος κίνηση ἀπὸ ἐργάτες καὶ μοναχούς. Παντοῦ τριγύρω ξυλεία καὶ στὸ μικρὸ λιμανάκι καΐκια καὶ βάρκες.
Ὁ Ἀρσανᾶς τοῦ Ζωγράφου.
Πήδησα στὸ μουράγιο, ἀφοῦ χαιρετηθήκαμε μὲ τὸν πατέρα Εὐθύμιο, σφίγγοντας δυνατὰ τὰ χέρια μας.
-Γειά σου ἀγαπητέ μου καὶ καλό σου ταξίδι. Τὸ Ἅγιον Ὄρος θέλω νὰ τὸ θυμᾶσαι μὲ ἀγάπη καὶ σεβασμό.
***
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου